<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Ὕδερος ἀπὸ τοῦ σπληνός· ὁ δὲ ὕδερος ὁ ἀπὸ τοῦ σπληνὸς <lb/>γίνεται ἀπὸ
                        τῆσδε τῆς προφάσιος μάλιστα, ὁκόταν ὀπώρη ᾖ καὶ <lb/>αὐτὸς φάγῃ πολλὴν σύκων
                        χλωρῶν καὶ μήλων· πολλοὶ δὲ ἤδη καὶ <lb/>ἀπὸ τροφῆς βοτρύων πολλῶν καὶ
                        πολλοῦ γλεύκους τὴν νοῦσον ἔλαβον. <lb/>Ἢν μὲν οὖν μέλλῃ ἐς τὸ νούσημα
                        ἐμπεσεῖσθαι, παραχρῆμα ἐν <lb/>τοῖσι πόνοισίν ἐστιν· ὀδύναι τε γὰρ ὀξεῖαι ἐν
                        τῷ σπληνὶ καθιστᾶσι, μεταπίπτουσι <lb/>δὲ καὶ ἐς τὸν ὦμον καὶ ἐς τὴν κληῗδα
                        καὶ ἐς τὸν τιτθὸν <lb/>καὶ ἐς τὸν λαγόνα, καὶ πυρετοὶ ἔχουσιν ἰσχυροὶ, καὶ
                        ἢν φάγῃ τι, <lb/>ἡ γαστὴρ πίμπλαται, καὶ ὁ σπλὴν ἀείρεται καὶ ὀδύνην
                        παρέχει. <lb/>Τούτῳ ἢν χρονίσῃ τὸ νούσημα, τὸν μὲν ἄλλον χρόνον ἧσσον
                        πονέει· <lb/>ὁκόταν δὲ ὀπώρη ᾖ καὶ φάγῃ αὐτῆς, τότε πονέει μάλιστα. Τοῦτον,
                        <lb/>ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, κατ’ ἀρχὰς μελετῇν, ἄνω μὲν ἐλλέβορον διδοὺς, κάτω
                        <lb/>δὲ κνέωρον ἢ ἱππόφεω ὀπὸν ἢ κνίδιον κόκκον· διδόναι δὲ καὶ γάλα
                        <lb/>ὄνειον ὀκτὼ κοτύλας μέλι παραχέων. Κἢν μὲν ἀπὸ τουτέων καθίστηται,
                        <lb/>ἅλις· ἢν δὲ μὴ, ὁκόταν μέγιστος ᾖ ὁ σπλὴν καὶ οἰδέῃ μάλιστα,
                        <lb/>καῦσαι μύκησι, τὰς κεφαλὰς ἀπολαβὼν, ἢ σιδηρίοισι, μετὰ <lb/>φυλακῆς
                        πολλῆς καὶ τηρήσιος, ὅκως μὴ πέρην διακαύσῃς. Ταῦτα δὲ <lb/>κατ’ ἀρχὰς
                        ποιέειν τοῦ νοσήματος, καὶ δίαιταν τήνδε προσφερέσθω, <lb/>πυρετοῦ μὴ
                        ἔχοντος· ἄρτῳ μὲν χρεέσθω πυρίνῳ ὀπτῷ ἢ τῶν σκληρῶν <pb n="232"/> πυρῶν
                        διπυρίτῃ· ὄψον δὲ ἐχέτω τάριχος Γαδειρικὸν ἢ σαπέρδην, <lb/>καὶ κρέας
                        τετριμμένον οἰὸς, καὶ τὰ ὀξέα καὶ τὰ ἁλμυρὰ πάντα <lb/>ἐσθιέτω, καὶ πινέτω
                        οἶνον αὐστηρὸν Κῷον ὡς μελάντατον· τῶν δὲ <lb/>γλυκέων ἀπεχέσθω· ἢν δὲ
                        ἐξανίστηται καὶ δυνατὸς ᾖ, παλαιέτω <lb/>ἀπ’ ἄκρων τῶν ὤμων, καὶ
                        ταλαιπωρεέτω περιόδοισι πολλῇσι δι’ <lb/>ἡμέρης, καὶ εὐωχεέσθω ἅπερ εἴρηται
                        μάλιστα. Ἢν δὲ ὕδερος ἐπιγένηται, <lb/>ἰῆσθαι κατὰ ταὐτὰ καὶ τοῖσιν αὐτοῖσι
                        καθάπερ τοὺς πρόσθεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Καθολικὸς ὕδερος· ὁ δὲ ὕδερος ἀπὸ τῶνδε γίνεται· θέρεος <lb/>ὥρην, ἢν
                        ὁδοιπορέων ὁδὸν μακαρὴν ἐπιτύχῃ ὀμβρίῳ ὕδατικαὶ στασίμῳ <lb/>καὶ πίῃ αὐτοῦ
                        ἐπισπάδην πολλὸν, καὶ αἱ σάρκες ἀναπίωσι καὶ ἐνίσχωσιν <lb/>ἐν ἑωυτῇσι τὸ
                        ὕδωρ, ὑποχώρησις δὲ μὴ γένηται μηδαμῆ. Τάδε οὖν <lb/>πάσχει· ἢν μὲν ᾖ ἐν τῇ
                        σαρκὶ, καῦμα παρέχει ἔν τε τῇ κοιλίῃ καὶ ἐν <lb/>τῷ σώματι, ὥστε τὸ στέαρ τὸ
                        ἐπεὸν τῇ κοιλίῃ τήκεται. Οὗτος τέως <lb/>μὲν ἂν βάδίζῃ, οὐδὲν δοκέει κακὸν
                        ἔχειν· ὁκόταν δὲ παύσηται βαδίζων <lb/>καὶ ὁ ἥλιος δύνῃ, παραχρῆμα τὸν πόνον
                        ἔχει πουλύν. Προϊούσης δὲ <lb/>τῆς νούσου λεπτύνεται σφόδρα· ἢν δὲ καὶ
                        ἀσιτίη ἐπιγένηται, πολλῷ <lb/>πλέον λεπτύνεται· ἢν δὲ τὰ σιτία μὲν ἐσθίειν
                        μὴ δύνηται, ταλαιπωρέειν <lb/>δὲ ἀδύνατος ᾖ, καὶ ἐπὶ πλέον σίνεται. Τοῖσι
                        πολλοῖσι <lb/>τοιουτέων καὶ οἴδημα καθίσταται ἐς ὅλον τὸ σῶμα, καὶ τῷ μὲν
                        λεπτῷ <lb/>ἡ χροιὴ πελίη γίνεται, καὶ ἡ γαστὴρ μεγάλη, καὶ δίψα ἔχει ἰσχυρή·
                        <lb/>τὰ γὰρ σπλάγχνα αὐτέου ξηραίνεται ὑπὸ τῆς θέρμης· τοῦ δὲ χρόνου
                        <lb/>προϊόντος, οὗτος μὲν πρόθυμος ἐσθίειν ἐστὶν ὅπερ ἄν τις διδῷ, καὶ <pb n="234"/> πίνειν, καὶ ἀλγέει οὐδέν· ἢν δὲ τὸ οἴδημα κατέχῃ, ἡ χροιὴ
                        γίνεται <lb/>τουτέῳ ὠχρὴ, καὶ διὰ τοῦ σώματος φλέβες διατέτανται μέλαιναι
                        <lb/>πυκναί· θυμαίνει δὲ καὶ λυπέεται ἐπὶ παντὶ, οὐδενὸς νεωτέρου ἐόντος·
                        <lb/>ἡ δὲ γαστὴρ δίϋδρος καὶ μεγάλη ὥσπερ λαμπτὴρ, καὶ τοῦ χρόνου
                        <lb/>προϊόντος τὰ σιτία οὐ προσίεται, ἀλλὰ δοκέει αὐτὰ ὄζειν σικύου
                        <lb/>ἀγρίου ὑπὸ τῆς βδελυρίης. Τούτῳ, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, διδόναι τοῦ
                        <lb/>κνεώρου ἢ τοῦ ἱππόφεω τὸν ὀπὸν ἢ τὸν κνίδιον κόκκον· ταῦτα δὲ <lb/>τὰ
                        φάρμακα οὕτω διδόναι χρή· τὸν μὲν κνέωρον δι’ ἕκτης ἡμέρης,. <lb/>τὸν δὲ τοῦ
                        ἱππόφεω ὀπὸν δι’ ὀγδόης, τὸν δὲ κνίδιον κόκκον διὰ δεκάτης <lb/>ἡμέρης·
                        διδόναι δὲ χρὴ ταῦτα, ἕως ἂν ἐκκαθαρθῇ καὶ λαπαρὸς <lb/>γένηται· τὰς δὲ
                        μεταξὺ τῶν ἡμερέων εὐωχέειν τοῖσιν αὐτοῖσιν <lb/>οἷσι καὶ τὸν πρόσθεν.
                        Μάλιστα δὲ τοῦ ὕδατος τοῦ αὐτοῦ πίνειν <lb/>διδόναι, ὑπ’ ὅτευ καὶ τὸ νούσημα
                        ἐλαβεν, ὡς πλεῖστον, ὅκως ἀναταράξει <lb/>αὐτέου τὴν κοιλίην καὶ ὑποχωρήσει
                        σφόδρα· οὕτω γὰρ μάλιστα <lb/>ὑγιέα ποιήσεις. Ἢν δέ σοι δοκέῃ, καὶ κλύζειν
                        θαμινὰ, τοῦ κνεώρου <lb/>τρίψας ἥμισυ πόσιος, μέλιτος παραμίξας τρίτον μέρος
                        κοτύλης, καὶ <lb/>τευτλίου τέσσαρας κοτύλας, διεῖναι, εἶθ’ οὕτω κλύζειν· καὶ
                        ὀνείου <lb/>γάλακτος ἑφθοῦ τῇ ὑστεραίῃ δοῦναι ὀκτὼ κοτύλας, μέλι παραχέων ἢ
                        <lb/>ἅλας παραβαλὼν, πίνειν· καὶ μετὰ τὴν κάθαρσιν τοῖσιν αὐτοῖσι
                        <lb/>χρεέσθω οἷσι καὶ ὁ πρόσθεν· καὶ τὰς μεταξὺ τῶν ἡμερέων σιτίοισι
                        <lb/>καὶ ποτοῖσι τοῖσιν αὐτοῖσι χρεέσθω καὶ τοῖσι περιπάτοισιν ὁμοίως.
                        <lb/>Οὗτος οὕτω θεραπευόμενος ἐν τάχει τῆς νούσου ἀπαλλαγήσεται τρίμηνος
                        <lb/>ἢ ἑξάμηνος· ἢν δὲ ἀμελείη τις ἐγγένηται καὶ μὴ παραχρῆμα <lb/>μελετηθῇ,
                        ἐν τάχει ἀποθνήσκει. Καὶ τὸν καταλεπτυνόμενον τοῖσιν <lb/>αὐτοῖσι χρῆσθαι
                        πρὸς ἴησιν· προϋγρῆναι δὲ χρὴ πρότερον αὐτοῦ τὸ <pb n="236"/> σῶμα
                        πυριήσαντα, ὅκως ἂν μᾶλλον τῷ φαρμάκῳ ὑπακούῃ. Ἀλλὰ <lb/>χρὴ παραχρῆμα
                        μελετῇν· ἢν δὲ μὴ, τοῖσι πολλοῖσι ξυγγηράσκει ή <lb/>νοῦσος. Κλύζειν δὲ χρὴ
                        καὶ τοισίδε, ὁκοτέρην ἂν βούλῃ τῶν νούσων· <lb/>οἴνου λευκοῦ δύο κοτύλας
                        λαβὼν καὶ μέλιτος ἡμικοτύλιον, καὶ ἐλαίου <lb/>ἡμικοτύλιον, νίτρου
                        τεταρτημόριον Αἰγυπτίου ὀπτοῦ. σικύου ἀγρίου <lb/>τῶν φύλλων κόψας καὶ
                        ἐκπιέσας τοῦ χυλοῦ κυλοῦ κοτύλην, ταῦτα μίξας <lb/>πάντα, ἔς τι χυτρίδιον
                        ἐγχέαι, κἄπειτα ζέσας οὕτω κλύζειν. </p></div></div></body></text></TEI>