<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg027.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ὧ δὲ ἀπὸ παιδίου συνηύξηται καὶ συντέτροφεν, ἔθος πεποίηται <lb/>ἐν τῇσι
                        μεταβολῇσι τῶν πνευμάτων τοῦτο πάσχειν καὶ ἐπίληπτον <pb n="382"/> ὡς τὰ
                        πολλὰ γίνεσθαι, καὶ μάλιστα ἐν τοῖσι νοτίοισιν· ἥ τε <lb/>ἀπάλλαξις χαλεπὴ
                        γίνεται· ὁ γὰρ ἐγκέφαλος ὑγρότερος γέγονε τῆς <lb/>φύσιος καὶ πλημμυρεῖ ὑπὸ
                        τοῦ φλέγματος, ὥστε τοὺς μὲν καταῤρόους <lb/>πυκνοτέρους γίνεσθαι,
                        ἐκκριθῆναι δὲ μηκέτι οἷόν τε εἶναι τὸ <lb/>φλέγμα, μηδὲ ἀναξηρανθῆναι τὸν
                        ἐγκέφαλον, ἀλλὰ διαβεβρέχθαι καὶ <lb/>εἶναι ὑγρόν. Γνοίη δ’ ἄν τις τόδε
                        μάλιστα τοῖσι προβάτοισι τοῖσι <lb/>καταλήπτοισι γινομένοισιν ὑπὸ τῆς νούσου
                        ταύτης καὶ μάλιστα τῇσιν <lb/>αἰξίν· αὗται γὰρ πυκνότατα λαμβάνονται· ἢν
                        διακόψῃς τὴν κεφαλὴν, <lb/>εὑρήσεις τὸν ἐγκέφαλον ὑγρὸν. ἐόντα καὶ ὕδρωπος
                        περίπλεων <lb/>καὶ κακὸν ὄζοντα, καὶ ἐν τούτῳ δηλονότι γνώσῃ ὅτι οὐχ ὁ θεὸς
                        τὸ <lb/>σῶμα λυμαίνεται, ἀλλ’ ἡ νοῦσος. Οὕτω δ’ ἔχει καὶ τῷ ἀνθρώπῳ·
                        <lb/>ὁκόταν γὰρ ὁ χρόνος γένηται τῇ νούσῳ, οὐκ ἔτι ἰήσιμος γίνεται·
                        <lb/>διεσθίεται γὰρ ὁ ἐγκέφαλος ὑπὸ τοῦ φλέγματος καὶ τήκεται, τὸ δὲ
                        <lb/>ἀποτηκόμενον ὕδωρ γίνεται, καὶ περιέχει τὸν ἐγκέφαλον ἐκτὸς καὶ
                        <lb/>περικλύζει· καὶ διὰ τοῦτο πυκνότερον ἐπίληπτοι γίνονται καὶ ῥᾷον.
                        <lb/>Διὸ δὴ πουλυχρόνιος ἡ νοῦσος, ὅτι τὸ ἐπιῤῥέον λεπτόν ἐστιν ὑπὸ
                        <lb/>πολυπληθίης, καὶ εὐθὺς κρατέεται ὑπὸ τοῦ αἵματος καὶ
                        <lb/>διαθερμαίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὁκόσοι δὲ ἤδη ἐθάδες εἰσὶ τῇ νούσῳ, προγινώσκουσιν ὁκόταν <lb/>μέλλωσι
                        λήψεσθαι, καὶ φεύγουσιν ἐκ τῶν ἀνθρώπων, ἢν μὲν ἐγγὺς <lb/>αὐτῶν ὁ οἶκος ἔῃ,
                        οἴκαδε, ἢν δὲ μὴ, ἐς τὸ ἐρημότατον, ὅπη μέλλουσιν <lb/>ὄψεσθαι αὐτὸν
                        ἐλάχιστοι πεσόντα, εὐθύς τε ἐγκαλύπτεται· <lb/>τοῦτο δὲ ποιέει ὑπ’ αἰσχύνης
                        τοῦ πάθεος καὶ οὐχ ὑπὸ φόβου, ὡς οἱ <lb/>πολλοὶ νομίζουσι, τοῦ δαιμονίου. Τὰ
                        δὲ παιδάρια τὸ μὲν πρῶτον <lb/>πίπτουσιν ὅπη ἂν τύχωσιν ὑπὸ ἀηθίης· ὅταν δὲ
                        πλεονάκις κατάληπτοι <pb n="384"/> γένωνται, ἐπειδὰν προαίσθωνται, φεύγουσι
                        παρὰ τὰς μητέρας <lb/>ἢ παρὰ ἄλλον ὅντινα μάλιστα γινώσκουσιν, ὑπὸ δέους καὶ
                        φόβου τῆς <lb/>πάθης· τὸ γὰρ αἰσχύνεσθαι παῖδες ὄντες οὔπω γινώσκουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἐν δὲ τῇσι μεταβολῇσι τῶν πνευμάτων διὰ τάδε φημὶ ἐπιλήπτους
                        <lb/>γίνεσθαι, καὶ μάλιστα τοῖσι νοτίοισιν, ἔπειτα τοῖσι βορείοισιν,
                        <lb/>ἔπειτα τοῖσι λοιποῖσι πνεύμασι· ταῦτα δέ ἐστιν ὅσα τῶν πνευμάτων
                        <lb/>ἰσχυρότατά ἐστι καὶ ἀλλήλοισιν ἐναντιώτατα κατὰ τὴν στάσιν <lb/>καὶ
                        κατὰ τὴν δύναμιν. Ὁ μὲν γὰρ βορέης ξυνίστησι τὸν ἠέρα καὶ τὸ <lb/>θολερόν τε
                        καὶ τὸ νεφῶδες ἐκκρίνει καὶ λαμπρόν τε καὶ διαφανέα <lb/>ποιέει· κατὰ δὲ τὸν
                        αὐτὸν τρόπον καὶ τἄλλα πάντα ἐκ τῆς θαλάσσης <lb/>ἀρξάμενα καὶ τῶν ἄλλων
                        ὑδάτων· ἐκκρίνει γὰρ ἐξ ἁπάντων τὴν <lb/>νοτίδα καὶ τὸ δνοφερὸν, καὶ ἐξ
                        αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, διὸ καὶ ὑγιεινότατός <lb/>ἐστι τῶν ἀνέμων. Ὁ δὲ νότος
                        τἀναντία τουτέῳ ἐργάζεται· <lb/>πρῶτον μὲν γὰρ ἄρχεται τὸν ἠέρα ξυνεστεῶτα
                        τήκειν καὶ διαχέειν, <lb/>καθότι καὶ οὐκ εὐθὺς πνέει μέγας, ἀλλὰ γαληνίζει
                        πρῶτον, ὅτι οὐ <lb/>δύναται ἐπικρατῆσαι τοῦ ἠέρος αὐτίκα, τοῦ πρόσθεν πυκνοῦ
                        τε ἐόντος <lb/>καὶ ξυνεστηκότος, ἀλλὰ τῷ χρόνῳ διαλύει· τὸ δ’ αὐτὸ τοῦτο καὶ
                        <lb/>τὴν γῆν ἐργάζεται καὶ τὴν θάλασσαν καὶ τοὺς ποταμοὺς καὶ τὰς κρήνας
                        <lb/>καὶ τὰ φρέατα καὶ ὅσα φύεται καὶ ἐν οἷσιν ὑγρὸν ἔνεστιν· ἔστι <lb/>δὲ
                        ἐν παντὶ, ἐν μὲν τῷ πλέον, ἐν δὲ τῷ ἔλασσον· ἅπαντα δὲ ταῦτα <lb/>αἰσθάνεται
                        τοῦ πνεύματος τούτου, καὶ ἔκ τε λαμπρῶν δνοφερώδεα <lb/>γίνεται, ἔκ τε
                        ψυχρῶν θερμὰ, καὶ ἐκ ξηρῶν νοτώδεα· ὁκόσα τε ἐν <pb n="386"/> οἰκήμασι
                        κεράμια ἢ κατὰ γῆς ἐστι μεστὰ οἴνου ἢ ἄλλου τινὸς ὑγροῦ, <lb/>πάντα ταῦτα
                        αἰσθάνεται τοῦ νότου καὶ διαλλάσσει τὴν μορφὴν ἐς <lb/>ἕτερον εἶδος· τὸν δὲ
                        ἥλιον καὶ τὴν σελήνην καὶ τὰ ἄστρα πουλὺ ἀμβλυωπότερα <lb/>καθίστησι τῆς
                        φύσιος. Ὅτε οὖν καὶ τούτων οὕτω μεγάλων <lb/>ἐόντων καὶ ἰσχυρῶν τοσοῦτον
                        ἐπικρατέει καὶ τὸ σῶμα ποιέει <lb/>αἰσθάνεσθαι καὶ μεταβάλλειν ἐκ τῶν ἀνέμων
                        τούτων ἐν τῇσι μεταλλαγῇσιν, <lb/>ἀνάγκη τοῖσι μὲν νοτίοισι λύεσθαί τε καὶ
                        φλυδᾷν τὸν ἐγκέφαλον <lb/>καὶ τὰς φλέβας χαλαρωτέρας εἶναι, τοῖσι δὲ
                        βορείοισι ξυνίστασθαι <lb/>τὸ ὑγιηρότατον τοῦ ἐγκεφάλου, τὸ δὲ νοσερώτατον
                        καὶ ὑγρότατον <lb/>ἐκκρίνεσθαι καὶ περικλύζειν ἔξωθεν, καὶ οὕτω τοὺς
                        καταῤῥόους <lb/>ἐπιγίνεσθαι ἐν τῇσι μεταβολῇσι τῶν πνευμάτων τούτων. Οὕτως ἡ
                        <lb/>νοῦσος αὕτη γίνεται καὶ θάλλει ἀπὸ τῶν προσιόντων τε καὶ ἀπιόντων,
                        <lb/>καὶ οὐδέν ἐστιν ἀπορωτέρη τῶν ἄλλων οὔτε ἰῆσθαι οὔτε γνῶναι, <lb/>οὐδὲ
                        θειοτέρη ἢ αἱ ἄλλαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Εἰδέναι δὲ χρὴ τοὺς ἀνθρώπους, ὅτι ἐξ οὐδενὸς ἡμῖν αἱ ἡδοναὶ
                        <lb/>γίνονται καὶ αἱ εὐφροσύναι καὶ γέλωτες, καὶ παιδιαὶ ἢ ἐντεῦθεν,
                        <lb/>καὶ λῦπαι καὶ ἀνίαι καὶ δυσφροσύναι καὶ κλαυθμοί. Καὶ τούτῳ φρονεῦμεν
                        <lb/>μάλιστα καὶ νοεῦμεν καὶ βλέπομεν καὶ ἀκούομεν καὶ γινώσκομεν <lb/>τά τε
                        αἰσχρὰ καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακὰ καὶ ἀγαθὰ καὶ ἡδέα καὶ <lb/>ἀηδέα, τὰ μὲν
                        νόμῳ διακρίνοντες, τὰ δὲ τῷ ξυμφέροντι αἰσθανόμενοι, <lb/>τῷ δὲ καὶ τὰς
                        ἡδονὰς καὶ τὰς ἀηδίας τοῖσι καιροῖσι διαγινώσκοντες, <lb/>καὶ οὐ ταὐτὰ
                        ἀρέσκει ἡμῖν. Τῷ δὲ αὐτῷ τούτῳ καὶ μαινόμεθα <lb/>καὶ παραφρονέομεν, καὶ
                        δείματα καὶ φόβοι παρίστανται ἡμῖν <pb n="388"/> τὰ μὲν νύκτωρ, τὰ δὲ μεθ’
                        ἡμέρην, καὶ ἐνύπνια καὶ πλάνοι ἄκαιροι, <lb/>καὶ φροντίδες οὐχ ἱκνεύμεναι,
                        καὶ ἀγνωσίη τῶν καθεστεώτων <lb/>καὶ ἀηθίη καὶ ἀπειρίη. Καὶ ταῦτα πάσχομεν
                        ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>πάντα, ὅταν οὕτος μὴ ὑγιαίνῃ, ἀλλ’ ἢ θερμότερος τῆς
                        φύσιος γένηται <lb/>ἢ ψυχρότερος ἢ ὑγρότερος ἢ ξηρότερος, ἤ τι ἄλλο πεπόνθῃ
                        πάθος <lb/>παρὰ τὴν φύσιν ὃ μὴ ἐώθει. Καὶ μαινόμεθα μὲν ὑπὸ ὑγρότητος·
                        ὁκόταν <lb/>γὰρ ὑγρότερος τῆς φύσιος ἔῃ, ἀνάγκη κινέεσθαι, κινευμένου δὲ
                        <lb/>μήτε τὴν ὄψιν ἀτρεμίζειν μήτε τὴν ἀκοὴν, ἀλλ’ ἄλλοτε ἄλλο ὁρᾷν <lb/>καὶ
                        ἀκούειν, τήν τε γλῶσσαν τοιαῦτα διαλέγεσθαι οἷα ἂν βλέπῃ τε <lb/>καὶ ἀκούῃ
                        ἑκάστοτε· ὁκόσον δ’ ἂν ἀτρεμήσῃ ὁ ἐγκέφαλος χρόνον, <lb/>τοσοῦτον καὶ
                        φρονέει ὁ ἄνθρωπος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Γίνεται δὲ ἡ διαφθορὴ τοῦ ἐγκεφάλου ὑπὸ φλέγματος καὶ χολῆς· <lb/>γνώσῃ
                        δὲ ἑκάτερα ὧδε· οἱ μὲν γὰρ ὑπὸ τοῦ φλέγματος μαινόμενοι <lb/>ἥσυχοί τέ εἰσι
                        καὶ οὐ βοῶσιν οὐδὲ θορυβέουσιν, οἱ δὲ ὑπὸ χολῆς <lb/>κεκράκται καὶ κακοῦργοι
                        καὶ οὐκ ἀτρεμαῖοι, ἀλλ’ αἰεί τι ἄκαιρον <lb/>δρῶντες. Ἢν μὲν οὖν ξυνεχέως
                        μαίνωνται, αὗται αὐτοῖς αἱ προφάσιές <lb/>εἰσίν· ἢν δὲ δείματα καὶ φόβοι
                        παριστῶνται, ὑπὸ μεταστάσιος <lb/>τοῦ ἐγκεφάλου· μεθίσταται δὲ
                        θερμαινόμενος· θερμαίνεται δὲ ὑπὸ τῆς <lb/>χολῆς, ὁκόταν ὁρμήσῃ ἐπὶ τὸν
                        ἐγκέφαλον, κατὰ τὰς φλέβας τὰς αἱματίτιδας <lb/>ἐκ τοῦ σώματος· καὶ φόβος
                        παρέστηκε μέχρις ἀπέλθῃ πάλιν <lb/>ἐπὶ τὰς φλέβας καὶ τὸ σῶμα· ἔπειτα
                        πέπαυται. Ἀνιᾶται δὲ καὶ <lb/>ἀσᾶται παρὰ καιρὸν ψυχομένου τοῦ ἐγκεφάλου καὶ
                        ξυνισταμένου παρὰ <lb/>τὸ ἔθος· τοῦτο δὲ ὑπὸ φλέγματος πάσχει· ὑπ’ αὐτοῦ δὲ
                        τοῦ πάθεος <lb/>καὶ ἐπιλήθεται. Ἐκ νυκτῶν δὲ βοᾷ καὶ κέκραγεν, ὁκόταν
                        ἐξαπίνης <pb n="390"/> ὁ ἐγκέφαλος διαθερμαίνηται· τοῦτο δὲ πάσχουσιν οἱ
                        χολώδεες, οἱ <lb/>φλεγματώδεες δὲ οὔ· διαθερμαίνεται δὲ καὶ ἐπὴν τὸ αἷμα
                        ἐπέλθῃ <lb/>πουλὺ ἐπὶ τὸν ἐγκέφαλον καὶ ἐπιζέσῃ. Ἔρχεται δὲ κατὰ τὰς φλέβας
                        <lb/>πουλὺ τὰς προειρημένας, ὁκόταν τυγχάνῃ ὥνθρωπος ὁρέων ἐνύπνιον
                        <lb/>φοβερὸν καὶ ἐν τῷ φόβῳ ἔῃ· ὥσπερ οὖν καὶ ἐγρηγορότι τότε <lb/>μάλιστα
                        τὸ πρόσωπον φλογιᾷ, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ ἐρεύθονται, ὁκόταν <lb/>φοβῆται, καὶ ἡ
                        γνώμη ἐπινοέῃ τι κακὸν ἐργάσασθαι, οὕτω καὶ ἐν <lb/>τῷ ὕπνῳ πάσχει· ὁκόταν
                        δὲ ἐπέγρηται καὶ καταφρονήσῃ καὶ τὸ αἷμα <lb/>πάλιν ἀποσκεδασθῇ ἐς τὰς
                        φλέβας τὰς προειρημένας, πέπαυται. </p></div></div></body></text></TEI>