<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg027.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν δὲ τουτέων μὲν τῶν ὁδῶν ἀποκλεισθῇ, ἐς δὲ τὰς φλέβας, <lb/>ἃς
                        προείρηκα, τὸν κατάῤῥοον ποιήσηται, ἄφωνός τε γίνεται καὶ <lb/>πνίγεται, καὶ
                        ἀφρὸς ἐκ τοῦ στόματος ἐκρέει, καὶ οἱ ὁδόντες συνηρείκασι, <lb/>καὶ αἱ χεῖρες
                        συσπῶνται, καὶ τὰ ὄμματα διαστρέφονται, καὶ <lb/>οὐδὲν φρονέουσιν, ἐνίοισι
                        δὲ καὶ ὑποχωρέει ἡ κόπρος κάτω· καὶ <lb/>ταῦτα γίνεται ὁτὲ μὲν ἐς τὰ
                        ἀριστερὰ, ὁτὲ δὲ ἐς τὰ δεξιὰ, ὁτὲ δὲ ἐς <lb/>ἀμφότερα. Ὅκως δὲ τούτων
                        ἕκαστον πάσχει ἐγὼ φράσω· ἄφωνος μέν <lb/>ἐστιν ὁκόταν ἐξαίφνης τὸ φλέγμα
                        ἐπικατελθὸν ἐς τὰς φλέβας ἀποκλείσῃ <lb/>τὸν ἠέρα καὶ μὴ παραδέχηται μήτε ἐς
                        τὸν ἐγκέφαλον μήτε ἐς <lb/>τὰς φλέβας τὰς κοίλας μήτε ἐς τὰς κοιλίας, ἀλλ’
                        ἐπιλάβῃ τὴν ἀναπνοήν· <lb/>ὅταν γὰρ λάβῃ ἄνθρωπος κατὰ τὸ στόμα καὶ τοὺς
                        μυκτῆρας <lb/>τὸ πνεῦμα, πρῶτον μὲν ἐς τὸν ἐγκέφαλον ἔρχεται, ἔπειτα δὲ ἐς
                        τὴν <lb/>κοιλίην τὸ πλεῖστον μέρος, τὸ δὲ ἐπὶ τὸν πλεύμονα, τὸ δὲ ἐπὶ τὰς
                        <lb/>φλέβας. Ἐκ τουτέων δὲ σκίδναται ἐς τὰ λοιπὰ μέρεα κατὰ τὰς φλέβας·
                        <lb/>καὶ ὅσον μὲν ἐς τὴν ἐς κοιλίην ἔρχεται, τοῦτο μὲν τὴν κοιλίην
                        <lb/>διαψύχει, καὶ ἄλλο τι οὐδὲν ξυμβάλλεται· ὁ δ’ ἐς τὸν πλεύμονά τε
                        <lb/>καὶ τὰς φλέβας ἀὴρ ξυμβάλλεται ἐς τὰς κοιλίας ἐσιὼν καὶ ἐς τὸν
                        ἐγκέφαλον, <lb/>καὶ οὕτω τὴν φρόνησιν καὶ τὴν κίνησιν τοῖσι μέλεσι παρέχει,
                        <lb/>ὥστε, ἐπειδὰν ἀποκλεισθῶσιν αἱ φλέβες τοῦ ἠέρος ὑπὸ τοῦ φλέγματος <pb n="374"/> καὶ μὴ παραδέχωνται, ἄφωνον καθιστᾶσι καὶ ἄφρονα τὸν ἄνθρωπον.
                        <lb/>Αἱ δὲ χεῖρες ἀκρατέες γίνονται καὶ σπῶνται, τοῦ αἵματος ἀτρεμίσαντος
                        <lb/>καὶ μὴ διαχεομένου ὥσπερ εἰώθει. Καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ διαστρέφονται,
                        <lb/>τῶν φλεβίων ἀποκλειομένων τοῦ ἠέρος καὶ σφυζόντων. Ἀφρὸς <lb/>δὲ ἐκ τοῦ
                        στόματος προέρχεται ἐκ τοῦ πλεύμονος· ὅταν γὰρ τὸ <lb/>πνεῦμα μὴ ἐσίῃ ἐς
                        αὐτὸν, ἀφρέει καὶ ἀναβλύει ὥσπερ ἀποθνήσκων. <lb/>Ἡ δὲ κόπρος ὑπέρχεται ὑπὸ
                        βίης πνιγομένου· πνίγεται δὲ τοῦ ἥπατος <lb/>καὶ τῆς κοιλίης ἄνω πρὸς τὰς
                        φρένας προσπεπτωκότων καὶ τοῦ <lb/>στομάχου τῆς γαστρὸς ἀπειλημμένου·
                        προσπίπτει δὲ ὁκόταν τὸ <lb/>πνεῦμα μὴ ἐσίῃ ἐς τὸ στόμα ὅσον εἰώθει.
                        Λακτίζει δὲ τοῖσι ποσὶν, <lb/>ὁκόταν ὁ ἀὴρ ἀποκλεισθῇ ἐν τοῖσι μέλεσι καὶ μὴ
                        οἷός τε ἔῃ διεκδῦναι <lb/>ἔξω ὑπὸ τοῦ φλέγματος· ἀΐσσων δὲ διὰ τοῦ αἵματος
                        ἄνω καὶ <lb/>κάτω σπασμὸν ἐμποιέει καὶ ὀδύνην, διὸ λακτίζει. Ταῦτα δὲ πάσχει
                        <lb/>πάντα, ὁκόταν τὸ φλέγμα ψυχρὸν παραῤῥυῇ ἐς τὸ αἷμα θερμὸν ἐόν·
                        <lb/>ἀποψύχει γὰρ καὶ ἵστησι τὸ αἷμα· κἢν μὲν τὸ ῥεῦμα πουλὺ ἔῃ καὶ
                        <lb/>παχὺ, αὐτίκα ἀποκτείνει· κρατέει γὰρ τοῦ αἵματος τῷ ψύχει καὶ
                        <lb/>πήγνυσιν· ἢν δὲ ἔλασσον ἔῃ, τὸ μὲν παραυτίκα κρατέει ἀποφράξαν <lb/>τὴν
                        ἀναπνοήν· ἔπειτα τῷ χρόνῳ ὁκόταν σκεδασθῇ κατὰ τὰς φλέβας <lb/>καὶ μιγῇ τῷ
                        αἵματι πολλῷ ἐόντι καὶ θερμῷ, ἢν κρατηθῇ οὕτως, ἐδέξαντο <lb/>τὸν ἠέρα αἱ
                        φλέβες, καὶ ἐφρόνησαν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Καὶ ὁκόσα μὲν παιδία σμικρὰ κατάληπτα γίνεται τῇ νούσῳ <lb/>ταύτῃ, τὰ
                        πολλὰ ἀποθνήσει, ἢν πουλὺ τὸ ῥεῦμα ἐπιγένηται καὶ νότιον <lb/>ἔῃ· τὰ γὰρ
                        φλέβια λεπτὰ ἐόντα οὐ δύναται παραδέχεσθαι τὸ <pb n="376"/> φλέγμα ὑπὸ
                        πάχεος καὶ πλήθεος, ἀλλ’ ἀποψύχεται καὶ πήγνυται τὸ <lb/>αἷμα, καὶ οὕτως
                        ἀποθνήσκει. Ἢν δὲ ὀλίγον ἐὸν ἐς ἀμφοτέρας τὰς <lb/>φλέβας τὸν κατάῤῥοον
                        ποιήσηται, ἢ ἐς τὰς ἐπὶ θάτερα, περιγίνεται <lb/>ἐπίσημα ἐόντα· ἢ γὰρ στόμα
                        παρέσπασται ἢ ὀφθαλμὸς ἢ αὐχὴν ἢ <lb/>χεὶρ, ὁκόθεν ἂν τὸ φλέβιον πληρωθὲν
                        τοῦ φλέγματος κρατηθῇ καὶ <lb/>ἀπισχνωθῇ. Τούτῳ οὖν τῷ φλεβίῳ ἀνάγκη
                        ἀσθενέστερον εἶναι καὶ <lb/>ἐνδεέστερον τοῦτο τοῦ σώματος τὸ βλαβέν· ἐς δὲ
                        τὸν πλείονα χρόνον <lb/>ὠφελέει ὡς ἐπὶ τὸ πουλύ· οὐ γὰρ ἔτι ἐπίληπτον
                        γίνεται, ἢν ἅπαξ <lb/>ἐπισημανθῇ, διὰ τόδε· ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ταύτης αἱ φλέβες
                        αἱ λοιπαὶ <lb/>κακοῦνται καὶ μέρος τι συνισχναίνονται, ὡς τὸν μὲν ἠέρα
                        δέχεσθαι, <lb/>τὸν δὲ τοῦ φλέγματος κατάῤῥοον μηκέτι ὁμοίως ἐπικαταῤῥέειν·
                        ἀσθενέστερα <lb/>μέντοι τὰ μέλεα εἰκὸς εἶναι, τῶν φλεβῶν κακωθεισέων.
                        <lb/>Ὁκόσοισι δ’ ἂν βόρειόν τε καὶ πάνυ ὀλίγον παραῤῥυῇ καὶ ἐς τὰ δεξιὰ,
                        <lb/>ἀσήμως περιγίνονται· κίνδυνος δὲ ξυντραφῆναι καὶ ξυναυξηθῆναι, <lb/>ἢν
                        μὴ θεραπευθῶσι τοῖσιν ἐπιτηδείοισιν. Τοῖσι μὲν οὖν παιδίοισιν <lb/>οὕτω
                        γίνεται, ἢ ὅτι τούτων ἐγγυτάτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Τοὺς δὲ πρεσβυτέρους οὐκ ἀποκτείνει, ὁκόταν ἐπιγένηται, <lb/>οὐδὲ
                        διαστρέφει· αἵ τε γὰρ φλέβες εἰσὶ κοῖλαι καὶ αἵματος μεσταὶ <lb/>θερμοῦ, ἃ
                        οὐδὲ δύναται ἐπικρατῆσαι τὸ φλέγμα, οὐδ’ ἀποψῦξαι <lb/>τὸ αἷμα, ὥστε καὶ
                        πῆξαι, ἀλλ’ αὐτὸ κρατέεται καὶ καταμίγνυται <lb/>τῷ αἵματι ταχέως· καὶ οὕτω
                        παραδέχονται αἱ φλέβες τὸν ἠέρα, καὶ <lb/>τὸ φρόνημα γίνεται, τά τε σημήϊα
                        τὸ προειρημένα ἧσσον ἐπιλαμβάνει <pb n="378"/> διὰ τὴν ἰσχύν. Τοῖσι δὲ
                        πρεσβυτάτοισιν ὁκόταν ἐπιγένηται τοῦτο <lb/>τὸ νούσημα, διὰ τοῦτο ἀποκτείνει
                        ἢ παράπληκτον ποιέει, ὅτι αἱ φλέβες <lb/>κεκένωνται καὶ τὸ αἷμα ὀλίγον τέ
                        ἐστι καὶ λεπτὸν καὶ ὑδαρές. <lb/>Ἢν μὲν οὖν πολὺ παταῤῥυῇ καὶ χειμῶνος ἔῃ
                        καιρὸς, ἀποκτείνει· <lb/>ἀπέπνιξε γὰρ τὰς ἀναπνοὰς καὶ ἀπέπηξε τὸ αἷμα, ἢν
                        ἐπ’ ἀμφότερα <lb/>ὁ κατάῤῥοος γένηται· ἢν δὲ ἐπὶ θάτερα μοῦνον, παράπληκτον
                        ποιέει· <lb/>οὐ γὰρ δύναται τὸ αἷμα ἐπικρατῆσαι τοῦ φλέγματος λεπτὸν ἐὸν καὶ
                        <lb/>ψυχρὸν καὶ ὀλίγον, ἀλλ’ αὐτὸ κρατηθὲν ἐπάγη, ὥστε ἀκρατέα εἶναι
                        <lb/>ἐκεῖνα καθ’ ἃ τὸ αἷμα διεφθάρη. </p></div></div></body></text></TEI>