<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Δευτέρη νοῦσος νεφρῶν· αἱ μὲν ὀδύναι ἰσχυρῶς πιέζουσιν ὡς, <pb n="204"/>
                        ἐν τῇ πρόσθεν. Γίνεται δὲ τὸ νούσημα ἀπὸ ταλαιπωρίης, ὁκόταν <lb/>ῥαγῇ τὰ
                        φλέβια τὰ ἐς τὸν νεφρὸν τείνοντα, ἔπειτα ὁ νεφρὸς αἵματος <lb/>ἐμπλησθῇ.
                        Οὗτος ὁκόταν ταῦτα πάθῃ, ἐξουρέει ἅμα τῷ οὔρῳ αἷμα <lb/>κατ’ ἀρχὰς τοῦ
                        νουσήματος, ἔπειτα πῦον προϊόντος τοῦ χρόνου. <lb/>Οὗτος ἢν ἡσυχίην ἔχῃ τῷ
                        σώματι, τάχιστα ὑγιὴς ἔσται· ἢν γάρ τι <lb/>πονήσῃ, αἱ ὀδύναι πολλῷ μᾶλλον
                        ἕξουσιν. Ὁκόταν γοῦν ἔμπυος ᾖ <lb/>ὁ νεφρὸς, ἀποιδέει παρὰ τὴν ῥάχιν·
                        τοῦτον, ὅταν οὕτως ἔχῃ, τάμνειν <lb/>κατὰ τὸ ἀποιδέον, μάλιστα μὲν βαθείην
                        τομὴν κατὰ τὸν νεφρόν· κἢν <lb/>μὲν τύχῃς ταμὼν, παραχρῆμα ὑγιέα ποιήσεις·
                        ἢν δὲ ἁμάρτῃς, κίνδυνος <lb/>ἕλκος ἔμμοτον γενέσθαι. Ἢν δὲ ξυμφυῇ τὸ ἕλκος,
                        ἐμπυοῦται <lb/>εἴσωθεν ἡ κοιλίη ἡ ἀπὸ τοῦ νεφροῦ· κἢν μὲν ῥαγῇ ἔσωθεν καὶ
                        χωρήσῃ <lb/>κατὰ τὸν ἀρχὸν τὰ πῦα, ἐλπὶς ἐκφυγέειν· ἢν δὲ ψαύσῃ τοῦ ἑτέρου
                        <lb/>νεφροῦ, κινδυνεύσει καταφθαρῆναι. Μελετῇν δὲ φαρμάκοισι καὶ <lb/>τοῖσιν
                        αὐτοῖσι πᾶσιν, οἷσι καὶ τὸν πρόσθεν, καὶ τὴν δίαιταν τὴν αὐτὴν <lb/>ἐχέτω·
                        αὕτη δὲ ἡ νοῦσος χαλεπὴ, καὶ πολλοὶ ἐκ ταύτης τῆς <lb/>νούσου ἐς φθίσιν
                        νεφρίτιδα κατέστησαν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Τρίτη νοῦσος νεφρῶν· τὸ μὲν οὖρον προέρχεται οἷον ἀπὸ <lb/>κρεῶν βοείων
                        ὀπτῶν χυλός. Γίνεται δὲ τὸ νούσημα ἀπὸ χολῆς μελαίνης, <lb/>ὁκόταν χολὴ ἐς
                        τὰ φλέβια συῤῥῇ τὰ τείνοντα ἐς τὸν νεφρὸν, <lb/>καὶ ὁκόταν στῇ, ἑλκοῖ τὰ
                        φλέβια καὶ τὸν νεφρόν· ὑπὸ οὖν τῆς ἑλκώσιος <lb/>τοιοῦτον ὑποχωρέει ἅμα τῷ
                        οὔρῳ. Αἱ δὲ ὀδύναι ἔχουσιν ἐν τῇ <lb/>ὀσφύϊ καὶ ἐν τῇ κύστει καὶ ἐν τῷ
                        περινέῳ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ νεφρῷ, <lb/>ἐπ’ ὀλίγον χρόνον· ἔπειτα ἀνῆκεν ὁ πόνος
                        καὶ αὖθις ἐπέλαβεν ὀξὺς δι’ <lb/>ὀλίγου· καὶ ἐς τὸ λεπτὸν τῆς γαστρὸς ἔστιν
                        ὅτε ὀδύνη ἐμπίπτει. <lb/>Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, ὑποκαθῆραι τὴν κοιλίην
                        ἐπιθύμῳ ἢ τῆς <lb/>σκαμμωνίης ῥίζῃ· πίνειν διδόναι τὰ αὐτὰ ἃ καὶ τῷ
                        στραγγουριῶντι, <pb n="206"/> καὶ ὁκόταν ἡ ὀδύνη ἔχῃ, λούειν πολλῷ καὶ
                        θερμῷ, χλιάσματα προστιθέντα <lb/>πρὸς τὸ πονέον μάλιστα, καὶ ῥοφήματι
                        χρεέσθω ἀλεύρῳ <lb/>ἑφθῷ, μέλι παραχέας, καὶ τῇ ἄλλῃ διαίτῃ χρεέσθω ὡς
                        διαχωρητικωτάτῃ, <lb/>καὶ οἶνον πινέτω λευκὸν Μένδαιον μελίχρουν, ἢ ἄλλον
                        λευκὸν <lb/>τὸν ἥδιστον καλῶς κεκρημένον. Αὕτη ἡ νοῦσος οὐ μάλα ἐκλείπει·
                        <lb/>καὶ τὴν ὥρην ὀῤῥοποτεέτω καὶ γαλακτοποτεέτω, ἐς κάθαρσιν μὲν τῷ
                        <lb/>ὀῤῥῷ, τὴν δὲ γαλακτοποσίην ποιεέσθω ἐν ὥρῃ, πέντε καὶ τεσσαράκοντα
                        <lb/>ἡμέρας. Ταῦτ’ ἢν οὕτω ποιέῃς, ἐπὶ τὸ κρέσσον διαθήσεις <lb/>τὴν νοῦσον.
                    </p></div></div></body></text></TEI>