<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Νοῦσος ἡπατῖτις· ἡ δὲ νοῦσος γίνεται ἀπὸ χολῆς μελαίνης, <lb/>ὁκόταν
                        ἐπιῤῥυῇ ἐς τὸ ἧπαρ· προσπίπτει δὲ μάλιστα μετοπώρου, ἐν <lb/>τῇσι μεταβολῇσι
                        τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τάδε οὖν πάσχει· ἐς τὸ ἧπαρ ὀδύνη <lb/>ὀξείη ἐμπίπτει αὐτῷ,
                        καὶ ὑπὸ τὰς νεάτας πλευρὰς καὶ ἐς τὸν ὦμον <lb/>καὶ ἐς τὴν κληῗδα καὶ ὑπὸ
                        τὸν τιτθὸν, καὶ πνὶξ ἔχει ἰσχυρὴ, καὶ <lb/>ἐνίοτε ἀπεμέει πελιδνὴν χολὴν,
                        καὶ ῥῖγος, καὶ πυρετὸς τὰς πρώτας <lb/>ἡμέρας σφόδρα, ἔπειτα μέντοι
                        βληχρότερος ἔχει, καὶ ψαυόμενος ἀλγέει <lb/>τὸ ἧπαρ, καὶ ἡ χροιὴ ὑποπέλιδνος
                        αὐτέου, καὶ τὰ σιτία ἃ πρόσθεν <lb/>ἐβεβρώκει πνίγει αὐτὸν προσπίπτοντα καὶ
                        καίει καὶ στρέφει <lb/>τὴν κοιλίην. Ταῦτα μὲν πάσχει κατ’ ἀρχάς· τῆς δὲ
                        νούσου προϊούσης <lb/>οἵ τε πυρετοὶ ἀφιᾶσι καὶ ἐπ’ ὀλίγων σιτίων πίμπλαται,
                        ἐν δὲ <lb/>τῷ ἥπατι ἡ ὀδύνη μούνη λείπεται, καὶ αὐτὴ ποτὲ μὲν ἰσχυρὴ, ποτὲ
                        <lb/>δὲ ἥσσων διαπαύουσα· ἐνίοτε δὲ ὀξείη λαμβάνει, καὶ πολλάκις ἐξαπίνης
                        <lb/>ἀφῆκε τὴν ψυχήν. Τούτῳ ξυμφέρει, ὁκόταν μὲν ἡ ὀδύνη ἔχῃ, <lb/>τά τε
                        ἄλλα καὶ μὴν καὶ τὰ χλιάσματα προστιθέναι ταὐτὰ, ἂ καὶ τῇ <lb/>πλευρίτιδι·
                        ὁκόταν δὲ ἀνῇ ὁ πόνος, λούειν αὐτὸν πολλῷ καὶ θερμῷ, <pb n="238"/>
                        μελίκρητόν τε διδόναι πίνειν καὶ οἶνον λευκὸν γλυκὺν αὐστηρὸν, <lb/>ὁκότερον
                        ἂν ξυμφέρῃ, καὶ ῥοφήματα ταὐτὰ, ἃ καὶ τῷ ὑπὸ πλευρίτιδος <lb/>ἑαλωκότι. Ὑπὲρ
                        δὲ τῆς ὀδύνης τάδε χρὴ διδόναι πίνειν· ἀλεκτορίδος <lb/>ὠοῦ ἑφθοῦ τὸ ὠχρὸν
                        τρίψας, παραχέας στρύχνου χυλοῦ <lb/>ἡμικοτύλιον καὶ μελίκρητον ἐν ὕδατι
                        πεποιημένον, ἥμισυ ἡμικοτύλιον, <lb/>τούτοισι διεὶς διδόναι πίνειν, καὶ
                        παύσει τὴν ὀδύνην· διδόναι <lb/>δὲ καὶ ἑκάστης ἡμέρης, ἕως ἂν ἡ ὀδύνη
                        παύσηται· πινέτω δὲ καὶ <lb/>σιλφίου ὀπὸν ὁκόσον ὄροβον, καὶ ὀρίγανον τρίβων
                        διεῖναι οἴνῳ λευκῷ, <lb/>καὶ οὕτω πίνειν νῆστις· ἐπιπινέτω δὲ καὶ τὰ ἐν τῇ
                        πλευρίτιδι διδόμενα <lb/>φάρμακα, εἵνεκα τῆς ὀδύνης· πινέτω δὲ καὶ γάλα
                        αἰγὸς, τρίτον <lb/>μέρος μέλιτος παραμίσγων, τοῦ δὲ γάλακτος ἔστωσαν
                        τέσσερες <lb/>κοτύλαι· τοῦτο ἕωθεν πινέτω ὁκόταν τἄλλα μὴ πίνῃ. Σιτίων δὲ
                        ἀπεχέσθω, <lb/>ἕως ἂν κριθῇ ἡ νοῦσος· κρίνεται δὲ μάλιστα ἐν ἑπτὰ ἡμέρῃσι,
                        <lb/>ταύτῃσι γὰρ δηλοῦται εἰ θανάσιμος ἢ οὔ. Ἢν δὲ καὶ πνίγμα
                        <lb/>προσίστηται, τάδε χρὴ διδόναι, ὅκως ἂν ἀπεμέσῃ· μέλι, καὶ ὕδωρ,
                        <lb/>ὄξος, ἅλας, ταῦτα μίξας ἐγχέαι ἐς χυτρίδιον καινόν· εἶτα χλιαίνειν,
                        <lb/>καὶ ταράσσειν ὀριγάνου κλωνίοισι τῆς κεφαλοειδέος ξὺν τῷ καρπῷ·
                        <lb/>ὁκόταν δὲ χλιανθῇ, ἐκπιεῖν δοῦναι χλιερόν· εἶτα περιβαλὼν ἱμάτια
                        <lb/>ἐᾷν, περιστείλας ὅκως ἂν ἱδρῷ μάλιστα, καὶ ὁκόταν ἔμετος αὐτὸν
                        <lb/>ἔχῃ, ἐμεέτω προθύμως καταματτευόμενος πτερῷ· ἢν δὲ μὴ δύνηται
                        <lb/>ἐμέσαι, ἐπιπιὼν μελικρήτου χλιαροῦ κύλικα δικότυλον, οὕτως <lb/>ἐμεέτω·
                        καὶ ἤν τι ἀπεμέσῃ χολῆς ἢ φλέγματος, αὖθις τὸ αὐτὸ χρὴ <lb/>ποιέειν ἐπὶ
                        τέσσαρας ὥρας· ὠφελήσει γάρ. Μετὰ δὲ τῆς νούσου τὴν <lb/>κρίσιν μελετῇν,
                        σιτία ὀλίγα διδοὺς καθαρά· κἢν μὲν ἄρτον φιλέῃ <lb/>ἐσθίειν, ἄρτον θερμὸν ὡς
                        μάλιστα καθαρὸν ἐσθιέτω· ἢν δὲ μάζην, <pb n="240"/> ἄτριπτον ἐσθιέτω,
                        πρότερον προφυρήσας· ὄψον δὲ ἐχέτω κρέα σκυλακίου <lb/>ἑφθὰ ἢ πελειάδος ἢ
                        ἀλεκτορίδος νεοσσοῦ, ἑφθοῖσι πᾶσιν· <lb/>ἰχθύων δὲ γαλεῷ, νάρκῃ, τρυγόνι’ τε
                        καὶ βατίσι τῇσι μικρῇσι, πᾶσιν <lb/>ἑφθοῖσι· λουέσθω δὲ καὶ ἡμέρης ἑκάστης,
                        καὶ τὸ ψῦχος φυλασσέσθω, <lb/>καὶ περιπατεέτω ὀλίγα τέως ἐν ἀσφαλείῃ. Ταῦτα
                        δὴ ἢν φυλάσσηται, <lb/>οὐχ ὑποτροπιάσαι τὴν νοῦσον δέος πάλιν· καὶ γὰρ ἡ
                        τοιαύτη νοῦσος <lb/>χαλεπή ἐστι καὶ χρονίη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Ἄλλη, ἡπατῖτις· αἱ μὲν ὀδύναι πιέζουσι κατὰ τὰ αὐτὰ ἐς τὸ <lb/>ἡπαρ, καὶ
                        ἡ χροιὴ διαφέρει τῆς πρόσθεν, σιδιοειδὴς γάρ ἐστιν. <lb/>Ἐν δὲ τῷ καιρῷ τοῦ
                        θέρεος μάλιστα ἐμπίπτει γίνεται δὲ ἀπὸ <lb/>κρεηφαγίης βοείων κρεῶν καὶ ἐξ
                        οἰνοφλυγίης· ταῦτα γὰρ πάντα. <lb/>πολεμιώτατα ταύτην τὴν ὥρην τῷ ἥπατι, καὶ
                        χολὴν μάλιστα <lb/>προσίστησι πρὸς τὸ ἧπαρ. Τάδε οὖν πάσχει· ὀδύναι ὀξεῖαι
                        ἐπιπίπτουσι, <lb/>καὶ οὐκ, ἐκλείπουσιν οὐδεμίην, ὥρην, ἀλλ’ αἰεὶ μᾶλλον
                        <lb/>πιέζουσιν· ἔστι δ’ ὅτε καὶ ἐμέει χολὴν ὠχρὴν, καὶ ὁκόταν ἐμέσῃ,
                        <lb/>ἐπ’ ὀλίγον δοκέει ῥᾴων εἶναι· ἢν δὲ μὴ ἀπεμέσῃ, ἐς τοὺς ὀφθαλμοὺς
                        <lb/>ἡ χολὴ καθίσταται, καὶ ὠχροὶ γίνονται σφόδρα, καὶ οἱ πόδες
                        <lb/>οἰδέουσι. Ταῦτα πάσχει ποτὲ μὲν σφόδρα, ποτὲ δὲ ἧσσον· ὁκόταν δὲ
                        <lb/>αἱ ἡμέραι παρέλθωσιν ἐν ᾗσι κρίνεται τὸ νούσημα, ὅ τε πόνος ἐλάσσων
                        <lb/>ἔχῃ, ἀναμάρτητον διαιτῆσθαι χρὴ τοιαύτῃ διαίτῃ, ᾗ καὶ πρόσθεν· <lb/>ἢν
                        γὰρ μεθυσθῇ παρὰ καιρὸν ἢ λαγνεύσῃ ἢ ἄλλο τι ποιήσῃ μὴ <lb/>ἐπιτήδειον, τὸ
                        ἧπαρ παρᾳχρῆμα γίνεται σκληρὸν αὐτέῳ, καὶ οἰδέει, <lb/>καὶ σφύζει ὑπὸ τῆς
                        ὀδύνης, καὶ ἤν τι σπεύσῃ, πονέει ἐξαπίνης τὸ ἧπαρ <lb/>καὶ τὸ σῶμα ἅπαν.
                        Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ καὶ αἱ πρῶται ἡμέραι <pb n="242"/> παρέλθωσι,
                        πυριῆσαι, εἶτα ὑποκαθῆραι τῷ σκαμμωνίῳ· ἢν δὲ ἡ κοελίη <lb/>ξυγκεκαυμένη ᾖ,
                        κλύσαι ἐν τοῖσιν αὐτοῖσιν, οἷσι καὶ τοὺς πρόσθεν, <lb/>ὅ τι ἄξει καλῶς· καὶ
                        μετὰ τὸν κλυσμὸν ὀνείῳ γάλακτι ἑφθῷ <lb/>ὑποκαθῆραι ὀκτὼ κοτύλῃσι, μέλι δὲ
                        παραχέων διδόναι πίνειν· διδόναι <lb/>δὲ καὶ τὸ αἴγειον γάλα, τρίτον μέρος
                        μελικρήτου παραμίσγων, <lb/>τὸ ἑωθινὸν, τετρακότυλον κύλικα· διδόναι δὲ καὶ
                        ἑφθοῦ τοῦ αἰγείου <lb/>δύο κοτύλας, τρίτον μελικρήτου παρακμίσγων, ἢ αὐτὸ
                        μοῦνον μέλι <lb/>παραχέων· διδόναι δὲ καὶ τὸ ἵππειον γάλα τὸν αὐτὸν τρόπον
                        τῷ <lb/>ὀνείῳ. Κἢν μὲν ὑπὸ τούτων μελετωμένη ἡ νοῦσος ἐξέλθῃ, ἅλις· ἢν
                        <lb/>δὲ μὴ, τάμνειν τοῦ δεξιοῦ ἀγκῶνος τὴν εἴσω φλέβα καὶ ἀφιέναι τοῦ
                        <lb/>αἵματος· ἢν δέ σοι μὴ δοκέῃ ὀνείῳ γάλακτι ὑποκαθῆραι, βοείου
                        <lb/>γάλακτος ὠμοῦ διδόναι δύο κοτύλας, τρίτον μελικρήτου παραμίσγων,
                        <lb/>ἑκάστης ἡμέρης ἐπὶ ἡμέρας δέκα· εἶτα ἄλλας δέκα, ἕκτον μέρος <lb/>τοῦ
                        μελικρήτου παραχέων, πίνειν διδόναι· τὸ δὲ γάλα αὐτὸ τὸ λοιπὸν <lb/>διδόναι,
                        ἕως ἂν ἀναπιανθῇ, δύο κοτύλας. Ἢν δὲ μηδὲ οὕτω <lb/>παύηται, καῦσαι χρὴ,
                        ὁκόταν μέγιστον τὸ ἧπαρ γένηται καὶ ἐξεστήκῃ <lb/>μάλιστα· καῦσαι δὲ ἐν
                        πυξίνοισιν ἀτράκτοισι, βάπτων ἐς <lb/>ἔλαιον ζέον, προστιθέναι δὲ ἕως ἄν σοι
                        δοκέῃ καλῶς ἔχειν καὶ κέκαυσται, <lb/>ἢ μύκησιν ὀκτὼ ἐσχάρας καῦσαι· ἢν γὰρ
                        τύχῃς καύσας, <lb/>ὑγιέα ποιήσεις, καὶ τὸν λοιπὸν χρόνον ῥᾷον διάξει· ἢν δὲ
                        μὴ τύχῃ <lb/>καυθεὶς, ὑπὸ τῶν ἄλλων λοιπὸν ὑγιὴς μὴ γενόμενος, φθειρόμενος
                        <lb/>ἀποθνήσκει. </p></div></div></body></text></TEI>