<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Ὕδερος· ὁ δὲ ὕδερος ἀπὸ τῶνδε γίνεται· ὁκόταν θέρεος ὥρῃ <lb/>διψήσας
                        ὕδωρ πουλὺ πίῃ ἐπισπάδην, ἐκ τοῦδε γίνεσθαι φιλέει μάλιστα· <lb/>ὁ γὰρ
                        πλεύμων πλησθεὶς ἀφίησιν αὖθις ἐς τὰ στήθεα, καὶ <lb/>ὁκόταν ἐν τοῖσι
                        στήθεσι γένηται, καῦμα παρέχει σφόδρα ὥστε τήκειν <lb/>τὴν πιμελὴν, τὴν ἐπὶ
                        τῇσιν ἀρτηρίῃσιν ἐνεοῦσαν, καὶ ἢν ἅπαξ <lb/>ἄρξηται τήκεσθαι τὸ στέαρ πουλὺ
                        πλέον, ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ τὸν ὕδερον <lb/>ἐνεποίησεν. Γίνεται δὲ καὶ ἢν φύματα
                        ἐν τῷ πλεύμονι ἐμφυῇ καὶ <lb/>πλησθῇ ὕδατος καὶ ῥαγῇ ἐς τὰ στήθεα· ὡς δὲ
                        γίνεται καὶ ἀπὸ φυμάτων <lb/>ὕδερος, τόδε μοι μαρτύριον καὶ ἐν βοῒ καὶ ἐν
                        κυνὶ καὶ ἐν ὑΐ· <lb/>μάλιστα γὰρ τῶν τετραπόδων ἐν τούτοισι γίνεται φύματα
                        ἐν τῷ <lb/>πλεύμονι ἅπερ ἔχει ὕδωρ, διαταμὼν δ’ ἂν γνοίης τάχιστα, ῥεύσεται
                        <lb/>γὰρ ὕδωρ· δοκέει δὲ καὶ ἐν ἀνθρώπῳ ἐγγίνεσθαι τοιαῦτα πολλῷ <lb/>μᾶλλον
                        ἢ ἐν προβάτοισιν, ὁκόσῳ καὶ τῇ διαίτῃ ἐπινούσῳ χρεόμεθα <lb/>μᾶλλον·
                        ἐγένοντο δὲ πολλοὶ καὶ ἔμπυοι φυμάτων ἐγγενομένων. Τάδε <lb/>οὖν κατ’ ἀρχὰς
                        τῷ νουσήματι ἐπιγίνεται, βὴξ ξηρὴ, καὶ ὁ φάρυγξ <lb/>δοκέει κέρχνειν, καὶ
                        ῥῖγος καὶ πυρετὸς ἐπιγίνεται καὶ ὀρθοπνοίη, καὶ <lb/>ὁ χρὼς ἐποιδαλέος, καὶ
                        οἱ πόδες οἰδέουσι, καὶ οἱ ὄνυχες ἕλκονται, <lb/>καὶ ἕως μὲν ἐν τῇ ἄνω κοιλίῃ
                        ὁ ὕδερος ἐνῇ, ὁ πόνος ὀξύς· ὁκόταν δὲ <lb/>ἐς τὴν κάτω κοιλίην ἔλθῃ, δοκέει
                        ῥᾴων εἶναι· ἔπειτα πάσχει προϊόντος <pb n="226"/> τοῦ χρόνου οἷά περ
                        πρόσθεν, πιμπλαμένης τῆς κοιλίης. Ἔστι <lb/>δ’ ὅτε ἀποιδέει πρὸς τὸ πλευρὸν,
                        καὶ δηλοῖ ᾖ χρὴ τάμνειν· ἢν δὲ <lb/>μὴ ἀποδηλοῖ, λούσας πολλῷ καὶ θερμῷ, τῶν
                        ὤμων λαβόμενος σεῖσον· <lb/>εἶτ’ ἀκροᾶσθαι ἐν ὁκοτέρῃ ἂν τῶν πλευρέων μᾶλλον
                        κλυδάζηται· <lb/>ξυνεὶς δὲ τάμνειν τὴν πλευρὴν τὴν τρίτην ἀπὸ τῆς νεάτης
                        μέχρι <lb/>τοῦ ὀστέου· εἶτα τρυπῆσαι πέρην τρυπάνῳ περητηρίῳ, καὶ ὁκόταν
                        <lb/>τρυπηθῇ, ἀφεῖναι τοῦ ὕδατος ὀλίγον, καὶ ὁκόταν ἀφῇς, μοτῶσαι
                        <lb/>ὠμολίνῳ, καὶ ἄνωθεν ἐπιθεῖναι σπόγγον μαλθακόν· εἶτα καταδῆσαι
                        <lb/>ὅκως μὴ ἐκπέσῃ ὁ μοτός· ἀφιέναι δὲ χρὴ δυοκαίδεκα ἡμέρας τὸν
                        <lb/>ὕδρωπα, ἅπαξ τῆς ἡμέρης· μετὰ δὲ τὰς δυοκαίδεκα ἡμέρας τῇ τρισκαιδεκάτῃ
                        <lb/>ἅπαν ἀφιέναι τὸ ὕδωρ, καὶ τὸν λοιπὸν χρόνον ἢν ὑπογίνηται <lb/>ὕδατός
                        τι, ἀφιέναι, καὶ τὴν κοιλίην ἐν τοῖσι σιτίοισιν ἀποξηραίνειν. <lb/>Τάδε δὲ
                        δεῖ μετὰ τὴν τμῆσιν διδόναι· σκευάσας ὀποῦ σιλφίου <lb/>δραχμῆς σταθμὸν, καὶ
                        ἀριστολοχίης κνῆσαι ὁκόσον ἀστράγαλον <lb/>ἐλάφου, καὶ φακῶν καὶ ὀρόβων
                        πεφρυγμένων ἄλφιτα καθήρας ὁκόσον <lb/>ἡμιχοίνικον ἑκατέρων, ξυμφυρῆσαι
                        ταῦτα μέλιτι καὶ ὄξει· εἶτα <lb/>πλάσαι κόλλικας ἑξήκοντα, καὶ καθ’ ἑκάστης
                        ἡμέρης τρίβων ἕνα <lb/>διεῖναι οἴνου μέλανος ἡμικοτυλίῳ, αὐστηροῦ ὡς
                        ἡδίστου· εἶτα διδόναι <lb/>νήστει πιεῖν. Τὴν δὲ ἄλλην δίαιταν καὶ
                        ταλαιπωρίην τὴν αὐτὴν <lb/>κελεύειν διαιτῆσθαι ἣν καὶ τὸν πρόσθεν χρόνον,
                        καὶ ἢν οἰδήσῃ τὰ αἰδοῖα <lb/>καὶ τοὺς μηροὺς, θαρσέων κατασχᾷν. Τοῦτον ἢν
                        οὕτω μελετᾷς, <lb/>τάχιστα ὑγιῆ ποιήσεις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Ὕδερος ἀπὸ τοῦ ἥπατος· ὁ ἀπὸ τοῦ ἥπατος ὕδερος γίνεται, <pb n="228"/>
                        ὁκόταν ἐς τὸ ἧπαρ φλέγμα ἐπιγένηται, καὶ ἀναλάβῃ τὸ ἧπαρ καὶ <lb/>διυγρανθῇ·
                        εὐθὺς οὖν καῦμα τούτῳ παρέχει, καὶ φῦσαν ἐμποιέει, <lb/>ἔπειτα δὲ χρόνῳ
                        ὕδατος πίμπλαται· κἄπειτα δηγμὸς ἐς τὸ σῶμα <lb/>ἐμπίπτει, καὶ οἴδημα ἐν
                        τῇσι κνήμῃσι καὶ ἐν τοῖσι ποσὶν ἔνεστι, <lb/>καὶ τὸ ἧπαρ σκληρὸν καὶ οἰδέει,
                        καὶ αἱ κληῗδες λεπτύνονται. <lb/>Τούτῳ ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, κατ’ ἀρχὰς τοῦ
                        νοσήματος διδόναι, ἢν <lb/>ἀλγέῃ τὸ ἧπαρ, ὀρίγανον τρίβων, ὀπὸν σιλφίου
                        ὁκόσον ὄροβον διεὶς, <lb/>ἐν οἴνῳ λευκῷ ἡμικοτυλίῳ πίνειν, καὶ γάλα αἰγὸς,
                        τρίτον μέρος μελικρήτου <lb/>παραμίσγων, τετρακότυλον κύλικα· σιτίων δὲ
                        ἀπεχέσθω <lb/>τὰς πρώτας ἡμέρας δέκα· αὗται γὰρ κρίνουσιν, εἰ θανάσιμον ἢ
                        οὔ· <lb/>ῥοφανέτω δὲ πτισάνης χυλὸν, κάθεφθον μέλι παραχέων· οἶνον δὲ
                        <lb/>πινέτω λευκὸν Μένδαιον ἢ ἄλλον τὸν ἥδιστον ὑδαρέα. Ὁκόταν δὲ αἱ
                        <lb/>δέκα ἡμέραι παρέλθωσι, σιτία προσφερέσθω καθαρὰ, καὶ ὄψον <lb/>ἐχέτω
                        ἀλεκτρυόνος κρέα ὀπτὰ θερμά· ἐχέτω δὲ καὶ σκύλακος ἑφθά· <lb/>ἰχθύϊ δὲ γαλεῷ
                        καὶ νάρκῃ χρεέσθω ὀπτοῖσιν· οἶνον δὲ τὸν αὐτὸν πινέτω. <lb/>Κἢν μὲν ἀπὸ
                        τούτων παύσηται, ἅλις· ἢν δὲ μὴ, ὁκόταν <lb/>αὐτὸς ἑωυτοῦ παχύτατος ἔῃ καὶ
                        τὸ ἧπαρ μέγιστον, καῦσαι μύκησιν· <lb/>οὕτω γὰρ ἂν τάχιστα ὑγιέα ποιήσαις·
                        καῦσαι δὲ χρὴ ἐσχάρας ὀκτώ. <lb/>Ἢν δὲ ὁ ὕδερος ἐγγένηται καὶ ῥαγῇ ἐς τὴν
                        κοιλίην, τοῖσιν αὐτοῖσιν <lb/>ἰῆσθαι οἷσι καὶ τὰ πρόσθεν, φαρμάκοισι καὶ
                        ποτοῖσι καὶ βρωτοῖσι <lb/>καὶ ταλαιπωρίῃσιν· οἶνον δὲ πινέτω μέλανα
                        αὐστηρόν. Ἢν δέ σοι <lb/>δοκέῃ που ἀφίστασθαι τοῦ ἥπατος, καῦσαι ὅκου ἂν
                        φανῇ σιδηρίῳ, <lb/>καὶ ἀφιέναβ τοῦ ὕδατος κατ’ ὀλίγον, καὶ ἰῆσθαι ὡς καὶ τὰ
                        λοιπὰ <lb/>πρόσθεν. Ἢν δὲ μὴ ὑπὸ τούτων ὑγιὴς γένηται, φθειρόμενος θνήσκει
                            <pb n="230"/> χρόνῳ· ἡ γὰρ νοῦσος χαλεπὴ, καὶ παῦροι ταύτην
                        <lb/>διαφυγγάνουσιν. </p></div></div></body></text></TEI>