<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Πλευμονὶς δὲ γίνεται ἀπὸ τῶνδε μάλιστα· ὁκόταν ὁ πλεύμων <lb/>αἷμα ἑλκύσας
                        ἐφ’ ἑωυτὸν ἢ φλέγμα ἁλμυρὸν μὴ ἀφῇ πάλιν, ἀλλ’ <lb/>αὐτοῦ ξυστραφῇ καὶ
                        ξυμπαγῇ, ὑπὸ τουτέων φύματα φιλέει γίνεσθαι <lb/>ἐν τῷ πλεύμονι καὶ
                        ἐμπυοῦσθαι. Οὗτος τάδε πάσχει κατ’ ἀρχὰς καὶ <lb/>διὰ παντὸς τοῦ νουσήματος·
                        βὴξ ὀξείη ξηρὴ ἴσχει, καὶ ῥῖγος, καὶ <lb/>πυρετὸς, καὶ ὀδύνη ἐν τοῖσι
                        στήθεσι καὶ ἐν τῷ μεταφρένῳ ἔγκειται, <pb n="176"/> ἐνίοτε δὲ καὶ ἐν τῷ
                        πλευρῷ· καὶ ὀρθοπνοίη σφοδρὴ ἐμπίπτει. Οὑτος <lb/>μέχρι μὲν τεσσαρεσκαίδεκα
                        ἡμερέων τοιαῦτα πάσχων διατελέει, <lb/>πολλάκις δὲ καὶ πλείονας, ἔπειτα
                        ῥήγνυται πῦα, καὶ ἀποπτύει πολλόν· <lb/>πολλάκις δὲ ἀποπτύει καὶ οἷον
                        ἀραχνίων χιτῶνας, πολλάκις δὲ <lb/>καὶ ὕφαιμον. Κἢν μὲν ἀποκαθαρθῇ καὶ
                        ἀπισχνωθῇ ἐν τάχει ὁ πλεύμων, <lb/>ἐλπὶς ἐκφυγέειν· ἢν δὲ προσέχῃ, ἡ νοῦσος
                        ἐπ’ ἐνιαυτὸν παρατείνει, <lb/>καὶ μεταβάλλει ἄλλοτε ἀλλοῖα πάσχων. Τούτῳ χρὴ
                        κατ’ ἀρχὰς <lb/>μὲν, πρὶν ἢ τὰ πῦα ῥαγῆναι, προσφέρειν τάδε· ὁκόταν ἀνῇ ὁ
                        <lb/>πυρετὸς, λούειν πολλῷ θερμῷ, καὶ ῥοφήμασι πολλοῖς χρέεσθαι·
                        <lb/>πτισάνης χυλῷ καθέφθω μέλι παραχέας, ὁκόταν ἑφθὸν ᾖ, ῥοφεέτω, <lb/>καὶ
                        οἶνον πινέτω γλυκὺν λευκὸν, ἢ μελίκρητον ἑφθόν. Ὁκόταν. <lb/>δ’ ἅπαξ ἄρξηται
                        πῦα ἀποπτύειν, πινέτω τὰ αὐτὰ, ἃ καὶ ὁ πρόσθεν <lb/>ἔμπυος, καὶ σιτίοισι καὶ
                        ποτοῖσι καὶ ὄψοισι τοῖς αὐτοῖσι χρεέσθω, <lb/>ἀπεχόμενος ὀξέων καὶ δριμέων
                        καὶ ἁλυκῶν καὶ λιπαρῶν καὶ λαγνείης <lb/>καὶ θωρηξίων, ἢν μὴ τῇ νούσῳ
                        πρόσφορον ᾖ· ἐς χρῶμα δὲ ὁρέων <lb/>μελετᾷν, ὁκοίων δή τινων δοκέει, σοι
                        δεῖσθαι· τὰ δ’ ἄλλα τὰ αὐτὰ <lb/>ποιεέτω· πινέτω δὲ καὶ γάλα βοὸς καὶ αἰγὸς
                        τὴν ὥρην· πρόσθεν δὲ <lb/>ὑποκαθηράσθω γάλακτι ὀνείῳ ἐφθῷ· πινέτω δὲ καὶ τὸ
                        ἵππειον γάλα <lb/>σεσσμένον ἑκάστης ἡμέρης ἕωθεν τρικότυλον κύλικα, ἢν ᾖ
                        δυνατός. <lb/>Ἢν μὲν οὖν οὕτω μελετώμενος ῥηΐσῃ, καὶ μὴ ῥαγῇ τὰ πῦα ἐς τὰ
                        <lb/>στήθεα, αὐτὸς ἑωυτὸν θεραπευέτω ἡσυχίην ἔχων τῷ σώματι ὡς μάλιστα
                        <lb/>καὶ τὰ ξύμφορα προσφέρων ἑωυτῷ. Ἢν δὲ ῥαγῇ τὰ πῦα ἐς τὰ <lb/>στήθεα,
                        ὅπη ἄν σοι δοκέῃ ἀποσημαίνειν μάλιστα, ταύτῃ ταμὼν ἢ <pb n="178"/> καύσας,
                        ἀφιέναι τοῦ πύου ὀλίγον τὸ πρῶτον· τὰ δ’ ἄλλα ποιέειν τὰ <lb/>αὐτὰ, ἃ καὶ
                        ἐπὶ τοῦ πρόσθεν ἐμπύου γενομένου γεγράφαται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Ἢν ἐν πλεύμονι κιρσὸς ἐγγένηται, βὴξ ξηρὴ ἐπιλαμβάνει; <lb/>καὶ ῥῖγος, καὶ
                        πυρετὸς, κατ’ ἀρχὰς μὲν τῆς νούσου πάνυ σφόδρα· <lb/>ἔχει δὲ καὶ ὀρθοπνοίη,
                        καὶ ἐν τῇ κεφαλῇ ἡ ὀδύνη ἐνέστηκε, καὶ αἱ <lb/>ὀφρύες δοκέουσιν
                        ἐπικρέμασθαι, καὶ οἴδημα κατέρχεται ἐς τὸ πρόσωπον <lb/>καὶ ἐς τὰ στήθεα καὶ
                        ἐς τοὺς πόδας· πολλάκις δὲ καὶ ἐς τὴν <lb/>κεφαλὴν ἐρείδει, καὶ ὑπὸ τῆς
                        ὀδύνης, ὅταν ὁ πόνος ἔχῃ, οὐ δύναται <lb/>ἀνορῇν· τὸ δὲ σῶμα ὕπωχρον, καὶ αἱ
                        φλέβες δι’ αὐτοῦ διατείνουσιν <lb/>ἢ φλόγιαι ἢ μέλαιναι. Τοῦτον, ὁκόταν
                        οὕτως ἔχῃ καὶ ὁ πόνος μάλιστα <lb/>πιέζῃ, πρῶτον μὲν αἷμα ἀφαιρέειν· ἔπειτα
                        λούειν πολλῷ καὶ <lb/>θερμῷ, καὶ ὁκόταν δίψα ἔχῃ, πίενειν διδόναι κυκεῶνα ἐν
                        οἴνῳ μέλανι <lb/>αὐστηρῷ, ὡς ἡδίστῳ, ἴσον ἴσῳ κεράσας· ψυχρὸν δὲ χρὴ μάλιστα
                        <lb/>πίνειν· ῥοφήμασι χρέεσθαι πτισάνης χυλῷ καθέφθῳ, μέλι χρηστὸν
                        <lb/>παραχέας. Ταῦτα χρὴ προσφέρειν ἐν τῇσι πρώτῃσι τῶν ἡμερέων <lb/>τῇσι
                        τεσσαρεσκαίδεκα. Ἢν δὲ ἐπὶ πλεῖον ἡ νοῦσος ἔχῃ, ὅ τε πόνος <lb/>πλείων ᾖ ἐν
                        τῷ σώματι. καὶ ἀδυναμίη ἐνῇ, τούτῳ δὴ οὕτως <lb/>ἔχοντι ταὐτὰ προσφέρειν, ἃ
                        καὶ ἐν τῷ πυοῤῥοοῦντι τὸν πλεύμονα, <lb/>ὁκόταν αἱ δεκατέσσαρες ἡμέραι
                        παρέλθωσιν. Αὕτη ἡ νοῦσος γίνεται <lb/>ἀπὸ ταλαιπωρίης καὶ χολῆς μελαίνης.
                    </p></div></div></body></text></TEI>