<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ἄλλη ἀπὸ τῆς ἀριστερῆς φλεβός· τὰ μὲν ἄλλα πλῆθος τὰ <lb/>αὐτὰ πάσχει, ἃ
                        καὶ ὁ πρόσθεν· ἐς δὲ τὸν σπλῆνα ὀδύνη ἐνστηρίζει <lb/>ὀξείη εὐθὺς καταρχὰς
                        τοῦ νουσήματος· καὶ ἢν μὲν ξυνίῃ παραχρῆμα <lb/>πρὶν καταστηρίξῃ ἐς τὸν
                        σπλῆνα, μύκησι καῦσαι ὀκτὼ ἐσχάρας, τὰς <lb/>κεφαλὰς ἀπολαβὼν τοῦ σπληνὸς,
                        ὡς τάχιστα· καὶ ὅκου ἂν ἄλλῃ ἡ <lb/>ὀδύνη καταστηρίξῃ, καῦσαι, καὶ οὕτω
                        παραχρῆμα ὑγιὴς ἔσται. Ἢν <lb/>δὲ μὴ καυθῇ, ὑγιὴς δὲ γένηται ἀπὸ ταὐτομάτου,
                        τοῖσι πολλοῖσι μετὰ <lb/>δυοκαίδεκα ἔτη ἡ νοῦσος αὖθις ὑπετροπίασε, καὶ ἢν
                        λάβηται τοῦ <lb/>σπληνὸς, τοῖσι πολλοῖσιν ὕδερον ἐποίησεν. Ἀλλὰ χρὴ
                        παραχρῆμα <lb/>θεραπεύειν ὡς τὴν πρόσθεν, καὶ ἢν δοκέῃ, καῦσαι ὥσπερ δὴ καὶ
                        τὸν <lb/>πρότερον, ἢν ἡ ὀδύνη καθεστήκῃ ἐν τοῖσιν αὐτοῖσιν ἄρθροισιν· ἢν δὲ
                        <lb/>μὴ οὕτω μελετηθῇ, τὸ λοιπὸν τηκόμενος θνήσκει· ἡ γὰρ νοῦσος
                        <lb/>χαλεπή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Περὶ δὲ τοῦ φλέγματος τὰς αὐτὰς γνώμας ἔχω, ἃς καὶ περὶ <lb/>χολῆς, ἰδέας
                        αὐτοῦ πολλὰς εἶναι. Καὶ ἐπιδήμιον μέν ἐστι τὸ νεώτατον <lb/>ἑωυτοῦ, καὶ ἡ
                        ἴησις ῥᾴστη· ἐμέτους γὰρ δεῖ ποιέεσθαι μετὰ <lb/>τὸ σιτίον, ἡμέρας δύο ἢ
                        τρεῖς προσαριστῶντα καὶ ἡσυχάζοντα, ἢν <lb/>εἰώθῃ τὰς πρόσθεν ἡμέρας
                        μονοσιτέειν καὶ ταλαιπωρέειν· ἢν δὲ μὴ, <pb n="216"/> τῇ αὐτῇ διαίτῃ
                        χρεέσθω, λουέσθω δὲ πολλῷ καὶ θερμῷ, ὁκόταν <lb/>μέλλῃ ἔμετον ποιέεσθαι· καὶ
                        ἐσθιέτω μᾶζαν ψαιστὴν, καὶ ἄρτον <lb/>ἔξοπτον ἕωλον· ἕλκοι γὰρ ἂν μᾶλλον
                        ταῦτα τὸ φλέγμα· ὄψοισι δὲ <lb/>χρεέσθω καὶ λαχάνοισι δριμέσι, καὶ τὰ λιπαρὰ
                        καὶ τὰ γλυκέα καὶ <lb/>τὰ ὀξέα, ταῦτα πάντα ἐπιτήδεια ξυμμεμιγμένα
                        προσφέρεσθαι· καὶ <lb/>τοῖσι λαχάνοισι πᾶσι χλωροῖσι χρεέσθω, καὶ πινέτω ἐπὶ
                        τῷ σιτίῳ <lb/>ὀλίγον πυκινὰ οἶνον γλυκὺν, καὶ πλακοῦντος ἐπιφαγέτω ἐπὶ
                        τελευτῆς <lb/>καὶ μέλι καὶ σῦκα, καὶ ὁκόταν δειπνήσῃ, πινέτω λαύρως τὰς
                        κύλικας, <lb/>καὶ ὁκόταν ἤδη πλήρης ᾖ, κατακοιμηθήτω ὀλίγον, εἶτα ἐπεγερθεὶς
                        <lb/>ἐμεέτω πιὼν οἴνου μεγάλην κύλικα καὶ ἐν χλιερῷ ὕδατι <lb/>κεκρημένην·
                        ἕλκει γὰρ μᾶλλον τὸ φλέγμα ἐκ τῶν σαρκῶν καὶ τῶν <lb/>φλεβῶν, καὶ ξηραίνει
                        μᾶλλον τὸ σῶμα· ἐξεμεέτω δὲ ἕως ἂν τὰ σῦκα <lb/>ἐξεμέσῃ, ὕστατα γὰρ ταῦτα
                        ἐξεμέεται. Ταῦτα μὲν τῇδε· τῇ δὲ <lb/>ὑστεραίῃ ξυνεχέτω ἑωυτὸν μέχρι
                        δείπνου, καὶ δειπνεέτω ἄρτον αὐτοπυρίτην· <lb/>τὸ δὲ ὄψον ἔστω ἀπὸ τῶν
                        ἰσχυροτέρων· οἶνον δὲ πινέτω <lb/>μέλανα αὐστηρόν. Αὕτη μὲν οὖν τοῦ
                        ἐπιδημίου φλέγματος ἡ ἴησις. <lb/>Ἢν δὲ δυνατὸς ἐὼν ἐσθίειν καὶ πίνειν
                        ἥδηται τοῖσι σιτίοισιν, εἶτα <lb/>τὰ σκέλεα βαρύνοιτο, καὶ ἡ χροιὴ
                        μετηλλαγμένη ᾖ, τούτῳ φάναι <lb/>ἐν τῇ κοιλίῃ φλέγμα τὸ λυπέον εἶναι. Ἀλλὰ
                        χρὴ, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, <lb/>μέλιτι καὶ οἴνῳ γλυκεῖ καὶ ἐλαίῳ νίτρου ὁκόσον
                        οἰὸς ἀστράγαλον παραμίξας <lb/>κλύζειν· ταῦτα γὰρ τῇ φύσει τοῦ ἀνθρώπου
                        εὐμενέστατα ἐς <lb/>τὸν κλυσμόν· μέτρον δὲ χρὴ ἑκάστου εἶναι, τοῦ μὲν οἴνου
                        κοτύλην, <lb/>ἡμικοτύλιον δὲ ἐλαίου, καὶ μέλιτος ἴσον. Ἢν δὲ μὴ κλύζειν
                        βούλῃ, <pb n="218"/> δίυγρον χρὴ τὸν ἄνθρωπον ποιῆσαι, πυριήσαντα ἐν ὑγρῇ τῇ
                        πυρίῃ· <lb/>τάχα γὰρ ἂν καὶ οὕτως ὑποκενωθείη ἡ κόπρος· ὑπὸ γὰρ τῆς
                        ὑπερξηρασίης <lb/>τῶν σιτίων ταῦτα πάσχει· ἢν μὲν οὖν τις ἐσθίῃ τὰ σιτία
                        λίην <lb/>ἔγχυλα, οὐκ ἂν ἴσως πάσχοι ταῦτα οὕτω σφόδρα· εἰ δὲ καὶ πάσχοι
                        <lb/>ποτὲ, ὀλίγης ἂν ἰήσιος δέοιτο. Τοῦτο οὕτως ἰώμενος τάχιστα ἂν
                        <lb/>ὑγιέα ποιήσαις. </p></div></div></body></text></TEI>