<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝΤΟΣ ΠΑΘΩΝ.</head><p>1. Ἢν ἡ τοῦ πλεύμονος ἀρτηρίη ἑλκωθῇ ἤ τι ῥαγῇ τῶν φλεβίων <lb/>τῶν λεπτῶν,
                        τῶν κατακρεμαμένων ἐς τὸν πλεύμονα, ἢ τῶν συρίγγων <lb/>τῶν διὰ τοῦ
                        πλεύμονος τεταμένων, καὶ συῤῥαγέωσιν ἐς ἀλλήλας <lb/>καὶ αἵματος πλησθῶσι,
                        διασπῶνταί τε καὶ καταῤῥήγνυνται διὰ <lb/>τάσδε τὰς αἰτίας μάλιστα· διὰ
                        ταλαιπωρίην, διὰ δρόμους, διὰ πτώματα, <lb/>διὰ πληγὰς, δι’ ἐμέτους βιαίους
                        γινομένους, διὰ πυρετούς· <lb/>τάδε οὖν πάσχει· τὸ μὲν πρῶτον βὴξ ἴσχει
                        ξηρή· ἔπειτα ὀλίγῳ ὕστερον <lb/>ἀποπτύει τὸ σίαλον ὕφαιμον, τοτὲ δὲ καθαρόν.
                        Οὗτος ἢν μὲν ἐν <lb/>τάχει παύσηται τῆς νούσου· ἢν δὲ μὴ, προϊόντος τοῦ
                        χρόνου τὸ αἷμα <lb/>πλεῖον χωρέει, ἐνίοτε μὲν καθαρόν· ἔστι δ’ ὅτε καὶ
                        ὑπόσαπρον· πολλάκις <lb/>δὲ καὶ ἡ φάρυγξ λανθάνει αἵματος πιμπλαμένη· ἔπειτα
                        θρόμβους <lb/>αἵματος ἐκβράσσεται κατ’ ὀλίγον θαμινά· ἐνίοτε καὶ ὀδμὴ
                        <lb/>βαρείη ἀπ’ αὐτῶν γίνεται, καὶ ἡ φάρυγξ ἔστιν ὅτε τινὸς ἄχνης πίμπλαται,
                        <lb/>καὶ ῥῖγος καὶ πυρετὸς ἐπιλαμβάνει, κατ’ ἀρχὰς μὲν τῆς <lb/>νούσου
                        σφόδρα, προϊούσης δὲ βληχρότερον καὶ ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε <lb/>ἐπιλαμβάνει, καὶ
                        ὀδύνη ἐνίοτε ἔγκειται ἐν τοῖσι στήθεσι καὶ ἐν τῷ <lb/>μεταφρένῳ καὶ ἐν τῇσι
                        πλευρῇσι, καὶ ὁκόταν τὸ αἷμα παύσηται <lb/>πτύων, σίαλον πολλὸν ἀποπτύει
                        ὑγρὸν, ἐνίοτε δὲ καὶ γλίσχρον. Ταῦτα <lb/>μὲν οὖν οὕτω πάσχει, μέχρι
                        τεσσαρεσκαίδεκα ἡμέραι παρέλθοιεν· <lb/>μετὰ δὲ ταύτας ἢν μὴ παύσηται τὸ
                        νούσημα, λεπίδας ἀπὸ τῆς ἀρτηρίης <lb/>ἀποβήσσων ἀποσπᾷ, οἵας περ ἀπὸ
                        φλυκταινίδων, καὶ ὀδύνη <lb/>ἐμπίπτει ἐς τὰ στήθεα καὶ ἐς τὸ μετάφρενον καὶ
                        ἐς τὸ πλευρὸν, καὶ <lb/>τῶν ὑποχονδρίων ὡς ἕλκος ψαυόμενος ἀλγέει. Τούτῳ
                        ξυμφέρει ἡσυχίην <pb n="168"/> ὡς μάλιστα τῷ νοσήματι ἔχειν ἔσω, ἢν οὕτως
                        ἔχῃ· ἢν γάρ τι <lb/>πονήσῃ, ὅ τε πόνος ὀξύτερος καὶ ἡ βὴξ μᾶλλον ἢ τὸ
                        πρότερον πιέζει, <lb/>καὶ τὸ ῥῖγος καὶ ὁ πθρετὸς μᾶλλον ἔχει, καὶ ἢν πταρῇ,
                        ἡ ὀδύνη <lb/>ὀξείη προσέβαλεν· ἀλγέει δὲ καὶ ἐν τῇ εὐνῇ, ὁκόταν
                        περιστρέφηται. <lb/>Τούτῳ χρὴ προσφέρειν σιτία μὲν τὰ αὐτὰ, ἃ καὶ τῷ ἐμπύῳ,
                        ταῦτα <lb/>δὲ οὐ πολλά· τῶν δὲ ὄψων τούτοισι χρέεσθαι, ἰχθύσι μὲν ῥίνης ἢ
                        <lb/>φάγρου ἢ γαλεοῦ τοῦ μεγάλου τοῦ γλαυκοῦ, ἢ τῶν ἀλλῶν τῶν τοιούτων,
                        <lb/>πᾶσιν ἐν ῥόῳ καὶ ὀριγάνῳ ἠρτυμένοισι· κρέας δὲ ἐσθιέτω <lb/>ἀλέκτορος
                        ὀπτὸν ἄναλτον, ἢ αἰγὸς ἑφθὸν, καὶ οἴνῳ αὐστηρῷ ὡς <lb/>παλαιοτάτῳ καὶ ἡδίστῳ
                        μέλανι χρεέσθω, περιπάτοισι δὲ μετρίοισι, <lb/>πλὴν ταῦτα πυρετοῦ μὴ
                        ἔχοντος· ἢν δὲ πυρετὸς ἔχῃ, ῥοφήματι <lb/>ἀλεύρῳ ἢ κέγχρῳ χρεέσθω· ἢν δὲ
                        σιτία προσφέρηται, ὀλίγα προσφερέσθω, <lb/>καὶ ὄψα τὰ διαχωρητικά. Κἢν μὲν
                        φαρμάκου σοι δοκέῃ <lb/>δέεσθαι, ὑποκαθῆραι αὐτὸν τῷ Κνιδίῳ κόκκῳ ἢ τῇ
                        τιθυμαλίδι, καὶ <lb/>μετὰ τὴν κάθαρσιν ἀλεύρου ἑφθοῦ δοῦναι δύο τρυβλία
                        ἐκροφέειν λιπαροῦ· <lb/>εἶτα ἀνακομίζειν ὡς μάλιστα, ὅκως ἥκιστα λεπτὸς ᾖ·
                        προς <lb/>γὰρ τὴν νοῦσον οὐ ξυμφέρει λεπτὸν εἶναι. Καὶ περιπάτους ὀλίγους
                        <lb/>τὸ πρῶτον ποιέεσθαι, ὡς μὴ κόπος ἐπιλάβῃ· πυριῇν δὲ ἄλλοτε καὶ
                        <lb/>ἄλλοτε, καὶ ᾗ ἂν πυριηθῇ ἡμερῃ, ἄσιτος ἔστω πλὴν ἀλεύρου ἑφθοῦ,
                        <lb/>οὗπερ τρυβλίον ἐκροφεέτω, ὕδωρ δὲ πινέτω· τῇ δὲ ὑστεραίῃ ἔλασσον <lb/>ἢ
                        ὡς μεμαθήκει φαγέτω, καὶ πινέτω οἶνον μέλανα, ἡδὺν, αὐστηρὸν, <pb n="170"/>
                        ὀλίγον· τὸ δὲ λοιπὸν δὶς ἢ τρὶς τῆς ἡμέρης τὰ σττία διδόναι τούτῳ,
                        <lb/>μέχρι καταστήσῃς τὴν κοιλίην, διδοὺς κατ’ ὀλίγον· ἐκ γὰρ τῶν πυρετῶν
                        <lb/>καὶ τῆς ἀσιτίης, ἢν μὲν τὸ στόμα ζητέῃ, ἡ δὲ κοιλίη οὐκ <lb/>ἐθέλῃ
                        δέξασθαι, ἀθρόον δεξαμένη φλεγμαίνει. Ἀλλὰ κατ’ ὀλίγον <lb/>διδόναι χρή· ἢν
                        γὰρ ἀθρόον δῷς καὶ ὀλίγα πονήσῃ τοῖσι περιπάτοισιν, <lb/>οὐ διαψύχεται ἡ
                        κοιλίη, ἅτε ἀτρέμα ξυνεστηκότων τῶν βρωτῶν· <lb/>διὸ καὶ πυρετὸς φιλέει
                        ἐπιγίνεσθαι, καὶ τοῦ μὲν χειμῶνος ἧσσον, τοῦ <lb/>δὲ θέρεος κίνδυνος μᾶλλον
                        ἐξαμαρτεῖν. Τοῦτον ἀνακομίζειν δεῖ ὡς <lb/>μάλιστα, ὅκως ἂν ὡς παχύτατος ᾖ,
                        καὶ τοῖσι περιπάτοισι μετρίοισι <lb/>χρεέσθω, καὶ παλαιέτω ἧσσον ἑωυτοῦ, καὶ
                        πονεέτω ὀλίγα τὸ <lb/>πρῶτον, ἔπειτα δὲ πλείω, πολλὰ δὲ οὐδέποτε, Ταῦτα ἢν
                        ποιέῃ, <lb/>ὑγιὴς ἔσται τάχιστα· ἢν δὲ λεπτὸς γίνηται διὰ τὴν ταλαιπωρίην,
                        <lb/>ἀνιέτω καὶ ᾑσυχίην ἐχέτω. Οὗτος μήτε πρὸς ἄνεμον δράμῃ ὑγιὴς <lb/>ἐὼν
                        ὀξέως, μήτε ἐφ’ ἵππον μήτε ἐπὶ ζεῦγος, ἀνωβῇ· φυλασσέσθω δὲ <lb/>καὶ βοὴν
                        καὶ ὀξυθυμίην· κίνδυνος γὰρ τὴν νοῦσον πάλιν ἀναλαβεῖν, <lb/>ἀλλᾲ
                        φυλάσσεσθαι χρὴ τούτων ἁπάντων. Ἢν δὲ τοῦ σίτου ἀποκλεισθῇ, <lb/>ὀρόβους
                        φώσας τὰ κέλυφα ἀποκαθῆραι, εἶτα βρέξας αὐτοὺς ἐν ὕδατι <lb/>τρεῖς ἡμέρας,
                        ἐφ’ ἑκάστην δὲ ἡμέρην ἀποχέειν τὸ ὕδωρ καὶ ἄλλο <lb/>ἐπεγχέειν· ἔπειτα τῇ
                        τετάρτῃ ἡμέρῃ ἀπηθῆσαι καὶ ξηρῆναι, εἶτα <lb/>ἀλέσας λεπτότατα διασῆσαι, καὶ
                        λίνου καρπὸν φώσας, κόψαι λεῖον, <lb/>καὶ σήσαμον φώσας, κόψαι λεῖον, καὶ
                        ἄλφιτα ἄναλτα καθαρὰ λεπτά· <lb/>καὶ τῶν μὲν ὀρόβων καὶ ἀλφίτων ἴσον
                        ἑκατέρου ἔστω, τοῦ δὲ σησάμου <lb/>τρίτον μέρος, τοῦ δὲ λίνου ἥμισυ μιῆς
                        μερίδος· ταῦτα ἐν γάλακτι αἰγείῳ <lb/>ἑψήσας, ὡς ὑγρότατα ῥοφέειν. Μετὰ δὲ
                        ταῦτα διδόναι αὐτῷ ἐς ἄριστον <pb n="172"/> σιτία καθαρὰ καὶ ὄψα τῶν
                        ἰσχυροτέρων· οἶνον δὲ τὸν αὐτὸν πινέτω. <lb/>Διδόναι δὲ αὐτῷ καὶ τῶν ῥιζέων
                        τῶν πρὸς ταῦτα τὰ ῥήγματα τῆς <lb/>κενταυρίης ἐπ’ οἶνον ἐπιξύων· διδόναι δὲ
                        καὶ τοῦ δρακοντίου ἐπ’ οἶνον <lb/>ἐπιξύων· διδόναι δὲ καὶ τῆς βηχὸς ἕνεκα ἐν
                        μέλιτι τὸ δρακόντιον <lb/>ξύων λείχειν. Κἢν τὸ ἕψημα τὸ ἐν τῷ γάλακτι μὴ
                        φάσκῃ δυνατὸς εἶναι <lb/>ῥοφέειν, γάλα βόειον ὡς πλεῖστον πινέτω τρίτον
                        μέρος τοῦ μελικρήτου <lb/>προσμίσγων. Καὶ οὕτω τάχιστα ὑγιὴς ἔσται, ἡ δὲ
                        νοῦσος θεραπηΐης <lb/>δέεται πολλῆς, χαλεπὴ γάρ. Ἢν δὲ θεραπευθεὶς ὑγιής τε
                        γενόμενος <lb/>μὴ ἐν φυλακῇ ἔχῃ ἑωυτὸν, τοῖσι πολλοῖσιν ὑποτροπιάσασα ἡ
                        νοῦσος <lb/>αἰτίη ἀπωλείης ἐγένετο. Οὗτος ἢν μὲν ὑπὸ ταύτης τῆς θεραπηΐης
                        <lb/>ἰηθῇ, ἅλις· ἢν δὲ μὴ, παχύνας αὐτὸν γάλακτι, καῦσαι τά τε στήθεα
                        <lb/>καὶ τὸ μετάφρενον· ἢν γὰρ τύχῃς καύσας, ἐλπὶς ἐκφυγέειν τῆς
                        <lb/>νούσου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Ἢν δὲ ἀρτηρίη σπασθῇ ἤ τις τῶν φλεβῶν τῶν τεινουσῶν ἐς <lb/>τὸν πλεύμονα,
                        τάδε πάσχει· κατ’ ἀρχὰς μὲν τῆς νούσου βὴξ ἴσχει <lb/>ὀξείη, καὶ ῥῖγος, καὶ
                        πυρετὸς, καὶ τὸ σίαλον ἀποπτύει πουλύ τε καὶ <lb/>λευκὸν καὶ ἀφρῶδες, ἄλλοτε
                        δὲ ὕφαιμον, καὶ ὀδύνη τὴν κεφαλὴν καὶ <lb/>τὸν τράχηλον ἴσχει. Αὕτη ἡ νοῦσος
                        ἰσχυροτέρη τῆς πρόσθεν, καὶ <lb/>μέχρι μὲν δέκα ἡμερέων τῶν πρώτων τοιαῦτα
                        πάσχει· ἔπειτα οἱ <lb/>πολλοὶ τῇ ἑνδεκάτῃ πῦα ἀποπτύουσι παχέα· βιαίως·
                        ἡμέρῃ δὲ τετάρτῃ <lb/>καὶ δεκάτῃ καθαρώτερα ἀποπτύει, ἢν φύξιμος ᾖ, καὶ τῇ
                        <lb/>ὀδύνῃ ἧσσον πονέει, καὶ ἐν τάχει ὑγιὴς γίνεται. Ἢν δὲ μέλλῃ
                        πουλυχρόνιος <lb/>ἡ νοῦσος ἔσεσθαι, τά τε πῦα πολλῷ πλείονα ἀποπτύει, <pb n="174"/> καὶ ὁ ἄλλος πόνος ἐν τῷ σώματι πολλῷ ἔνι πλείων· αἱ δὲ θέρμαι
                        <lb/>βληχρότεραι ἔχουσιν ἢ τὸ πρίν. Τοῦτον ἢν λάβῃς κατ’ ἀρχὰς, ὑποκαθῆραι
                        <lb/>κάτω ὀπῷ σκαμμωνίης, ἢν ἀπύρετος ᾖ· μετὰ δὲ τὴν κάθαρσιν
                        <lb/>προσφερέσθω ταὐτὰ ἃ καὶ πρόσθεν, καὶ τἄλλα τὰ αὐτὰ προσφερέσθω,
                        <lb/>ἡσυχίην ἔχων ὡς μάλιστα τῷ σώματι, καὶ μαλθακῶς <lb/>κοιμάσθω· ταῦτα
                        μὲν κατ’ ἀρχὰς ποιεέτω μέχρι τῶν δέκα ἡμερέων. <lb/>Ἢν δὲ ἔμπυος γένηται, τὰ
                        αὐτὰ ἃ καὶ ὁ πρόσθεν ποιεέτω· ἢν δὲ <lb/>ὑγιὴς γένηται, τῶνδε χρὴ ἀπέχεσθαι,
                        σιτίων μὲν καὶ ποτῶν ὀξέων <lb/>καὶ δριμέων καὶ ἁλικῶν καὶ λιπαρῶν·
                        ταλαιπωρίης δὲ, ἀπέχεσθαι τῶν <lb/>αὐτῶν ὧν καὶ ὁ πρόσθεν. Ταῦτα ἢν ποιέῃ,
                        τάχιστα τῆς νούσου <lb/>ἀπαλλαγήσεται· ἢν δέ τι τουτέων μὴ ποιήσῃ,
                        κινδυνεύσει πάλιν <lb/>ὑποτροπιάσαι, καὶ ἡ νοῦσος κάκιον ἔχει· καὶ γὰρ οἱ
                        πολλοὶ πλευμοῤῥωγέες <lb/>ἐόντες διατελέουσιν, ἕως ἂν ἀποθάνωσιν. Τοῦτον ἢν
                        μὴ <lb/>παραχρῆμά τις ἰήσηται, ὑποτροπιασάσης τῆς νούσου, οὐκ ἂν μετὰ
                        <lb/>ταῦτα ἔχοις ὠφελῆσαι, ἢν μὴ τάδε ποιήσῃς· γάλακτι βοείῳ παχύνας,
                        <lb/>καῦσαι τὰ στήθεα καὶ τὸ μετάφρενον· ἢν γὰρ τύχῃς καύσας, ἡ <lb/>αὐτὴ ἂν
                        ὠφελείη γένοιτο. Ἡ δὲ νοῦσος ἀπὸ τῶν αὐτέων ἁμαρτάδων <lb/>γίνεται ὧν καὶ ἡ
                        πρόσθεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Πλευμονὶς δὲ γίνεται ἀπὸ τῶνδε μάλιστα· ὁκόταν ὁ πλεύμων <lb/>αἷμα ἑλκύσας
                        ἐφ’ ἑωυτὸν ἢ φλέγμα ἁλμυρὸν μὴ ἀφῇ πάλιν, ἀλλ’ <lb/>αὐτοῦ ξυστραφῇ καὶ
                        ξυμπαγῇ, ὑπὸ τουτέων φύματα φιλέει γίνεσθαι <lb/>ἐν τῷ πλεύμονι καὶ
                        ἐμπυοῦσθαι. Οὗτος τάδε πάσχει κατ’ ἀρχὰς καὶ <lb/>διὰ παντὸς τοῦ νουσήματος·
                        βὴξ ὀξείη ξηρὴ ἴσχει, καὶ ῥῖγος, καὶ <lb/>πυρετὸς, καὶ ὀδύνη ἐν τοῖσι
                        στήθεσι καὶ ἐν τῷ μεταφρένῳ ἔγκειται, <pb n="176"/> ἐνίοτε δὲ καὶ ἐν τῷ
                        πλευρῷ· καὶ ὀρθοπνοίη σφοδρὴ ἐμπίπτει. Οὑτος <lb/>μέχρι μὲν τεσσαρεσκαίδεκα
                        ἡμερέων τοιαῦτα πάσχων διατελέει, <lb/>πολλάκις δὲ καὶ πλείονας, ἔπειτα
                        ῥήγνυται πῦα, καὶ ἀποπτύει πολλόν· <lb/>πολλάκις δὲ ἀποπτύει καὶ οἷον
                        ἀραχνίων χιτῶνας, πολλάκις δὲ <lb/>καὶ ὕφαιμον. Κἢν μὲν ἀποκαθαρθῇ καὶ
                        ἀπισχνωθῇ ἐν τάχει ὁ πλεύμων, <lb/>ἐλπὶς ἐκφυγέειν· ἢν δὲ προσέχῃ, ἡ νοῦσος
                        ἐπ’ ἐνιαυτὸν παρατείνει, <lb/>καὶ μεταβάλλει ἄλλοτε ἀλλοῖα πάσχων. Τούτῳ χρὴ
                        κατ’ ἀρχὰς <lb/>μὲν, πρὶν ἢ τὰ πῦα ῥαγῆναι, προσφέρειν τάδε· ὁκόταν ἀνῇ ὁ
                        <lb/>πυρετὸς, λούειν πολλῷ θερμῷ, καὶ ῥοφήμασι πολλοῖς χρέεσθαι·
                        <lb/>πτισάνης χυλῷ καθέφθω μέλι παραχέας, ὁκόταν ἑφθὸν ᾖ, ῥοφεέτω, <lb/>καὶ
                        οἶνον πινέτω γλυκὺν λευκὸν, ἢ μελίκρητον ἑφθόν. Ὁκόταν. <lb/>δ’ ἅπαξ ἄρξηται
                        πῦα ἀποπτύειν, πινέτω τὰ αὐτὰ, ἃ καὶ ὁ πρόσθεν <lb/>ἔμπυος, καὶ σιτίοισι καὶ
                        ποτοῖσι καὶ ὄψοισι τοῖς αὐτοῖσι χρεέσθω, <lb/>ἀπεχόμενος ὀξέων καὶ δριμέων
                        καὶ ἁλυκῶν καὶ λιπαρῶν καὶ λαγνείης <lb/>καὶ θωρηξίων, ἢν μὴ τῇ νούσῳ
                        πρόσφορον ᾖ· ἐς χρῶμα δὲ ὁρέων <lb/>μελετᾷν, ὁκοίων δή τινων δοκέει, σοι
                        δεῖσθαι· τὰ δ’ ἄλλα τὰ αὐτὰ <lb/>ποιεέτω· πινέτω δὲ καὶ γάλα βοὸς καὶ αἰγὸς
                        τὴν ὥρην· πρόσθεν δὲ <lb/>ὑποκαθηράσθω γάλακτι ὀνείῳ ἐφθῷ· πινέτω δὲ καὶ τὸ
                        ἵππειον γάλα <lb/>σεσσμένον ἑκάστης ἡμέρης ἕωθεν τρικότυλον κύλικα, ἢν ᾖ
                        δυνατός. <lb/>Ἢν μὲν οὖν οὕτω μελετώμενος ῥηΐσῃ, καὶ μὴ ῥαγῇ τὰ πῦα ἐς τὰ
                        <lb/>στήθεα, αὐτὸς ἑωυτὸν θεραπευέτω ἡσυχίην ἔχων τῷ σώματι ὡς μάλιστα
                        <lb/>καὶ τὰ ξύμφορα προσφέρων ἑωυτῷ. Ἢν δὲ ῥαγῇ τὰ πῦα ἐς τὰ <lb/>στήθεα,
                        ὅπη ἄν σοι δοκέῃ ἀποσημαίνειν μάλιστα, ταύτῃ ταμὼν ἢ <pb n="178"/> καύσας,
                        ἀφιέναι τοῦ πύου ὀλίγον τὸ πρῶτον· τὰ δ’ ἄλλα ποιέειν τὰ <lb/>αὐτὰ, ἃ καὶ
                        ἐπὶ τοῦ πρόσθεν ἐμπύου γενομένου γεγράφαται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Ἢν ἐν πλεύμονι κιρσὸς ἐγγένηται, βὴξ ξηρὴ ἐπιλαμβάνει; <lb/>καὶ ῥῖγος, καὶ
                        πυρετὸς, κατ’ ἀρχὰς μὲν τῆς νούσου πάνυ σφόδρα· <lb/>ἔχει δὲ καὶ ὀρθοπνοίη,
                        καὶ ἐν τῇ κεφαλῇ ἡ ὀδύνη ἐνέστηκε, καὶ αἱ <lb/>ὀφρύες δοκέουσιν
                        ἐπικρέμασθαι, καὶ οἴδημα κατέρχεται ἐς τὸ πρόσωπον <lb/>καὶ ἐς τὰ στήθεα καὶ
                        ἐς τοὺς πόδας· πολλάκις δὲ καὶ ἐς τὴν <lb/>κεφαλὴν ἐρείδει, καὶ ὑπὸ τῆς
                        ὀδύνης, ὅταν ὁ πόνος ἔχῃ, οὐ δύναται <lb/>ἀνορῇν· τὸ δὲ σῶμα ὕπωχρον, καὶ αἱ
                        φλέβες δι’ αὐτοῦ διατείνουσιν <lb/>ἢ φλόγιαι ἢ μέλαιναι. Τοῦτον, ὁκόταν
                        οὕτως ἔχῃ καὶ ὁ πόνος μάλιστα <lb/>πιέζῃ, πρῶτον μὲν αἷμα ἀφαιρέειν· ἔπειτα
                        λούειν πολλῷ καὶ <lb/>θερμῷ, καὶ ὁκόταν δίψα ἔχῃ, πίενειν διδόναι κυκεῶνα ἐν
                        οἴνῳ μέλανι <lb/>αὐστηρῷ, ὡς ἡδίστῳ, ἴσον ἴσῳ κεράσας· ψυχρὸν δὲ χρὴ μάλιστα
                        <lb/>πίνειν· ῥοφήμασι χρέεσθαι πτισάνης χυλῷ καθέφθῳ, μέλι χρηστὸν
                        <lb/>παραχέας. Ταῦτα χρὴ προσφέρειν ἐν τῇσι πρώτῃσι τῶν ἡμερέων <lb/>τῇσι
                        τεσσαρεσκαίδεκα. Ἢν δὲ ἐπὶ πλεῖον ἡ νοῦσος ἔχῃ, ὅ τε πόνος <lb/>πλείων ᾖ ἐν
                        τῷ σώματι. καὶ ἀδυναμίη ἐνῇ, τούτῳ δὴ οὕτως <lb/>ἔχοντι ταὐτὰ προσφέρειν, ἃ
                        καὶ ἐν τῷ πυοῤῥοοῦντι τὸν πλεύμονα, <lb/>ὁκόταν αἱ δεκατέσσαρες ἡμέραι
                        παρέλθωσιν. Αὕτη ἡ νοῦσος γίνεται <lb/>ἀπὸ ταλαιπωρίης καὶ χολῆς μελαίνης.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ὁκόταν τὰ κοῖλα φλέβια τὰ διέχοντα ἐν τῷ πλεύμονι πλησθῇ <lb/>αἵματος ἢ
                        χολῆς μελαίνης, ξυῤῥήξῃ τε τὰ φλέβια ἐς ἄλληλα, ἅτε ἐν <lb/>στενοῖσιν ἐόντα
                        καὶ ἐπειλημμένα καὶ ἔξοδον οὐκ ἔχοντα, ὀδύνην παρέχει <lb/>καὶ φῦσαν ἐν τῷ
                        πλεύμονἶ. Αὕτη ἡ νοῦσος χαλεπὴ καὶ θεραπηΐης <pb n="180"/> δεομένη πολλῆς·
                        εἰ δὲ μὴ, οὐκ ἐθέλει ἐκλιπεῖν τὸν κάμνοντα, <lb/>καὶ ὡς τὰ πολλὰ ἐν τοῖσι
                        πολλοῖσι ξυναποθνήσκει. </p></div></div></body></text></TEI>