<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Τρίτη νοῦσος νεφρῶν· τὸ μὲν οὖρον προέρχεται οἷον ἀπὸ <lb/>κρεῶν βοείων
                        ὀπτῶν χυλός. Γίνεται δὲ τὸ νούσημα ἀπὸ χολῆς μελαίνης, <lb/>ὁκόταν χολὴ ἐς
                        τὰ φλέβια συῤῥῇ τὰ τείνοντα ἐς τὸν νεφρὸν, <lb/>καὶ ὁκόταν στῇ, ἑλκοῖ τὰ
                        φλέβια καὶ τὸν νεφρόν· ὑπὸ οὖν τῆς ἑλκώσιος <lb/>τοιοῦτον ὑποχωρέει ἅμα τῷ
                        οὔρῳ. Αἱ δὲ ὀδύναι ἔχουσιν ἐν τῇ <lb/>ὀσφύϊ καὶ ἐν τῇ κύστει καὶ ἐν τῷ
                        περινέῳ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ νεφρῷ, <lb/>ἐπ’ ὀλίγον χρόνον· ἔπειτα ἀνῆκεν ὁ πόνος
                        καὶ αὖθις ἐπέλαβεν ὀξὺς δι’ <lb/>ὀλίγου· καὶ ἐς τὸ λεπτὸν τῆς γαστρὸς ἔστιν
                        ὅτε ὀδύνη ἐμπίπτει. <lb/>Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, ὑποκαθῆραι τὴν κοιλίην
                        ἐπιθύμῳ ἢ τῆς <lb/>σκαμμωνίης ῥίζῃ· πίνειν διδόναι τὰ αὐτὰ ἃ καὶ τῷ
                        στραγγουριῶντι, <pb n="206"/> καὶ ὁκόταν ἡ ὀδύνη ἔχῃ, λούειν πολλῷ καὶ
                        θερμῷ, χλιάσματα προστιθέντα <lb/>πρὸς τὸ πονέον μάλιστα, καὶ ῥοφήματι
                        χρεέσθω ἀλεύρῳ <lb/>ἑφθῷ, μέλι παραχέας, καὶ τῇ ἄλλῃ διαίτῃ χρεέσθω ὡς
                        διαχωρητικωτάτῃ, <lb/>καὶ οἶνον πινέτω λευκὸν Μένδαιον μελίχρουν, ἢ ἄλλον
                        λευκὸν <lb/>τὸν ἥδιστον καλῶς κεκρημένον. Αὕτη ἡ νοῦσος οὐ μάλα ἐκλείπει·
                        <lb/>καὶ τὴν ὥρην ὀῤῥοποτεέτω καὶ γαλακτοποτεέτω, ἐς κάθαρσιν μὲν τῷ
                        <lb/>ὀῤῥῷ, τὴν δὲ γαλακτοποσίην ποιεέσθω ἐν ὥρῃ, πέντε καὶ τεσσαράκοντα
                        <lb/>ἡμέρας. Ταῦτ’ ἢν οὕτω ποιέῃς, ἐπὶ τὸ κρέσσον διαθήσεις <lb/>τὴν νοῦσον.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Τετάρτη νοῦσος νεφρῶν· τὸ μὲν νούσημα γίνεται ἀπὸ χολῆς <lb/>καὶ
                        φλέγματος, ἐν καιρῷ δὲ τοῦ θέρεος μάλιστα· γίνεται δὲ καὶ ἀπὸ <lb/>λαγνείης
                        ἡ νοῦσος. Οὗτος τάδε πάσχει· ὀδύναι πιέζουσιν αὐτὸν ἐς <lb/>τὴν λαπᾴρην καὶ
                        ἐς τὸν κενεῶνα καὶ ἐς τὴν ὀσφῦν καὶ ἐς τοὺς μύας <lb/>τῆς ὀσφύος, καὶ πάσχει
                        ὑκοῖα γυνὴ ᾠδίνουσα, καὶ οὐκ ἀνέχεται ἐπὶ <lb/>τοῦ ὑγιέος κατακείμενος, ἀλλ’
                        ἄγαν πονέει, καὶ τοῦ κενεῶνος δοκέει <lb/>κατακρέμασθαι ὡς ἀποῤῥησσόμενα·
                        ἐπὶ δὲ τὰ πρηνέα ἢν κατακέηται, <lb/>οὐκ ἀλγέει· οἱ δὲ πόδες καὶ αἱ κνῆμαι
                        αὐτοῦ ἀεὶ ψυχρά· τὸ δὲ <lb/>οὖρον μολις προέρχεται ὑπὸ τῆς θερμασίης καὶ
                        παχύτητος τοῦ οὔρου· <lb/>κἢν μὲν ἐάσῃς αὐτὸ ὀλίγον χρόνον, καταθεὶς ἕως ἂν
                        καταστῇ, ὄψει <lb/>τὸ ὑφεστηκὸς παχὺ, οἷόν περ ἄλευρον· κἢν μὲν χολὴ
                        ἑπικρατέη, <lb/>ὑπόπυῤῥον αὐτὸ ὄψει· ἢν δὲ ἀπὸ φλέγματος ᾖ τὸ νούσημα,
                        λευκὸν <lb/>καὶ παχὺ ἔσται. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἐς ἐνιαυτὸν ἢ ὀλίγῳ πλέονα ἢ
                        <lb/>ὀλίγῳ ἐλάσσονα χρόνον τοιαῦτα πάσχων διατελέει· ἢν δὲ ἐπιμηκύνηται
                        <lb/>ἡ νοῦσος, πονέει τε μᾶλλον καὶ ἐμπυοῦται, καὶ ὁκόταν ἔμπυος <pb n="208"/> γενόμενος ἀποιδέῃ, ὅκου ἂν μάλιστα ἀποιδέῃ τάμνειν ἐς τὸν νεφρὸν,
                        <lb/>καὶ ἀφιέναι τὰ πῦα· καὶ ἢν μὲν τύχῃς ταμὼν, παραχρῆμα ὑγιέα
                        <lb/>ποιήσεις. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, τοῖσιν αὐτοῖσι πᾶσι θεραπεύειν,
                        <lb/>οἷσι κατὰ τὸ πρόσθεν· καὶ κατ’ ἀρχὰς τῆς νούσου δεῖ τε καθῆραι <lb/>καὶ
                        πρὸ τῆς ὑποκαθάρσιος πυριῆσαι· καὶ τοῖσι λουτροῖσι. μὴ <lb/>πυκινὰ λουέσθω,
                        ἀλειφέσθω δὲ μᾶλλον, μηδὲ ῥιγούτω, καὶ τοῦ ἡλίου <lb/>ἀπεχέσθω, καὶ μὴ
                        λαγνευέτω. Ταῦτα ἢν ποιέῃ καὶ μὴ τάχιστα <lb/>ὑγιαίνῃ, οὐ καινόν· ἡ νοῦσος
                        γὰρ ὡς χαλεπή. Ἢν δὲ βούλῃ ἄνευ <lb/>φαρμάκων ἰῆσθαι, χρὴ παχὺν ποιῆσαι ἀπὸ
                        δισίτης ἤν τε ταύτην <lb/>τὴν νοῦσον κάμνοντα, ἤν τε τῶν προτέρων τινὰ, τὰ
                        σιτία διελὼν, <lb/>ἃ μεμαθήκει ἐσθίειν, ἤγουν δέκα μερίδας· ἔπειτα μίην
                        ἀφελὼν μερίδα, <lb/>τὰ λοιπὰ καταφαγέτω, ὄψον δὲ ἐχέτω κρέας ὑὸς
                        τετριμμένον, <lb/>καὶ περιπατεέτω δέκα σταδίους ταύτης τῆς ἡμέρης· τῇ δὲ
                        ὑστεραίῃ <lb/>καὶ τῇ τρίτῃ μέχρι τῶν δέκα ἡμερέων ὑποβαίνων μερίδα, ἐλάσσω
                        <lb/>ἐσθιέτω, καὶ περιπατεέτω δέκα σταδίους αἰεὶ πλείω ἑκάστης ἡμέρης·
                        <lb/>ὁκόταν δὲ ἐς τὴν ἐσχάτην μερίδα ἀφίκηται τοῦ σιτίου καὶ ἐς <lb/>τοὺς
                        ἑκατὸν σταδίους, ἐσθιέτω τὴν μίην μερίδα μούνην, καὶ ταύτης <lb/>τῆς ἡμέρης
                        περιπατησάτω τοὺς ἑκατὸν σταδίους, πρὸ τοῦ δείπνου <lb/>τεσσαράκοντα, μετὰ
                        δὲ τὸ δεῖπνον εἴκοσιν, ὄρθρου δὲ τεσσαράκοντα· <lb/>οἶνον δὲ πινέτω
                        Μένδαιον, λευκὸν, αὐστηρόν. Ταῦτα δὲ ποιεέτω <lb/>τρεῖς ἡμέρας· ἔπειτα τὸν
                        λοιπὸν χρόνον ὑποβαίνων τῶν περιπάτων, <lb/>τῶν σιτίων πλείω ἐσθιέτω, τὸν
                        αὐτὸν τρόπον ὥσπερ ἀφῄρει, οὕτω <pb n="210"/> δὴ προστιθείς· τῶν δὲ
                        περιπάτων ἀφαιρείτω μέχρι τῶν δέκα ἠμερέων· <lb/>ἔπειτα ἡσυχίην ἐχέτω ὡς
                        μάλιστα, καὶ εὐωχεέσθω σιτία τε <lb/>καθαρὰ καὶ ὄψα ὡς πιότατα, καὶ τὰ
                        γλυκέα πάντα ξύμφορα αὐτῷ· <lb/>λαχάνων δὲ καὶ ὀξέων πάντων ἀπεχέσθω καὶ τῶν
                        δριμέων, καὶ <lb/>ὁκόσα φῦσαν παρέχει· λουέσθω τε πολλῷ καὶ θερμῷ, καὶ μὴ
                        ῥιγούτω. <lb/>Ταῦτ’ ἢν ποιέῃ, τάχιστα ὑγιὴς ἔσται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Ἀπὸ δὲ νεφρίτιδος ἐπιλαμβάνει ἥδε ἡ νοῦσος μεγάλη τῶν <lb/>φλεβῶν τῶν
                        κοίλων, αἳ τείνουσιν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς παρὰ τὰς σφαγὰς <lb/>διὰ τῆς ῥάχιος ἐς
                        τὸ σφυρὸν τὸ ἐκτὸς τοῦ ποδὸς καὶ ἐς τὸ μεταξὺ <lb/>τοῦ μεγάλου δακτύλου. Τὸ
                        δὲ νούσημα γίνεται μὲν ἀπὸ φλέγματος <lb/>καὶ χολῆς, ὁκόταν ἐς τὰς φλέβας
                        συῤῥυῇ· αἱ δὲ φλέβες αὗται αἵματός <lb/>εἰσι πλήρεες· ἢν οὖν τι παρέλθῃ
                        ἀλλοῖον ἐς αὐτὰς, νοσοῦσι. Τάδε <lb/>οὖν πάσχει· ἢν ἐπὶ τὰ δεξιὰ νοσέῃ,
                        ἄρχεται τὴν ὀδύνην παρέχουσα <lb/>ἐκ τῆς κοτυληδόνος τοῦ ἰσχίου κατ’ ἀρχάς·
                        ὁκόσῳ δ’ ἂν πλείων <lb/>χρόνος προΐῃ καὶ ἀπομηκύνηται, ἥ τε ὀδύνη ὀξυτέρη
                        καὶ κατέρχεται <lb/>κατωτέρω, καὶ ὁκόταν ἐς τὸ σφυρὸν ἀφίκηται τὸ ἐκτὸς τοῦ
                        ποδὸς <lb/>καὶ τὸ μεταξὺ τοῦ μεγάλου δακτύλου, ἄρχεται πάλιν ἐς τὴν
                        <lb/>κεφαλὴν ἔρχεσθαι, καὶ ὁκόταν ἐν τῇ κεφαλῇ στῇ τὸ ἄλγος, πιέζει
                        <lb/>ἰσχυρῶς, καὶ δοκέει ὁ ἄνθρωπος διαῤῥήγνυσθαι τὴν κεφαλὴν, καὶ οἱ
                        <lb/>ὀφθαλμοὶ φλέγματος πληροῦνται καὶ τὸ πᾶν σῶμα. Τοῦτον, ὅταν <lb/>οὕτως
                        ἔχῃ, ἐλατήριον πῖσαι ἢ θαψίης ῥίζαν ἢ ἐλλέβορον ἢ ὀπὸν <pb n="212"/>
                        σκαμμωνίης· μετὰ δὲ τὴν κάθαρσιν ταὐτὰ προσφέρειν, ἃ καὶ τοῖσι <lb/>πρόσθεν.
                        Ἢν δὲ μὴ ὑπὸ ταύτης τῆς θεραπείης παύηται, γάλακτι <lb/>παχύνας καῦσαι κάτω
                        τὴν ὠμοπλάτην τὴν δεξιὴν τέσσαρας ἐσχάρας, <lb/>καὶ ἐς τὴν κοτυλίδα τοῦ
                        ἰσχίου τοῦ δεξιοῦ τρεῖς, καὶ ὑπὸ τὸν γλουτὸν <lb/>δύο, καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ
                        μηροῦ δύο, καὶ ὑπὲρ τοῦ γούνατος <lb/>μίην, καὶ ὑπὲρ τοῦ σφυροῦ μίην. Οὗτος,
                        ἢν οὕτω καυθῇ, οὐκ ἀφίησιν <lb/>οὔτε ἄνω οὔτε κάτω τὴν νοῦσον διαχωρέειν. Ἢν
                        δέ κου ἡ ὀδύνη <lb/>φθῇ ῥαγεῖσα, ἢν μὲν στηρίξῃ ἐς τὸ σκέλος πρὶν ἢ
                        καυθῆναι, χωλὸς <lb/>ἔσται· ἢν δὲ ἐς τὴν κεφαλὴν, κωφὸς ἢ τυφλός· ἢν δὲ ἐς
                        τὴν κύστιν, <lb/>προχωρέει ἅμα τῷ οὔρῳ αἵματος μάλιστα τεσσαράκοντα ἡμέρας.
                        <lb/>Ἀλλὰ χρὴ, ἢν ἐς τὴν κύστιν ῥαγῇ, διδόναι τὰ αὐτὰ φάρμακα, ἃ <lb/>καὶ τῷ
                        στραγγουριῶντι· καὶ ἤν κου ἄλλῃ ἡ ὀδύνη στῇ, καῦσαι· <lb/>καίειν δὲ χρὴ τὰ
                        μὲν σαρκώδεα σιδηρίοισι, τὰ δὲ ὀστώδεα καὶ νευρώδεα <lb/>μύκησι. Πλὴν τάδε
                        πρότερον τούτων χρὴ ποιῆσαι· ἢν κατ’ <lb/>ἀρχὰς τῇ νούσῳ παραγένῃ, εἰς μὲν
                        τὸ ποτὸν χρὴ διδόναι οἶνον <lb/>λευκὸν Μένδαιον ὑδαρέστερον ὡς πλεῖστον μεθ’
                        ἡμέρην, καὶ μεθυσκέσθω <lb/>ἄχρις ἂν αἱμοῤῥαγήσῃ κατὰ τὰς ῥῖνας· ὁκόταν δὲ
                        ἄρξηται, <lb/>ἐᾷν ῥυῆναι ἡμέρας τὸ ἐλάχιστον δέκα καὶ τρεῖς· ὅταν δὲ αὗται
                        αἱ <lb/>ἡμέραι διέλθωσι, μηκέτι μεθυσκέσθω, μηδὲ ὅταν ἄρξηται ἅπαξ
                        <lb/>ῥεῖν· πινέτω μέντοι ὀλίγῳ πλείονα τὸν οἶνον ἐπὶ σιτίῳ, ὅκως ἂν ῥέῃ
                        <lb/>τὸ αἷμα. Ἤδη δέ τισι παυσαμένου τοῦ αἵματος, ἐῤῥάγη ἐς τὴν κύστιν
                        <lb/>καὶ ἐχώρησεν αἷμα καὶ πῦα· ἢν γοῦν ῥαγῇ, διδόναι τὰ αὐτὰ <pb n="214"/>
                        φάρμακα, ἃ καὶ τῷ στραγγουριῶντι, καὶ ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ οἴνου διδόναι <lb/>πλέον
                        πιεῖν. Οὗτος οὕτω μελετώμενος καὶ τὰ σιτία προσφερόμενος <lb/>διαχωρητικὰ
                        καὶ τὰ ὄψα, τάχιστα ὑγιὴς ἔσται· ἡ δὲ νοῦσος <lb/>χαλεπή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ἄλλη ἀπὸ τῆς ἀριστερῆς φλεβός· τὰ μὲν ἄλλα πλῆθος τὰ <lb/>αὐτὰ πάσχει, ἃ
                        καὶ ὁ πρόσθεν· ἐς δὲ τὸν σπλῆνα ὀδύνη ἐνστηρίζει <lb/>ὀξείη εὐθὺς καταρχὰς
                        τοῦ νουσήματος· καὶ ἢν μὲν ξυνίῃ παραχρῆμα <lb/>πρὶν καταστηρίξῃ ἐς τὸν
                        σπλῆνα, μύκησι καῦσαι ὀκτὼ ἐσχάρας, τὰς <lb/>κεφαλὰς ἀπολαβὼν τοῦ σπληνὸς,
                        ὡς τάχιστα· καὶ ὅκου ἂν ἄλλῃ ἡ <lb/>ὀδύνη καταστηρίξῃ, καῦσαι, καὶ οὕτω
                        παραχρῆμα ὑγιὴς ἔσται. Ἢν <lb/>δὲ μὴ καυθῇ, ὑγιὴς δὲ γένηται ἀπὸ ταὐτομάτου,
                        τοῖσι πολλοῖσι μετὰ <lb/>δυοκαίδεκα ἔτη ἡ νοῦσος αὖθις ὑπετροπίασε, καὶ ἢν
                        λάβηται τοῦ <lb/>σπληνὸς, τοῖσι πολλοῖσιν ὕδερον ἐποίησεν. Ἀλλὰ χρὴ
                        παραχρῆμα <lb/>θεραπεύειν ὡς τὴν πρόσθεν, καὶ ἢν δοκέῃ, καῦσαι ὥσπερ δὴ καὶ
                        τὸν <lb/>πρότερον, ἢν ἡ ὀδύνη καθεστήκῃ ἐν τοῖσιν αὐτοῖσιν ἄρθροισιν· ἢν δὲ
                        <lb/>μὴ οὕτω μελετηθῇ, τὸ λοιπὸν τηκόμενος θνήσκει· ἡ γὰρ νοῦσος
                        <lb/>χαλεπή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Περὶ δὲ τοῦ φλέγματος τὰς αὐτὰς γνώμας ἔχω, ἃς καὶ περὶ <lb/>χολῆς, ἰδέας
                        αὐτοῦ πολλὰς εἶναι. Καὶ ἐπιδήμιον μέν ἐστι τὸ νεώτατον <lb/>ἑωυτοῦ, καὶ ἡ
                        ἴησις ῥᾴστη· ἐμέτους γὰρ δεῖ ποιέεσθαι μετὰ <lb/>τὸ σιτίον, ἡμέρας δύο ἢ
                        τρεῖς προσαριστῶντα καὶ ἡσυχάζοντα, ἢν <lb/>εἰώθῃ τὰς πρόσθεν ἡμέρας
                        μονοσιτέειν καὶ ταλαιπωρέειν· ἢν δὲ μὴ, <pb n="216"/> τῇ αὐτῇ διαίτῃ
                        χρεέσθω, λουέσθω δὲ πολλῷ καὶ θερμῷ, ὁκόταν <lb/>μέλλῃ ἔμετον ποιέεσθαι· καὶ
                        ἐσθιέτω μᾶζαν ψαιστὴν, καὶ ἄρτον <lb/>ἔξοπτον ἕωλον· ἕλκοι γὰρ ἂν μᾶλλον
                        ταῦτα τὸ φλέγμα· ὄψοισι δὲ <lb/>χρεέσθω καὶ λαχάνοισι δριμέσι, καὶ τὰ λιπαρὰ
                        καὶ τὰ γλυκέα καὶ <lb/>τὰ ὀξέα, ταῦτα πάντα ἐπιτήδεια ξυμμεμιγμένα
                        προσφέρεσθαι· καὶ <lb/>τοῖσι λαχάνοισι πᾶσι χλωροῖσι χρεέσθω, καὶ πινέτω ἐπὶ
                        τῷ σιτίῳ <lb/>ὀλίγον πυκινὰ οἶνον γλυκὺν, καὶ πλακοῦντος ἐπιφαγέτω ἐπὶ
                        τελευτῆς <lb/>καὶ μέλι καὶ σῦκα, καὶ ὁκόταν δειπνήσῃ, πινέτω λαύρως τὰς
                        κύλικας, <lb/>καὶ ὁκόταν ἤδη πλήρης ᾖ, κατακοιμηθήτω ὀλίγον, εἶτα ἐπεγερθεὶς
                        <lb/>ἐμεέτω πιὼν οἴνου μεγάλην κύλικα καὶ ἐν χλιερῷ ὕδατι <lb/>κεκρημένην·
                        ἕλκει γὰρ μᾶλλον τὸ φλέγμα ἐκ τῶν σαρκῶν καὶ τῶν <lb/>φλεβῶν, καὶ ξηραίνει
                        μᾶλλον τὸ σῶμα· ἐξεμεέτω δὲ ἕως ἂν τὰ σῦκα <lb/>ἐξεμέσῃ, ὕστατα γὰρ ταῦτα
                        ἐξεμέεται. Ταῦτα μὲν τῇδε· τῇ δὲ <lb/>ὑστεραίῃ ξυνεχέτω ἑωυτὸν μέχρι
                        δείπνου, καὶ δειπνεέτω ἄρτον αὐτοπυρίτην· <lb/>τὸ δὲ ὄψον ἔστω ἀπὸ τῶν
                        ἰσχυροτέρων· οἶνον δὲ πινέτω <lb/>μέλανα αὐστηρόν. Αὕτη μὲν οὖν τοῦ
                        ἐπιδημίου φλέγματος ἡ ἴησις. <lb/>Ἢν δὲ δυνατὸς ἐὼν ἐσθίειν καὶ πίνειν
                        ἥδηται τοῖσι σιτίοισιν, εἶτα <lb/>τὰ σκέλεα βαρύνοιτο, καὶ ἡ χροιὴ
                        μετηλλαγμένη ᾖ, τούτῳ φάναι <lb/>ἐν τῇ κοιλίῃ φλέγμα τὸ λυπέον εἶναι. Ἀλλὰ
                        χρὴ, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, <lb/>μέλιτι καὶ οἴνῳ γλυκεῖ καὶ ἐλαίῳ νίτρου ὁκόσον
                        οἰὸς ἀστράγαλον παραμίξας <lb/>κλύζειν· ταῦτα γὰρ τῇ φύσει τοῦ ἀνθρώπου
                        εὐμενέστατα ἐς <lb/>τὸν κλυσμόν· μέτρον δὲ χρὴ ἑκάστου εἶναι, τοῦ μὲν οἴνου
                        κοτύλην, <lb/>ἡμικοτύλιον δὲ ἐλαίου, καὶ μέλιτος ἴσον. Ἢν δὲ μὴ κλύζειν
                        βούλῃ, <pb n="218"/> δίυγρον χρὴ τὸν ἄνθρωπον ποιῆσαι, πυριήσαντα ἐν ὑγρῇ τῇ
                        πυρίῃ· <lb/>τάχα γὰρ ἂν καὶ οὕτως ὑποκενωθείη ἡ κόπρος· ὑπὸ γὰρ τῆς
                        ὑπερξηρασίης <lb/>τῶν σιτίων ταῦτα πάσχει· ἢν μὲν οὖν τις ἐσθίῃ τὰ σιτία
                        λίην <lb/>ἔγχυλα, οὐκ ἂν ἴσως πάσχοι ταῦτα οὕτω σφόδρα· εἰ δὲ καὶ πάσχοι
                        <lb/>ποτὲ, ὀλίγης ἂν ἰήσιος δέοιτο. Τοῦτο οὕτως ἰώμενος τάχιστα ἂν
                        <lb/>ὑγιέα ποιήσαις. </p></div></div></body></text></TEI>