<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg028.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Καταπλάσματα οἰδημάτων καὶ φλεγμασίης τῆς ἐν τοῖσι περιέχουσιν· <lb/>ἡ
                        ἑφθὴ φλόμος, καὶ τῆς τριφύλλου τὰ φύλλα ὠμὰ, καὶ <lb/>τοῦ ἐπιπέτρου τὰ φύλλα
                        ἑφθὰ, καὶ τὸ πόλιον· ἢν δὲ καὶ καθαίρεσθαι <lb/>δέῃ τὸ ἕλκος, παντὰ μὲν καὶ
                        ταῦτα καθαίρει· ἀτὰρ καὶ τῆς συκῆς τὰ <lb/>φύλλα καὶ τῆς ἐλαίης, καὶ τὸ
                        πράσιον. Ἕψειν δὲ ταῦτα πάντα, <lb/>μάλιστα δὲ τούτων ἕψειν τὸν ἄγνον, καὶ
                        τὴν συκῆν, καὶ τὴν ἐλαίην, <lb/>καὶ τῆς σίδης τὰ φύλλα ὡσαύτως ἕψειν. Ὠμοῖσι
                        δὲ τοῖσίδε χρέεσθαι, <lb/>τῆς μαλάχης τὰ φύλλα τρίβων ξὺν οἴνῳ, καὶ τοῦ
                        πηγάνου τὰ φύλλα <lb/>καὶ τῆς ὀριγάνου χλωρῆς· πᾶσι τούτοισι χρὴ τοῦ λίνου
                        τὸν καρπὸν <lb/>φρύξαντα καὶ κόψαντα ὡς λειότατον μιγνύναι. Ὅκου δὲ
                        ἐρυσίπελας <lb/>κίνδυνος ἐφ’ ἕλκεσι γενέσθαι, τῆς ἰσάτιδος τὰ φύλλα τρίβων
                        ὠμὰ <lb/>καταπλάσσειν σὺν τῷ λίνῳ, ἢ τὸ λίνον δεύων στρύχνου χυλῷ ἢ ἰσάτιδος
                        <lb/>καταπλάσσειν. Ὅταν δὲ τὸ ἕλκος καθαρὸν μὲν ἔῃ, φλεγμαίνῃ <lb/>δὲ τό τε
                        ἕλκος καὶ τὰ περιέχοντα τοῦ ἕλκεος, φακὸν ἐν οἴνῳ ἑψήσας <lb/>καὶ τρίψας
                        λεῖον, ἐλαίῳ ὀλίγῳ φυρήσας, καταπλάσας, ἐπιδεῖν· καὶ <lb/>τοῦ κυνοσβάτου
                        ἑψήσας τὰ φύλλα ἐν ὕδατι, τρίψας λεῖα, καταπλάσσειν, <lb/>ὀθόνιον ὑποτείνας
                        λεπτὸν καθαρὸν, οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ τέγξας· <lb/>καὶ ὅταν ξυνάγειν βούλῃ, τοῦ
                        κυνοσβάτου τὰ φύλλα, ὥσπερ τὸν φακὸν <lb/>σκευάζειν. Σαυρίδιον, οἶνος καὶ
                        λίνου καρπὸς παραμίγνυται <pb n="412"/> λεπτός· καὶ τόδε, ὁ τοῦ λίνου
                        καρπὸς, καὶ ἄγνος ὠμὸς, καὶ μηλεία <lb/>στυπτηρίη, ὄξει ταῦτα δευθέντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὄμφακα λευκὴν ἐς χαλκεῖον θλίψας ἐρυθρὸν δι’ ἠθμοῦ, πρὸς <lb/>ἥλιον
                        τιθέναι τὰς ἡμέρας, τὰς δὲ νύκτας αἴρειν, ὅκως μὴ δροσίζηται,
                        <lb/>ἀνατρίβειν δὲ τῆς ἡμέρης ἀπαύστως, ὡς ὁμαλῶς ξηραίνηται, καὶ <lb/>ἀπὸ
                        τοῦ χαλκείου ὡς ὅτι πλεῖστον ἀναλαμβάνῃ, τιθέναι δὲ ἐς τὸν <lb/>ἥλιον
                        τοσοῦτον χρόνον, ἔστ’ ἂν παχὺ γένηται ὥσπερ μέλι· ἔπειτα ἐς <lb/>χύτρην
                        χαλκῆν ἐγχέαι, καὶ μέλι ὡς κάλλιστον, καὶ οἶνον γλυκὺν, <lb/>ἐναφεψήσας
                        πρότερον ῥητίνην τερμινθίνη, ἕψειν δὲ τὴν ῥητίνην ἐν <lb/>τῷ οἴνῳ, ἕως ἂν
                        σκληρὴ γένηται ὥσπερ μέλι ἑφθόν· ἔπειτα τὴν μὲν <lb/>ῥητίνη ἐξελεῖν, τὸν δὲ
                        οἶνον ξυγχέαι· ἔστω δὲ πλεῖστος μὲν ὁ χυλὸς <lb/>τῆς ὄμφακος, δεύτερον δὲ ὁ
                        οἶνος, τρίτον δὲ τὸ μέλι· καὶ σμύρναν <lb/>τὴν στακτὴν καὶ ἄλλως ὡς
                        βελτίστην τρίψας λείην, δίεσθαι τοῦ οἴνου <lb/>τοῦ αὐτοῦ παρεγχέοντα κατ’
                        ὀλίγον· ἔπειτα ἕψειν αὐτὴν ἐφ’ ἑωυτῆς <lb/>τὴν σμύρναν ξὺν τῷ οἴνῳ
                        ἀνακινέονται, ὅταν δὲ δοκέῃ ἤδη καλῶς <lb/>ἔχειν τὸ πάχος, ξυγχέαι ἐς τὸν
                        χυλὸν τῆς ὄμφακος, καὶ νίτρον ὡς <lb/>ἄριστον φρύξας, ἡσύχως μιγνύναι ἐς τὸ
                        φάρμακον, καὶ ἄνθος χαλκοῦ <lb/>ἔλασσον τοῦ νίτρου· ταῦτα δὲ ἐπειδὰν μίξῃς,
                        ἕψειν μὴ ἔλασσον <lb/>τριῶν ἡμερέων, ξύλοισι συκίνοισιν ὡς ὀλίγον ὑποκαίοντα
                        ἢ ἄνθραξιν, <lb/>ὡς μὴ φρύγηται· καὶ ἐμβαλλόμενα πάντα ἄνυδρα ἔστω, καὶ τὰ
                        ἑλκεα <lb/>μὴ τεγγέσθω, ὅκη ἂν ἐπαλείφηται τοῦτο τὸ φάρμακον· χρῆσθαι δὲ
                        <lb/>τούτῳ τῷ φαρμάκῳ πρὸς τὰ πεπαλαιωμένα ἕλκεα, καὶ πρὸς τὰ νεότρωτα,
                        <lb/>καὶ ἐς πόσθιον, καὶ ἐς κεφαλῆς ἕλκεα καὶ ὠτός.— Φάρμακον <lb/>ἕτερον
                        τῶν αὐτέων ἑλκέων· χολὴ βοὸς ξηρὴ, μέλι ὡς κάλλιστον, οἶνος <pb n="414"/>
                        λευκός· ἐναφεψῆσαι δὲ ἐν αὐτῷ λωτοῦ τορνεύματα· λιβανωτὸς, <lb/>σμύρνα ἴση,
                        κρόκος ἴσος, ἄνθος χαλκοῦ· ὁμοίως δὲ ὑγρῶν, οἶνος <lb/>πλεῖστος, μέλι
                        δεύτερον, ὀλίγιστον ἡ χολή.—Ἕτερον· οἶνος, μέλι <lb/>κέδρινον, ὀλίγον· τὰ δὲ
                        ξηρὰ, ἄνθος χαλκοῦ, σμύρνα, σίδιον αὖον.—Ἕτερον· <lb/>ἄνθος χαλκοῦ ὀπτὸν
                        ἡμιμοίριον, σμύρνης δύο ἡμιμοίρια, <lb/>κρόκου τρεῖς μοῖραι, μέλι ὀλίγον,
                        σὺν οἴνῳ ὐπτώμενα.—Ἕτερον· <lb/>λιβανωτοῦ μοῖρα, σμύρνης μοῖρα, κηκίδος
                        μοῖρα, κρόκου τρεῖς <lb/>μοῖραι·τούτων ἕκαστον ξηρὸν τρίψας ὡς λειότατον,
                        ἔπειτα μίξας, <lb/>τρίβειν ἐν ἡλίῳ ὡς θερμοτάτῳ, παραχέων χυλὸν ὄμφακος ἕως
                        ἂν <lb/>ἰξῶδες γένηται, ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας· ἔπειτα οἴνῳ αὐστηρῷ μέλανι
                        <lb/>εὐώδεϊ παραχέων κατ’ ὀλίγον δίεσθαι.—Ἕτερον· ἐν οἴνῳ γλυκέϊ <lb/>ἕψειν
                        λευκῷ πρίνου ῥίζας· ἐπειδὰν δὲ δοκέῃ καλῶς ἔχειν, ἀποχέας, <lb/>τοῦ οἴνου
                        δύο μοίρας ποιῆσαι τοῦδε καὶ ἀμόργης ἐλαίου ὡς ἀνυδροτάτου <lb/>μοῖραν μίαν,
                        ἔπειτα ἕψειν, ἀνακινέων ὡς μὴ φρυγῇ, μαλθακῷ <lb/>πυρὶ, ἕως ἂν δοκέῃ τοῦ
                        πάχεος καλῶς ἔχειν.—Ἕτερον· τὰ μὲν <lb/>ἄλλα, τὰ αὐτά· ἀντὶ δὲ τοῦ οἴνου,
                        ὄξος ὡς ὀξύτατον ἔστω λευκόν· <lb/>ἐμβάψαι δὲ ἐς αὐτὸ εἴρια ὡς οἰσυπώδεα·
                        κἄπειτα δεύσας τῇ ἀμόργῃ <lb/>ἕψειν· καὶ ὀπὸν ἐρινεοῦ ξυγχέαι, καὶ
                        στυπτηρίην μηλείην, καὶ νίτρον <lb/>καὶ ἄνθος χαλκοῦ μῖξαι ὀπτὰ ἀμφότερα.
                        Τοῦτο μᾶλλον τοῦ προτέρου <lb/>καθαίρει τὰ ἕλκεα, ξηραίνει δὲ τὸ πρότερον
                        οὐχ ἧσσον.—Ἕτερον· <lb/>τὰ εἴρια βάψαι ὡς ἐν ὀλιγίστῳ ὕδατι, ἔπειτα οἶνον
                        ξυγχέας <lb/>μέρος τρίτον, ἕψειν ἕως ἂν καλῶς ἔχῃ τὸ πάχος. Ἀπὸ τῶνδε
                        διαπυΐσκεσθαι <pb n="416"/> ἐξέσται τὰ νεότρωτα τάχιστα.—Ἄλλο· ἄρον ξηρὸν
                        ἐπιπάσσειν, <lb/>καὶ στέλλειν.—Κράδης ἐν ὀπῷ φλοιὸν χλωρὸν τρίβων ἐν
                        <lb/>οἴνῳ ἐνστέλλειν, καὶ ἄνευ οἴνου αὐτὸν καὶ ξὺν μέλιτι.—Ἕτερον·
                        <lb/>ὄξος, ἐναφεψῶν λωτοῦ τορνεύματα, ἔστω δὲ λευκὸν τὸ ὄξος, κἄπειτα
                        <lb/>μῖξαι ἀμόργην ἐλαιέων καὶ ὀῤῥὸν πίσσης, τοῦτο ὠμόν· καὶ ἐπαλείφειν,
                        <lb/>καὶ καταστάζειν, καὶ ἐπιδεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ξηρὰ ἀποτρέπει τὰ νεότρωτα διαπυΐσκεσθαι, ἢ ὄξει ἀπονίψας, <lb/>ἢ οἴνῳ
                        ἀποσπογγίσας. Τὸν μόλιβον τὸν λεῖον ξὺν τῇ σποδῷ τῇ <lb/>κυπρίῃ λεανθέντα
                        ἐπιπάσσειν· καὶ τοῦ λωτοῦ τὰ ἰχθυήματα ἐπιπάσσειν, <lb/>καὶ τὴν λεπίδα τοῦ
                        χαλκοῦ, καὶ τὴν στυπτηρίην, καὶ τὴν <lb/>χαλκῖτιν μετὰ τοῦ χαλκοῦ, καὶ
                        μόνην, καὶ μετὰ τῶν τοῦ λωτοῦ <lb/>ἰχθυημάτων. Καὶ ἄλλως, ὅταν δέηται,
                        ξηροῖσι τοῖσι τοιούτοισι <lb/>χρέεσθαι, καὶ τῇ σποδῷ τῇ ἰλλυριώτιδι λείῃ
                        μετὰ τῶν ἰχθυημάτων, <lb/>καὶ αὐτοῖσι μόνοισιν ἰχθυήμασι, καὶ ἄνθει ἀργύρου
                        μόνῳ ὡς λειοτάτῳ· <lb/>καὶ τὴν ἀριστολοχίην ξύων τε καὶ τρίβων λείην
                        ἐπιπάσσειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ἕτερον ἔναιμον· σμύρνα, λιβανωτὸς, κηκὶς, ἰὸς, ἄνθος <lb/>χαλκοῦ ὀπτὸν,
                        στυπτηρίη αἰγυπτίη ὀπτὴ, οἰνάνθη, οἰσυπίδες, μολύβδαινα, <lb/>τούτων ἴσον
                        ἑκάστου, ἡ δίεσις οἴνῳ ὥσπερ τὸ πρότερον, <lb/>καὶ ἄλλη ἐργασίη κατὰ τὰ
                        αὐτά.—Ὄξος ὡς ὀξύτατον λευκὸν, μέλι, <lb/>στυπτηρίην αἰγυπτίην, νίτρον ὡς
                        ἄριστον ἡσύχως φρύξας, χολῆς <pb n="418"/> ὀλίγον συνέψει· τοῦτο τὰ
                        ὑπερσαρκέοντα καθαίρει καὶ κοιλαίνει, καὶ <lb/>οὐ δάκνει.—Ἄλλο· ποίη ἡ
                        μικρόφυλλος, ᾗ ὄνομα παρθένιον τὸ <lb/>μικρόφυλλον, ἣ τὰ θύμια τὰ ἀπὸ τοῦ
                        ποσθίου ἀφαιρεῖ, καὶ στυπτηρίη <lb/>ἡ χαλκῖτις· καὶ μηλίαδος ὠμῆς· ἐλατήριον
                        λεπτὸν ξηρὸν προστεῖλαι, <lb/>καὶ τὸ σίδιον λεπτὸν ξηρὸν ὡσαύτως. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Πληροῖ δὲ μάλιστα τὰ κοῖλα τὰ καθαρὰ, ποίη, ᾗ λαγώπυρος <lb/>οὔνομα· ἐστὶ
                        δὲ πιτύροισιν ὁμοίη ὅταν αὐαίνηται, μικρὸν τὸ φύλλον, <lb/>ὥσπερ καὶ τὸ τῆς
                        ἐλαίης, καὶ μακρότερον· καὶ πρασίου τὸ φύλλον, <lb/>σὺν ἐλαίῳ.—Ἕτερον·
                        ἰσχάδος τὸ εἴσω, τὸ πῖαρ, τὸ μελιτοειδὲς, <lb/>ὡς ξηροτάτης, ὕδατος δύο
                        μοίρας, καὶ λίνου καρποῦ φρύξας μὴ σφόδρα <lb/>ὡς λεπτοτάτου μοίραν
                        μίαν.—Ἄλλο· τῆς ἰσχάδος, καὶ ἄνθος <lb/>χαλκοῦ ὀλίγον λεπτὸν, καὶ συκῆς
                        ὀπόν.—Τὸ δ’ ἐκ τῆς ἰσχάδος, <lb/>χαμαιλέων μέλας, χολὴ βοὸς ξηρή· τὰ μὲν
                        ἄλλα τὰ αὐτά. Τὰ δὲ <lb/>ξηρά.—Κάρδαμον λεπτὸν, ὠμὸν, ἐρύσιμον, ἑκατέρου
                        ἴσον, τῆς δὲ <lb/>ἰσχάδος δύο μέρη, λίνου καρποῦ δύο μοίρας, ὀπὸν συκῆς.
                        Ὅταν τούτων <lb/>τινὶ χρέῃ τῶν φαρμάκων, σπλῆνας ἄνωθεν ὀξηροὺς ἐπιθεὶς,
                        <lb/>σπόγγον ἄνωθεν τῶν σπληνῶν ἐπίθες, καὶ ἐπίδει, καὶ προσπίεσαι
                        <lb/>ὀλίγῳ μᾶλλον· τὰ δὲ περιέχοντα ἢν φλεγμαίνῃ, ὅ τι ἂν δοκέῃ ξυμφέρειν,
                        <lb/>περιπλάσσειν. </p></div></div></body></text></TEI>