<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg029.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Θεραπεύειν δὲ δεῖ ὧδε· πρῶτον μὲν ὑπαρχέτω εἰδέναι ἐν οἵῳ <lb/>χωρίῳ
                        γίνονται. Ἀρχὸν γὰρ καὶ τάμνων, καὶ ἀποτάμνων, καὶ ἀναῤῥάπτων, <lb/>καὶ
                        δαίων, καὶ ἀποσήπων, ταῦτα γὰρ δοκέει δεινότατα εἶναι, <lb/>οὐδὲν ἂν σίνοιο.
                        Παρασκευάσασθαι δὲ κελεύω ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ σιδήρια, <lb/>σπιθαμιαῖα τὸ μέγεθος,
                        πάχος δὲ ὡσεὶ μήλης παχείης· ἐξ ἄκρου δὲ <lb/>κατακάμψαι· καὶ ἐπὶ τῷ ἄκρῳ
                        πλατὺ ἔστω ὡς ἐπὶ ὀβολοῦ μικροῦ. <lb/>Προκαθήρας δὴ φαρμάκῳ τῇ πρότερον,
                        αὐτῇ δὲ ᾗ ἂν ἐπιχειρέῃς <lb/>καῦσαι, ἀνακλίνας τὸν ἄνθρωπον ὕπτιον, καὶ
                        προσκεφάλαιον ὑπὸ τὴν <lb/>ὀσφὺν ὑποθεὶς, ἐξαναγκάζειν ὡς μάλιστα τοῖσι
                        δακτύλοισι τὴν ἕδρην <lb/>ἔξω, ποιέειν δὲ καὶ διαφανέα τὰ σιδήρια, καὶ
                        καίειν ἕως ἂν ἀποξηράνῃς, <lb/>καὶ ὅκως μὴ ὑπαλείψῃς· καίειν δὲ καὶ μηδεμίην
                        ἐᾶσαι <lb/>ἄκαυστον τῶν αἱμοῤῥοΐδων, ἀλλὰ πάσας ἀποκαύσεις. Γνώσει δὲ οὐ <pb n="438"/> χαλεπῶς τὰς αἱμοῤῥοΐδας· ὑπερέχουσι γὰρ ἐς τὸ ἐντὸς τοῦ ἀρχοῦ,
                        <lb/>οἷον ῥᾶγες πελιδναὶ, καὶ ἅμα ἐξαναγκαζομένου τοῦ ἀρχοῦ ἐξακοντίζουσιν
                        <lb/>αἷμα. Κατεχόντων δ’ αὐτῶν, ὅταν καίηται, τῆς κεφαλῆς καὶ <lb/>τὰς
                        χεῖρας, ὡς μὴ κινέηται, βοάτω καιόμενος· ὁ γὰρ ἀρχὸς μᾶλλον <lb/>ἐξίσχει.
                        Ἐπὴν δὲ καύσῃς, φακοὺς καὶ ὀρόβους ἑψήσας ἐν ὕδατι, τρίψας <lb/>λείους,
                        κατάπασσε πέντε ἢ ἓξ ἡμέρας· τῇ δὲ ἑβδόμῃ σπόγγον <lb/>μαλθακὸν τάμνειν ὡς
                        λεπτότατον, πλάτος δὲ εἶναι τοῦ σπόγγου ὅσον <lb/>ἓξ δακτύλων πάντη· ἔπειτα
                        ἐπιθεῖναι ἐπὶ τὸν σπόγγον ὀθόνιον ἴσον <lb/>τῷ σπόγγῳ λεπτὸν καὶ λεῖον,
                        ἀλείψας μέλιτι· ἔπειτα ὑποβαλὼν τῷ <lb/>δακτύλῳ τῷ λιχανῷ τῆς ἀριστερῆς
                        χειρὸς μέσον τὸν σπόγγον, ὦσαι <lb/>κάτω τῆς ἕδρης ὡς προσωτάτω· ἔπειτα ἐπὶ
                        τὸν σπόγγον προσθεῖναι <lb/>εἴριον, ὡς ἂν ἐν τῇ ἕδρῃ ἀτρεμίζῃ. Διαζώσας δὲ
                        ἐν τῇσι λαγόσι, καὶ <lb/>ὑφεὶς ταινίην ἐκ τοῦ ὄπισθεν, ἀναλαβὼν ἐκ τῶν
                        σκελέων τὸν ἐπίδεσμον, <lb/>ἀναδῆσαι ἐς τὸ διάζωσμα παρὰ τὸν ὀμφαλόν. Τὸ δὲ
                        φάρμακον, <lb/>ὃ εἶπον, ἐπίδει τὸ πυκνὴν τὴν σάρκα ποιέον καὶ ἰσχυρὴν φῦναι.
                        <lb/>Ταῦτα δὲ δεῖ ἐπιδεῖν μὴ ἔλασσον ἡμερῶν εἴκοσι. Ῥοφέειν δὲ ἅπαξ <lb/>τῆς
                        ἡμέρης ἄλευρον, ἢ κέγχρον, ἢ τὸ ἀπὸ τῶν πιτύρων, καὶ πίνειν <lb/>ὕδωρ· ἣν δὲ
                        ἐς ἄφοδον ἵζηται, ὕδατι θερμῷ διανίζειν· λούεσθαι δὲ διὰ <lb/>τρίτης ἡμέρης.
                    </p></div></div></body></text></TEI>