<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg027.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ἐς δὲ τὰ δεξιὰ μᾶλλον καταῤῥέει ἢ ἐς τὰ ἀριστερὰ, ὅτι αἱ <lb/>φλέβες εἰσὶ
                        κοιλότεραι καὶ πλέονες ἢ ἐν τοῖσιν ἀριστεροῖσιν· ἀπὸ <lb/>γὰρ τοῦ ἥπατος
                        τείνουσι καὶ ἀπὸ τοῦ σπληνός. Ἐπικαταῤῥέει δὲ καὶ <lb/>ἀποτήκεται τοῖσι μὲν
                        παιδίοισι μάλιστα, οἷσιν ἂν διαθερμανθῇ ἡ <lb/>κεφαλὴ ἤν τε ὑπὸ ἡλίου, ἤν τε
                        ὑπὸ πυρὸς, καὶ ἐξαπίνης φρίξῃ ὁ <lb/>ἐγκέφαλος· τότε γὰρ ἀποκρίνεται τὸ
                        φλέγμα. Ἀποτήκεται μὲν γὰρ <lb/>ἐκ τῆς θέρμης καὶ διαχύσιος τοῦ ἐγκεφάλου·
                        ἀποκρίνεται δὲ ἀπὸ <lb/>τῆς ψύξιός τε καὶ ξυστάσιος, καὶ οὕτως ἐπικαταῤῥέει.
                        Τοῖσι μὲν <lb/>αὕτη ἡ πρόφασις γίνεται, τοῖσι δὲ καὶ ἐπειδὰν ἐξαπίνης μετὰ
                        βόρεια <lb/>πνεύματα νότος μεταλάβῃ, ξυνεστηκότα τὸν ἐγκέφαλον καὶ
                        εὐσθενέοντα <lb/>ἔλυσε καὶ ἐχάλασεν ἐξαίφνης, ὥστε πλημμυρεῖν τὸ φλέγμα, <pb n="380"/> καὶ οὕτω τὸν κατάῤῥοον ποιέεται. Ἐπικαταῤῥέει δὲ καὶ ἐξ
                        ἀδήλου, <lb/>φόβου γινομένου, ἢν δείσῃ βοήσαντός τινος, ἢ καὶ μεταξὺ κλαίων
                        <lb/>μὴ οἷός τε ἔῃ τὸ πνεῦμα ταχέως ἀναλαβεῖν, οἷα γίνεται παιδίοισι
                        <lb/>πολλάκις· ὅ τι δ’ ἂν τούτων αὐτῷ γένηται, εὐθὺς ἔφριξε τὸ σῶμα,
                        <lb/>καὶ ἄφωνος γενόμενος τὸ πνεῦμα οὐχ εἵλκυσεν, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα ἠρέμησε,
                        <lb/>καὶ ὁ ἐγκέφαλος ξυνέστη, καὶ τὸ αἷμα ἔστη, καὶ οὕτως <lb/>ἀπεκρίθη καὶ
                        ἐπικατεῤῥύη τὸ φλέγμα. Τοῖσι μὲν παιδίοισιν αὗται αἱ <lb/>προφάσιες τῆς
                        ἐπιλήψιός εἰσι τὴν ἀρχήν. Τοῖσι δὲ πρεσβύτῃσιν ὁ <lb/>χειμὼν πολεμιώτατός
                        ἐστιν· ὅταν γὰρ παρὰ πυρὶ πολλῷ διαθερμανθῇ <lb/>τὴν κεφαλὴν καὶ τὸν
                        ἐγκέφαλον, ἔπειτα ἐν ψύχει γένηται καὶ ῥιγώσῃ, <lb/>ἢ καὶ ἐκ ψύχεος εἰς
                        ἀλέην ἔλθῃ καὶ παρὰ πυρὶ καθίσῃ, τωὐτὸ <lb/>τοῦτο πάσχει, καὶ οὕτως
                        ἐπίληπτος γίνεται κατὰ τὰ προειρημένα. <lb/>Κίνδυνος δὲ πολὺς καὶ ἦρος
                        παθέειν τωὐτὸ τοῦτο, ἢν ἡλιωθῇ ἡ κεφαλή· <lb/>τοῦ δὲ θέρεος ἥκιστα, οὐ γὰρ
                        γίνονται μεταβολαὶ ἐξαπιναῖοι. <lb/>Ὁκόταν δὲ εἴκοσιν ἔτεα παρέλθῃ, οὐκ ἔτι
                        ἡ νοῦσος αὕτη ἐπιλαμβάνει, <lb/>ἢν μὴ ἐκ παιδίου ξύντροφος ἔῃ, ἀλλ’ ἢ
                        ὀλίγους ἢ οὐδένα· αἱ <lb/>γὰρ φλέβες μεσταί εἰσιν αἵματος, καὶ ὁ ἐγκέφαλος
                        συνέστηκε καὶ <lb/>ἐστὶ στρυφνὸς, ὥστε οὐκ ἐπικαταῤῥέει ἐπὶ τὰς φλέβας· ἢν
                        δ’ ἐπικαταῤῥύη, <lb/>τοῦ αἵματος οὐκ ἐπικρατέει, πολλοῦ καὶ θερμοῦ ἐόντος.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ὧ δὲ ἀπὸ παιδίου συνηύξηται καὶ συντέτροφεν, ἔθος πεποίηται <lb/>ἐν τῇσι
                        μεταβολῇσι τῶν πνευμάτων τοῦτο πάσχειν καὶ ἐπίληπτον <pb n="382"/> ὡς τὰ
                        πολλὰ γίνεσθαι, καὶ μάλιστα ἐν τοῖσι νοτίοισιν· ἥ τε <lb/>ἀπάλλαξις χαλεπὴ
                        γίνεται· ὁ γὰρ ἐγκέφαλος ὑγρότερος γέγονε τῆς <lb/>φύσιος καὶ πλημμυρεῖ ὑπὸ
                        τοῦ φλέγματος, ὥστε τοὺς μὲν καταῤρόους <lb/>πυκνοτέρους γίνεσθαι,
                        ἐκκριθῆναι δὲ μηκέτι οἷόν τε εἶναι τὸ <lb/>φλέγμα, μηδὲ ἀναξηρανθῆναι τὸν
                        ἐγκέφαλον, ἀλλὰ διαβεβρέχθαι καὶ <lb/>εἶναι ὑγρόν. Γνοίη δ’ ἄν τις τόδε
                        μάλιστα τοῖσι προβάτοισι τοῖσι <lb/>καταλήπτοισι γινομένοισιν ὑπὸ τῆς νούσου
                        ταύτης καὶ μάλιστα τῇσιν <lb/>αἰξίν· αὗται γὰρ πυκνότατα λαμβάνονται· ἢν
                        διακόψῃς τὴν κεφαλὴν, <lb/>εὑρήσεις τὸν ἐγκέφαλον ὑγρὸν. ἐόντα καὶ ὕδρωπος
                        περίπλεων <lb/>καὶ κακὸν ὄζοντα, καὶ ἐν τούτῳ δηλονότι γνώσῃ ὅτι οὐχ ὁ θεὸς
                        τὸ <lb/>σῶμα λυμαίνεται, ἀλλ’ ἡ νοῦσος. Οὕτω δ’ ἔχει καὶ τῷ ἀνθρώπῳ·
                        <lb/>ὁκόταν γὰρ ὁ χρόνος γένηται τῇ νούσῳ, οὐκ ἔτι ἰήσιμος γίνεται·
                        <lb/>διεσθίεται γὰρ ὁ ἐγκέφαλος ὑπὸ τοῦ φλέγματος καὶ τήκεται, τὸ δὲ
                        <lb/>ἀποτηκόμενον ὕδωρ γίνεται, καὶ περιέχει τὸν ἐγκέφαλον ἐκτὸς καὶ
                        <lb/>περικλύζει· καὶ διὰ τοῦτο πυκνότερον ἐπίληπτοι γίνονται καὶ ῥᾷον.
                        <lb/>Διὸ δὴ πουλυχρόνιος ἡ νοῦσος, ὅτι τὸ ἐπιῤῥέον λεπτόν ἐστιν ὑπὸ
                        <lb/>πολυπληθίης, καὶ εὐθὺς κρατέεται ὑπὸ τοῦ αἵματος καὶ
                        <lb/>διαθερμαίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὁκόσοι δὲ ἤδη ἐθάδες εἰσὶ τῇ νούσῳ, προγινώσκουσιν ὁκόταν <lb/>μέλλωσι
                        λήψεσθαι, καὶ φεύγουσιν ἐκ τῶν ἀνθρώπων, ἢν μὲν ἐγγὺς <lb/>αὐτῶν ὁ οἶκος ἔῃ,
                        οἴκαδε, ἢν δὲ μὴ, ἐς τὸ ἐρημότατον, ὅπη μέλλουσιν <lb/>ὄψεσθαι αὐτὸν
                        ἐλάχιστοι πεσόντα, εὐθύς τε ἐγκαλύπτεται· <lb/>τοῦτο δὲ ποιέει ὑπ’ αἰσχύνης
                        τοῦ πάθεος καὶ οὐχ ὑπὸ φόβου, ὡς οἱ <lb/>πολλοὶ νομίζουσι, τοῦ δαιμονίου. Τὰ
                        δὲ παιδάρια τὸ μὲν πρῶτον <lb/>πίπτουσιν ὅπη ἂν τύχωσιν ὑπὸ ἀηθίης· ὅταν δὲ
                        πλεονάκις κατάληπτοι <pb n="384"/> γένωνται, ἐπειδὰν προαίσθωνται, φεύγουσι
                        παρὰ τὰς μητέρας <lb/>ἢ παρὰ ἄλλον ὅντινα μάλιστα γινώσκουσιν, ὑπὸ δέους καὶ
                        φόβου τῆς <lb/>πάθης· τὸ γὰρ αἰσχύνεσθαι παῖδες ὄντες οὔπω γινώσκουσιν. </p></div></div></body></text></TEI>