<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg028.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ὅτῳ ἂν οἴδημα γένηται παρὰ τὸ ἕλκος, ἀφλεγμάντου ἐόντος <lb/>τοῦ ἕλκεος,
                        χρόνῳ ὕστερον πύου ὑπόστασιν ἴσχει τὸ οἴδημα. Καὶ ὅ <lb/>τι ἂν τῇ φλεγμασίῃ
                        οἰδῆσαν μὴ καθιστῆται, τῶν ἄλλων καθισταμένων, <lb/>ὅσα ἅμα ἤρξατο
                        φλεγμαίνειν καὶ οἰδίσκεσθαι, καὶ τοῦτο κίνδυνος <lb/>μηδ’ ἅμα ξυνιέναι. Ὅσα
                        δὲ πιπτόντων ἢ ἄλλῳ τῳ τρόπῳ διακόπτεται <lb/>καὶ φλᾶται, καὶ ἀνοιδίσκεται
                        τὰ περιέχοντα τὸ ἕλκος, <pb n="408"/> καὶ, διαπυήσαντα, πῦον ἀπὸ τῶν
                        οἰδημάτων ἀποχωρέει κατὰ τὸ ἕλκος, <lb/>τῶν τοιούτων ὅ τι ἂν δοκέῃ δεῖσθαι
                        καταπλάσιος, οὐ χρὴ αὐτὸ <lb/>τὸ ἕλκος καταπλάσσειν, ἀλλὰ τὰ περιέχοντα,
                        ὅκως τὸ πῦον ἀποχωρέῃ, <lb/>καὶ τὰ σκληρυνόμενα λαπαχθῇ ἐπειδὰν δὲ λαπαχθῇ,
                        καὶ ἡ <lb/>φλεγμασίη παύσηται, ἐπὶ τὰ ἀφεστηκότα σπόγγους ἐπιδέων
                        προσιστάναι, <lb/>ἀρχόμενος ἀπὸ τοῦ ὑγίεος ὀλίγον προσχωρέων· ἐπὶ δὲ τῷ
                        <lb/>σπόγγῳ ἄνωθεν φύλλα ἐπέστω συχνά. Ὅ τι δ’ ἂν μὴ δύνηται προστῆναι,
                        <lb/>ἡ σὰρξ ὑγρὴ ἐοῦσα αἰτίη ἐστίν· ταύτην ἐκβάλλειν. Ἢν ὑπὸ <lb/>βαθείῃ
                        σαρκὶ τὸ ἕλκος ἔῃ, κατ’ ἄμφω κἀκ τῆς ἐπιδέσιος κἀκ τοῦ <lb/>προσπιέζοντος
                        ὑποκιρσοῦται· τὸ δὴ τοιοῦτον ἤν τις τάμνῃ, πρὸς <lb/>μήλην, ἢν ἐνδέχηται,
                        εὔροον ἀπὸ τοῦ στόματος τὸ ἕλκος ἀνατάμνειν, <lb/>ὅπη ἂν δοκέῃ καιρὸς εἶναι,
                        καὶ οὕτως ἰητρείην προσφέρειν, ὁκοίης <lb/>ἂν δοκέῃ προσδεῖσθαι. Ὡς δὲ τὰ
                        πολλὰ ἐπὶ παντὶ ἕλκει, ὅ τι ἂν κοιλίην <lb/>ἔχῃ πρὸς τὸ ἰθὺ, καταφανὲς
                        ἰδεῖν, οἰδήματος μὴ προσεόντος· <lb/>[ὅ τι δ’ ἂν κοιλίην ἔχῃ μὴ πρὸς τὸ ἰθὺ
                        ἢ οἰδήματος προσεόντος,] ἢν <lb/>μὲν ἔῃ ἐν αὐτῷ σηπεδὼν, ἢ ἡ σὰρξ ὑπέῃ
                        μυδῶσα καὶ σαπρὴ, ἔσται <pb n="410"/> τοῦτο τὸ ἕλκος καὶ τὰ περιέχοντα τὸ
                        ἕλκος ἰδεῖν μέλανα ὑποπέλια· <lb/>καὶ τῶν ἐσθιομένων ἑλκέων, ὅπη ἂν
                        φαγέδαινα ἐνέῃ, ἰσχυρότατά τε <lb/>νέμηται καὶ ἐσθίῃ, ταύτῃ τοῦ ἕλκεος τὸ
                        περιέχον χροιὴν ἕξει μέλαιναν <lb/>ὑποπέλιον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Καταπλάσματα οἰδημάτων καὶ φλεγμασίης τῆς ἐν τοῖσι περιέχουσιν· <lb/>ἡ
                        ἑφθὴ φλόμος, καὶ τῆς τριφύλλου τὰ φύλλα ὠμὰ, καὶ <lb/>τοῦ ἐπιπέτρου τὰ φύλλα
                        ἑφθὰ, καὶ τὸ πόλιον· ἢν δὲ καὶ καθαίρεσθαι <lb/>δέῃ τὸ ἕλκος, παντὰ μὲν καὶ
                        ταῦτα καθαίρει· ἀτὰρ καὶ τῆς συκῆς τὰ <lb/>φύλλα καὶ τῆς ἐλαίης, καὶ τὸ
                        πράσιον. Ἕψειν δὲ ταῦτα πάντα, <lb/>μάλιστα δὲ τούτων ἕψειν τὸν ἄγνον, καὶ
                        τὴν συκῆν, καὶ τὴν ἐλαίην, <lb/>καὶ τῆς σίδης τὰ φύλλα ὡσαύτως ἕψειν. Ὠμοῖσι
                        δὲ τοῖσίδε χρέεσθαι, <lb/>τῆς μαλάχης τὰ φύλλα τρίβων ξὺν οἴνῳ, καὶ τοῦ
                        πηγάνου τὰ φύλλα <lb/>καὶ τῆς ὀριγάνου χλωρῆς· πᾶσι τούτοισι χρὴ τοῦ λίνου
                        τὸν καρπὸν <lb/>φρύξαντα καὶ κόψαντα ὡς λειότατον μιγνύναι. Ὅκου δὲ
                        ἐρυσίπελας <lb/>κίνδυνος ἐφ’ ἕλκεσι γενέσθαι, τῆς ἰσάτιδος τὰ φύλλα τρίβων
                        ὠμὰ <lb/>καταπλάσσειν σὺν τῷ λίνῳ, ἢ τὸ λίνον δεύων στρύχνου χυλῷ ἢ ἰσάτιδος
                        <lb/>καταπλάσσειν. Ὅταν δὲ τὸ ἕλκος καθαρὸν μὲν ἔῃ, φλεγμαίνῃ <lb/>δὲ τό τε
                        ἕλκος καὶ τὰ περιέχοντα τοῦ ἕλκεος, φακὸν ἐν οἴνῳ ἑψήσας <lb/>καὶ τρίψας
                        λεῖον, ἐλαίῳ ὀλίγῳ φυρήσας, καταπλάσας, ἐπιδεῖν· καὶ <lb/>τοῦ κυνοσβάτου
                        ἑψήσας τὰ φύλλα ἐν ὕδατι, τρίψας λεῖα, καταπλάσσειν, <lb/>ὀθόνιον ὑποτείνας
                        λεπτὸν καθαρὸν, οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ τέγξας· <lb/>καὶ ὅταν ξυνάγειν βούλῃ, τοῦ
                        κυνοσβάτου τὰ φύλλα, ὥσπερ τὸν φακὸν <lb/>σκευάζειν. Σαυρίδιον, οἶνος καὶ
                        λίνου καρπὸς παραμίγνυται <pb n="412"/> λεπτός· καὶ τόδε, ὁ τοῦ λίνου
                        καρπὸς, καὶ ἄγνος ὠμὸς, καὶ μηλεία <lb/>στυπτηρίη, ὄξει ταῦτα δευθέντα. </p></div></div></body></text></TEI>