<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg027.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΙΕΡΗΣ ΝΟΥΣΟΥ.</head><p>1. Περὶ μὲν τῆς ἱερῆς νούσου καλεομένης ὧδ’ ἔχει· οὐδέν τί μοι <lb/>δοκέει
                        τῶν ἄλλων θειοτέρη εἶναι νούσων οὐδὲ ἱερωτέρη, ἀλλὰ φύσιν <lb/>μὲν ἔχει ἣν
                        καὶ τὰ λοιπὰ νουσήματα, ὅθεν γίνεται. Φύσιν δὲ αὐτῇ <lb/>καὶ πρόφασιν οἱ
                        ἄνθρωποι ἐνόμισαν θεῖόν τι πρῆγμα εἶναι ὑπὸ ἀπειρίης <lb/>καὶ θαυμασιότητος,
                        ὅτι οὐδὲν ἔοικεν ἑτέρῃσι νούσοισιν· καὶ κατὰ <lb/>μὲν τὴν ἀπορίην αὐτοῖσι
                        τοῦ μὴ γινώσκειν τὸ θεῖον αὐτῇ διασώζεται, <lb/>κατὰ δὲ τὴν εὐπορίην τοῦ
                        τρόπου τῆς ἰήσιος ᾧ ἰῶνται, ἀπόλλυται, <lb/>ὅτι καθαρμοῖσί τε ἰῶνται καὶ
                        ἐπαοιδῇσιν. Εἰ δὲ διὰ τὸ θαυμάσιον <lb/>θεῖον νομιεῖται, πολλὰ τὰ ἱερὰ
                        νουσήματα ἔστα καὶ οὐχὶ ἓν, <lb/>ὡς ἐγὼ ἀποδείξω ἕτερα οὐδὲν ἧσσον ἐόντα
                        θαυμάσια οὐδὲ τερατώδεα, <pb n="354"/> ἃ οὐδεὶς νομίζει ἱερὰ εἶναι. Τοῦτο
                        μὲν γὰρ οἱ πυρετοὶ οἷ ἀμφημερινοὶ <lb/>καὶ οἱ τριταῖοι καὶ οἱ τεταρταῖοι
                        οὐδὲν ἧσσόν μοι δοκέουσιν <lb/>ἱεροὶ εἶναι καὶ ὑπὸ θεοῦ γίνεσθαι ταύτης τῆς
                        νούσου, ὧν οὐ θαυμασίως <lb/>γ’ ἔχουσιν· τοῦτο δὲ ὁρέω μαινομένους ἀνθρώπους
                        καὶ παραφρονέοντας <lb/>ἀπὸ μηδεμιῆς προφάσιος ἐμφανέος, καὶ πολλά τε καὶ
                        <lb/>ἄκαιρα ποιέοντας, ἔν τε τῷ ὕπνῳ οἶδα πολλοὺς οἰμώζοντας καὶ βοῶντας,
                        <lb/>τοὺς δὲ πνιγομένους, τοὺς δὲ καὶ ἀναΐσσοντάς τε καὶ φεύγοντας <lb/>ἔξω
                        καὶ παραφρονέοντας μέχρις ἂν ἐπέγρωνται, ἔπειτα δὲ ὑγιέας <lb/>ἐόντας καὶ
                        φρονέοντας ὥσπερ καὶ πρότερον, ἐόντας τ’ αὐτέους <lb/>ὠχρούς τε καὶ
                        ἀσθενέας, καὶ ταῦτα οὐχ ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις, ἄλλα <lb/>τε πολλά ἐστι καὶ
                        παντοδαπὰ ὧν περὶ ἑκάστου λέγειν πουλὺς ἂν εἴη <lb/>λόγος. Ἐμοὶ δὲ δοκέουσιν
                        οἱ πρῶτοι τοῦτο τὸ νόσημα ἀφιερώσαντες <lb/>τοιοῦτοι εἶναι ἄνθρωποι οἷοι καὶ
                        νῦν εἰσι μάγοι τε καὶ καθάρται καὶ <lb/>ἀγύρται καὶ ἀλαζόνες, ὁκόσοι δὴ
                        προσποιέονται σφόδρα θεοσεβέες <lb/>εἶναι καὶ πλέον τι εἰδέναι. Οὗτοι τοίνυν
                        παραμπεχόμενοι καὶ προβαλλόμενοι <lb/>τὸ θεῖον τῆς ἀμηχανίης τοῦ μὴ ἴσχειν ὅ
                        τι προσενέγκαντες <lb/>ὠφελήσουσιν, ὡς μὴ κατάδηλοι ἔωσιν οὐδὲν ἐπιστάμενοι,
                        <lb/>ἱερὸν ἐνόμισαν τοῦτο τὸ πάθος εἶναι, καὶ λόγους ἐπιλέξαντες ἐπιτηδείους
                        <lb/>τὴν ἴησιν κατεστήσαντο ἐς τὸ ἀσφαλὲς σφίσιν αὐτοῖσι, καθαρμοὺς
                        <lb/>προσφέροντες καὶ ἐπαοιδὰς, λουτρῶν τε ἀπέχεσθαι κελεύοντες <lb/>καὶ
                        ἐδεσμάτων πολλῶν καὶ ἀνεπιτηδείων ἀνθρώποισι νοσέουσιν <pb n="356"/>
                        ἐσθίειν, θαλασσίων μὲν τρίγλης, μελανούρου, κεστρέος, ἐγχέλυος <lb/>(οὗτοι
                        γὰρ οἱ ἰχθύες εἰσὶν ἐπικαιρότατοι), κρεῶν δὲ αἰγείου καὶ ἐλάφων <lb/>καὶ
                        χοιρίων καὶ κυνὸς (ταῦτα γὰρ κρεῶν ταρακτικώτατά ἐστι <lb/>τῆς κοιλίης),
                        ὀρνίθων δὲ ἀλεκτρυόνος καὶ τρυγόνος καὶ ὠτίδος, ἔτι <lb/>δὲ ὅσα νομίζεται
                        ἰσχυρότατα εἶναι, λαχάνων δὲ μίνθης, σκορόδου καὶ <lb/>κρομύου (δριμὺ γὰρ
                        ἀσθενέοντι οὐδὲν ξυμφέρει), ἱμάτιον δὲ μέλαν <lb/>μὴ ἔχειν (θανατῶδες γὰρ τὸ
                        μέλαν), μηδὲ ἐν αἰγείῳ κατακέεσθαι <lb/>δέρματι μηδὲ φορέειν, μηδὲ πόδα ἐπὶ
                        ποδὶ ἔχειν, μηδὲ χεῖρα ἐπὶ <lb/>χειρὶ (ταῦτα γὰρ πάντα κωλύματα εἶναι).
                        Ταῦτα δὲ πάντα τοῦ θείου <lb/>εἵνεκεν προστιθέασιν, ὡς πλέον τι εἰδότες καὶ
                        ἄλλας προφάσιας λέγοντες, <lb/>ὅκως, εἰ μὲν ὑγιὴς γένοιτο, αὐτῶν ἡ δόξα εἴη
                        καὶ ἡ δεξιότης, <lb/>εἰ δὲ ἀποθάνοι, ἐν ἀσφαλεῖ καθισταῖντο αὐτῶν αἱ
                        ἀπολογίαι καὶ <lb/>ἔχοιεν πρόφασιν ὡς οὐκ αἴτιοί εἰσιν αὐτοὶ, ἀλλ’ οἱ θεοί·
                        οὔτε γὰρ <lb/>φαγέειν οὔτε πιέειν ἔδοσαν φάρμακον οὐδὲν, οὔτε λουτροῖσι
                        καθήψησαν, <lb/>ὥστε δοκέειν αἴτιον εἶναι. Ἐγὼ δὲ δοκέω Λιβύων τῶν τὴν
                        μεσόγειον <lb/>οἰκεόντων οὐδένα ὑγιαίνειν, ὅτι ἐν αἰγείοισι δέρμασι
                        κατακέονται <lb/>καὶ κρέασιν αἰγείοισι χρῶνται, ἐπεὶ οὐκ ἔχουσιν οὔτε στρῶμα
                        <lb/>οὔτε ἱμάτιον οὔτε ὑπόδημα ὅ τι μὴ αἴγειόν ἐστιν· οὐ γάρ ἐστιν αὐτοῖς
                            <pb n="358"/> ἄλλο προβάτιον οὐδὲν ἢ αἶγες καὶ βόες. Εἰ δὲ ταῦτα
                        προσφερόμενα <lb/>καὶ ἐσθιόμενα τὴν νοῦσον τίκτει τε καὶ αὔξει καὶ μὴ
                        ἐσθιόμενα <lb/>ἰῆται, οὐκ ἐστὶνιἄρα ὁ θεὸς αἴτιος οὐδενὸς, οὐδὲ οἱ καθαρμοὶ
                        ὠφελέουσιν, <lb/>ἀλλὰ τὰ ἐδέσματα τὰ ἰώμενά ἐστι καὶ τὰ βλάπτοντα, τοῦ
                        <lb/>δὲ θείου ἀφανίζεται ἡ δύναμις. Οὕτως οὖν ἔμοιγε δοκέουσιν. οἵτινες
                        <lb/>τούτῳ τῷ τρόπῳ ἐγχειρέουσιν ἰῆσθαι ταῦτα τὰ νοσήματα, οὔτε ἱερὰ
                        <lb/>νομίζειν εἶναι οὔτε θεῖα· ὅκου γὰρ ὑπὸ καθαρμῶν τοιούτων μετά
                        <lb/>στατα γίνεται καὶ ὑπὸ θεραπείης τοιῆσδε, τί κωλύει καὶ ὑφ’ ὑφ’ ἑτέρων
                        <lb/>τεχνημάτων ὁμοίων τούτοισιν ἐπιγίνεσθαι τοῖσιν, ἀνθρώτοισι, καὶ
                        <lb/>προσπίπτειν; ὥστε μηκέτι τὸ θεῖον αἴτιον εἶναι, ἀλλά τι ἀνθρώπινον.
                        <lb/>Ὅστις γὰρ οἷός τε περικαθαίρων ἐστὶ καὶ μαγεύων ἀπάγειν τοιοῦτον
                        <lb/>πάθος, οὗτος κἂν ἐπάγοι ἕτερα τεχνησάμενος, καὶ ἐν τούτῳ τῷ <lb/>λόγῳ
                        τὸ θεῖον ἀπόλλυται. Τοιαῦτα λέγοντες καὶ μηχανεύμενοι προσποιέονται
                        <lb/>πλέον τι εἰδέναι, καὶ ἀνθρώπους ἐξαπατέουσι προστιθέμενοι
                        <lb/>τούτοισιν ἁγνείας τε καὶ καθαρότητας, ὅ τε πουλὺς αὐτοῖσι τοῦ λόγου
                        <lb/>ἐς τὸ θεῖον ἀφήκει καὶ τὸ δαιμόνιον. Καίτοι ἔμοιγε οὐ περὶ εὐσεβείης
                        <lb/>δοκέουσι τοὺς λόγους ποιέεσθαι, ὡς οἴονται, ἀλλὰ περὶ δυσσὲβείης
                        <lb/>μᾶλλον, καὶ ὡς οἱ θεοὶ οὐκ εἰσὶ, τό τε εὐσεβὲς καὶ θεῖον αὐτῶν
                        <lb/>ἀσεβὲς καὶ ἀνόσιόν ἐστιν, ὡς ἐγὼ διδάξω. Εἰ γὰρ σελήνην τε
                        <lb/>καθαιρέειν καὶ ἥλιον ἀφανίζειν καὶ χειμῶνά τε καὶ εὐδίην ποιέειν
                        <lb/>καὶ ὄμβρους καὶ αὐχμοὺς καὶ θάλασσαν ἄφορον καὶ γῆν καὶ τἄλλα <pb n="360"/> τὰ τοιουτότροπα πάντα ὑποδέχονται ἐπίστασσθαι, εἴτε καὶ ἐκ
                        τελετέων <lb/>εἴτε καὶ ἐξ ἄλλης τινὸς γνώμης ἢ μελέτης φασὶν ταῦτα οἷόν
                        <lb/>τ’ εἶναι γενέσθαι οἱ ταῦτ’ ἐπιτηδεύοντες, δυσσεβέειν ἔμοιγε δοκέουσι
                        <lb/>καὶ θεοὺς οὔτε εἶναι νομίζειν οὔτ’ ἐόντας ἰσχύειν οὐδὲν οὔτε εἴργεσθαι
                        <lb/>ἂν οὐδενὸς τῶν ἐσχάτων, ὧν ποιέοντες πῶς οὐ δεινοὶ αὐτοῖσίν <lb/>εἰσιν;
                        εἰ γὰρ ἄνθρωπος μαγεύων τε καὶ θύων σελήνην τε καθαιρήσει <lb/>καὶ ἥλιον
                        ἀφανιεῖ καὶ χειμῶνα καὶ εὐδίην ποιήσει, οὐκ ἂν ἔγωγέ <lb/>τι θεῖον νομίσαιμι
                        τούτων εἶναι, ἀλλ’ ἀνθρώπινον, εἰ δὴ τοῦ θείου ἡ <lb/>δύναμις ὑπὸ ἀνθρώπου
                        γνώμης κρατέεται καὶ δεδούλωται. Ἴσως δὲ <lb/>οὐχ οὕτως ἔχει ταῦτα, ἀλλ’
                        ἄνθρωποι βίου δεόμενοι πολλὰ καὶ παντοῖα <lb/>τεχνέονται καὶ ποικίλλουσιν ἔς
                        τε τἄλλα πάντα καὶ ἐς τὴν νοῦσον <lb/>ταύτην, ἑκάστῳ εἴδει τοῦ πάθεος θεῷ
                        τὴν αἰτίην προστιθέντες. <lb/>Οὐ γὰρ καθάπαξ, ἀλλὰ πλεονάκις ταῦτα
                        μέμνηνται· κἢν μὲν γὰρ <lb/>αἶγα μιμῶνται, κἢν βρύχωνται, κἢν τὰ δεξιὰ
                        σπῶνται, μητέρα <lb/>θεῶν φασὶν αἰτίην εἶναι. Ἢν δὲ ὀξύτερον καὶ εὐτονώτερον
                        φθέγγηται, <lb/>ἵππῳ εἰκάζουσι, καὶ φασὶ Ποσειδῶνα αἴτιον εἶναι. Ἢν δὲ καὶ
                        τῆς <lb/>κόπρου τι παρέῃ, ὃ πολλάκις γίνεται ὑπὸ τῆς νούσου βιαζομένοισιν,
                            <pb n="362"/> Ἐνοδίου πρόσκειται ἡ προσωνυμίη· ἢν δὲ λεπτότερον καὶ
                        πυκνότερον, <lb/>οἷον ὄρνιθες, Ἀπόλλων νόμιος. Ἢν δὲ ἀφρὸν ἐκ τοῦ στόματος
                        <lb/>ἀφίῃ καὶ τοῖσι ποσὶ λακτίζῃ, Ἄρης τὴν αἰτίην ἔχει. Ὁκόσα δὲ δείματα
                        <lb/>νυκτὸς παρίσταται καὶ φόβοι καὶ παράνοιαι καὶ ἀναπηδήσιες <lb/>ἐκ τῆς
                        κλίνης καὶ φόβητρα καὶ φεύξιες ἔξω, Ἑκάτης φασὶν εἶναι <lb/>ἐπιβολὰς καὶ
                        ἡρώων ἐφόδους. Καθαρμοῖσί τε χρέονται καὶ ἐπαοιὃῇσι, <lb/>καὶ ἀνοσιώτατόν γε
                        καὶ ἀθεώτατον ποιέουσιν, ὡς ἔμοιγε δοκέει, τὸ <lb/>θεῖον· καθαίρουσι γὰρ
                        τοὺς ἐχομένους τῇ νούσῳ αἵματύτε καὶ ἄλλοισι <lb/>τοιούτοισιν ὥσπερ μίασμά
                        τι ἔχοντας, ἢ ἀλάστορας, ἢ πεφαρμαγμένους <lb/>ὑπὸ ἀνθρώπων, ἤ τι ἔργον
                        ἀνόσιον εἰργασμένους, οὓς ἐχρῆν <lb/>τἀναντία τούτοισι ποιέειν, θύειν τε καὶ
                        εὔχεσθαι καὶ ἐς τὰ ἱερὰ φέροντας <lb/>ἱκετεύειν· τοὺς θεούς νῦν δὲ τούτων
                        μὲν ποιέουσιν οὐδὲν, καθαίρουσι <lb/>δέ Καὶ τὰ μὲν τῶν καθαρμῶν γῇ
                        κρύπτουσι, τὰ δὲ ἐς θάλασσαν <lb/>ἐμβάλλουσι τὰ δὲ ἐς τὰ οὔρεα ἀποφέρουσιν,
                        ὅπη μηδεὶς <lb/>ἅψεται μηδὲ ἐπιβήσεται· τὰ δ’ ἐχρῆν ἐς τὰ ἱερὰ φέροντας τῷ
                        θεῷ <lb/>ἀποδοῦναι, εἰ δὴ θεός γέ ἐστιν αἴτιος. Οὐ μέντοι ἔγωγε ἀξιῶ ὑπὸ
                        θεοῦ. <lb/>ἀνθρώπου σῶμα μιαίνεσθαι, τὸ ἐπικηρότατον ὑπὸ τοῦ ἁγνοτάτου· <pb n="364"/> ἀλλὰ κἢν τυγχάνῃ ὑπὸ ἑτέρου μεμιασμένον ἤ τι πεπονθὸς, ἐθέλοι
                        ἂν <lb/>ὑπὸ τοῦ θεοῦ καθαίρεσθαι καὶ ἁγνίζεσθαι μᾶλλον ἢ μιαίνεσθαι. Τὰ
                        <lb/>γοῦν μέγιστα τῶν ἁμαρτημάτων καὶ ἀνοσιώτατα τὸ θεῖόν ἐστι τὸ
                        <lb/>καθαῖρον καὶ ἁγνίζον καὶ ῥύμμα γινόμενον ἡμῖν, αὐτοί τε ὄρους
                        <lb/>τοῖσι θεοῖσι τῶν ἱερῶν καὶ τῶν τεμενέων ἀποδεικνύμενοι, ὡς ἂν μηδεὶς
                        <lb/>ὑπερβαίνῃ ἢν μὴ ἁγνεύῃ, εἰσιόντες τε ἡμεῖς περιῤῥαινόμεθα οὐχ <lb/>ὡς
                        μιαινόμενοι, ἀλλ’ εἴ τι καὶ πρότερον ἔχομεν μύσος, τοῦτο ἀφαγνιούμενοι.
                        <lb/>Καὶ περὶ μὲν τῶν καθαρμῶν οὕτω μοι δοκέει ἔχειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Τὸ δὲ νούσημα τοῦτο οὐδέν τί μοι δοκέει θειότερον εἶναι τῶν <lb/>λοιπῶν,
                        ἀλλὰ φύσιν μὲν ἔχει ἣν καὶ τὰ ἄλλα νουσήματα, καὶ πρόφασιν <lb/>ὅθεν ἕκαστα
                        γίνεται· φύσιν δὲ τοῦτο καὶ πρόφασιν ἀπὸ ταὐτοῦ <lb/>τὸ θεῖον γίνεσθαι ἀφ’
                        ὅτου καὶ τἄλλα πάντα, καὶ ἰητὸν εἶναι, καὶ <lb/>οὐδὲν ἧσσον ἑτέρων, ὅ τι ἂν
                        μὴ ἤδη ὑπὸ χρόνου πολλοῦ καταβεβιασμένον <lb/>ἔῃ, ὥστε ἤδη εἶναι ἰσχυρότερον
                        τῶν φαρμάκων τῶν προσφερομένων. <lb/>Ἄρχεται δὲ ὥσπερ καὶ τἄλλα νουσήματα
                        κατὰ γένος· εἰ <lb/>γὰρ ἐκ φλεγματώδεος φλεγματώδης, καὶ ἐκ χολώδεος χολώδης
                        γίνεται, <lb/>καὶ ἐκ φθινώδεος φθινώδης, καὶ ἐκ σπληνώδεος σπληνώδης, τί
                        <lb/>κωλύει ὅτῳ πατὴρ καὶ μήτηρ εἴχετο, τούτῳ τῷ νοσήματι καὶ τῶν
                        <lb/>ἐκγόνων ἔχεσθαί τινα; ὡς ὁ γόνος ἔρχεται πάντοθεν τοῦ σώματος, <lb/>ἀπό
                        τε τῶν ὑγιηρῶν ὑγιηρὸς, ἀπό τε τῶν νοσερῶν νοσερός. Ἕτερον <lb/>δὲ μέγα
                        τεκμήριον ὅτι οὐδὲν θειότερόν ἐστι τῶν λοιπῶν νουσημάτων· <pb n="366"/>
                        τοῖσι γὰρ φλεγματώδεσι φύσει γίνεται τοῖσι δὲ χολώδεσιν οὐ <lb/>προσπίπτει·
                        καίτοι εἰ θειότερόν ἐστι τῶν ἄλλων, τοῖσιν ἅπασιν <lb/>ὁμοίως ἔδει γίνεσθαι
                        τὴν νοῦσον ταύτην, καὶ μὴ διακρίνειν μήτε χολώδεα <lb/>μήτε φλεγματώδεα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Ἀλλὰ γὰρ αἴτιος ὁ ἐγκέφαλος τούτου τοῦ πάθεος, ὥσπερ καὶ <lb/>τῶν ἄλλων
                        νουσημάτων τῶν μεγίστων· ὁτέῳ δὲ τρόπῳ καὶ ἐξ οἵης <lb/>προφάσιος γίνεται,
                        ἐγὼ φράσω σαφέως. Ὁ ἐγκέφαλος τοῦ ἀνθρώπου <lb/>ἐστὶ διπλόος ὥσπερ καὶ
                        τοῖσιν ἄλλοισι ζώοισιν ἅπασιν· τὸ δὲ μέσον <lb/>αὐτοῦ διείργει μῆνιγξ λεπτή·
                        διὸ οὐκ αἰεὶ κατὰ τωὐτὸ τῆς κεφαλὴς <lb/>ἀλγέει, ἀλλ’ ἐν μέρει ἑκάτερον, ὁτὲ
                        δὲ ἅπασαν. Καὶ φλέβες δ’ ἐς <lb/>αὐτὸν τείνουσιν ἐξ ἅπαντος τοῦ σώματος,
                        πολλαὶ καὶ λεπταὶ, δύο δὲ <lb/>παχεῖαι, ἡ μὲν ἀπὸ τοῦ ἥπατος, ἡ δὲ ἀπὸ τοῦ
                        σπληνός. Καὶ ἡ μὲν <lb/>ἀπὸ τοῦ ἥπατος ὧδ’ ἔχει· τὸ μέν τι τῆς φλεβὸς κάτω
                        τείνει διὰ τῶν <lb/>ἐπὶ δεξιὰ παρ’ αὐτὸν τὸν νεφρὸν καὶ τὴν ψυὴν ἐς τὸ ἐντὸς
                        τοῦ μηροῦ, <lb/>καὶ καθήκει ἐς τὸν πόδα; καὶ καλέεται κοίλη φλέψ· ἡ δὲ ἑτέρη
                        ἄνω <lb/>τείνει διὰ φρενῶν τῶν δεξιῶν καὶ τοῦ πλεύμονος· ἀπέσχισται δὲ καὶ
                        <lb/>ἐς τὴν καρδίην καὶ ἐς τὸν βραχίονα τὸν δεξιόν· τὸ δὲ λοιπὸν ἄνω φέρει
                        <lb/>διὰ τῆς κληῖδος ἐς τὰ δεξιὰ τοῦ αὐχένος, ἐς αὐτὸ τὸ δέρμα, <lb/>ὥστε
                        κατάδηλός εἶναι· παρὰ δὲ τὸ οὖς κρύπτεται καὶ ἐνταῦθα σχίζεται, <lb/>καὶ τὸ
                        μὲν παχύτατον καὶ μέγιστον καὶ κοιλότατον ἐς τὸν <lb/>ἐγκέφαλον τελευτᾷ, τὸ
                        δὲ ἐς τὸ οὖς τὸ δεξιὸν φλέβιον λεπτὸν, τὸ δὲ <lb/>ἐς τὸν ὀφθαλμὸν τὸν
                        δεξιὸν, τὸ δὲ ἐς τὸν μυκτῆρα. Ἀπὸ μὲν τοῦ <lb/>ἥπατος οὕτως ἔχει τῶν φλεβῶν.
                        Διατέταται δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ σπληνὸς <lb/>φλὲψ ἐς τὰ ἀριστερὰ καὶ κάτω καὶ ἄνω,
                        ὥσπερ καὶ ἀπὸ τοῦ ἥπατος, <lb/>λεπτοτέρη δὲ καὶ ἀσθενεστέρη. </p></div><pb n="368"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Κατὰ ταύτας δὲ τὰς φλέβας καὶ ἐσαγόμεθα τὸ πουλὺ τοῦ πνεύματος· <lb/>αὗται
                        γὰρ ἡμέων εἰσὶν ἀναπνοαὶ τοῦ σώματος τὸν ἠέρα ἐς <lb/>σφᾶς ἕλκουσαι, καὶ ἐς
                        τὸ σῶμα τὸ λοιπὸν ὀχετεύουσι κατὰ τὰ φλέβια, <lb/>καὶ ἀναψύχουσι καὶ πάλιν
                        ἀφιᾶσιν. Οὐ γὰρ οἷόν τε τὸ πνεῦμα <lb/>στῆναι, ἀλλὰ χωρέει ἄνω καὶ κάτω· ἢν
                        γὰρ στῇ που καὶ ἀποληφθῇ, <lb/>ἀκρατὲς γίνεται ἐκεῖνο τὸ μέρος ὅπου ἂν στῇ·
                        τεκμήριον δέ· ὁκόταν <lb/>καθημένῳ ἢ κατακειμένῳ φλέβια πιεσθῇ, ὥστε τὸ
                        πνεῦμα μὴ <lb/>διεξιέναι διὰ τῆς φλεβὸς, εὐθὺς νάρκη ἔχει. Περὶ μὲν τῶν
                        φλεβῶν <lb/>καὶ τῶν λοιπῶν οὕτως ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ἡ δὲ νοῦσος αὕτη γίνεται τοῖσι μὲν φλεγματίῃσι, τοῖσι δὲ <lb/>χολώδεσιν
                        οὔ. Ἄρχεται δὲ φύεσθαι ἐπὶ τοῦ ἐμβρύου ἔτι ἐν τῇ μήτρῃ <lb/>ἐόντος·
                        καθαίρεται γὰρ καὶ ἀνθέει, ὥσπερ τἄλλα μέρεα, πρὶν γενέσθαι, <lb/>καὶ ὁ
                        ἐγκέφαλος. Ἐν ταύτῃ δὲ τῇ καθάρσει ἢν μὲν καλῶς καὶ <lb/>μετρίως καθαρθῇ καὶ
                        μήτε πλέον μήτε ἔλασσον τοῦ δέοντος ἀποῤῥυῇ, <lb/>οὕτως ὑγιεινοτάτην τὴν
                        κεφαλὴν ἔχει· ἢν δὲ πλέονα ῥυῇ ἀπὸ <lb/>παντὸς τοῦ ἐγκεφάλου καὶ ἀπότηξις
                        πολλὴ γένηται, νοσώδεά τε τὴν <lb/>κεφαλὴν ἕξει αὐξόμενος καὶ ἤχου πλέην,
                        καὶ οὔτε ἥλιον οὔτε ψῦχος <lb/>ἀνέξεται· ἢν δὲ ἀπὸ ἑνός τινος γένηται ἢ
                        ὀφθαλμοῦ ἢ οὔατος, ἢ <lb/>φλέψ τις συνισχνανθῇ, ἐκεῖνο κακοῦται τὸ μέρος,
                        ὁκοίως ἂν καὶ <pb n="370"/> τῆς ἀποτήξιος ἔχῃ· ἢν δὲ κάθαρσις μὴ ἐπιγένηται,
                        ἀλλὰ ξυστραφῇ <lb/>τῷ ἐγκεφάλῳ, οὕτως ἀνάγκη φλεγματώδεα εἶναι. Καὶ ὁκόσοισι
                        μὲν <lb/>παιδίοισιν ἐοῦσιν ἐξανθέει ἕλκεα ἐς τὴν κεφαλὴν καὶ ἐς τὰ οὔατα καὶ
                        <lb/>ἐς τὸν ἄλλον χρῶτα, καὶ σιαλώδεα γίνεται καὶ μυξόῤῥοα, ταῦτα μὲν
                        <lb/>ῥήϊστα διάγει προϊούσης τῆς ἡλικίης· ἐνταῦθα γὰρ ἀφίει καὶ ἐκκαθαίρεται
                        <lb/>τὸ φλέγμα, ὃ ἐχρῆν ἐν τῇ μήτρῃ καθαρθῆναι· καὶ τὰ οὕτω <lb/>καθαρθέντα
                        οὐκ ἐπίληπτα γίνεται ταύτῃ τῇ νούσῳ ὡς ἐπὶ τὸ πουλύ. <lb/>Ὁκόσα δὲ καθαρά
                        ἐστι, καὶ μήθ’ ἕλκος μηδὲν μήτε μύξα μήτε <lb/>σίελον αὐτοῖς προέρχεται
                        μηδὲν, μήτε ἐν τῇσι μήτρῃσι πεποίηται <lb/>τὴν κάθαρσιν, τούτοισιν
                        ἐπικίνδυνόν ἐστιν ἁλίσκεσθαι ὑπὸ ταύτης <lb/>τῆς νούσου. </p></div></div></body></text></TEI>