<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg028.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΕΛΚΩΝ.</head><p>1. Ἕλκεα ξύμπαντα οὐ χρὴ τέγγειν, πλὴν οἴνῳ, ἢν μὴ ἐν ἄρθρῳ <lb/>ἔῃ τὸ ἕλκος·
                        τὸ γὰρ ξηρὸν τοῦ ὑγιέος ἐγγυτέρω ἐστὶ, καὶ τὸ ὑγρὸν <lb/>τοῦ μὴ ὑγιέος· τὸ
                        γὰρ ἕλκος ὑγρόν ἐστι, τὸ δὲ ὑγιὲς ξηρόν. Ἀνεπίδετον <lb/>δὲ ἐᾷν ἄμεινόν
                        ἐστιν, ὅ τι γε μὴ καταπλάσσεται· οὐδὲ καταπλάσσειν <lb/>ἐνδεχόμενόν ἐστιν
                        ἔνια τῶν ἑλκέων, μᾶλλον δὲ τὰ νεότρωτα <lb/>τῶν παλαιοτέρων, καὶ τὰ ἐν
                        τοῖσιν ἄρθροισιν. Ὀλιγοσιτέειν τε ὡς <lb/>μάλιστα καὶ ὕδωρ ξυμφέρει πᾶσι
                        τοῖσιν ἕλκεσι, μᾶλλον δὲ τοῖσι <lb/>νεοτρώτοισι τῶν παλαιοτέρων, καὶ ὅ τι
                        ἄλλο φλεγμαίνει ἕλκος ἢ μέλλει, <lb/>καὶ ὅ τι σφακελίσαι κίνδυνος, καὶ
                        τοῖσιν ἕλκεσι καὶ φλέγμασι <lb/>τοῖσιν ἐν τοῖσιν ἄρθροισι, καὶ ὅκου σπασμοὺς
                        κίνδυνος ἐπιγενέσθαι, <lb/>καὶ τοῖσιν ἐν κοιλίῃ τρώμασι, παντῶν δὲ μάλιστα
                        τοῖσιν ἐν κεφαλῇ <lb/>καὶ μηρῷ κατεαγεῖσι, καὶ ἄλλῳ ᾧ κάτηξις ἂν γένηται.
                        Ἑστάται <lb/>δ’ ἕλκεσι ἥκιστα ξυμφέρει, καὶ ἄλλως ἢν ἐν τῷ σκέλεϊ ἔχῃ τὸ
                        ἕλκος, <lb/>οὐδὲ καθῆσθαι οὐδὲ πορεύεσθαι· ἀλλ’ ἡσυχίη καὶ ἀτρεμίη ξυμφέρει
                        <lb/>μάλιστα. Τὰ δὲ νεότρωτα ἕλκεα πάντα ἥκιστα ἂν φλεγμήναιεν <lb/>αὐτά τε
                        καὶ τὰ περιέχοντα, εἴ τις διαπυΐσκοι ὡς τάχιστα, καὶ <lb/>τὸ πῦον μὴ
                        ἀπολαμβανόμενον ἀπὸ τοῦ ἕλκεος τοῦ στόματος ἴσχοιτο, <lb/>ἢ εἴ τις ἀποτρέποι
                        ὅκως μηδὲ μελλήσει διαπυῆσαι πλὴν τοῦ ἀναγκαίου <lb/>πύου ὀλιγίστου, ἀλλὰ
                        ξηρὸν εἶναι ὡς μάλιστα φαρμάκῳ μὴ <lb/>περισκελέϊ. Πυρῶδες γὰρ γίνεται, ἐπὴν
                        φρίκη ἐγγένηται καὶ σφυγμός· <pb n="402"/> φλεγμαίνει γὰρ τὰ ἕλκεα τότε,
                        ὁκόταν διαπυῆσαι μέλλῃ· <lb/>διαπυεῖ δὲ, ἀλλοιουμένου τοῦ αἵματος καὶ
                        θερμανθέντος, ἕως σαπὲν <lb/>πῦον γένηται. Τῶν τοιούτων ἑλκέων, ὅταν δοκέῃ
                        δεῖσθαι καταπλάσιος, <lb/>οὐ χρὴ αὐτὸ τὸ ἕλκος καταπλάσσειν, ἀλλὰ τὰ
                        περιέχοντα, ὅκως <lb/>τὸ πῦον ἀποχωρέῃ, καὶ τὰ σκληρυνόμενα μαλαχθῇ. Τῶν δὲ
                        ἑλκέων, <lb/>ὅπερ μὲν ἂν ὀξέϊ βέλεϊ διατμηθῇ ἢ διακοπῇ, ἐνδέχεται ἔναιμον
                        φάρμακον <lb/>καὶ τὸ κωλῦον διαπυεῖν ἀναξηραῖνόν τι. Ἥ τις δ’ ὑπὸ τοῦ
                        <lb/>βέλεος ἐφλάσθη καὶ ἐκόπη σὰρξ, ταύτην δὲ ἰητρεύειν, ὅκως διάπυος
                        <lb/>ὡς τάχιστα γένηται· ἧσσόν τε γὰρ φλεγμαίνει· καὶ ἀνάγκη τὰς σάρκας
                        <lb/>τὰς φλασθείσας καὶ κοπείσας σαπείσας καὶ πῦον γενομένας ἐκτακῆναι,
                        <lb/>ἔπειτα βλαστάνειν νέας σάρκας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Ἕλκεϊ νεοτρώτῳ παντὶ, πλὴν ἐν κοιλίῃ, ξυμφέρει ἐκ τοῦ <lb/>τρώματος αἷμα
                        ῥυῆναι αὐτίκα πλέον ἢ ἔλασσον· φλεγμαίνει γὰρ ἧσσον <lb/>αὐτὸ τὸ ἕλκος καὶ
                        τὰ περιέχοντα. Καὶ ἀπὸ τῶν πεπαλαιωμένων <lb/>ἑλκέων ξυμφέρει αἷμα ποιέειν
                        ἀποῤῥέειν πυκνὰ, ὅκως ἂν δοκέῃ <lb/>καιρὸς εἶναι, καὶ ἀπ’ αὐτῶν τῶν ἑλκέων
                        καὶ τῶν περιεχόντων τὸ <lb/>ἕλκος, ἄλλως τε καὶ ἢν ἐν κνήμῃ ἔῃ τὸ ἕλκος ἢ ἐν
                        δακτύλῳ ποδὸς ἢ <lb/>χειρὸς, μᾶλλον ἤ κου ἄλλοθι τοῦ σώματος· γίνεται γὰρ,
                        ἀποῤῥέοντος <lb/>τοῦ αἵματος, ξηρότερα καὶ μείονα ἰσχναινόμενα· κωλύει γὰρ
                        <lb/>μάλιστα μὲν τὰ τοιαῦτα ἕλκεα ὑγιαίνεσθαι, ἔπειτα δὲ καὶ τἄλλα ξύμπαντα
                        <lb/>αἵματος σηπεδὼν, καὶ ὅ τι ἐξ αἵματος μεταστάσιος γεγένηται. <pb n="404"/> Ξυμφέρει δὲ μετὰ τὴν τοῦ αἵματος ἀποῤῥοὴν ἐπὶ τῶν τοιούτων <lb/>ἑλκέων
                        καὶ σπόγγον ἐπιδεῖν πυκνὸν καὶ μαλθακὸν, τετμημένον, ξηρότερον <lb/>ἢ
                        ὑγρότερον, καὶ ἐπὶ τῷ σπόγγῳ ἄνωθεν φύλλα συχνὰ τίθεσθαι. <lb/>Ἔλαιον δὲ καὶ
                        ὅσα μαλθακώδεα ἢ ἐλαιώδεά ἐστι φάρμακα, <lb/>οὐ ξυμφέρει τοῖσι τοιούτοισιν
                        ἕλκεσιν, ἢν μὴ πάνυ ἤδη πρὸς ὑγιείην <lb/>τείνῃ. Οὐδὲ τοῖσι νεοτρώτοισιν
                        ἕλκεσι ξυμφέρει ἔλαιον, οὐδὲ μαλθακώδεα <lb/>οὐδὲ στεατώδεα φάρμακα, ἄλλως
                        τε καὶ ὅ τι ἂν δέηται ἕλκος <lb/>πλείονος καθάρσιος· τὸ δὲ ξύμπαν εἰπεῖν,
                        ἐλαίῳ τὴν χρῆσιν ποιέεσθαι <lb/>καὶ ἐν θέρει καὶ ἐν χειμῶνι, πρὸς ἃ τῶν
                        τοιούτων φαρμάκων <lb/>δεόμεθα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Ὑποκάθαρσις τῆς κάτω κοιλίης ξυμφέρει τοῖσι πλείστοισι τῶν <lb/>ἑλκέων καὶ
                        ἐν τρώμασιν ἐν κεφαλῇ ἐοῦσι, καὶ ἐν κοιλίῃ, καὶ ἐν <lb/>ἄρθροισι, καὶ ὅσα
                        σφακελίσαι κίνδυνος, καὶ ὅσα ῥαπτὰ, καὶ τοῖσιν <lb/>ἐσθιομένοισι καὶ
                        ἑρπυστικοῖσι, καὶ τοῖσιν ἄλλως πεπαλαιωμένοισιν <lb/>ἕλκεσι, καὶ ὅκη ἂν
                        μέλλῃ ἐπιδεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Οὐ χρὴ οὐδ’ ἐμπλάσσειν τὰ φάρμακα, πρὶν ἂν πάνυ ξηρὸν <lb/>ποιήσῃς τὸ
                        ἕλκος· τότε δὲ δεῖ προστιθέναι, ἀνασπογγίζειν δὲ τὸ ἕλκος <lb/>πολλάκις
                        σπόγγῳ, καὶ αὖθις ὀθόνιον ξηρὸν καὶ καθαρὸν προσίσχων <lb/>πολλάκις, οὕτω δὲ
                        ἐπιθεὶς τὸ φάρμακον τὸ δοκέον ξυμφέρειν, <lb/>ἐπιδεῖν ἢ μὴ ἐπιδεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ἕλκεσι τοῖσι πλείστοισιν ὥρη ἡ θερμοτέρη ξυμφορωτέρη τοῦ <lb/>χειμῶνος,
                        πλὴν τοῖσιν ἐν κεφαλῇ καὶ κοιλίῃ, μᾶλλον δὲ ἡ ἰσημερινή. </p></div></div></body></text></TEI>