<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Ἢν δὲ τύχῃ παλαιότερον ἐὸν τὸ φλέγμα, λευκὸν δὲ καλέεται <lb/>τοῦτο τὸ
                        φλέγμα, πάσχει τάδε· βαρύνει τὸν ἄνθρωπον μᾶλλον, καὶ <lb/>ἰδέην ἀλλοίην
                        ἔχειν τοῦ ἐπιδημίου δοκεῖται, ὠχρότερός τέ ἐστι, καὶ <lb/>οἰδέει οἰδήματι
                        πᾶν τὸ σῶμα, καὶ τὸ πρόσωπον ἐρεύθει, καὶ τὸ <lb/>στόμα ξηρὸν, καὶ δίψα
                        ἐπέχει, καὶ ὁκόταν φάγῃ, τὸ πνεῦμα πυκνὸν <lb/>ἐπιπίπτει αὐτῷ· οὗτος τῆς
                        αὐτῆς ἡμέρης ποτὲ μὲν γίνεται ῥᾴων, <lb/>ποτὲ δὲ πονέει ἐξαπίνης, καὶ δοκέει
                        ἀποθανέεσθαι. Τούτῳ ἢν μὲν ἡ <lb/>γαστὴρ αὐτομάτως ταραχθῇ, ἐγγυτάτω ὑγιὴς
                        ἔσται· ἢν δὲ μὴ ταραχθῇ <lb/>αὐτομάτη ἡ κοιλίη, καθαίρειν δεῖ διδόντα τοῦ
                        κνεώρου ἢ τοῦ <lb/>ἱππόφεω ἢ τοῦ κνιδίου κόκκου ἢ τῆς Μαγνησίης λίθου, καὶ
                        μετὰ <lb/>τὴν κάθαρσιν φακῆς δοῦναι τρυβλίον ῥοφέειν ἓν ἢ δύο, συνεψέσθω
                        <lb/>δὲ ἐν τῇ φακῇ σκόροδα, καὶ τεύτλου λιπαροῦ ἀνηδύντου, ἀλφίτων
                        <lb/>περιπάσσοντα, δοῦναι τρυβλίον· πινέτω δὲ οἶνον μέλανα αὐστηρόν <lb/>τε
                        καὶ ἰσχυρόν. Τῇ δὲ ὑστεραίῃ βαδιζέτω σταδίους εἴκοσι τὸ ἑωθινόν· <lb/>ἐλθὼν
                        δὲ φαγέτω ἄρτον μικρὸν ἔξοπτον, καὶ ὄψον ἐχέτω σκόροδα <lb/>ἑφθά· καὶ πινέτω
                        τοῦ αὐτοῦ οἴνου ὀλίγον ἀκρητέστερον· εἶτα <lb/>βαδιζέτω σταδίους τριήκοντα,
                        καὶ ὁκόταν ὥρη ᾖ, δειπνεέτω ὁκόσον <pb n="220"/> περ καὶ εἴθιστο ἀριστῇν,
                        ὄψον δὲ ἐχέτω μάλιστα μὲν πόδας συὸς <lb/>καὶ κεφαλάς· εἰ δὲ μὴ, ἀλεκτρυόνος
                        κρέασιν ἢ ὑὸς τετριμμένοισι <lb/>χρεέσθω, ἰχθύων δὲ σκορπίῳ ἢ δράκοντι ἢ
                        κόκκυγι ἢ καλλιωνύμῳ <lb/>ἢ κωβιῷ ἢ τῶν ἄλλων ἰχθύων ὁκόσοι τὴν ἴσην δύναμιν
                        ἔχουσι· λαχάνοισι <lb/>δὲ χρεέσθω σκορόδοισι μόνοισι καὶ ἄλλων τῶν λαχάνων
                        μηδενί· <lb/>ταῦτα δὲ ὡς πλεῖστα τρωγέτω καὶ ὠμὰ καὶ ὀπτὰ καὶ ἑφθὰ,
                        <lb/>αἰεὶ πλείω ἑκάστης ἡμέρης, καὶ ταλαιπωρεέτω πρὸς τὰ σιτία τεκμαιρόμενος
                        <lb/>καὶ ἐξ ὀλίγου πλέον. Τοῦτο τὸ νούσημα μάλιστα γίνεται <lb/>θέρεος ὥρῃ
                        ἀπὸ ὑδροποσίης, ἔτι δὲ καὶ ὕπνων πολλῶν· κρίνεται <lb/>δὲ ἐν τριήκοντα
                        ἡμέρῃσιν, εἰ θανάσιμον ἢ οὔ. Ταῦτα μὲν ποιεέτω, <lb/>ὁκόταν αἱ τριήκοντα
                        ἡμέραι παρέλθωσιν. Ἐν δὲ τῇσι πρώτῃσι τῶν <lb/>ἡμερέων ῥοφήμασι διαχρεέσθω
                        φακῇ ἑφθῇ ἐπωκεστέρῃ τῷ ὄξει, καὶ <lb/>πτισάνῃ ὀξείῃ· πινέτω δὲ χλιαρὸν
                        μελίκρητον, ἄλφιτα ἐπιπάσσων <lb/>ὀλίγα, ἵνα ἀνωργασμένον τὸ σῶμα ᾖ πρὸς τὴν
                        φαρμακοποσίην, καὶ <lb/>εὑδέτω ὑπαίθριος ταύτας τὰς ἡμέρας· καὶ ἤν σοι δοκέῃ
                        τοῦ αἵματος <lb/>ἀφελέειν ἀπὸ τῆς ὀσφύος, σικύην προσβαλεῖν, καὶ τὰς ἐν τῇ
                        ὄσχῃ <lb/>φλέβας σχάσαι τὰς παχυτάτας. Οὗτος οὕτω θεραπευόμενος τάχιστα
                        <lb/>ὑγιὴς ἔσται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Περιίσταται ἀπὸ φλέγματος μάλιστα ἐς ὕδερον τρόπῳ τοιῷδε· <lb/>ἡ πιμελὴ
                        συντήκεται καὶ γίνεται ὑπὸ τοῦ καύματος τοῦ ἐν τῷ φλέγματι <lb/>ἐόντος ὕδωρ.
                        Γνώσῃ δὲ τούτῳ, ὅστις δυνατός ἐστιν ἰηθῆναι <pb n="222"/> καὶ ὅστις μή· ἕως
                        ἄν τινι ἐπὶ τῷ ἤτρῳ ἐπῇ ἡ πιμελὴ, δυνατὸς ἰηθῆναί <lb/>ἐστι· γνώσῃ δὲ
                        τούτοισι μάλιστα, εἰ ἕπεστι πιμελὴ ἐπὶ τῷ <lb/>ἤτρῳ ἢ οὔ· ἢν μὲν πυρετοὶ
                        ἐπιγένωνται καὶ μὴ δύνηται ἀνίστασθαι <lb/>καὶ ὁ ὀμφαλὸς ἔξω ἐξίσχῃ
                        πεφυσημένος, φάναι μηκέτι ἐπεῖναι πιμελὴν <lb/>καὶ μὴ ἰήσιμον εἶναι ἢν δὲ
                        πυρετὸς μὴ ἐπιγένηται, καὶ <lb/>δυνατὸς ᾖ ἀνίστασθαι, καὶ ὁ ὀμφαλὸς μὴ
                        ἐξίσχῃ, φάναι ἐπεῖναι πιμελὴν <lb/>καὶ ἰήσιμον εἶναι. Τούτῳ ξυμφέρει τὴν
                        κοιλίην ξηραίνειν, <lb/>διδόντα ἄρτον μὲν αὐτοπυρίτην, θερμὸν, μὴ ἕωλον,
                        ὄψον δὲ ὄνου κρέας <lb/>καὶ κυνὸς τελείου, καὶ ὄϊος, καὶ ὑὸς ὡς ὀπτὰ, καὶ
                        ἀλεκτρυόνος ὀπτὰ <lb/>θερμὰ, καὶ πουλύποδας ἐσθιέτω ἑψῶν ἐν οἴνῳ μέλανι
                        αὐστηρῷ· οἶνον <lb/>δὲ πινέτω μέλανα ὡς παχύτατον καὶ στρυφνότατον· ἰχθύων
                        δὲ <lb/>χρεέσθω κωβιῷ, δράκοντι, καλλιωνύμῳ, κόκκυγι, σκορπίῳ καὶ
                        <lb/>ἄλλοισι τοῖσι τοιούτοισι πᾶσιν ἑφθοῖσιν ἑώλοισι καὶ ψυχροῖσιν· ὡς
                        <lb/>ξηρότατοι γὰρ οὗτοι μάλιστά εἰσι, καὶ ἐς τὸν ζωμὸν μὴ ἐμβαπτέσθω,
                        <lb/>καὶ ἄναλτοι ἔστωσαν οἱ ἰχθύες· λαχάνων δὲ χρεέσθω ῥαφανίσι καὶ
                        <lb/>σελίνοισιν· ἑψήσθω δὲ φακὴν τῷ ὄξει ἐπωκεστέρην καὶ ἐσθιέτω, <lb/>καὶ
                        περιπατεέτω καθ’ ἡμέρην, καὶ μετὰ τὸ δεῖπνον καὶ ὄρθρου, καὶ <lb/>ὄψιος
                        εὑδέτω, καὶ πρώϊος ἐξεγειρέσθω. Κἢν μὲν ὑπὸ τούτων καθίστηται, <lb/>ἅλις· ἢν
                        δὲ μὴ, πῖσαι αὐτὸν κνέωρον ἢ ἱππόφεω ὀπὸν ἢ <lb/>κνίδιον κόκκον, καὶ μετὰ
                        τὴν κάθαρσιν φακῆς δύο τρυβλία ἐπιῤῥοφεέτω, <lb/>καὶ ἄρτον μικρὸν
                        καταφαγέτω· οἶνον δὲ πινέτω μέλανα, <lb/>στρυφνὸν, ὀλίγον· πινέτω δὲ
                        φάρμακον δὶς τῆς ἡμέρης, ἕως ἂν λαπαρὸς <lb/>γένηται. Ἢν δὲ τὸ οἴδημα
                        καθεστήκῃ ἐν τῇ ὄσχῃ καὶ τοῖσι <pb n="224"/> μηροῖσι καὶ τῇσι κνήμῃσι,
                        κατασχᾷν χρὴ ὀξυτάτῳ μαχαιρίῳ πολλὰ <lb/>πυκινά. Ταῦτα ἢν ποιέῃς, ταχὺ ὑγιέα
                        ποιήσεις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Ὕδερος· ὁ δὲ ὕδερος ἀπὸ τῶνδε γίνεται· ὁκόταν θέρεος ὥρῃ <lb/>διψήσας
                        ὕδωρ πουλὺ πίῃ ἐπισπάδην, ἐκ τοῦδε γίνεσθαι φιλέει μάλιστα· <lb/>ὁ γὰρ
                        πλεύμων πλησθεὶς ἀφίησιν αὖθις ἐς τὰ στήθεα, καὶ <lb/>ὁκόταν ἐν τοῖσι
                        στήθεσι γένηται, καῦμα παρέχει σφόδρα ὥστε τήκειν <lb/>τὴν πιμελὴν, τὴν ἐπὶ
                        τῇσιν ἀρτηρίῃσιν ἐνεοῦσαν, καὶ ἢν ἅπαξ <lb/>ἄρξηται τήκεσθαι τὸ στέαρ πουλὺ
                        πλέον, ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ τὸν ὕδερον <lb/>ἐνεποίησεν. Γίνεται δὲ καὶ ἢν φύματα
                        ἐν τῷ πλεύμονι ἐμφυῇ καὶ <lb/>πλησθῇ ὕδατος καὶ ῥαγῇ ἐς τὰ στήθεα· ὡς δὲ
                        γίνεται καὶ ἀπὸ φυμάτων <lb/>ὕδερος, τόδε μοι μαρτύριον καὶ ἐν βοῒ καὶ ἐν
                        κυνὶ καὶ ἐν ὑΐ· <lb/>μάλιστα γὰρ τῶν τετραπόδων ἐν τούτοισι γίνεται φύματα
                        ἐν τῷ <lb/>πλεύμονι ἅπερ ἔχει ὕδωρ, διαταμὼν δ’ ἂν γνοίης τάχιστα, ῥεύσεται
                        <lb/>γὰρ ὕδωρ· δοκέει δὲ καὶ ἐν ἀνθρώπῳ ἐγγίνεσθαι τοιαῦτα πολλῷ <lb/>μᾶλλον
                        ἢ ἐν προβάτοισιν, ὁκόσῳ καὶ τῇ διαίτῃ ἐπινούσῳ χρεόμεθα <lb/>μᾶλλον·
                        ἐγένοντο δὲ πολλοὶ καὶ ἔμπυοι φυμάτων ἐγγενομένων. Τάδε <lb/>οὖν κατ’ ἀρχὰς
                        τῷ νουσήματι ἐπιγίνεται, βὴξ ξηρὴ, καὶ ὁ φάρυγξ <lb/>δοκέει κέρχνειν, καὶ
                        ῥῖγος καὶ πυρετὸς ἐπιγίνεται καὶ ὀρθοπνοίη, καὶ <lb/>ὁ χρὼς ἐποιδαλέος, καὶ
                        οἱ πόδες οἰδέουσι, καὶ οἱ ὄνυχες ἕλκονται, <lb/>καὶ ἕως μὲν ἐν τῇ ἄνω κοιλίῃ
                        ὁ ὕδερος ἐνῇ, ὁ πόνος ὀξύς· ὁκόταν δὲ <lb/>ἐς τὴν κάτω κοιλίην ἔλθῃ, δοκέει
                        ῥᾴων εἶναι· ἔπειτα πάσχει προϊόντος <pb n="226"/> τοῦ χρόνου οἷά περ
                        πρόσθεν, πιμπλαμένης τῆς κοιλίης. Ἔστι <lb/>δ’ ὅτε ἀποιδέει πρὸς τὸ πλευρὸν,
                        καὶ δηλοῖ ᾖ χρὴ τάμνειν· ἢν δὲ <lb/>μὴ ἀποδηλοῖ, λούσας πολλῷ καὶ θερμῷ, τῶν
                        ὤμων λαβόμενος σεῖσον· <lb/>εἶτ’ ἀκροᾶσθαι ἐν ὁκοτέρῃ ἂν τῶν πλευρέων μᾶλλον
                        κλυδάζηται· <lb/>ξυνεὶς δὲ τάμνειν τὴν πλευρὴν τὴν τρίτην ἀπὸ τῆς νεάτης
                        μέχρι <lb/>τοῦ ὀστέου· εἶτα τρυπῆσαι πέρην τρυπάνῳ περητηρίῳ, καὶ ὁκόταν
                        <lb/>τρυπηθῇ, ἀφεῖναι τοῦ ὕδατος ὀλίγον, καὶ ὁκόταν ἀφῇς, μοτῶσαι
                        <lb/>ὠμολίνῳ, καὶ ἄνωθεν ἐπιθεῖναι σπόγγον μαλθακόν· εἶτα καταδῆσαι
                        <lb/>ὅκως μὴ ἐκπέσῃ ὁ μοτός· ἀφιέναι δὲ χρὴ δυοκαίδεκα ἡμέρας τὸν
                        <lb/>ὕδρωπα, ἅπαξ τῆς ἡμέρης· μετὰ δὲ τὰς δυοκαίδεκα ἡμέρας τῇ τρισκαιδεκάτῃ
                        <lb/>ἅπαν ἀφιέναι τὸ ὕδωρ, καὶ τὸν λοιπὸν χρόνον ἢν ὑπογίνηται <lb/>ὕδατός
                        τι, ἀφιέναι, καὶ τὴν κοιλίην ἐν τοῖσι σιτίοισιν ἀποξηραίνειν. <lb/>Τάδε δὲ
                        δεῖ μετὰ τὴν τμῆσιν διδόναι· σκευάσας ὀποῦ σιλφίου <lb/>δραχμῆς σταθμὸν, καὶ
                        ἀριστολοχίης κνῆσαι ὁκόσον ἀστράγαλον <lb/>ἐλάφου, καὶ φακῶν καὶ ὀρόβων
                        πεφρυγμένων ἄλφιτα καθήρας ὁκόσον <lb/>ἡμιχοίνικον ἑκατέρων, ξυμφυρῆσαι
                        ταῦτα μέλιτι καὶ ὄξει· εἶτα <lb/>πλάσαι κόλλικας ἑξήκοντα, καὶ καθ’ ἑκάστης
                        ἡμέρης τρίβων ἕνα <lb/>διεῖναι οἴνου μέλανος ἡμικοτυλίῳ, αὐστηροῦ ὡς
                        ἡδίστου· εἶτα διδόναι <lb/>νήστει πιεῖν. Τὴν δὲ ἄλλην δίαιταν καὶ
                        ταλαιπωρίην τὴν αὐτὴν <lb/>κελεύειν διαιτῆσθαι ἣν καὶ τὸν πρόσθεν χρόνον,
                        καὶ ἢν οἰδήσῃ τὰ αἰδοῖα <lb/>καὶ τοὺς μηροὺς, θαρσέων κατασχᾷν. Τοῦτον ἢν
                        οὕτω μελετᾷς, <lb/>τάχιστα ὑγιῆ ποιήσεις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Ὕδερος ἀπὸ τοῦ ἥπατος· ὁ ἀπὸ τοῦ ἥπατος ὕδερος γίνεται, <pb n="228"/>
                        ὁκόταν ἐς τὸ ἧπαρ φλέγμα ἐπιγένηται, καὶ ἀναλάβῃ τὸ ἧπαρ καὶ <lb/>διυγρανθῇ·
                        εὐθὺς οὖν καῦμα τούτῳ παρέχει, καὶ φῦσαν ἐμποιέει, <lb/>ἔπειτα δὲ χρόνῳ
                        ὕδατος πίμπλαται· κἄπειτα δηγμὸς ἐς τὸ σῶμα <lb/>ἐμπίπτει, καὶ οἴδημα ἐν
                        τῇσι κνήμῃσι καὶ ἐν τοῖσι ποσὶν ἔνεστι, <lb/>καὶ τὸ ἧπαρ σκληρὸν καὶ οἰδέει,
                        καὶ αἱ κληῗδες λεπτύνονται. <lb/>Τούτῳ ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, κατ’ ἀρχὰς τοῦ
                        νοσήματος διδόναι, ἢν <lb/>ἀλγέῃ τὸ ἧπαρ, ὀρίγανον τρίβων, ὀπὸν σιλφίου
                        ὁκόσον ὄροβον διεὶς, <lb/>ἐν οἴνῳ λευκῷ ἡμικοτυλίῳ πίνειν, καὶ γάλα αἰγὸς,
                        τρίτον μέρος μελικρήτου <lb/>παραμίσγων, τετρακότυλον κύλικα· σιτίων δὲ
                        ἀπεχέσθω <lb/>τὰς πρώτας ἡμέρας δέκα· αὗται γὰρ κρίνουσιν, εἰ θανάσιμον ἢ
                        οὔ· <lb/>ῥοφανέτω δὲ πτισάνης χυλὸν, κάθεφθον μέλι παραχέων· οἶνον δὲ
                        <lb/>πινέτω λευκὸν Μένδαιον ἢ ἄλλον τὸν ἥδιστον ὑδαρέα. Ὁκόταν δὲ αἱ
                        <lb/>δέκα ἡμέραι παρέλθωσι, σιτία προσφερέσθω καθαρὰ, καὶ ὄψον <lb/>ἐχέτω
                        ἀλεκτρυόνος κρέα ὀπτὰ θερμά· ἐχέτω δὲ καὶ σκύλακος ἑφθά· <lb/>ἰχθύϊ δὲ γαλεῷ
                        καὶ νάρκῃ χρεέσθω ὀπτοῖσιν· οἶνον δὲ τὸν αὐτὸν πινέτω. <lb/>Κἢν μὲν ἀπὸ
                        τούτων παύσηται, ἅλις· ἢν δὲ μὴ, ὁκόταν <lb/>αὐτὸς ἑωυτοῦ παχύτατος ἔῃ καὶ
                        τὸ ἧπαρ μέγιστον, καῦσαι μύκησιν· <lb/>οὕτω γὰρ ἂν τάχιστα ὑγιέα ποιήσαις·
                        καῦσαι δὲ χρὴ ἐσχάρας ὀκτώ. <lb/>Ἢν δὲ ὁ ὕδερος ἐγγένηται καὶ ῥαγῇ ἐς τὴν
                        κοιλίην, τοῖσιν αὐτοῖσιν <lb/>ἰῆσθαι οἷσι καὶ τὰ πρόσθεν, φαρμάκοισι καὶ
                        ποτοῖσι καὶ βρωτοῖσι <lb/>καὶ ταλαιπωρίῃσιν· οἶνον δὲ πινέτω μέλανα
                        αὐστηρόν. Ἢν δέ σοι <lb/>δοκέῃ που ἀφίστασθαι τοῦ ἥπατος, καῦσαι ὅκου ἂν
                        φανῇ σιδηρίῳ, <lb/>καὶ ἀφιέναβ τοῦ ὕδατος κατ’ ὀλίγον, καὶ ἰῆσθαι ὡς καὶ τὰ
                        λοιπὰ <lb/>πρόσθεν. Ἢν δὲ μὴ ὑπὸ τούτων ὑγιὴς γένηται, φθειρόμενος θνήσκει
                            <pb n="230"/> χρόνῳ· ἡ γὰρ νοῦσος χαλεπὴ, καὶ παῦροι ταύτην
                        <lb/>διαφυγγάνουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Ὕδερος ἀπὸ τοῦ σπληνός· ὁ δὲ ὕδερος ὁ ἀπὸ τοῦ σπληνὸς <lb/>γίνεται ἀπὸ
                        τῆσδε τῆς προφάσιος μάλιστα, ὁκόταν ὀπώρη ᾖ καὶ <lb/>αὐτὸς φάγῃ πολλὴν σύκων
                        χλωρῶν καὶ μήλων· πολλοὶ δὲ ἤδη καὶ <lb/>ἀπὸ τροφῆς βοτρύων πολλῶν καὶ
                        πολλοῦ γλεύκους τὴν νοῦσον ἔλαβον. <lb/>Ἢν μὲν οὖν μέλλῃ ἐς τὸ νούσημα
                        ἐμπεσεῖσθαι, παραχρῆμα ἐν <lb/>τοῖσι πόνοισίν ἐστιν· ὀδύναι τε γὰρ ὀξεῖαι ἐν
                        τῷ σπληνὶ καθιστᾶσι, μεταπίπτουσι <lb/>δὲ καὶ ἐς τὸν ὦμον καὶ ἐς τὴν κληῗδα
                        καὶ ἐς τὸν τιτθὸν <lb/>καὶ ἐς τὸν λαγόνα, καὶ πυρετοὶ ἔχουσιν ἰσχυροὶ, καὶ
                        ἢν φάγῃ τι, <lb/>ἡ γαστὴρ πίμπλαται, καὶ ὁ σπλὴν ἀείρεται καὶ ὀδύνην
                        παρέχει. <lb/>Τούτῳ ἢν χρονίσῃ τὸ νούσημα, τὸν μὲν ἄλλον χρόνον ἧσσον
                        πονέει· <lb/>ὁκόταν δὲ ὀπώρη ᾖ καὶ φάγῃ αὐτῆς, τότε πονέει μάλιστα. Τοῦτον,
                        <lb/>ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, κατ’ ἀρχὰς μελετῇν, ἄνω μὲν ἐλλέβορον διδοὺς, κάτω
                        <lb/>δὲ κνέωρον ἢ ἱππόφεω ὀπὸν ἢ κνίδιον κόκκον· διδόναι δὲ καὶ γάλα
                        <lb/>ὄνειον ὀκτὼ κοτύλας μέλι παραχέων. Κἢν μὲν ἀπὸ τουτέων καθίστηται,
                        <lb/>ἅλις· ἢν δὲ μὴ, ὁκόταν μέγιστος ᾖ ὁ σπλὴν καὶ οἰδέῃ μάλιστα,
                        <lb/>καῦσαι μύκησι, τὰς κεφαλὰς ἀπολαβὼν, ἢ σιδηρίοισι, μετὰ <lb/>φυλακῆς
                        πολλῆς καὶ τηρήσιος, ὅκως μὴ πέρην διακαύσῃς. Ταῦτα δὲ <lb/>κατ’ ἀρχὰς
                        ποιέειν τοῦ νοσήματος, καὶ δίαιταν τήνδε προσφερέσθω, <lb/>πυρετοῦ μὴ
                        ἔχοντος· ἄρτῳ μὲν χρεέσθω πυρίνῳ ὀπτῷ ἢ τῶν σκληρῶν <pb n="232"/> πυρῶν
                        διπυρίτῃ· ὄψον δὲ ἐχέτω τάριχος Γαδειρικὸν ἢ σαπέρδην, <lb/>καὶ κρέας
                        τετριμμένον οἰὸς, καὶ τὰ ὀξέα καὶ τὰ ἁλμυρὰ πάντα <lb/>ἐσθιέτω, καὶ πινέτω
                        οἶνον αὐστηρὸν Κῷον ὡς μελάντατον· τῶν δὲ <lb/>γλυκέων ἀπεχέσθω· ἢν δὲ
                        ἐξανίστηται καὶ δυνατὸς ᾖ, παλαιέτω <lb/>ἀπ’ ἄκρων τῶν ὤμων, καὶ
                        ταλαιπωρεέτω περιόδοισι πολλῇσι δι’ <lb/>ἡμέρης, καὶ εὐωχεέσθω ἅπερ εἴρηται
                        μάλιστα. Ἢν δὲ ὕδερος ἐπιγένηται, <lb/>ἰῆσθαι κατὰ ταὐτὰ καὶ τοῖσιν αὐτοῖσι
                        καθάπερ τοὺς πρόσθεν. </p></div></div></body></text></TEI>