<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg029.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΑΙΜΟΡΡΟΙΔΩΝ.</head><p>1. Αἱμοῤῥοΐδων τὸ μὲν νόσημα ὧδε γίνεται· ἐπὴν χολὴ ἢ φλέγμα <lb/>ἐς τὰς
                        φλέβας τὰς ἐν τῷ ἀρχῷ καταστηρίξῃ, θερμαίνει τὸ αἷμα τὸ <lb/>ἐν τοῖσι
                        φλεβίοισι· θερμαινόμενα δὲ τὰ φλέβια ἐπισπᾶται ἐκ τῶν <lb/>ἔγγιστα φλεβίων
                        τὸ αἷμα, καὶ πληρεύμενα ἐξοιδέει ἐς τὸ ἐντὸς τοῦ <lb/>ἀρχοῦ, καὶ
                        ὑπερίσχουσιν αἱ κεφαλαὶ τῶν φλεβίων, καὶ ἅμα μὲν ὑπὸ <lb/>τῆς κόπρου
                        ἐξιούσης φλώμεναι, ἅμα δὲ ὑπὸ τοῦ αἵματος ἀθροιζομένου <lb/>βιαζόμεναι,
                        ἐξακοντίζουσιν αἷμα, μάλιστα μὲν ξὺν τῷ ἀποπάτῳ, <lb/>ἐνίοτε δὲ χωρὶς τοῦ
                        ἀποπάτου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Θεραπεύειν δὲ δεῖ ὧδε· πρῶτον μὲν ὑπαρχέτω εἰδέναι ἐν οἵῳ <lb/>χωρίῳ
                        γίνονται. Ἀρχὸν γὰρ καὶ τάμνων, καὶ ἀποτάμνων, καὶ ἀναῤῥάπτων, <lb/>καὶ
                        δαίων, καὶ ἀποσήπων, ταῦτα γὰρ δοκέει δεινότατα εἶναι, <lb/>οὐδὲν ἂν σίνοιο.
                        Παρασκευάσασθαι δὲ κελεύω ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ σιδήρια, <lb/>σπιθαμιαῖα τὸ μέγεθος,
                        πάχος δὲ ὡσεὶ μήλης παχείης· ἐξ ἄκρου δὲ <lb/>κατακάμψαι· καὶ ἐπὶ τῷ ἄκρῳ
                        πλατὺ ἔστω ὡς ἐπὶ ὀβολοῦ μικροῦ. <lb/>Προκαθήρας δὴ φαρμάκῳ τῇ πρότερον,
                        αὐτῇ δὲ ᾗ ἂν ἐπιχειρέῃς <lb/>καῦσαι, ἀνακλίνας τὸν ἄνθρωπον ὕπτιον, καὶ
                        προσκεφάλαιον ὑπὸ τὴν <lb/>ὀσφὺν ὑποθεὶς, ἐξαναγκάζειν ὡς μάλιστα τοῖσι
                        δακτύλοισι τὴν ἕδρην <lb/>ἔξω, ποιέειν δὲ καὶ διαφανέα τὰ σιδήρια, καὶ
                        καίειν ἕως ἂν ἀποξηράνῃς, <lb/>καὶ ὅκως μὴ ὑπαλείψῃς· καίειν δὲ καὶ μηδεμίην
                        ἐᾶσαι <lb/>ἄκαυστον τῶν αἱμοῤῥοΐδων, ἀλλὰ πάσας ἀποκαύσεις. Γνώσει δὲ οὐ <pb n="438"/> χαλεπῶς τὰς αἱμοῤῥοΐδας· ὑπερέχουσι γὰρ ἐς τὸ ἐντὸς τοῦ ἀρχοῦ,
                        <lb/>οἷον ῥᾶγες πελιδναὶ, καὶ ἅμα ἐξαναγκαζομένου τοῦ ἀρχοῦ ἐξακοντίζουσιν
                        <lb/>αἷμα. Κατεχόντων δ’ αὐτῶν, ὅταν καίηται, τῆς κεφαλῆς καὶ <lb/>τὰς
                        χεῖρας, ὡς μὴ κινέηται, βοάτω καιόμενος· ὁ γὰρ ἀρχὸς μᾶλλον <lb/>ἐξίσχει.
                        Ἐπὴν δὲ καύσῃς, φακοὺς καὶ ὀρόβους ἑψήσας ἐν ὕδατι, τρίψας <lb/>λείους,
                        κατάπασσε πέντε ἢ ἓξ ἡμέρας· τῇ δὲ ἑβδόμῃ σπόγγον <lb/>μαλθακὸν τάμνειν ὡς
                        λεπτότατον, πλάτος δὲ εἶναι τοῦ σπόγγου ὅσον <lb/>ἓξ δακτύλων πάντη· ἔπειτα
                        ἐπιθεῖναι ἐπὶ τὸν σπόγγον ὀθόνιον ἴσον <lb/>τῷ σπόγγῳ λεπτὸν καὶ λεῖον,
                        ἀλείψας μέλιτι· ἔπειτα ὑποβαλὼν τῷ <lb/>δακτύλῳ τῷ λιχανῷ τῆς ἀριστερῆς
                        χειρὸς μέσον τὸν σπόγγον, ὦσαι <lb/>κάτω τῆς ἕδρης ὡς προσωτάτω· ἔπειτα ἐπὶ
                        τὸν σπόγγον προσθεῖναι <lb/>εἴριον, ὡς ἂν ἐν τῇ ἕδρῃ ἀτρεμίζῃ. Διαζώσας δὲ
                        ἐν τῇσι λαγόσι, καὶ <lb/>ὑφεὶς ταινίην ἐκ τοῦ ὄπισθεν, ἀναλαβὼν ἐκ τῶν
                        σκελέων τὸν ἐπίδεσμον, <lb/>ἀναδῆσαι ἐς τὸ διάζωσμα παρὰ τὸν ὀμφαλόν. Τὸ δὲ
                        φάρμακον, <lb/>ὃ εἶπον, ἐπίδει τὸ πυκνὴν τὴν σάρκα ποιέον καὶ ἰσχυρὴν φῦναι.
                        <lb/>Ταῦτα δὲ δεῖ ἐπιδεῖν μὴ ἔλασσον ἡμερῶν εἴκοσι. Ῥοφέειν δὲ ἅπαξ <lb/>τῆς
                        ἡμέρης ἄλευρον, ἢ κέγχρον, ἢ τὸ ἀπὸ τῶν πιτύρων, καὶ πίνειν <lb/>ὕδωρ· ἣν δὲ
                        ἐς ἄφοδον ἵζηται, ὕδατι θερμῷ διανίζειν· λούεσθαι δὲ διὰ <lb/>τρίτης ἡμέρης.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Ἑτέρη θεραπείη· ἐκβαλὼν τὴν ἕδρην ὡς μάλιστα, αἰονᾷν <lb/>ὕδατι θερμῷ,
                        ἔπειτα ἀποτάμνειν τῶν αἱμοῤῥοΐδων τὰ ἄκρα· φάρμακον <lb/>δὲ
                        προκατασκευασθῆναι πρὸς τὴν τομὴν τόδε· οὐρήσας ἐς χαλκεῖον, <lb/>ἐπίπασσον
                        ἐπὶ τὸ οὖρον χαλκοῦ ἄνθος ὀπτοῦ καὶ τετριμμένου <lb/>λείου, ἔπειτα διεὶς,
                        καὶ κινήσας τὸ χαλκεῖον, ξήρανον ἐν τῷ ἡλίῳ· <lb/>ὅταν δὲ ξηρὸν γένηται,
                        συνξύσας τρῖψον λεῖον. Προστίθει τῷ δακτυλίῳ, <pb n="440"/> καὶ σπληνία
                        ἐλαιώσας προστίθει, καὶ σπόγγον ἐπάνω <lb/>ἐπίδει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Ἕτερος τρόπος· προσφύεται πρὸς τῇ αἱματίτιδι τῇ κονδυλώδει <lb/>οἷον
                        συκαμίνου καρπός· καὶ ἢν μὲν ἔξω σφόδρα ᾖ ἡ κονδύλωσις, <lb/>περιπέφυκεν
                        αὐτῇ καλυπτὴρ ὁ τῆς σαρκός. Καθίσας οὖν τὸν ἄνθρωπον <lb/>ὀκλὰξ ἐπὶ ὅλμων
                        δύο, σκόπει· εὑρήσεις γὰρ πεφυσημένα τὰ <lb/>μεσηγὺ τῶν γλουτῶν παρὰ τὴν
                        ἕδρην, τὸ δὲ αἷμα ἐκχωρέον ἔνδοθεν. <lb/>Ἢν γοῦν ἐνδιδῷ ὑπὸ τῷ καλυπτῆρι, τὸ
                        κονδύλωμα τῷ δακτύλῳ ἀφελεῖν· <lb/>οὐδὲν γὰρ χαλεπώτερον ἤ περ προβάτου
                        δειρομένου τὸν δάκτυλον <lb/>μεταξὺ τοῦ δέρματος καὶ τῆς σαρκὸς περαίνειν·
                        καὶ ταῦτα διαλεγόμενος <lb/>ἅμα λάνθανε ποιέων. Ἐπὴν δὲ ἀφέλῃς τὸ κονδύλωμα,
                        <lb/>ἀνάγκη ῥέεσθαι δρόμους αἵματος ἀπὸ πάσης τῆς ἀφαιρέσιος· ταῦτα <lb/>χρὴ
                        ἀποπλῦναι οἴνῳ αὐστηρῷ, κηκίδας ἐναποβρέξας· καὶ ἥ τε αἱματῖτις
                        <lb/>οἰχήσεται σὺν τῷ κονδυλώματι, καὶ τὸ κάλυμμα καταστήσεται, <lb/>καὶ ὅσῳ
                        ἂν παλαιότερον ᾖ, ῥηϊδίως ἔσται ἡ ἴησις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ἢν δὲ ἀνωτέρω ᾖ ἡ κονδύλωσις, τῷ κατοπτῆρι σκέπτεσθαι, <lb/>καὶ μὴ
                        ἐξαπατᾶσθαι ὑπὸ τοῦ κατοπτῆρος· διοιγόμενος γὰρ ὁμαλύνει <lb/>τὴν
                        κονδύλωσιν, ξυναγόμενος δὲ πάλιν δείκνυσιν ὀρθῶς. Ἀφαιρέειν δὲ <lb/>χρὴ,
                        ἑλλεβόρῳ μέλανι ὑπαλείφοντα τὸν δακτύλιον· ἔπειτα τριταῖον <lb/>οἴνῳ κλύζειν
                        αὐστηρῷ. Τὸ δὲ αἷμα, ὅταν ἀφέλῃς τὴν κονδύλωσιν, <lb/>ὅτι οὐ ῥέει, μὴ
                        θαυμάζειν· οὐδὲ γὰρ ἢν ἐν τοῖσιν ἄρθροισι διατάμῃς <lb/>τὰς χεῖρας ἢ τὰ
                        σκέλεα, οὐ ῥεύσεται αἷμα· ἢν δ’ ἄνωθεν ἢ κάτωθεν <lb/>τάμῃς τῶν ἄρθρων,
                        εὑρήσεις κοίλας φλέβας καὶ αἱμόῤῥους, καὶ χαλεπῶς <pb n="442"/> ἂν ἴσχοις
                        εὐπόρως. Οὕτω καὶ τὴν ἐν τῇ ἕδρῃ αἱμοῤῥοΐδα, ἢν <lb/>μὲν ἄνωθεν ἢ κάτωθεν
                        τάμῃς τῆς ἀφαιρέσιος τοῦ κονδυλώματος, <lb/>αἷμα ῥεύσεται· ἢν δὲ αὐτὴν
                        ἀφέλῃς τὴν κονδύλωσιν ἐν τῇ προσφύσει, <lb/>οὐ ῥεύσεται. Ἢν μὲν οὖν οὕτω
                        καθίσταται, καλῶς ἂν ἔχοι· ἢν <lb/>δὲ μὴ, καῦσαι, φυλασσόμενος ὡς μὴ ἅψῃ τῷ
                        σιδήρῳ, ἀλλ’ ἐγγὺς <lb/>προσφέρων τὰ σιδήρια ἀποξηραίνειν, καὶ προστιθέναι
                        τὸ τοῦ χαλκοῦ <lb/>ἄνθος τὸ ἐν τῷ οὔρῳ. </p></div></div></body></text></TEI>