<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p>31. Ἄλλη νοῦσος σπληνός· γίνεται μὲν ἀπὸ τῶν αὐτῶν ἀφ’ ὧν <lb/>καὶ ἡ πρόσθεν·
                        πάσχει οὖν ὑπὸ τούτου τοῦ νοσήματος τάδε· ἡ γαστὴρ <pb n="248"/> φυσᾶται,
                        μετὰ δὲ καὶ ὁ σπλὴν οἰδέει καὶ σκληρός ἐστι, καὶ <lb/>ὀδύναι ὀξεῖαι
                        ἐμπίπτουσιν ἐς τὸν σπλῆνα· ἡ δὲ χροιὴ τρέπεται, <lb/>καὶ ὁρᾶται μέλας,
                        ἔπωχρος, σιδιοειδὴς, καὶ ἐκ τοῦ ὠτὸς κακὸν <lb/>ὄζει, καὶ τὰ οὖλα ἀφίσταται
                        ἀπὸ τῶν ὀδόντων καὶ κακὸν ὀζει, <lb/>καὶ ἐκ τῶν κνημέων ἕλκεα ἐκρήγνυται,
                        ὁκοῖά περ ἐπινυκτίδες· τὰ <lb/>δὲ γυῖα λεπτύνεται, καὶ ἡ κόπρος οὐχ
                        ὑποχωρέει. Τοῦτον, ὁκόταν <lb/>οὕτως ἔχῃ, μελετῇν τοῖσιν αὐτοῖσι φαρμάκοισι
                        καὶ ἐδέσμασι καὶ <lb/>ποτῷ καὶ ταλαιπωρίῃσι καὶ τοῖσιν ἄλλοισι πᾶσι· καὶ
                        κλύζειν, ὁκόταν <lb/>μὴ θέλῃ ἡ κόπρος διαχωρέειν, ἐν τούτοισι· μέλιτος
                        ἡμικοτύλιον <lb/>καὶ νίτρου Αἰγυπτίου ὁκόσον ἀστράγαλον οἰός· ταῦτα τρίψας
                        διεῖναι <lb/>ἀπὸ τεύτλων ἑφθῶν ὕδατι τέσσαρσι κοτύλῃσιν· εἶτα οὕτω κλύζειν.
                        <lb/>Ἢν δὲ μὴ ὑπὸ τούτων ἡ νοῦσος καθίστηται, καῦσαι αὐτοῦ τὸν <lb/>σπλῆνα
                        ὡς τὸν πρόσθεν, καὶ ἢν τύχῃς καύσας, ὑγιέα ποιήσεις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Ἄλλη νόσος σπληνός· γίνεται μὲν τοῦ ἔτεος ἔαρος ὥρῃ μάλιστα, <lb/>ἀπὸ δὲ
                        αἵματος· ὁκόταν γὰρ ἐμπλησθῇ ὁ σπλὴν αἵματος, ἐκρήγνυται <lb/>ἐς τὴν
                        κοιλίην, καὶ ὀδύναι ὀξεῖαι ἐς τὸν σπλῆνα ἐμπίπτουσι καὶ <lb/>ἐς τὸν τιτθὸν
                        καὶ ἐς τὴν κληῗδα καὶ ἐς τὸν ὦμον καὶ ὑπὸ τὴν ὠμοπλάτην. <lb/>Ἡ δὲ χροιὴ τοῦ
                        γυίου μολιβδοειδὴς, καὶ ἀμυχὰς ἐν τῇσι <lb/>κνήμῃσι λαμβάνει, καὶ ἕλκεα
                        μεγάλα γίνεται ἐξ αὐτέων, καὶ τὰ κάτω <lb/>ὑποχωρέοντα ἅμα τῇ κόπρῳ
                        αἱματώδεα καὶ ἰώδεα ὑπέρχεται, ἡ δὲ <lb/>γαστὴρ σκληρὴ, καὶ ὁ σπλὴν καθὰ
                        λίθος ἐστίν. Οὗτος τῶν πρόσθεν <lb/>θανατωδέστερος, καὶ ἐξ αὐτέου παῦροι
                        διαφυγγάνουσι. Τοῦτον, ὁκόταν <lb/>ὧδε ἔχῃ, τοῖσιν αὐτέοισι θεράπευε οἷσι
                        καὶ τὸν ἔμπροσθεν, <lb/>πλὴν ἄνω φάρμακον μὴ δῷς· κάτω δὲ τοῦ κόκκου τοῦ
                        κνιδίου δοῦναι· <pb n="250"/> τῇ δ’ ὑστεραίη ὀνείου ἢ ἱππείου γάλακτος ἑφθοῦ
                        ὀκτὼ κοτύλας, <lb/>μέλι παραχέων· εἰ δὲ μὴ, βοείῳ· ἢ αἰγείῳ ἑφθῷ δύο χοεῦσι,
                        μέλι <lb/>παραχέων παρὰ τὴν ἑτέρην κύλικα, ἐναλλὰξ δὲ πίνειν χρή· ἐς δὲ
                        <lb/>τὴν ἑσπέρην διδόναι μετὰ τὴν κάθαρσιν ταὐτὰ ἃ καὶ τῷ πρόσθεν <lb/>μετὰ
                        τὸ φάρμακον· καὶ ἢν δοκέῃ, τοῦ αἵματος ἀφελεῖν ἀπὸ τοῦ <lb/>ἀγκῶνος τοῦ
                        ἀριστεροῦ τῆς εἴσω φλεβός. Τὰς δὲ λοιπὰς τῶν ἡμερέων <lb/>διδόναι νήστει
                        ἑκάστης ἡμέρης βοείου γάλακτος τέσσαρας κοτύλας, <lb/>τρίτον μέρος ἅλμης
                        παραμίσγων· σιτίοισι δὲ καὶ ποτοῖσι καὶ τοῖσιν <lb/>ἄλλοισι τοῖσιν αὐτοῖσι
                        θεραπεύειν οἷσι καὶ τοὺς πρόσθεν· ἀπέχεσθαι <lb/>δὲ λαγνείης καὶ οἰνοφλυγίης
                        καὶ τοῦτον καὶ τοὺς πρόσθεν· καὶ ἤν <lb/>σοι δοκέῃ, καὶ καῦσαι, ὁκόταν·
                        παχύτατος καὶ μέγιστος ὁ σπλὴν <lb/>γένηται· καὶ ἢν τύχῃς καύσας τοῦ καιροῦ,
                        ὑγιέα ποιήσεις· ἢν δὲ μὴ <lb/>ὑπὸ ταύτης τῆς ἰήσιος ὑγιὴς γένηται,
                        φθειρόμενος χρόνῳ θνήσκει· <lb/>ἡ γὰρ νοῦσος λίην ἐστὶ χᾳλεπή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Ἄλλη νοῦσος σπληνός· προσπίπτει καὶ αὕτη ἡ νοῦσος ἦρος <lb/>μάλιστα,
                        ὁκόταν φλέγμα ἀναλάβῃ ὁ σπλὴν ἐς ἑωυτὸν, μέγας παραχρῆμα <lb/>γίνεται καὶ
                        σκληρός· εἶτ’ αὖθις καθίσταται· καὶ ὅταν μὲν <lb/>ἐξηρμένος ᾖ, ὀδύναι ὀξεῖαι
                        ἐμπίπτουσιν· ὁκόταν δὲ λαπαρὸς ᾖ, ἀνώδυνός <lb/>ἐστι· καὶ ὁκόταν χρόνος
                        ἐγγένηται τῇ νούσῳ, ἀμαυροτέρη <lb/>δοκέει, καὶ ἐπανίσταται, καὶ ταχέως
                        καθίσταται. Οὗτος ὁκόταν οὕτως <lb/>ἔχῃ, κατ’ ἀρχὰς τοῦ νοσήματος τὰ σιτία
                        οὐ δύναται προσίεσθαι, <lb/>καὶ ταχέως καταλεπτύνεται, καὶ ἀκρῃσίην ἔχει τὸ
                        σῶμα πολλήν. <lb/>Το δὲ νούσημα ἢν μὴ παραχρῆμα θεραπευθῇ, ἢ αὐτόματον
                        <lb/>καταστῇ, διαλιπὸν πέντε μῆνας ἢ ἕξ αὖθις ἐπανίσταται· διαλιμπάνει
                        <lb/>δὲ μάλιστα τὸν χειμῶνα. Τοῦτον κατ’ ἀρχὰς ἢν λάβῃς, καῦσον δέκα <pb n="252"/> ἐσχάρας ἐς τὸν σπλῆνα, καὶ παρ’ εὐθὺ ὑγιέα ποιήσεις· ἢν δὲ μὴ
                        <lb/>καύσῃς, τοῖσιν αὐτοῖσι φαρμάκοισιν ἰῆσθαι οἷσι καὶ τοὺς πρόσθεν,
                        <lb/>καὶ ἐδέσμασι καὶ ποτοῖσι καὶ ταλαιπωρίῃσιν· οὕτων γὰρ ἂν τάχιστα
                        <lb/>ὑγιέα ποιήσῃς. Τούτου δὲ ἡ χροιὴ γίνεται ἔκλευκος, ἄρτι ὕπωχρος,
                        <lb/>ἄρτι αὐτχμηρή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Ἄλλη νοῦσος σπληνός· γίνεται μετοπώρου μάλιστα ἀπὸ <lb/>χολῆς μελαίνης·
                        γίνεται δὲ ἀπὸ λαχανοφαγίης τρωξίμων πολλῶν <lb/>καὶ ὑδροποσίης. Πάσχει οὖν
                        τάδε· ὁκόταν τὸ νούσημα λάβῃ, <lb/>ἀλγέει τὸν σπλῆνα σφόδρα, καὶ ῥῖγος καὶ
                        πυρετὸς ἐπιλαμβάνει, καὶ <lb/>ἀσιτίη ἔχει αὐτὸν, τό τε γυῖον ξυμπίπτει
                        ταχέως· ὁ δὲ σπλὴν μέγας <lb/>μὲν πάνυ οὐ γίνεται, σκληρὸς δὲ, καὶ
                        παραπίπτει παρὰ τὰ <lb/>σπλάγχνα καὶ μυζέει προσκείμενος. Τοῦτον, ὁκόταν
                        οὕτως ἔχῃ, τοῖσιν <lb/>αὐτοῖσιν ἰῆσθαι καὶ φαρμάκοισι καὶ βρωτοῖσι καὶ
                        πότοισι καὶ <lb/>ταλαιπωρίῃσιν, οἷσιν ἂν καὶ τοὺς πρόσθεν, καὶ ἤν σοι
                        παρέξῃ, καῦσαι <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον ὅνπερ καὶ τοὺς ἄλλους. Αὕτη ἡ νοῦσος
                        τοῖσι <lb/>πολλοῖσιν, ἢν παραχρῆμα μελετηθῇ, ἐν τάχει ἐξέρχεται. </p></div></div></body></text></TEI>