<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg028.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὄμφακα λευκὴν ἐς χαλκεῖον θλίψας ἐρυθρὸν δι’ ἠθμοῦ, πρὸς <lb/>ἥλιον
                        τιθέναι τὰς ἡμέρας, τὰς δὲ νύκτας αἴρειν, ὅκως μὴ δροσίζηται,
                        <lb/>ἀνατρίβειν δὲ τῆς ἡμέρης ἀπαύστως, ὡς ὁμαλῶς ξηραίνηται, καὶ <lb/>ἀπὸ
                        τοῦ χαλκείου ὡς ὅτι πλεῖστον ἀναλαμβάνῃ, τιθέναι δὲ ἐς τὸν <lb/>ἥλιον
                        τοσοῦτον χρόνον, ἔστ’ ἂν παχὺ γένηται ὥσπερ μέλι· ἔπειτα ἐς <lb/>χύτρην
                        χαλκῆν ἐγχέαι, καὶ μέλι ὡς κάλλιστον, καὶ οἶνον γλυκὺν, <lb/>ἐναφεψήσας
                        πρότερον ῥητίνην τερμινθίνη, ἕψειν δὲ τὴν ῥητίνην ἐν <lb/>τῷ οἴνῳ, ἕως ἂν
                        σκληρὴ γένηται ὥσπερ μέλι ἑφθόν· ἔπειτα τὴν μὲν <lb/>ῥητίνη ἐξελεῖν, τὸν δὲ
                        οἶνον ξυγχέαι· ἔστω δὲ πλεῖστος μὲν ὁ χυλὸς <lb/>τῆς ὄμφακος, δεύτερον δὲ ὁ
                        οἶνος, τρίτον δὲ τὸ μέλι· καὶ σμύρναν <lb/>τὴν στακτὴν καὶ ἄλλως ὡς
                        βελτίστην τρίψας λείην, δίεσθαι τοῦ οἴνου <lb/>τοῦ αὐτοῦ παρεγχέοντα κατ’
                        ὀλίγον· ἔπειτα ἕψειν αὐτὴν ἐφ’ ἑωυτῆς <lb/>τὴν σμύρναν ξὺν τῷ οἴνῳ
                        ἀνακινέονται, ὅταν δὲ δοκέῃ ἤδη καλῶς <lb/>ἔχειν τὸ πάχος, ξυγχέαι ἐς τὸν
                        χυλὸν τῆς ὄμφακος, καὶ νίτρον ὡς <lb/>ἄριστον φρύξας, ἡσύχως μιγνύναι ἐς τὸ
                        φάρμακον, καὶ ἄνθος χαλκοῦ <lb/>ἔλασσον τοῦ νίτρου· ταῦτα δὲ ἐπειδὰν μίξῃς,
                        ἕψειν μὴ ἔλασσον <lb/>τριῶν ἡμερέων, ξύλοισι συκίνοισιν ὡς ὀλίγον ὑποκαίοντα
                        ἢ ἄνθραξιν, <lb/>ὡς μὴ φρύγηται· καὶ ἐμβαλλόμενα πάντα ἄνυδρα ἔστω, καὶ τὰ
                        ἑλκεα <lb/>μὴ τεγγέσθω, ὅκη ἂν ἐπαλείφηται τοῦτο τὸ φάρμακον· χρῆσθαι δὲ
                        <lb/>τούτῳ τῷ φαρμάκῳ πρὸς τὰ πεπαλαιωμένα ἕλκεα, καὶ πρὸς τὰ νεότρωτα,
                        <lb/>καὶ ἐς πόσθιον, καὶ ἐς κεφαλῆς ἕλκεα καὶ ὠτός.— Φάρμακον <lb/>ἕτερον
                        τῶν αὐτέων ἑλκέων· χολὴ βοὸς ξηρὴ, μέλι ὡς κάλλιστον, οἶνος <pb n="414"/>
                        λευκός· ἐναφεψῆσαι δὲ ἐν αὐτῷ λωτοῦ τορνεύματα· λιβανωτὸς, <lb/>σμύρνα ἴση,
                        κρόκος ἴσος, ἄνθος χαλκοῦ· ὁμοίως δὲ ὑγρῶν, οἶνος <lb/>πλεῖστος, μέλι
                        δεύτερον, ὀλίγιστον ἡ χολή.—Ἕτερον· οἶνος, μέλι <lb/>κέδρινον, ὀλίγον· τὰ δὲ
                        ξηρὰ, ἄνθος χαλκοῦ, σμύρνα, σίδιον αὖον.—Ἕτερον· <lb/>ἄνθος χαλκοῦ ὀπτὸν
                        ἡμιμοίριον, σμύρνης δύο ἡμιμοίρια, <lb/>κρόκου τρεῖς μοῖραι, μέλι ὀλίγον,
                        σὺν οἴνῳ ὐπτώμενα.—Ἕτερον· <lb/>λιβανωτοῦ μοῖρα, σμύρνης μοῖρα, κηκίδος
                        μοῖρα, κρόκου τρεῖς <lb/>μοῖραι·τούτων ἕκαστον ξηρὸν τρίψας ὡς λειότατον,
                        ἔπειτα μίξας, <lb/>τρίβειν ἐν ἡλίῳ ὡς θερμοτάτῳ, παραχέων χυλὸν ὄμφακος ἕως
                        ἂν <lb/>ἰξῶδες γένηται, ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας· ἔπειτα οἴνῳ αὐστηρῷ μέλανι
                        <lb/>εὐώδεϊ παραχέων κατ’ ὀλίγον δίεσθαι.—Ἕτερον· ἐν οἴνῳ γλυκέϊ <lb/>ἕψειν
                        λευκῷ πρίνου ῥίζας· ἐπειδὰν δὲ δοκέῃ καλῶς ἔχειν, ἀποχέας, <lb/>τοῦ οἴνου
                        δύο μοίρας ποιῆσαι τοῦδε καὶ ἀμόργης ἐλαίου ὡς ἀνυδροτάτου <lb/>μοῖραν μίαν,
                        ἔπειτα ἕψειν, ἀνακινέων ὡς μὴ φρυγῇ, μαλθακῷ <lb/>πυρὶ, ἕως ἂν δοκέῃ τοῦ
                        πάχεος καλῶς ἔχειν.—Ἕτερον· τὰ μὲν <lb/>ἄλλα, τὰ αὐτά· ἀντὶ δὲ τοῦ οἴνου,
                        ὄξος ὡς ὀξύτατον ἔστω λευκόν· <lb/>ἐμβάψαι δὲ ἐς αὐτὸ εἴρια ὡς οἰσυπώδεα·
                        κἄπειτα δεύσας τῇ ἀμόργῃ <lb/>ἕψειν· καὶ ὀπὸν ἐρινεοῦ ξυγχέαι, καὶ
                        στυπτηρίην μηλείην, καὶ νίτρον <lb/>καὶ ἄνθος χαλκοῦ μῖξαι ὀπτὰ ἀμφότερα.
                        Τοῦτο μᾶλλον τοῦ προτέρου <lb/>καθαίρει τὰ ἕλκεα, ξηραίνει δὲ τὸ πρότερον
                        οὐχ ἧσσον.—Ἕτερον· <lb/>τὰ εἴρια βάψαι ὡς ἐν ὀλιγίστῳ ὕδατι, ἔπειτα οἶνον
                        ξυγχέας <lb/>μέρος τρίτον, ἕψειν ἕως ἂν καλῶς ἔχῃ τὸ πάχος. Ἀπὸ τῶνδε
                        διαπυΐσκεσθαι <pb n="416"/> ἐξέσται τὰ νεότρωτα τάχιστα.—Ἄλλο· ἄρον ξηρὸν
                        ἐπιπάσσειν, <lb/>καὶ στέλλειν.—Κράδης ἐν ὀπῷ φλοιὸν χλωρὸν τρίβων ἐν
                        <lb/>οἴνῳ ἐνστέλλειν, καὶ ἄνευ οἴνου αὐτὸν καὶ ξὺν μέλιτι.—Ἕτερον·
                        <lb/>ὄξος, ἐναφεψῶν λωτοῦ τορνεύματα, ἔστω δὲ λευκὸν τὸ ὄξος, κἄπειτα
                        <lb/>μῖξαι ἀμόργην ἐλαιέων καὶ ὀῤῥὸν πίσσης, τοῦτο ὠμόν· καὶ ἐπαλείφειν,
                        <lb/>καὶ καταστάζειν, καὶ ἐπιδεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ξηρὰ ἀποτρέπει τὰ νεότρωτα διαπυΐσκεσθαι, ἢ ὄξει ἀπονίψας, <lb/>ἢ οἴνῳ
                        ἀποσπογγίσας. Τὸν μόλιβον τὸν λεῖον ξὺν τῇ σποδῷ τῇ <lb/>κυπρίῃ λεανθέντα
                        ἐπιπάσσειν· καὶ τοῦ λωτοῦ τὰ ἰχθυήματα ἐπιπάσσειν, <lb/>καὶ τὴν λεπίδα τοῦ
                        χαλκοῦ, καὶ τὴν στυπτηρίην, καὶ τὴν <lb/>χαλκῖτιν μετὰ τοῦ χαλκοῦ, καὶ
                        μόνην, καὶ μετὰ τῶν τοῦ λωτοῦ <lb/>ἰχθυημάτων. Καὶ ἄλλως, ὅταν δέηται,
                        ξηροῖσι τοῖσι τοιούτοισι <lb/>χρέεσθαι, καὶ τῇ σποδῷ τῇ ἰλλυριώτιδι λείῃ
                        μετὰ τῶν ἰχθυημάτων, <lb/>καὶ αὐτοῖσι μόνοισιν ἰχθυήμασι, καὶ ἄνθει ἀργύρου
                        μόνῳ ὡς λειοτάτῳ· <lb/>καὶ τὴν ἀριστολοχίην ξύων τε καὶ τρίβων λείην
                        ἐπιπάσσειν. </p></div></div></body></text></TEI>