<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Ἡπατῖτις ἄλλη· τὰ μὲν ἄλλα πλῆθος τὰ αὐτὰ πάσχει τοῖσι <lb/>πρόσθεν· ἡ δὲ
                        χροιὴ μέλαινα· τοῦ δὲ ἥπατος ἡ χολὴ φλέγματος καὶ <lb/>αἵματος πλησθεῖσα, ὡς
                        λογιζόμεθα, διαῤῥήγνυται, καὶ ὁκόταν <lb/>διαῤῥηχθῇ, τάχιστα μαίνεται, καὶ
                        ἀγανακτεῖ, καὶ διαλέγεται ἀσύνετα, <pb n="244"/> καὶ ὑλακτέει ὡς κύων, καὶ
                        οἱ ὄνυχες φοινίκεοί εἰσι, καὶ τοῖσιν <lb/>ὀφθαλμοῖσιν οὐ δύναται ὁρῇν, καὶ
                        τρίχες αἱ ἐν τῇ κεφαλῇ ὀρθαὶ <lb/>ἵστανται, καὶ πυρετὸς ὀξὺς ἐπιλαμβάνει.
                        Τούτῳ χρὴ προσφέρειν τὰ <lb/>αὐτὰ ἃ καὶ τοῖσι πρόσθεν· οἱ δὲ πολλοὶ
                        ἀποθνήσκουσιν ἐν τῇσιν ἕνδεκα <lb/>ἡμέρῃσι· παῦροι δὲ διαφυγγάνουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Σπληνὸς νοῦσος πρώτη· γίνεται δὲ ἡ τοιαύτη νοῦσος διὰ <lb/>θερμασίην τοῦ
                        ἡλίου χολῆς κινηθείσης, ὁκόταν ἑλκύσῃ ἐφ’ ἑωυτὸν <lb/>χολὴν ὁ σπλήν. Τάδε
                        οὖν πάσχει· πυρετὸς ὀξὺς ἐπιγίνεται κατ’ ἀρχάς· <lb/>προϊούσης δὲ τῆς νούσου
                        ἀφίησι, πλὴν κατ’ αὐτὸν τὸν σπλῆνα· <lb/>ταύτῃ δὲ αἰεὶ θέρμη ἔχει· καὶ ὀδύνη
                        ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε ἐμπίπτει <lb/>ὀξείη καὶ ἐς τὴν λαπάρην καὶ ἐς τὴν κοιλίην·
                        τὰ δὲ σιτία κατ’ ἀρχὰς <lb/>προσίεται μὲν, διαχωρεει δὲ οὐ μάλα, προϊούσης
                        δὲ τῆς νούσου, ἥ <lb/>τε χροιὴ ὠχρὴ γίνεται, καὶ ὀδύνη ἰσχυρὴ ἐμπίπτει, καὶ
                        αἱ κληἴδες <lb/>λεπτύνονται, καὶ τὰ σιτία οὐχ ἁμαλῶς προσίεται ὥσπερ κατ’
                        ἀρχὰς, <lb/>καὶ ἀπὸ ὀλίγου πίμπλαται· ὁ δὲ σπλὴν ἄλλοτε μέγας τῆς <lb/>αὐτῆς
                        ἡμέρης, ἄλλοτε ἐλάσσων γίνεται. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, <lb/>πῖσαι
                        ἐλλέβορον, κάτω δ’ ὑποκαθῆραι τῷ κνιδίῳ κόκκῳ· ἐς ἑσπέρην <lb/>δὲ μετὰ τὴν
                        κάθαρσιν φακῆς δοῦναι τρυβλίον ῥοφέειν ὀξυτέρης, καὶ <lb/>τευτλίων τρυβλίον
                        λιπαρῶν, ἄλφιτα παραπάσας· τῇ δ’ ὑστεραίῃ καὶ <lb/>τῇ τρίτῃ ἄρτον μικρὸν
                        δοῦναι· ὄψῳ δὲ φακῇ χρεέσθω, καὶ ὑὸς κρέας <lb/>ἐν τῇ φακῇ ἑφθὸν
                        τετριμμένον· οἶνον δὲ πινέτω αὐστηρὸν, μέλανα, <lb/>ἀκρητέστερον κατ’
                        ὀλίγον, καὶ ἡσυχίην ἐχέτω τᾳύτας τὰς ἡμέρας, <lb/>πλὴν ἔνδον ὀλίγα
                        περιπατεέτω ἐν σκιῇ. Τὸν δὲ λοιπὸν χρόνον τάδε <lb/>χρὴ προσφέρεσθαι· σιτίον
                        μὲν ἄρτον αὐτοπυρίτην, ὄψον δὲ ἐχέτω <lb/>χρέας κυνὸς μέζονος ἢ αἰγὸς ἢ οἰὸς
                        τετριμμένον, καὶ τάριχος Γαδειρικὸν <pb n="246"/> ἦ σαπέρδην, καὶ τὰ ὀξέα
                        καὶ τὰ ἁλμυρὰ πάντα προσφερέσθω <lb/>καὶ τὰ στρυφνά· πινέτω δὲ οἶνον Κῷον
                        ὑπόστρυφνον ὡς μελάντατον· <lb/>τῶν δὲ γλυκέων καὶ λιπαρῶν ἀπεχέσθω καὶ
                        κνισωδέων, καὶ σίλφιον <lb/>μὴ προσφερέσθω, μηδὲ σκόροδα, μηδὲ κρέας
                        χοίρειον, μηδὲ κεστρέα <lb/>μηδὲ ταρίχηρον μηδὲ νεαρὸν, μήτε ἔγχελυν, μήτε
                        λάχανον μηδὲν <lb/>ἑφθὸν ἄνευ ὄξεος· τρωξίμων δὲ, ῥαφανῖδι χρεέσθω καὶ
                        σελίνῳ, ἐς <lb/>ὄξος βάπτων, καὶ οἴνῳ ἄλφιτα φυρῶν ἐσθιέτω, καὶ τοῦ οἴνου
                        ῥοφεέτω <lb/>ἄκρητον· ἢν δὲ βούληται, καὶ τὸν ἄρτον ἐς τὸν οἶνον
                        ἐνθρυπτόμενος <lb/>ἐσθιέτω θερμόν· διδόναι δὲ καὶ ἰχθύων σκορπίον, δράκοντα,
                        <lb/>κόκκυγα, κωβιὸν, καλλιώνυμον, τούτους ἑφθοὺς καὶ ψυχροὺς διδόναι.
                        <lb/>Διδόναι δὲ καὶ ἃ μέλλει τὸν σπλῆνα λεπτύνειν ἑκάστης ἡμέρης,
                        <lb/>ἀοφοδέλου τοῦ καρποῦ, ἢ ἰξοῦ τὰ φύλλα, ἢ αἰγόκερας, ἢ ἄγνου
                        <lb/>καρπὸν, ἢ πήγανον, ἢ διδυμαίου ῥίζην· τούτων τρίβων ὅ τι ἂν <lb/>βούλῃ,
                        διδόυαι ἐν οἴνου κοτύλῃ αὐστηροῦ νήστει. Ἢν δὲ δυνατὸς ᾖ, <lb/>ἀναγκάζειν
                        αὐτὸν πρίειν ξύλα τριήκοντα ἡμέρας, καὶ ἀπ’ ἄκρων τῶν <lb/>ὤμων παλαιέτω,
                        καὶ περιπατεέτω δι’ ἡμέρης, καὶ ὄψιος εὑδέτω, <lb/>πρώϊος δὲ ἐγειρέσθω, καὶ
                        εὐωχεέσθω ἃ προείρηται. Ἢν δὲ μὴ ὑπὸ <lb/>τούτων ῥηΐσῃ, καῦσαι τὸν σπλῆνα
                        μύκησι δέκα ἐσχάρας μεγάλας, <lb/>ὁκόταν μέγιστος ᾖ ὁ σπλὴν καὶ ἐξηρμένος
                        μάλιστα· ἢν γὰρ τύχῃς <lb/>καύσας ὡς δεῖ, ὑγιέα ποιήσεις, πλὴν οὐκ ἐν τάχει.
                        Ἡ δὲ νοῦσος <lb/>δέεται θεραπηΐης· χαλεπὴ γὰρ καὶ χρόνιος, ἢν μὴ παραχρῆμα
                        <lb/>μελετηθῇ. </p></div></div></body></text></TEI>