<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Φθίσις δευτέρα· γίνεται μὲν ἀπὸ ταλαιπωρίης· τὰ αὐτὰ δὲ <lb/>πάσχει ὡς
                        ἐπιτοπλεῖστον, ἃ καὶ ὁ πρόσθεν· ἡ δὲ νοῦσος διαπαύει <lb/>αὕτη μᾶλλον τῆς
                        προτέρης, καὶ τοῦ θέρεος ἀνίησιν. Τὸ δὲ σίαλον <lb/>ἀποπτύει, παχύτερον μὲν
                        τῆς πρόσθεν, καὶ βὴξ πιέζει μάλιστα τοὺς <lb/>γεραιοὺς, καὶ ὁ πόνος
                        ἰσχυρότερος ἐν τοῖσι στήθεσι, καὶ δοκέει οἷόν <lb/>περ λίθος ἐν αὐτοῖσιν
                        ἐγκέεσθαι· πονέει δὲ καὶ τὸ μετάφρενον· καὶ <lb/>ἡ χροιὴ δίυδρος αὐτέου
                        ἐστὶ, καὶ ἤν τι πονήσῃ, φύση καὶ ἆσθμα <lb/>ἴσχει. Οὗτος ἐκ ταύτης τῆς
                        νούσου ἐν τρισὶν ἕτεσι μάλιστα θνήσκει. <lb/>Μελετᾷν δὲ χρὴ τοῖσιν αὐτοῖσιν,
                        οἷσι καὶ τὸν πρόσθεν. Αὕτη ἡ νοῦσος <lb/>προσέχει τοῖσι πολλοῖσι μέχρι τριῶν
                        ἐτέων, ἀλλ’ ἀποθνήσκουσιν· ἡ <lb/>γὰρ νοῦσος χαλεπή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Φθίσις τρίτη· ὑπὸ ταύτης τάδε πάσχει· ὁ μυελὸς αὐτέου ὁ <lb/>νωτιαῖος
                        αἵματός τε καὶ χολῆς μεστὸς γίνεται. Φθίνει δὲ ὁμοίως <lb/>καὶ ἀπὸ τῶν
                        κοίλων φλεβῶν· αὗται δὲ φλέγματος ὑδρωποειδέος ἐμπίπλανται <lb/>καὶ χολῆς.
                        Πάσχουσι δὲ τὰ αὐτὰ, ἀφ’ ὁκοτέρων ἂν φθίνῃ, <lb/>καὶ ὁ ἄνθρωπος εὐθὺς μέλας
                        γίνεται καὶ ὑποιδαλέος, καὶ τὰ ὑπὸ τοὺς <pb n="194"/> ὀφθαλμοὺς ὑπώκια ὠχρὰ,
                        καὶ αἱ φλέβες αἱ ἐν τῷ σώματι ὠχραὶ <lb/>διατέτανται, ἔνιαι δὲ σφόδρα
                        ἐρυθραί· μάλιστα δὲ δῆλαι αἱ ὑπὸ τῇσι <lb/>μασχάλῃσι· καὶ ἀποπτύει ὠχρὰ, καὶ
                        ὅταν αὐτέῳ ἐπίῃ, πνίγεται <lb/>καὶ βῆξαι οὐ δύναται ἐνίοτε βουλόμενος·
                        ἐνίοτε δὲ ὑπὸ τοῦ πνίγματος <lb/>καὶ τῆς προθυμίης τοῦ βήσσειν ἀθρόον ἤμεσε
                        χολὴν, ποτὲ δὲ λάπην, <lb/>πολλάκις δὲ καὶ τὰ σιτία, ὅταν φάγῃ, καὶ ὁκόταν
                        ἀπεμέσῃ, <lb/>δοκέει κουφότερος εἶναι· εἶτ’ αὖθις ὀλίγον χρόνον διαλιπὼν, ἐν
                        τοῖσιν <lb/>αὐτοῖσι πόνοισι κέεται. Οὗτος καὶ φθέγγεται ὀξύτερον ἢ ὑγιαίνων,
                        <lb/>καὶ ῥῖγος καὶ πυρετὸς διαπαύων ἐπιλαμβάνει ἱδρώδης. Τοῦτον ὁκόταν
                        <lb/>ὧδε ἔχῃ, βρωτοῖσι καὶ ῥοφήμασι καὶ ποτοῖσι καὶ φαρμάκοισι <lb/>καὶ
                        τοῖσιν ἄλλοισι πᾶσι μελετῇν, ὥσπερ τοὺς πρόσθεν. Ἡ δὲ νοῦσος <lb/>διαφέρει
                        μάλιστα ἐννέα ἔτεα, ἔπειτα διαφέρει φθειρόμενος· παῦροι δὲ <lb/>φυγγάνουσιν
                        ἐξ αὐτῆς· χαλεπὴ γὰρ ἡ νοῦσος. Ἢν δὲ βούλῃ, ὧδε <lb/>ἰῆσθαι αὐτόν· πρῶτα μὲν
                        πυριῆσαι, καὶ ὁκόταν πυριηθῇ, τῇ ὑστεραίῃ <lb/>δοῦναι αὐτῷ πιεῖν μελικρήτου
                        ἡμίχουν καὶ ὄξος παραχέαι ὀλίγον, <lb/>καὶ κέλευε ἀπνευστὶ τοῦτο πιεῖν·
                        ἔπειτα τῶν ἱματίων ἀμφιέσαι <lb/>αὐτὸν πολλὰ καὶ ὡς πλεῖστον χρόνον· ἢν δὲ
                        μὴ ἀνέχηται, ἀλλ’ ἐξεμέσαι <lb/>βούληται, ἐξεμεέτω· ἢν δὲ μὴ ἔμετος ἔχῃ
                        χρόνου ἤδη ἐγγενομένου, <lb/>ἐπιπιὼν ὕδατος χλιεροῦ μεγάλην κύλικα, ἐμεέτω
                        καταματτόμενος <lb/>πτερῷ· ὁκόταν δὲ ἀπεμέσῃ ὥστε καλῶς ἔχειν, ἡσυχίην
                        <lb/>ἐχέτω ταύτην τὴν ἡμέρην. Ὁκόταν δὲ ὥρη δείπνου ᾖ, δειπνεέτω <lb/>μᾶζαν
                        ὀλίγην, καὶ ὄψον ἐχέτω τάριχος καὶ πράσα, ταῦτα δὲ ἐσθιέτω <lb/>ὡς πλεῖστα,
                        οἶνον δὲ πινέτω γλυκύν. Τὸν δὲ λοιπὸν χρόνον, λουέσθω <lb/>πᾶσαν ἡμέρην ἅμα
                        ἕωθεν θερμῷ πολλῷ, καὶ μετὰ τὸ λουτρὸν φυλάσσειν <lb/>χρὴ ὡς μὴ ῥιγώσῃ, ἀλλὰ
                        κατακλιθεὶς εὑδέτω ὡς πλεῖστον <lb/>χρόνον. Ὁκόταν δὲ ἀναστῇ εὕδων,
                        περιελθέτω σταδίους εἴκοσι τὸ <pb n="196"/> βραχύτατον ταύτῃ τῇ ἡμέρῃ· τῇσι
                        δὲ ἄλλῃσιν ἡμέρῃσι πέντε σταδίους <lb/>ἄλλους ὑπερβάλλων βαδιζέτω, ἑκάστης
                        ἡμέρης προστιθεὶς, ἄχρις ἂν <lb/>ἀρίκηται ἐς τοὺς ἑκατὸν σταδίους. Τὴν δὲ
                        κοιλίην ὑποκαθαίρειν δεῖ <lb/>ἐκ τῆς ἡμέρης χυλοῖσι τεύτλων καὶ ἀπὸ κράμβης,
                        χωρὶς ἑκάτερα <lb/>ἑψήσας ἀπηθῆσαι χοέα ἑκατέρου· εἶτα ξυμμίξας ἅμα
                        συνεψεῖν· τὸ <lb/>δὲ ὀϊὸς στέαρ τὸ ἀπὸ τῶν νεφρῶν τεταρτημόριον μνᾶς ἐν
                        ἀμφοτέροισιν <lb/>ἑψεῖν διελών· ὁκόταν δὲ μέλλῃ πιεῖσθαι, πρὸς μὲν τῆς
                        κράμβης <lb/>τὸν χυλὸν ἅλας παραβάλλειν, πρὸς δὲ τὸν τῶν τευτλίων μέλι
                        παραχέειν· <lb/>ἐξὸν δὲ χωρὶς ἑκάτερον πίνειν, ἢ μέλι παρεγχέας παρὰ τὴν
                        <lb/>ἑτέρην κύλικα πίνειν, παρὰ δὲ τὴν ἑτέρην ἅλας· ἐκπιεῖν δὲ χρὴ
                        <lb/>πάντα τὸν χυλόν. Ταῦτα μὲν ποιέειν χρὴ τριήκοντα ἡμέρας· τῷ δὲ
                        <lb/>δευτέρῳ μηνὶ ἐσθιέτω ἄρτον καὶ κρέα πίονα ὑὸς ἑφθὰ, ἄλλο δὲ <lb/>μηδέν·
                        οἶνον δὲ πινέτω λευκὸν, αὐστηρὸν, καὶ ὁδὸν ὁδοιπορεέτω μὴ <lb/>ἐλάσσω
                        σταδίων τριήκοντα πρὸ τοῦ δείπνου, μετὰ δὲ τὸ δεῖπνον <lb/>δέκα, καὶ μὴ
                        ῥιγούτω, ἀλλ’ ἐσκεπάσθω. Ταῦτα ἢν ποιέῃ, ῥήϊον <lb/>οἴσει τὴν νοῦσον. Τῷ δὲ
                        τρίτῳ μηνὶ κυκεῶνα ἀνθινὴν πινέτω· σελίνου. <lb/>ῥίζας καὶ ἄνηθον καὶ
                        πήγανον καὶ μίνθην καὶ κορίανον καὶ μήκωνας <lb/>ἁπαλὰς καὶ ὤκιμον καὶ φακὸν
                        καὶ ῥοιῆς γλυκέης καὶ οἰνώδεος <lb/>χυλόν· εἶναι δὲ χρὴ τὰς γλυκείας
                        διπλασίας· εἶναι δὲ χρὴ τοῦ χυλοῦ <lb/>ξυναμφοτέρων ἡμικοτύλιον καὶ οἴνου
                        μέλανος ἡδέος αὐστηροῦ <lb/>ἡμικοτύλιον καὶ ὕδατος κοτύλης ἥμισυ· ἔπειτα
                        ἄνθεα τρίψας λεῖα, <lb/>διῆναι τούτῳ τῷ συγκεκρημένῳ, καὶ ἐγχέαι ἐς κύλικα·
                        ἔπειτα ἐπιβαλεῖν <pb n="198"/> ἄλευρα ὀρόβων, ὁκόσον ὀξύβαφον, καὶ ἄλφιτον
                        ἴσον, καὶ τυροῦ <lb/>παλαιοῦ αἰγείου ξέσας τὸ ἴσον τοῖσιν ὀρόβοισι· ταῦτα
                        ξυγκυκήσας <lb/>ἐκπιέτω ἔπειτα διαλιπὼν ὀλίγον χρόνον ἀριστάτωβ ἄρτον, καὶ
                        <lb/>ὄψον ἐχέτω τέμαχος νάρκης ἢ ῥίνης ἢ γαλεοῦ ἢ βατίδος, καὶ κρέαι.
                        <lb/>ὑὸς ἐσθιέτω ἑφθὰ, καὶ παχυνέτω ἑωυτὸν, ἡσυχίην ἄγων ὡς μάλιστα,
                        <lb/>καὶ πυριῇν διὰ δεκάτης ἡμέρης ἐς ἑωυτὸν ἡσυχῇ. Τῷ δὲ τετάρτῳ <lb/>μηνὶ
                        πυριῇν διὰ πέμπτης ἡμέρης ἀτρέμα, καὶ ἐσθιέτω ὄψον ὡς πλεῖστον· <lb/>ὄψῳ δὲ
                        χρεέσθω τυροῖσι καὶ κρέασιν ὀλίγοισιν, οἰὸς ἑφθοῖσιν, <lb/>Ὁδοιπορεέτω δὲ
                        καὶ σταδίους, ὡς πρόσθεν εἴρηται, ἀρξάμενος δὲ <lb/>τοῦ τετάρτου μηνὸς τῇ
                        πρώτῃ ἡμέρῃ, ἀπὸ δέκα σταδίων βαδιζέτω, <lb/>καὶ καθ’ ἑκάστην προστιθέτω,
                        μέχρις ἂν αὐτῷ ὀγδοήκοντα γένωνται <lb/>στάδιοι· περιπατεέτω, δὲ τῆς ἡμέρης
                        ὀγδοήκοντα σταδίους, [πρὸτοῦ <lb/>δείπνου τριήκοντα,] μετὰ τὸ δεῖπνον,
                        εἴκοσι, ὄρθρου τριήκοντα. <lb/>Τὸ δὲ λοιπὸν τοῦ χρόνου διαιτάσθω μᾶζαν καὶ
                        ἄρτον ἐσθίων, ἀμφότερα, <lb/>καὶ ὄψον ἐχέτω σελάχια, καὶ κρέα δὲ πάντα
                        ἐσθιέτω, πλὴν <lb/>βοείων, καὶ χοιρείων· ἰχθύων, δὲ τῶν δεν ἀπεχέσθῳ,
                        κεστρέος καὶ ἐγχέλυος <lb/>καὶ μελανούρου· ἐσθιέτω δὲ νάρκκν. καὶ ῥίνην καὶ
                        βατίδα, καὶ <lb/>γαλεὸν καὶ τρυγόνα καὶ βατράχους, τῶν δὲ ἄλλων μηδέν· ἢν δὲ
                        δοκέῃ, <lb/>ἀσινέα εἶναι, καὶ κυκεῶνα, ἐπειδὰν θέλῃ καθευδῆσαι, πινέτω
                        <lb/>ἀπὸ οἴνου μέλανος, ἡδέος, παλαιοῦ, δικότυλον κύλικα, καὶ μεθ’ ἡμέρην
                        <lb/>τῷ αὐτῷ οἴνῳ χρεέσθω ἐπὶ σιτίῳ. Καὶ ὁδοιπρρεέτω τῆς ἡμέρης, <lb/>ἑκατὸν
                        πεντήκοντα σταδίους, [πρὸ τοῦ δείπνου ἐννενήκοντα,] μετὰ <lb/>τὸ δεῖπνον
                        εἴκοσιν, ὄρθρου δὲ τεσσαράκοντα. Οὗτος οὕτω θεραπευόμενος <lb/>γίνεται ἐν
                        ἐνιαυτῷ ὑγιής. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Αὐαίνεται μυελὸς ὁ κατὶ τὴν ῥάχιν μάλιστα, ὁκόταν τὰ <pb n="200"/> φλέβια
                        ἀποφραχθῇ τὰ ἐς τὸν μυελὸν τείνοντα καὶ ἡ ἐκ τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>ἔφοδος. Διὰ
                        κάκωσιν δὲ τοῦ σώματος τάδε πάσχει καὶ νοσέει· αὐαίνεται <lb/>μάλιστα καὶ
                        ἀπὸ λαγνείης· τάδε οὖν πάσχει· ὀδύνη ὀξέη ἐμπίπτει <lb/>αὐτῷ ἐς τὴν κεφαλὴν,
                        καὶ ἐς τὸν τράχηλον, καὶ ἐς τὴν <lb/>ὀσφῦν, καὶ ἐς τοὺς μύας τῆς ὀσφύος, καὶ
                        ἐς τὰ ἄρθρα τῶν σκελέων, <lb/>ὥστε ἐνίοτε οὐ δύναται ξυγκάμπτειν· καὶ ἡ
                        κόπρος οὐ διαχωρέει, <lb/>ἀλλ’ ἵσταται καὶ δυσουρέεται. Οὗτος κατ’ ἀρχὰς μὲν
                        τῆς νούσου <lb/>ἡσυχαίτερον διάγει· ὁκόσῳ δ’ ἂν ὁ χρόνος τῇ νούσῳ
                        ἀπομηκύνηται, <lb/>πονέει ἅπαντα μᾶλλον, καὶ τὰ σκέλεα οἰδέει ὡς ἀπὸ ὑδέρου,
                        καὶ <lb/>ἕλκεα ἐκφλυνδάνει ἀπὸ τῆς ὀσφύος, καὶ τὰ μὲν ἄλλα ὑγιαίνεται, τὰ
                        <lb/>δὲ ἄλλα παραφύεται. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, πυριήσας τὴν κεφαλὴν,
                        <lb/>τῷ ἱππόφεω ὀπῷ ἢ τῷ κνιδίῳ κόκκῳ καθῆραι πρῶτον τὸ <lb/>σῶμα εὖ μάλα·
                        τῆς δὲ ἑσπέρης μετὰ τὴν κάθαρσιν πτισάνης δύο <lb/>τρυβλία ῥοφεέτω μέλι
                        παραχέας· οἶνον δὲ λευκὸν πινέτω μαλθακόν. <lb/>Τῇ δὲ ὑστεραίῃ ὀνείου
                        γάλακτος διδόναι αὐτῷ ἑφθοῦ, μέλι παραχέας, <lb/>ὀκτὼ κοτύλας ἐκπιεῖν· ἢν δὲ
                        μὴ ὄνειον ἔχῃς, βοείου ἢ αἰγείου <lb/>ἑφθοῦ τρία ἡμιχόεα, παραχέας μέλι· καὶ
                        τὴν ὥρην γαλακτοποτεέτω <lb/>ἐν ὀῤῥῷ καὶ γάλακτι, πέντε καὶ τεσσαράκοντα
                        ἡμέρας. Σιτίοισι δὲ <lb/>καὶ ὄψοισι χρεέσθω ὡς διαχωρητικωτάτοισιν· οἶνον δὲ
                        πινέτω λευκὸν, <lb/>μαλθακὸν, Μενδήσιον. Ὁκόταν δὲ παχύτατος ᾖ, καῦσαι αὐτοῦ
                        ἐς <lb/>τὴν ὀσφῦν ἑκατέρωθεν τῶν σπονδύλων τέσσαρας ἐσχάρας, καὶ ἐς τὸ
                        <lb/>μετάφρενον δεκαπέντε ἑκατέρωθεν, καὶ ἐς τὸν αὐχένα δύο μεταξὺ τῶν
                        <lb/>τενόντων· ἢν γὰρ τύχῃς καύσας, ὑγιέα ποιήσεις· ἡ δὲ νοῦσος χαλεπή. </p></div><pb n="202"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Αἱ τέσσἆρες νοῦσοι αἱ ἀπὸ τῶν νεφρῶν γινόμεναι ἀπὸ τῆς <lb/>πρώτης τάδε
                        πάσχει ὀδύνη ὀξείη ἐμπίπτει ἐς τὸν νεφρὸν καὶ ἐς τὴν <lb/>ὀσφῦν καὶ ἐς τὸν
                        κενεῶνα καὶ ἐς τὸν ὄρχιν τὸν κατὰ τὸν νεφρὸν, καὶ <lb/>οὐρέει πυκινὰ, καὶ
                        στύφει κατ’ ὀλίγον τὸ οὖρον, καὶ ἅμα τῷ οὔρῳ <lb/>προέρχεται ψάμμος, καὶ
                        ὁκόταν ἐξίῃ διὰ τῆς οὐρήθρῃς ἡ ψάμμος, <lb/>ὀδύνην πάρέχει ἰσχυρῂν ἐν τῇ
                        οὐρήθρῃ· δκόταν δὲ διεξουρήσῃ, ἡ <lb/>ὀδύνη ἀνίησιν· ἔπειτα αὖθις ἐν τοῖσιν
                        αὐτοῖσιν ἄλγεσκ κέεται· ὁκόταν <lb/>δὲ οὐρέῃ, καὶ τὸν καυλὸν ὑπὸ τῆς ὀδύνης
                        τρίβεῖβ Πολλοὶ δὲ τῶν ἰητρῶν <lb/>οἱ μὴ συνιέντες τὴν νοῦσον, ὁκόταν ἴδωσι
                        τὴν ψάμμον, δοκέουσι <lb/>λιθιῇν τὴν κύστιν, καὶ ταύτην μὲν οὒ, τὸν δὲ
                        νεφρὸν λιθιῇ. Αὕτη <lb/>ἡ νοῦσος γίνεται ἀπὸ φλέγματος, ὁκότανς ὁ νεφρὸς ἐς
                        ἑωυτὸν ἀναλαβὼν <lb/>φλέγμα μὴ ἀφίῃ πάλιγ, ἀλλ’ αὐτοῦ ξυμπωρωθῇ· τοῦτο
                        γίνεται <lb/>λίθοι λεπτοὶ οἷον ψάμμος. Τοῦτον, ὁκόταν, οὕτως ἔχη, τῷ ὀπῷ
                        <lb/>τῆς σκαμμωνίης ἢ αὐτῇ τῇ ῥίζῃ, πυριήσας πρόσθεν ἅπαν τὸ σῶμα
                        <lb/>ὑποκαθῆραι τῇ δὲ ὑστεραίῃ τῷ ἀπὸ ἐρεβινθων λευκῶν χυλῷ ὑποβ
                        <lb/>καθῆραι δύο χοεῦσιν; ἅλας δὲ παρεμβαλῲν διδόναι πίνειν· μετὰ δὲ
                        <lb/>ταῦτα ποιοῖσι καὶ βρωτοῖσι καὶ λουτροῖσι μελετῇν, διδοὺς τὰ αὐτὰ <lb/>ἃ
                        τῷ στραγγουριῶντι δίδοιαι φάρμακα. Ὁκόταν δὲ ἡ ὀδύνη πιέσῃ, <lb/>λούειν
                        πολλῷ καὶ θερμῷ, καὶ χλιάσματα προστιθέναι ὅπη πονέει <lb/>μάλιστα. Ὁκόταν
                        δὲ ἀποιδήσῃ καὶ ἐξαρθῇ, ὑπὸ τοῦτον τὸν χρόνον <lb/>τάμνειν κατὰ τὸν νεφρὸν,
                        καὶ ἐξελὼν τὸ πῦος, τὴν ψάμμον διουρητικοῖσιν <lb/>ἰῆσθαι· ἢν μὲν γὰρ τμηθῇ,
                        ἐλπὶς ἐκφυγέειν· ἢν δὲ μὴ, ἡ <lb/>νοῦσος τῷ ἀνθρῴπῳ συναποθνήσκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Δευτέρη νοῦσος νεφρῶν· αἱ μὲν ὀδύναι ἰσχυρῶς πιέζουσιν ὡς, <pb n="204"/>
                        ἐν τῇ πρόσθεν. Γίνεται δὲ τὸ νούσημα ἀπὸ ταλαιπωρίης, ὁκόταν <lb/>ῥαγῇ τὰ
                        φλέβια τὰ ἐς τὸν νεφρὸν τείνοντα, ἔπειτα ὁ νεφρὸς αἵματος <lb/>ἐμπλησθῇ.
                        Οὗτος ὁκόταν ταῦτα πάθῃ, ἐξουρέει ἅμα τῷ οὔρῳ αἷμα <lb/>κατ’ ἀρχὰς τοῦ
                        νουσήματος, ἔπειτα πῦον προϊόντος τοῦ χρόνου. <lb/>Οὗτος ἢν ἡσυχίην ἔχῃ τῷ
                        σώματι, τάχιστα ὑγιὴς ἔσται· ἢν γάρ τι <lb/>πονήσῃ, αἱ ὀδύναι πολλῷ μᾶλλον
                        ἕξουσιν. Ὁκόταν γοῦν ἔμπυος ᾖ <lb/>ὁ νεφρὸς, ἀποιδέει παρὰ τὴν ῥάχιν·
                        τοῦτον, ὅταν οὕτως ἔχῃ, τάμνειν <lb/>κατὰ τὸ ἀποιδέον, μάλιστα μὲν βαθείην
                        τομὴν κατὰ τὸν νεφρόν· κἢν <lb/>μὲν τύχῃς ταμὼν, παραχρῆμα ὑγιέα ποιήσεις·
                        ἢν δὲ ἁμάρτῃς, κίνδυνος <lb/>ἕλκος ἔμμοτον γενέσθαι. Ἢν δὲ ξυμφυῇ τὸ ἕλκος,
                        ἐμπυοῦται <lb/>εἴσωθεν ἡ κοιλίη ἡ ἀπὸ τοῦ νεφροῦ· κἢν μὲν ῥαγῇ ἔσωθεν καὶ
                        χωρήσῃ <lb/>κατὰ τὸν ἀρχὸν τὰ πῦα, ἐλπὶς ἐκφυγέειν· ἢν δὲ ψαύσῃ τοῦ ἑτέρου
                        <lb/>νεφροῦ, κινδυνεύσει καταφθαρῆναι. Μελετῇν δὲ φαρμάκοισι καὶ <lb/>τοῖσιν
                        αὐτοῖσι πᾶσιν, οἷσι καὶ τὸν πρόσθεν, καὶ τὴν δίαιταν τὴν αὐτὴν <lb/>ἐχέτω·
                        αὕτη δὲ ἡ νοῦσος χαλεπὴ, καὶ πολλοὶ ἐκ ταύτης τῆς <lb/>νούσου ἐς φθίσιν
                        νεφρίτιδα κατέστησαν. </p></div></div></body></text></TEI>