<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg027.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ἢν δὲ ἑπὶ τὴν καρδίην ποιήσηται ὁ κατάῤῥος τὴν πορείην, <lb/>παλμὸς
                        ἐπιλαμβάνει καὶ ἄσθματα, καὶ τὰ στήθεα διαφθείρεται, ἔνιοι <lb/>δὲ καὶ κυφοὶ
                        γίνονται· ὁκόταν γὰρ ἐπικατέλθῃ τὸ φλέγμα ψυχρὸν <lb/>ἐπὶ τὸν πλεύμονα ἢ ἐπὶ
                        τὴν καρδίην, ἀποψύχεται τὸ αἷμα αἱ δὲ <lb/>φλέβες πρὸς βίην ψυχόμεναι πρὸς
                        τῷ πλεύμονι καὶ τῇ καρδίῃ πηδῶσι, <lb/>καὶ ἡ καρδίη πάλλεται, ὥστε ὑπὸ τῆς
                        ἀνάγκης ταύτης τὰ <lb/>ἄσθματα ἐπιπίπτειν καὶ τὴν ὀρθοπνοίην. Οὐ γὰρ δέχεται
                        τὸ πνεῦμα <lb/>ὅσον ἐθέλει, μέχρις ἂν κρατηθῇ τοῦ φλέγματος τὸ ἐπιῤῥυὲν καὶ
                        διαθερμανθὲν <lb/>διαχυθῇ ἐς τὰς φλέβας· ἔπειτα παύεται τοῦ παλμοῦ καὶ
                        <lb/>τοῦ ἄσθματος· παύεται δὲ ὅκως ἂν τοῦ πλήθεος ἔχῃ· ἢν μὲν γὰρ <lb/>πλέον
                        ἐπικαταῤῥυῇ, σχολαίτερον, ἢν δὲ ἔλασσον, θᾶσσον· καὶ ἢν μὲν <pb n="372"/>
                        πυκνότεροι ἔωσιν οἱ κατάῤῥοοι, πυκνότερα ἐπίληπτος γίνεται, ἢν <lb/>δὲ μὴ,
                        ἀραιότερα. Ταῦτα μὲν οὖν πάσχει, ἢν ἐπὶ τὸν πλεύμονα καὶ <lb/>τὴν καρδίην
                        ἴῃ· ἢν δὲ ἐς τὴν κοιλίην, διάῤῥοιαι λαμβάνουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν δὲ τουτέων μὲν τῶν ὁδῶν ἀποκλεισθῇ, ἐς δὲ τὰς φλέβας, <lb/>ἃς
                        προείρηκα, τὸν κατάῤῥοον ποιήσηται, ἄφωνός τε γίνεται καὶ <lb/>πνίγεται, καὶ
                        ἀφρὸς ἐκ τοῦ στόματος ἐκρέει, καὶ οἱ ὁδόντες συνηρείκασι, <lb/>καὶ αἱ χεῖρες
                        συσπῶνται, καὶ τὰ ὄμματα διαστρέφονται, καὶ <lb/>οὐδὲν φρονέουσιν, ἐνίοισι
                        δὲ καὶ ὑποχωρέει ἡ κόπρος κάτω· καὶ <lb/>ταῦτα γίνεται ὁτὲ μὲν ἐς τὰ
                        ἀριστερὰ, ὁτὲ δὲ ἐς τὰ δεξιὰ, ὁτὲ δὲ ἐς <lb/>ἀμφότερα. Ὅκως δὲ τούτων
                        ἕκαστον πάσχει ἐγὼ φράσω· ἄφωνος μέν <lb/>ἐστιν ὁκόταν ἐξαίφνης τὸ φλέγμα
                        ἐπικατελθὸν ἐς τὰς φλέβας ἀποκλείσῃ <lb/>τὸν ἠέρα καὶ μὴ παραδέχηται μήτε ἐς
                        τὸν ἐγκέφαλον μήτε ἐς <lb/>τὰς φλέβας τὰς κοίλας μήτε ἐς τὰς κοιλίας, ἀλλ’
                        ἐπιλάβῃ τὴν ἀναπνοήν· <lb/>ὅταν γὰρ λάβῃ ἄνθρωπος κατὰ τὸ στόμα καὶ τοὺς
                        μυκτῆρας <lb/>τὸ πνεῦμα, πρῶτον μὲν ἐς τὸν ἐγκέφαλον ἔρχεται, ἔπειτα δὲ ἐς
                        τὴν <lb/>κοιλίην τὸ πλεῖστον μέρος, τὸ δὲ ἐπὶ τὸν πλεύμονα, τὸ δὲ ἐπὶ τὰς
                        <lb/>φλέβας. Ἐκ τουτέων δὲ σκίδναται ἐς τὰ λοιπὰ μέρεα κατὰ τὰς φλέβας·
                        <lb/>καὶ ὅσον μὲν ἐς τὴν ἐς κοιλίην ἔρχεται, τοῦτο μὲν τὴν κοιλίην
                        <lb/>διαψύχει, καὶ ἄλλο τι οὐδὲν ξυμβάλλεται· ὁ δ’ ἐς τὸν πλεύμονά τε
                        <lb/>καὶ τὰς φλέβας ἀὴρ ξυμβάλλεται ἐς τὰς κοιλίας ἐσιὼν καὶ ἐς τὸν
                        ἐγκέφαλον, <lb/>καὶ οὕτω τὴν φρόνησιν καὶ τὴν κίνησιν τοῖσι μέλεσι παρέχει,
                        <lb/>ὥστε, ἐπειδὰν ἀποκλεισθῶσιν αἱ φλέβες τοῦ ἠέρος ὑπὸ τοῦ φλέγματος <pb n="374"/> καὶ μὴ παραδέχωνται, ἄφωνον καθιστᾶσι καὶ ἄφρονα τὸν ἄνθρωπον.
                        <lb/>Αἱ δὲ χεῖρες ἀκρατέες γίνονται καὶ σπῶνται, τοῦ αἵματος ἀτρεμίσαντος
                        <lb/>καὶ μὴ διαχεομένου ὥσπερ εἰώθει. Καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ διαστρέφονται,
                        <lb/>τῶν φλεβίων ἀποκλειομένων τοῦ ἠέρος καὶ σφυζόντων. Ἀφρὸς <lb/>δὲ ἐκ τοῦ
                        στόματος προέρχεται ἐκ τοῦ πλεύμονος· ὅταν γὰρ τὸ <lb/>πνεῦμα μὴ ἐσίῃ ἐς
                        αὐτὸν, ἀφρέει καὶ ἀναβλύει ὥσπερ ἀποθνήσκων. <lb/>Ἡ δὲ κόπρος ὑπέρχεται ὑπὸ
                        βίης πνιγομένου· πνίγεται δὲ τοῦ ἥπατος <lb/>καὶ τῆς κοιλίης ἄνω πρὸς τὰς
                        φρένας προσπεπτωκότων καὶ τοῦ <lb/>στομάχου τῆς γαστρὸς ἀπειλημμένου·
                        προσπίπτει δὲ ὁκόταν τὸ <lb/>πνεῦμα μὴ ἐσίῃ ἐς τὸ στόμα ὅσον εἰώθει.
                        Λακτίζει δὲ τοῖσι ποσὶν, <lb/>ὁκόταν ὁ ἀὴρ ἀποκλεισθῇ ἐν τοῖσι μέλεσι καὶ μὴ
                        οἷός τε ἔῃ διεκδῦναι <lb/>ἔξω ὑπὸ τοῦ φλέγματος· ἀΐσσων δὲ διὰ τοῦ αἵματος
                        ἄνω καὶ <lb/>κάτω σπασμὸν ἐμποιέει καὶ ὀδύνην, διὸ λακτίζει. Ταῦτα δὲ πάσχει
                        <lb/>πάντα, ὁκόταν τὸ φλέγμα ψυχρὸν παραῤῥυῇ ἐς τὸ αἷμα θερμὸν ἐόν·
                        <lb/>ἀποψύχει γὰρ καὶ ἵστησι τὸ αἷμα· κἢν μὲν τὸ ῥεῦμα πουλὺ ἔῃ καὶ
                        <lb/>παχὺ, αὐτίκα ἀποκτείνει· κρατέει γὰρ τοῦ αἵματος τῷ ψύχει καὶ
                        <lb/>πήγνυσιν· ἢν δὲ ἔλασσον ἔῃ, τὸ μὲν παραυτίκα κρατέει ἀποφράξαν <lb/>τὴν
                        ἀναπνοήν· ἔπειτα τῷ χρόνῳ ὁκόταν σκεδασθῇ κατὰ τὰς φλέβας <lb/>καὶ μιγῇ τῷ
                        αἵματι πολλῷ ἐόντι καὶ θερμῷ, ἢν κρατηθῇ οὕτως, ἐδέξαντο <lb/>τὸν ἠέρα αἱ
                        φλέβες, καὶ ἐφρόνησαν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Καὶ ὁκόσα μὲν παιδία σμικρὰ κατάληπτα γίνεται τῇ νούσῳ <lb/>ταύτῃ, τὰ
                        πολλὰ ἀποθνήσει, ἢν πουλὺ τὸ ῥεῦμα ἐπιγένηται καὶ νότιον <lb/>ἔῃ· τὰ γὰρ
                        φλέβια λεπτὰ ἐόντα οὐ δύναται παραδέχεσθαι τὸ <pb n="376"/> φλέγμα ὑπὸ
                        πάχεος καὶ πλήθεος, ἀλλ’ ἀποψύχεται καὶ πήγνυται τὸ <lb/>αἷμα, καὶ οὕτως
                        ἀποθνήσκει. Ἢν δὲ ὀλίγον ἐὸν ἐς ἀμφοτέρας τὰς <lb/>φλέβας τὸν κατάῤῥοον
                        ποιήσηται, ἢ ἐς τὰς ἐπὶ θάτερα, περιγίνεται <lb/>ἐπίσημα ἐόντα· ἢ γὰρ στόμα
                        παρέσπασται ἢ ὀφθαλμὸς ἢ αὐχὴν ἢ <lb/>χεὶρ, ὁκόθεν ἂν τὸ φλέβιον πληρωθὲν
                        τοῦ φλέγματος κρατηθῇ καὶ <lb/>ἀπισχνωθῇ. Τούτῳ οὖν τῷ φλεβίῳ ἀνάγκη
                        ἀσθενέστερον εἶναι καὶ <lb/>ἐνδεέστερον τοῦτο τοῦ σώματος τὸ βλαβέν· ἐς δὲ
                        τὸν πλείονα χρόνον <lb/>ὠφελέει ὡς ἐπὶ τὸ πουλύ· οὐ γὰρ ἔτι ἐπίληπτον
                        γίνεται, ἢν ἅπαξ <lb/>ἐπισημανθῇ, διὰ τόδε· ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ταύτης αἱ φλέβες
                        αἱ λοιπαὶ <lb/>κακοῦνται καὶ μέρος τι συνισχναίνονται, ὡς τὸν μὲν ἠέρα
                        δέχεσθαι, <lb/>τὸν δὲ τοῦ φλέγματος κατάῤῥοον μηκέτι ὁμοίως ἐπικαταῤῥέειν·
                        ἀσθενέστερα <lb/>μέντοι τὰ μέλεα εἰκὸς εἶναι, τῶν φλεβῶν κακωθεισέων.
                        <lb/>Ὁκόσοισι δ’ ἂν βόρειόν τε καὶ πάνυ ὀλίγον παραῤῥυῇ καὶ ἐς τὰ δεξιὰ,
                        <lb/>ἀσήμως περιγίνονται· κίνδυνος δὲ ξυντραφῆναι καὶ ξυναυξηθῆναι, <lb/>ἢν
                        μὴ θεραπευθῶσι τοῖσιν ἐπιτηδείοισιν. Τοῖσι μὲν οὖν παιδίοισιν <lb/>οὕτω
                        γίνεται, ἢ ὅτι τούτων ἐγγυτάτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Τοὺς δὲ πρεσβυτέρους οὐκ ἀποκτείνει, ὁκόταν ἐπιγένηται, <lb/>οὐδὲ
                        διαστρέφει· αἵ τε γὰρ φλέβες εἰσὶ κοῖλαι καὶ αἵματος μεσταὶ <lb/>θερμοῦ, ἃ
                        οὐδὲ δύναται ἐπικρατῆσαι τὸ φλέγμα, οὐδ’ ἀποψῦξαι <lb/>τὸ αἷμα, ὥστε καὶ
                        πῆξαι, ἀλλ’ αὐτὸ κρατέεται καὶ καταμίγνυται <lb/>τῷ αἵματι ταχέως· καὶ οὕτω
                        παραδέχονται αἱ φλέβες τὸν ἠέρα, καὶ <lb/>τὸ φρόνημα γίνεται, τά τε σημήϊα
                        τὸ προειρημένα ἧσσον ἐπιλαμβάνει <pb n="378"/> διὰ τὴν ἰσχύν. Τοῖσι δὲ
                        πρεσβυτάτοισιν ὁκόταν ἐπιγένηται τοῦτο <lb/>τὸ νούσημα, διὰ τοῦτο ἀποκτείνει
                        ἢ παράπληκτον ποιέει, ὅτι αἱ φλέβες <lb/>κεκένωνται καὶ τὸ αἷμα ὀλίγον τέ
                        ἐστι καὶ λεπτὸν καὶ ὑδαρές. <lb/>Ἢν μὲν οὖν πολὺ παταῤῥυῇ καὶ χειμῶνος ἔῃ
                        καιρὸς, ἀποκτείνει· <lb/>ἀπέπνιξε γὰρ τὰς ἀναπνοὰς καὶ ἀπέπηξε τὸ αἷμα, ἢν
                        ἐπ’ ἀμφότερα <lb/>ὁ κατάῤῥοος γένηται· ἢν δὲ ἐπὶ θάτερα μοῦνον, παράπληκτον
                        ποιέει· <lb/>οὐ γὰρ δύναται τὸ αἷμα ἐπικρατῆσαι τοῦ φλέγματος λεπτὸν ἐὸν καὶ
                        <lb/>ψυχρὸν καὶ ὀλίγον, ἀλλ’ αὐτὸ κρατηθὲν ἐπάγη, ὥστε ἀκρατέα εἶναι
                        <lb/>ἐκεῖνα καθ’ ἃ τὸ αἷμα διεφθάρη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ἐς δὲ τὰ δεξιὰ μᾶλλον καταῤῥέει ἢ ἐς τὰ ἀριστερὰ, ὅτι αἱ <lb/>φλέβες εἰσὶ
                        κοιλότεραι καὶ πλέονες ἢ ἐν τοῖσιν ἀριστεροῖσιν· ἀπὸ <lb/>γὰρ τοῦ ἥπατος
                        τείνουσι καὶ ἀπὸ τοῦ σπληνός. Ἐπικαταῤῥέει δὲ καὶ <lb/>ἀποτήκεται τοῖσι μὲν
                        παιδίοισι μάλιστα, οἷσιν ἂν διαθερμανθῇ ἡ <lb/>κεφαλὴ ἤν τε ὑπὸ ἡλίου, ἤν τε
                        ὑπὸ πυρὸς, καὶ ἐξαπίνης φρίξῃ ὁ <lb/>ἐγκέφαλος· τότε γὰρ ἀποκρίνεται τὸ
                        φλέγμα. Ἀποτήκεται μὲν γὰρ <lb/>ἐκ τῆς θέρμης καὶ διαχύσιος τοῦ ἐγκεφάλου·
                        ἀποκρίνεται δὲ ἀπὸ <lb/>τῆς ψύξιός τε καὶ ξυστάσιος, καὶ οὕτως ἐπικαταῤῥέει.
                        Τοῖσι μὲν <lb/>αὕτη ἡ πρόφασις γίνεται, τοῖσι δὲ καὶ ἐπειδὰν ἐξαπίνης μετὰ
                        βόρεια <lb/>πνεύματα νότος μεταλάβῃ, ξυνεστηκότα τὸν ἐγκέφαλον καὶ
                        εὐσθενέοντα <lb/>ἔλυσε καὶ ἐχάλασεν ἐξαίφνης, ὥστε πλημμυρεῖν τὸ φλέγμα, <pb n="380"/> καὶ οὕτω τὸν κατάῤῥοον ποιέεται. Ἐπικαταῤῥέει δὲ καὶ ἐξ
                        ἀδήλου, <lb/>φόβου γινομένου, ἢν δείσῃ βοήσαντός τινος, ἢ καὶ μεταξὺ κλαίων
                        <lb/>μὴ οἷός τε ἔῃ τὸ πνεῦμα ταχέως ἀναλαβεῖν, οἷα γίνεται παιδίοισι
                        <lb/>πολλάκις· ὅ τι δ’ ἂν τούτων αὐτῷ γένηται, εὐθὺς ἔφριξε τὸ σῶμα,
                        <lb/>καὶ ἄφωνος γενόμενος τὸ πνεῦμα οὐχ εἵλκυσεν, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα ἠρέμησε,
                        <lb/>καὶ ὁ ἐγκέφαλος ξυνέστη, καὶ τὸ αἷμα ἔστη, καὶ οὕτως <lb/>ἀπεκρίθη καὶ
                        ἐπικατεῤῥύη τὸ φλέγμα. Τοῖσι μὲν παιδίοισιν αὗται αἱ <lb/>προφάσιες τῆς
                        ἐπιλήψιός εἰσι τὴν ἀρχήν. Τοῖσι δὲ πρεσβύτῃσιν ὁ <lb/>χειμὼν πολεμιώτατός
                        ἐστιν· ὅταν γὰρ παρὰ πυρὶ πολλῷ διαθερμανθῇ <lb/>τὴν κεφαλὴν καὶ τὸν
                        ἐγκέφαλον, ἔπειτα ἐν ψύχει γένηται καὶ ῥιγώσῃ, <lb/>ἢ καὶ ἐκ ψύχεος εἰς
                        ἀλέην ἔλθῃ καὶ παρὰ πυρὶ καθίσῃ, τωὐτὸ <lb/>τοῦτο πάσχει, καὶ οὕτως
                        ἐπίληπτος γίνεται κατὰ τὰ προειρημένα. <lb/>Κίνδυνος δὲ πολὺς καὶ ἦρος
                        παθέειν τωὐτὸ τοῦτο, ἢν ἡλιωθῇ ἡ κεφαλή· <lb/>τοῦ δὲ θέρεος ἥκιστα, οὐ γὰρ
                        γίνονται μεταβολαὶ ἐξαπιναῖοι. <lb/>Ὁκόταν δὲ εἴκοσιν ἔτεα παρέλθῃ, οὐκ ἔτι
                        ἡ νοῦσος αὕτη ἐπιλαμβάνει, <lb/>ἢν μὴ ἐκ παιδίου ξύντροφος ἔῃ, ἀλλ’ ἢ
                        ὀλίγους ἢ οὐδένα· αἱ <lb/>γὰρ φλέβες μεσταί εἰσιν αἵματος, καὶ ὁ ἐγκέφαλος
                        συνέστηκε καὶ <lb/>ἐστὶ στρυφνὸς, ὥστε οὐκ ἐπικαταῤῥέει ἐπὶ τὰς φλέβας· ἢν
                        δ’ ἐπικαταῤῥύη, <lb/>τοῦ αἵματος οὐκ ἐπικρατέει, πολλοῦ καὶ θερμοῦ ἐόντος.
                    </p></div></div></body></text></TEI>