<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg027.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Κατὰ ταῦτα νομίζω τὸν ἐγκέφαλον δύναμιν πλείστην ἔχειν <lb/>ἐν τῷ
                        ἀνθρώπῳ· οὗτος γὰρ ἡμῖν ἐστι τῶν ἀπὸ τοῦ ἠέρος γινομένων <lb/>ἑρμηνεὺς, ἢν
                        ὑγιαίνων τυγχάνῃ· τὴν δὲ φρόνησιν αὐτῷ ὁ ἀὴρ παρέχεται. <lb/>Οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ
                        καὶ τὰ οὔατα καὶ ἡ γλῶσσα καὶ αἱ χεῖρες καὶ <lb/>οἱ πόδες οἷα ἂν ὁ ἐγκέφαλος
                        γινώσκῃ, τοιαῦτα πρήσσουσι· γίνεται <lb/>γὰρ παντὶ τῷ σώματι τῆς φρονήσιος,
                        ὡς ἂν μετέχῃ τοῦ ἠέρος. Ἐς <lb/>δὲ τὴν ξύνεσιν ὁ ἐγκέφαλός ἐστιν ὁ
                        διαγγέλλων· ὁκόταν γὰρ σπάσῃ <lb/>τὸ πνεῦμα ὥνθρωπος ἐς ἑωυτὸν, ἐς τὸν
                        ἐγκέφαλον πρῶτον ἀφικνέεται, <lb/>καὶ οὕτως ἐς τὸ λοιπὸν σῶμα σκίδναται ὁ
                        ἀὴρ, καταλιπὼν ἐν <lb/>τῷ ἐγκεφάλῳ ἑωυτοῦ τὴν ἀκμὴν καὶ ὅ τι ἂν ἔῃ φρόνιμόν
                        τε καὶ <lb/>γνώμην ἔχον· εἰ γὰρ ἐς τὸ σῶμα πρῶτον ἀφικνέετο καὶ ὕστερον ἐς
                        <lb/>τὸν ἐγκέφαλον, ἐν τῇσι σαρξὶ καὶ ἐν τῇσι φλεψὶ καταλελοιπὼς τὴν <pb n="392"/> διάγνωσιν ἐς τὸν ἐγκέφαλον ἂν ἴοι θερμὸς ἐὼν καὶ οὐχὶ
                        ἀκραιφνὴς, <lb/>ἀλλ’ ἐπιμεμιγμένος τῇ ἰκμάδι τῇ ἀπὸ τῶν σαρκῶν καὶ τοῦ
                        αἵματος, <lb/>ὥστε μηκέτι εἶναι ἀκριβής. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Διὸ φημὶ τὸν ἐγκέφαλον εἶναι τὸν ἑρμηνεύοντα τὴν ξύνεσιν. <lb/>Αἱ δὲ
                        φρένες ἄλλως οὔνομα ἔχουσι τῇ τύχῃ κεκτημένον καὶ τῷ νόμῳ, <lb/>τῷ δ’ ἐόντι
                        οὒκ, οὐδὲ τῇ φύσει, οὐδὲ οἶδα ἔγωγε τίνα δύναμιν ἔχουσιν <lb/>αἱ φρένες ὥστε
                        φρονέειν τε καὶ νοέειν, πλὴν εἴ τι ὥνθρωπος <lb/>ὑπερχαρείη ἐξ ἀδοκήτου ἢ
                        ἀνιηθείη, πηδῶσι καὶ ἄλσιν παρέχουσιν <lb/>ὑπὸ λεπτότητος καὶ ὅτι
                        ἀνατέτανται μάλιστα ἐν τῷ σώματι, καὶ <lb/>κοιλίην οὐκ ἔχουσι πρὸς ἣν
                        δέξονται ἢ ἀγαθὸν ἢ κακὸν προσπῖπτον, <lb/>ἀλλ’ ὑπ’ ἀμφοτέρων τούτων
                        τεθορύβηνται διὰ τὴν ἀσθενείην τῆς φύσιος· <lb/>ἐπεὶ αἰσθάνονταί γε οὐδενὸς
                        πρότερον τῶν ἐν τῷ σώματι ἐόντων, <lb/>ἀλλὰ μάτην τοῦτο τὸ οὔνομα ἔχουσι καὶ
                        τὴν αἰτίην, ὥσπερ τὰ <lb/>πρὸς τῇ καρδίῃ ἅπερ ὦτα καλέεται, οὐδὲν ἐς τὴν
                        ἀκοὴν ξυμβαλλόμενα. <lb/>Λέγουσι δέ τινες ὡς φρονέομεν τῇ καρδίῃ καὶ τὸ
                        ἀνιώμενον <lb/>τοῦτό ἐστι καὶ τὸ φροντίζον· τὸ δὲ οὐχ οὕτως ἔχει, ἀλλὰ
                        σπᾶται μὲν <lb/>ὥσπερ αἱ φρένες καὶ μᾶλλον διὰ ταύτας τὰς αἰτίας· ἐξ ἅπαντος
                        γὰρ <lb/>τοῦ σώματος φλέβες ἐς αὐτὴν συντείνουσι, καὶ ξυγκλείσασα ἔχει
                        <lb/>ὥστε αἰσθάνεσθαι, ἤν τις πόνος ἢ τάσις γίνηται τῷ ἀνθρώπῳ· ἀνάγκη
                        <lb/>γὰρ καὶ ἀνιώμενον φρίσσειν τὸ σῶμα καὶ συντείνεσθαι, καὶ ὑπερχαίροντα
                        <lb/>τὸ αὐτὸ τοῦτο πάσχειν· διότι ἡ καρδίη αἰσθάνεταί τε μάλιστα <pb n="394"/> καὶ αἱ φρένες. Τῆς μέντοι φρονήσιος οὐδετέρῳ μέτεστιν, ἀλλὰ <lb/>πάντων
                        τουτέων ὁ ἐγκέφαλος· αἴτιός ἐστιν· ὥσπερ οὖν καὶ τῆς φρονήσιος <lb/>τοῦ
                        ἠέρος πρῶτος αἰσθάνεται τῶν ἐν τῷ σώματι ἐνεόντων; <lb/>οὕτω καὶ ἤν τις
                        μεταβολὴ ἰσχυροτέρη γένηται· ἐν τῷ ἠέρι ὑπὸ τῶν <lb/>ὡρέων, καὶ αὐτὸς ἑωυτοῦ
                        διάφορος γίνηται ὁ ἠὴρ, ὁ ἐγκέφαλος πρῶτος <lb/>αἰσθάνεται· διὸ καὶ τὰ
                        νουσήματα ἐς αὐτὸν ἐμπίπτειν φημὶ <lb/>ὀξύτατα καὶ μέγιστα καὶ θανατωδέστατα
                        καὶ δυσκριτώτατα τοῖσιν <lb/>ἀπείροισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Αὕτη δὲ ἡ νοῦσος ἡ ἱερὴ καλεομένη ἐκ τῶν αὐτῶν προφασίων <lb/>γίνεται ἀφ’
                        ὧν καὶ αἱ λοιπαὶ ἀπὸ τῶν προσιόντων καὶ ἀπιόντων, <lb/>καὶ ψύχεος, ἡλίου,
                        πνευμάτων μεταβαλλομένων τε καὶ μηδέποτε <lb/>ἀτρεμιζόντων. Ταῦτα δ’ ἐστὶ
                        θεῖα, ὥστε μηδὲν διακρίνοντα τὸ <lb/>νούσημα θειότερον τῶν λοιπῶν νουσημάτων
                        νομίζειν, ἀλλὰ πάντα <lb/>θεῖα καὶ ἀνθρώπινα πάντα· φύσιν δὲ ἔχει ἕκαστον
                        καὶ δύναμιν ἐφ’ <lb/>ἑωυτοῦ, καὶ οὐδὲν ἄπορόν ἐστιν οὐδὲ ἀμήχανον· ἀκεστά τε
                        τὰ <lb/>πλεῖστά ἐστι τοῖς αὐτοῖσι τούτοισιν ἀφ’ ὅτων καὶ γίνεται· ἕτερον γὰρ
                        <lb/>ἑτέρῳ τροφή ἐστι, τῷ δὲ κάκωσις. Τοῦτο οὖν δεῖ τὸν ἰητρὸν ἐπίστασθαι,
                        <lb/>ὅκως τὸν καιρὸν διαγινώσκων ἑκάστου τῷ μὲν ἀποδώσει <lb/>τὴν τροφὴν καὶ
                        αὐξήσει, τῷ δὲ ἀφαιρήσει καὶ κακώσει. Χρὴ δὲ καὶ <pb n="396"/> ἐν ταύτῃ τῇ
                        νούσῳ καὶ ἐν τῇσιν ἄλλῃσιν ἁπάσῃσι μὴ αὔξειν τὰ νουσήματα, <lb/>ἀλλὰ
                        σπεύδειν τρύχειν προσφέροντα τῇ νούσῳ τὸ πολεμιώτατον <lb/>ἑκάστῃ, καὶ μὴ τὸ
                        φίλον καὶ σύνηθες· ὑπὸ μὲν γὰρ τῆς συνηθείης <lb/>θάλλει καὶ αὔξεται, ὑπὸ δὲ
                        τοῦ πολεμίου φθίνει καὶ ἀμαυροῦται. <lb/>Ὅστις δὲ ἐπίσταται ἐν ἀνθρώποισι
                        τὴν τοιαύτην μεταβολὴν καὶ δύναται <lb/>ὑγρὸν καὶ ξηρὸν ποιέειν καὶ θερμὸν
                        καὶ ψυχρὸν ὑπὸ διαίτης <lb/>τὸν ἄνθρωπον, οὗτος καὶ ταύτην τὴν νοῦσον ἰῷτο
                        ἂν, εἰ τοὺς καιροὺς <lb/>διαγινώσκοι τῶν ξυμφερόντων, ἄνευ καθαρμῶν καὶ
                        μαγευμάτων καὶ <lb/>πάσης ἄλλης βαναυσίης τοιαύτης. </p></div></div></body></text></TEI>