<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg030.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ἢν δὲ ἐν χωρίῳ ᾖ, ὃ μὴ οἷόν τε τάμνειν, βαθείη δὲ καὶ ἡ <lb/>σύριγξ, ἄνθει
                        χαλκοῦ καὶ σμύρνῃ καὶ λίτρῳ οὔρῳ διεὶς, κλύζειν, <lb/>καὶ ἐς τὸ στόμα τῆς
                        σύριγγος μολύβδιον ἐντιθέναι, ὅπως μὴ ξυμφύηται· <lb/>κλύζειν δὲ πτεροῦ
                        σύριγγα προσδήσας πρὸς κύστιν, καὶ <pb n="454"/> καθεὶς ἐς τὴν σύριγγα, πρὸς
                        τοῦτο διάγειν κλύζων. Ὑγιὴς δὲ οὐ γίνεται, <lb/>ἢν μὴ τμηθῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν ὁ ἀρχὸς φλεγμήνῃ, καὶ ὀδύνη ἔχῃ καὶ πυρετὸς, καὶ ἐς <lb/>ἄφοδον θαμινὰ
                        καθίζῃ, καὶ μηδὲν ὑποχωρέῃ, καὶ ὑπὸ τοῦ φλέγματος <lb/>δοκέῃ ἐξιέναι ἡ ἕδρη,
                        καὶ ἐνίοτε στραγγουρίη ἐπιλαμβάνῃ, τοῦτο τὸ <lb/>νόσημα γίνεται, ὅταν φλέγμα
                        ἐς τὸν ἀρχὸν καταστηρίξῃ ἐκ τοῦ σώματος. <lb/>Ξυμφέρει δὲ τὰ θερμά· δύναται
                        γὰρ τάδε προσφερόμενα λεπτύνειν <lb/>καὶ ἐκτήκειν τὸ φλέγμα, καὶ ἅμα τῷ
                        δριμεῖ τὸ ἁλμυρὸν ἐξυδατοῦν, <lb/>ὥστε μὴ εἶναι τὸ καῦμα μηδὲ δῆξίν τινα ἐν
                        τῷ ἐντέρῳ. <lb/>Θεραπεύειν οὖν χρὴ ὧδε· καθίζειν ἐς ὕδωρ θερμὸν, καὶ
                        τρίψαντα <lb/>τοῦ κόκκου τοῦ κνιδίου ἑξήκοντα κόκκους διεῖναι ἐν οἴνου
                        κοτύλῃ καὶ <lb/>ἐλαίου ἡμικοτυλίῳ, χλιήνας, κλύσον. Ἄγει δὲ ταῦτα φλέγμα καὶ
                        <lb/>κόπρον. Ὅταν δὲ μὴ ἐν τῷ ὕδατι καθίζῃ, ὠὰ ἑψήσας ἐν οἴνῳ μέλανι
                        <lb/>εὐώδει προστιθέναι πρὸς τὴν ἕδρην, ὑποπετάσας τι κάτωθεν <lb/>θερμὸν, ἢ
                        κύστιν ὕδατος θερμοῦ πλήσας, ἢ λίνου σπέρμα πεφωσμένον <lb/>ἀλέσας, τρίψας
                        καὶ μίξας ἴσον ἄλητον ἐν οἴνῳ μέλανι καὶ εὐώδει <lb/>καὶ ἐλαίῳ, καταπλάσσειν
                        ὡς θερμοτάτῳ· ἢ κριθὰς μίξας, ἢ στυπτηρίην <lb/>αἰγυπτίην τετριμμένην,
                        καταπλάσσειν τε καὶ πυριῇν· ἔπειτα <lb/>πλάσας βάλανον μακρὴν, καὶ χλιαίνων
                        πρὸς πυρὸς, τοῖσι δακτύλοισι <lb/>προσπλάσσειν· ἔπειτα ἀκροχλίηρον ποιέων
                        ἐντιθέναι ἐς τὴν ἕδρην· τὰ <lb/>ἔξωθεν δὲ κηρωτῇ περιαλεῖψαι, καὶ
                        καταπλάσσειν σκορόδοισιν <lb/>ἑφθοῖσιν ἐν οἴνῳ μέλανι κεκρημένῳ. Ἐπὴν δὲ
                        ἐξαιρέῃς, ἐς ὕδωρ θερμὸν <lb/>ἐφίζειν, καὶ συμμίξας χυλὸν στρύχνου καὶ χηνὸς
                        καὶ ὑὸς στέαρ <lb/>καὶ χρυσοκόλλαν καὶ ῥητίνην καὶ κηρὸν λευκὸν, ἔπειτα
                        διατήξας ἐν <lb/>τῷ αὐτῷ, καὶ ξυμμίξας, τούτοισιν ἐγχρίειν, καὶ ἕως ἂν
                        φλεγμαίνῃ, <pb n="456"/> καταπλάσσειν τοῖσι σκορόδοισι θερμοῖσι. Καὶ ἢν μὲν
                        πρὸς ταῦτα ἀπαλλάσσηται <lb/>τῆς ὀδύνης, ἀρκείτω· ἢν δὲ μὴ, πίσαι τὸ
                        μηκώνιον τὸ <lb/>λευκόν· ἢν δὲ μὴ, ἄλλο ὅ τι φλέγμα καθαίρει· διαιτᾷν δὲ,
                        ἕως ἂν <lb/>φλεγμαίνῃ, ῥυφήμασι κούφοισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἡ δὲ στραγγουρίη ἐπιπίπτει ἐκ τῶνδε· θερμαινομένη ἡ κύστις <lb/>ἐκ τοῦ
                        ἀρχοῦ προσάγεται τῇ θερμότητι φλέγμα· ὑπὸ δὲ τοῦ φλέγματος <lb/>στραγγουρίη
                        γίνεται. Ἢν μὲν οὖν ἅμα τῇ νούσῳ παύηται, φιλέει <lb/>γὰρ ὡς τὰ πολλὰ οὕτω
                        γίνεσθαι· ἢν δὲ μὴ, δίδου τῶν φαρμάκων <lb/>τῶν στραγγουρικῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ἢν δὲ ὁ ἀρχὸς ἐκπίπτῃ, ἀνώσας σπόγγῳ μαλθακῷ, καὶ καταχρίσας <lb/>κοχλίῃ,
                        τῶν χειρῶν δήσας, ἐκκρέμασον ὀλίγον χρόνον, <lb/>καὶ εἴσεισιν. Ἢν δὲ μεῖζον
                        ἐκπέσῃ καὶ μὴ μένῃ ἔνδον, διαζώσας ἐν <lb/>τῇσι λαγόσι, καὶ ὑφεὶς ὄπισθεν ἐκ
                        τοῦ διαζώματος ταινίην, ὤσας <lb/>ἔσω τὸν ἀρχὸν, προσθεῖναι σπόγγον μαλθακὸν
                        βρέξας ὕδατι θερμῷ, <lb/>ἐνεψήσας λωτοῦ πρίσματα· καταχέαι δὲ καὶ κατὰ τοῦ
                        ἀρχοῦ ἀπ’ <lb/>αὐτοῦ τοῦ ὕδατος, τὸν δὲ σπόγγον ἐκπιέσαι· ἔπειτα ὑποτείνας
                        τὴν <lb/>ταινίην διὰ μέσων τῶν σκελέων, ἀναδῆσαι περὶ τὸν ὀμφαλόν. Ὅταν
                        <lb/>δὲ θέλῃ ἀφοδεύειν, ἐπὶ λασάνοισιν ὡς στενοτάτοισιν ἀφοδευέτω· <lb/>ἢν
                        δὲ παιδίον ᾖ, ἐπὶ γυναικὸς τῶν ποδῶν, πρὸς τὰ γούνατα προσκλιθείς. <lb/>Ὅταν
                        δὲ ἀφοδεύῃ, τὰ σκέλεα ἐκτεινάτω· οὕτω γὰρ ἂν <lb/>ἥκιστα ἐκπίπτοι ἡ ἕδρη. Ἢν
                        δὲ ὑγραίνηται ὁ ἀρχὸς, καὶ ἰχὼρ ἀποῤῥέῃ, <lb/>περινίψαι τρυγὶ κεκαυμένῃ καὶ
                        ὕδατι ἀπὸ μυρσίνης, καὶ ἀδίαντον <lb/>ξηρήνας καὶ κόψας, διασήσας,
                        κατάπασσε. Ἢν δὲ αἱμοῤῥοῇ, <lb/>περινίψας τοῖσιν αὐτοῖσι, χαλκῖτιν καὶ
                        πρίσμα κυπαρίσσου ἢ κέδρου <pb n="458"/> ἢ πίτυος ἢ τερμίνθου τρίψας,
                        συμμίξας τῇ χαλκίτιδι ἴσον, καταπλάσσειν, <lb/>τὰ ἔξωθεν δὲ κηρωτῇ παχείῃ
                        περιαλείφειν. Ὁκόταν ἀρχὸς <lb/>ἐκπίπτῃ καὶ μὴ θέλῃ κατὰ χώρην μένειν,
                        σίλφιον ὅτι ἄριστον καὶ <lb/>πυκνότατον ξύσας λεπτὸν καταπλάσσειν. Καὶ τοῦ
                        πταρμικοῦ φαρμάκου <lb/>πρὸς τὴν ῥῖνα προστιθέναι καὶ παροξύνειν τὸν
                        ἄνθρωπον. Ἢ <lb/>ὕδατι θερμῷ περιπλύνας σίδια, καὶ στυπτηρίην τρίψας ἐν οἴνῳ
                        λευκῷ, <lb/>καταχέαι τοῦ ἀρχοῦ, ἔπειτα ῥάκεα ἐμβαλεῖν, καὶ τοὺς μηροὺς
                        <lb/>ξυνδῆσαι ἡμέρας τρεῖς, καὶ νηστευέτω, οἶνον δὲ πινέτω γλυκύν. Ἢν
                        <lb/>δὲ μηδὲ οὕτω διαχωρέῃ, μίλτον μίξας ὁμοῦ μέλιτι διαχριέτω. Ἀρχὸς
                        <lb/>ἢν ἐκπίπτῃ καὶ αἱμοῤῥοῇ· ἄρου ῥίζης περιελὼν τὸν φλοιὸν, ἑψεῖν ἐν
                        <lb/>ὕδατι· ἔπειτα τρίβειν ἄλητον ξυμμίσγων, καὶ καταπλάσσειν θερμόν.
                        <lb/>Ἄλλο· τῆς ἀμπέλου τῆς ἀγρίης, ἣν ἔνιοι καλέουσι ψιλώθριον, <lb/>ταύτης
                        τὰς ῥίζας τὰς ἀπαλωτάτας περιξέσαντα ἑψῆσαι ἐν οἴνῳ μέλανι
                        <lb/>ἀκρήτῳαὐστηρῷ· ἔπειτα τρίψαντα καταπλάσσειν χλιηρόν· ξυμμίσγειν <lb/>δὲ
                        καὶ ἄλευρα, καὶ φυρῇν ἐν οἴνῳ λευκῷ καὶ ἐλαίῳ χλιηρῶς. <lb/>Ἄλλο· κωνείου
                        καρπὸν τρίβοντα, παραστάζειν οἶνον λευκὸν εὐώδεα, <lb/>ἔπειτα καταπλάσσειν
                        χλιηρόν. Ἢν δὲ φλεγμαίνῃ, κισσοῦ ῥίζαν ἑψήσας <lb/>ἐν ὕδατι, τρίψας λεῖον,
                        ἄλευρον ξυμμίσγων ὡς κάλλιστον, ἐν <lb/>οἴνῳ λευκῷ φυρήσας, καταπλάσσειν,
                        καὶ ἄλειφα πρὸς τούτοις ξυμμίξας. <lb/>Ἄλλο· μανδραγόρου ῥίζαν μάλιστα μὲν
                        χλωρὴν, εἰ δὲ μὴ, ξηρὴν, <lb/>τὴν μὲν οὖν χλωρὴν ἀποπλύναντα καὶ ταμόντα,
                        ἑψῆσαι ἐν οἴνῳ κεκρημένῳ, <lb/>καὶ καταπλάσσειν· τὴν δέ γε ξηρὴν τρίψαντα
                        καταπλάσσειν <lb/>ὁμοίως. Ἄλλο· σικύου πέπονος τὸ ἔνδον τρίψας λεῖον
                        καταπλάσσειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ἢν δὲ γένηται ὀδύνη καὶ μὴ φλεγμήνῃ, λίτρον ὀπτήσας <pb n="460"/>
                        ἐρυθρὸν, καὶ τρίψας λεῖον, καὶ στυπτηρίην, καὶ ἅλας φώξας, καὶ <lb/>τρίψας
                        λείους, συμμίξαι ἴσον ἑκάστου· εἶτα πίσσῃ ξυμμίξας ὡς <lb/>βελτίστῃ, ἐς
                        ῥάκος ἐναλείψας, ἐντιθέναι καὶ καταδεῖν. Ἄλλο· καππάριος <lb/>φύλλα χλωρὰ
                        τρίψας, ἐς μαρσίπιον ἐμβαλὼν, προσκαταδεῖν· <lb/>καὶ ἐπὴν καίειν δοκέῃ,
                        ἀφαιρέειν καὶ αὖθις προστιθέναι. Ἢν δὲ μὴ <lb/>ᾖ φύλλα καππάριος, τὸν φλοιὸν
                        τῆς ῥίζης κόψας, φυρήσας οἴνῳ <lb/>μέλανι, τὸν αὐτὸν τρόπον καταδεῖν. Τοῦτο
                        καὶ πρὸς σπληνῶν ὀδύνην <lb/>ἀγαθόν. Τούτων τῶν καταπλασμάτων δύναται τὰ μὲν
                        ψύχοντα <lb/>κωλύειν ῥεῖν, τὰ δὲ μαλθάσσοντα καὶ θερμαίνοντα διαχεῖν, τὰ δὲ
                        ἐς <lb/>ἑωυτὰ ἕλκοντα ξηραίνειν καὶ ἰσχναίνειν. Τοῦτο δὲ τὸ νούσημα γίνεται,
                        <lb/>ὅταν χολὴ καὶ φλέγμα ἐς τοὺς τόπους καταστηρίξῃ. Ἀρχοῦ δὲ
                        <lb/>φλεγμήναντος, διαχρίειν τῷ φαρμάκῳ, ὅπη ἡ ῥητίνη καὶ τὸ ἔλαιον <lb/>καὶ
                        ὁ κηρὸς καὶ ἡ μολύβδαινα καὶ τὸ στέαρ· ὡς θερμότατα διεῤῥήθησαν
                        <lb/>καταπλάττεσθαι. </p></div></div></body></text></TEI>