<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΤΟΠΩΝ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΑΝΘΡΩΠΟΝ.</head><p>1. Ἐμοὶ δοκέει ἀρχὴ μὲν οὖν οὐδεμία εἶναι τοῦ σώματος, ἀλλὰ <lb/>πάντα ὁμοίως
                        ἀρχὴ καὶ πάντα τελευτή· κύκλου γὰρ γραφέντος ἀρχὴ <lb/>οὐχ εὑρέθη· καὶ τῶν
                        νοσημάτων ἀπὸ παντὸς ὁμοίως τοῦ σώματος· τὸ <lb/>μὲν ξηρότερον, πεφυκὸς
                        νόσους λάζεσθαι καὶ μᾶλλον πονέειν, τὸ δὲ <lb/>ὑγρὸν ἧσσον· τὸ μὲν γὰρ ἐν τῷ
                        ξηρῷ νόσημα πήγνυταί τε καὶ οὐ <lb/>διαπαύει, τὸ δ’ ἐν τῷ ὑγρῷ διαῤῥεῖ, καὶ
                        τοῦ σώματος ἄλλοτε ἄλλο <lb/>μάλιστα ἔχει, καὶ αἰεὶ μεταλλάσσον ἀνάπαυσιν
                        ποιέει, καὶ θᾶσσον <lb/>παύεται, ὥστε οὐ πεπηγός, Τοῦ δὲ σώματος τὰ μέλεα
                        ἕκαστα τὸ <lb/>ἕτερον τῷ ἑτέρῳ, ὁπόταν ἔνθα ἢ ἔνθα ὁρμήσῃ, νοῦσον παραυτίκα
                        <lb/>ποιέει, ἡ κοιλίη τῇ κεφαλῇ, καὶ ἡ κεφαλὴ τῇσι σαρξὶ καὶ τῇ κοιλίῃ,
                        <lb/>καὶ τἄλλα ἅπαντα οὕτω κατὰ λόγον, ὥσπερ ἡ κοιλίη τῇ κεφαλῇ, καὶ <lb/>ἡ
                        κεφαλὴ τῇσι σαρξὶ καὶ τῇ κοιλίῃ. Ἡ γὰρ κοιλίη ὁκόταν ὑπεκχώρησιν <lb/>μὴ
                        ποιέῃ τὴν μετρίην, καὶ ἐσίῃ ἐς αὐτὴν, ἄρδει τῇ ὑγρότητι <lb/>τὸ σῶμα τῇ ἀπὸ
                        τῶν σιτίων τῶν προσφερομένων· αὕτη δὲ ἡ <lb/>ὑγρότης ἀπὸ τῆς κοιλίης
                        ἀποφρασσομένη ἐς τὴν κεφαλὴν ὡδοιπόρησεν <lb/>ἀθρόη· καὶ ἐς τὴν κεφαλὴν ἐπὴν
                        ἀφίκηται, οὐ χωρευμένη ὑπὸ <lb/>τῶν τευχέων τῶν ἐν τῇ κεφαλῇ, ῥεῖ ᾗ ἂν τύχῃ,
                        καὶ πέριξ τῆς κεφαλῆς, <lb/>καὶ ἐς τὸν ἐγκέφαλον διὰ λεπτοῦ τοῦ ὀστέου· καὶ
                        ἡ μὲν ἐν τῷ ὀστέῳ <lb/>ἐνδέδυκεν, ἡ δὲ περὶ τὸν ἐγκέφαλον διὰ λεπτοῦ τοῦ
                        ὀστέου· καὶ ἢν μὲν <lb/>ἐς τὴν κοιλίην πάλιν ἀφίκηται, τῇ κοιλίῃ νοῦσον
                        ἐποίησεν· ἢν δ’ ἄλλῃ <lb/>πη τύχῃ, ἄλλῃ νοῦσον ποιέει, καὶ τἄλλα οὕτως,
                        ὥσπερ τοῦτο, τὸ <pb n="278"/> ἕτερον τῷ ἑτέρῳ νοῦσον ποιέει· καὶ κάλλιστον
                        οὕτως εὐτρεπίζειν τὰ <lb/>νοσεύμενα διὰ τῶν τὰς νούσους ποιεύντων· οὕτω γὰρ
                        ἂν κάλλιστα τὴν <lb/>ἀρχὴν τοῦ νοσευμένου τις ἰῷτο. Τὸ δὲ σῶμα αὐτὸ ἑωυτῷ
                        τωὐτόν <lb/>ἐστι καὶ ἐκ τῶν αὐτῶν σύγκειται, ὁμοίως δὲ οὐκ ἐχόντων, καὶ τὰ
                        <lb/>σμικρὰ αὐτοῦ καὶ τὰ μεγάλα καὶ τὰ κάτω καὶ τὰ ἄνω· καὶ εἴ τις
                        <lb/>βούλεται τοῦ σώματος ἀπολαβὼν μέρος κακῶς ποιέειν τὸ σμικρότατον,
                        <lb/>πᾶν τὸ σῶμα αἰσθήσεται τὴν πεῖσιν, ὁποίη ἄν τις ᾖ, διὰ τόδε <lb/>ὅτι
                        τοῦ σώματος τὸ σμικρότατον πάντα ἔχει, ὅσα περ καὶ τὸ μέγιστον· <lb/>τοῦτο
                        δ’ ὁποῖον ἄν τι πάθῃ, τὸ σμικρότατον ἐπαναφέρει πρὸς <lb/>τὴν ὁμοεθνίην
                        ἕκαστον πρὸς τὴν ἑωυτοῦ, ἤν τε κακὸν, ἤν τε ἀγαθὸν <lb/>ᾖ· καὶ ταῦτα καὶ
                        ἀλγέει καὶ ἥδεται ὑπὸ ἔθνεος τοῦ σμικροτάτου <lb/>τὸ σῶμα, ὅτι ἐν τῷ
                        σμικροτάτῳ πάντ’ ἔνι τὰ μέρεα, καὶ ταῦτα <lb/>ἐπαναφέρουσιν ἐς τὰ σφῶν αὐτῶν
                        ἕκαστα, καὶ ἐξαγγέλλουσι πάντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Φύσις δὲ τοῦ σώματος, ἀρχὴ τοῦ ἐν ἰητρικῇ λόγου· πρῶτον <lb/>διατέτρηται ᾗ
                        ἐσακούομεν· τὰ μὲν γὰρ περὶ τὰ ὦτα πέριξ κενεὰ, <lb/>οὐκ ἐσακούει ἄλλο ἢ
                        ψόφον καὶ ἰαχήν· ὅ τι δ’ ἂν διὰ τῆς μήνιγγος <lb/>ἐς τὸν ἐγκέφαλον ἐσέλθῃ,
                        τοῦτο διαφραδέως ἀκούεται ταύτῃ· καὶ μόνη <lb/>τρῆσις διὰ τῆς μήνιγγός ἐστι
                        τῆς περὶ τὸν ἐγκέφαλον περιτεταμένης. <lb/>Κατὰ δὲ τὰς ῥῖνας τρῆμα μὲν οὐκ
                        ἔνεστιν, σομφὸν δὲ, οἷον σπογγία· <lb/>καὶ διὰ τοῦτο διὰ πλέονος ἀκούει ἢ
                        ὀσφραίνεται· κατὰ πολὺ γὰρ σκίδναται <lb/>ἡ ὀδμὴ τῆς ὀσφρήσιος. Καὶ ἐς τοὺς
                        ὀφθαλμοὺς φλέβια λεπτὰ <lb/>ἐς τὴν ὄψιν ἐκ τοῦ ἐγκεφάλου διὰ τῆς μήνιγγος
                        τῆς περιεχούσης φέρονται· <lb/>ταῦτα δὲ τὰ φλέβια τὴν ὄψιν τρέφουσι τῷ ὑγρῷ
                        τῷ καθαρωτάτῳ <lb/>τῷ ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου, ἐς ὃ καὶ ἐμφαίνεται ἐν τοῖσιν <pb n="280"/> ὀφθαλμοῖσιν· ταῦτα δὲ τὰ φλέβια καὶ ἀποσβεννύασι τὰς ὄψεις
                        ὅταν <lb/>ξηρανθῶσιν. Μήνιγγες δὲ τρεῖς εἰσιν αἱ τοὺς ὀφθαλμοὺς φυλάσσουσαι,
                        <lb/>ἡ μὲν ἐπάνω παχυτέρη, ἡ δὲ διὰ μέσου λεπτοτέρη, ἡ δὲ τρίτη λεπτὴ <lb/>ἡ
                        τὸ ὑγρὸν φυλάσσουσα· τούτων ἡ μὲν ἐπάνω καὶ παχυτέρη, νοῦσος, <lb/>ἢν
                        κωφωθῇ· ἡ δὲ διὰ μέσου ἐπικίνδυνος αὕτη, καὶ ὅταν ῥαγῇ, ἐξίσχει <lb/>οἷον
                        κύστις· ἡ δὲ τρίτη ἡ λεπτοτάτη πάμπαν ἐπικίνδυνος, ἡ τὸ <lb/>ὑγρὸν
                        φυλάσσουσα. Μήνιγγες δὲ δύο εἰσὶ τοῦ ἐγκεφάλου, ἡ μὲν ἐπάνω <lb/>παχυτέρη, ἡ
                        δὲ λεπτὴ τοῦ ἐγκεφάλου ἁπτομένη, οὐκ ἔτι ἡ αὐτὴ <lb/>ἐπὴν τρωθῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Φλέβες δὲ περαίνουσι μὲν ἐς τὴν κορυφὴν διὰ τῆς σαρκὸς <lb/>ἔχουσαι πρὸς
                        τὸ ὀστέον, φέρονται δὲ διὰ τῆς σαρκὸς, δύο μὲν ἐκ τῆς <lb/>κορυφῆς κατ’ ἰθὺ
                        ᾗ αἱ ὀφρύες συγκλείονται καὶ τελευτῶσιν ἐς τὼς <lb/>κανθοὺς τῶν ὀφθαλμῶν,
                        μία δὲ ἀπὸ τῆς κορυφῆς ἐς τὴν ῥῖνα φέρεται <lb/>καὶ σχίζεται ἐς τὸν χόνδρον
                        τῆς ῥινὸς ἑκάτερον· ἄλλαι δύο φλέβες <lb/>παρὰ τοὺς κροτάφους φέρονται ἐν
                        μέσῳ τῶν κροτάφων καὶ τῶν ὤτων, <lb/>αἳ πιέζουσι τὰς ὄψεις καὶ σφύζουσιν
                        αἰεί· μοῦναι γὰρ αὗται οὐκ ἄρδουσι <lb/>τῶν φλεβῶν, ἀλλ’ ἀποτρέπεται ἐξ
                        αὐτῶν τὸ αἷμα· τὸ δ’ ἀποτρεπόμενον <lb/>ἀποσυμβουλεύει τῷ ἐπιῤῥέοντι· καὶ τὸ
                        μὲν ἀποτρεπόμενον <lb/>βουλόμενον ἀποχωρέειν, τὸ δ’ ἄνωθεν ἐπιῤῥέον
                        βουλόμενον <lb/>κάτω χωρέειν, ἐνταῦθα ὠθεύμενά τε καὶ ἀναχεόμενα πρὸς ἄλληλα
                        <lb/>καὶ κυκλούμενα, σφυγμὸν παρέχουσι τοῖσι φλεβίοισιν. Ἡ δὲ ὄψις <lb/>τῷ
                        ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου ὑγρῷ τρέφεται· ὅταν δέ τι τοῦ ἀπὸ τῶν φλεβῶν <lb/>λάβῃ, τῇ
                        ῥύσει ταράσσεται, καὶ οὐκ ἐμφαίνεται ἐς αὐτὸ, καὶ <lb/>προκινέεσθαι δοκέει
                        ἐν αὐτῷ τοτὲ μὲν οἷον εἴδωλον ὀρνίθων, τοτὲ δὲ <lb/>οἷον φακοὶ μέλανες, καὶ
                        τἄλλα οὐδὲν ἀτρεκέως κατ’ ἀληθείην δύναται <lb/>ὁρᾷν. Ἄλλαι δύο φλέβες ἐν
                        μέσῳ τῶν τε ὤτων καὶ τῶν ἄλλων φλεβῶν, <pb n="282"/> αἳ φέρονται ἐς τὰ ὦτα,
                        καὶ πιέζουσι, τὰ ὦτα· ἄλλαι δύο φλέβες <lb/>ἐκ τῆς συγκλείσεως τοῦ ὀστέου ἐς
                        τὰς ἀκοὰς φέρονται. Αἱ δὲ κάτω <lb/>τοῦ σώματος τετραμμέναι, δύο μὲν φλέβες
                        παρὰ τοὺς τένοντας τοῦ <lb/>τραχήλου, φέρονται δὲ καὶ παρὰ τοὺς σπονδύλους,
                        καὶ τελευτῶσιν <lb/>ἐς τοὺς νεφρούς· αὗται δὲ καὶ ἐς τοὺς ὄρχιας
                        περαίνουσιν, καὶ ὅταν <lb/>αὗται πονέσωσιν, αἷμα οὐρέει ὥνθρωπος. Ἄλλαι δύο
                        φλέβες ἀπὸ τῆς <lb/>κορυφῆς φέρονται ἐς τοὺς ὤμους, καὶ δὴ καὶ ὠμιαῖαι
                        καλέονται. <lb/>Ἄλλαι δύο φλέβες ἀπὸ τῆς κορυφῆς παρὰ τὰ ὦτα ἐν τοῖς
                        ἔμπροσθεν <lb/>τοῦ τραχήλου ἑκατέρωθεν ἐς τὴν κοίλην φλέβα καλεομένην
                        φέρονται. <lb/>Ἡ δὲ κοίλη φλὲψ περαίνεται μὲν ὡς ὁ οἰσοφάγος, πέφυκε δὲ
                        μεταξὺ <lb/>τοῦ τε βρόγχου καὶ τοῦ οἰσοφάγου· φέρεται δὲ διὰ τῶν φρενῶν καὶ
                        <lb/>διὰ τῆς καρδίης καὶ μεταξὺ τῶν φρενῶν, καὶ σχίζεται ἐς τοὺς βουβῶνας
                        <lb/>καὶ ἐς τοὺς μηροὺς ἐντὸς, καὶ τὰς διασφαγὰς ἐν τοῖσι μηροῖσι
                        <lb/>ποιέεται, καὶ ἐς τὰς κνήμας φέρεται ἐντὸς παρὰ τὰ σφυρά· αὗται <lb/>καὶ
                        ἄκαρπον ποιέουσι τὸν ἄνθρωπον ὅταν ἀποτμηθῶσιν, αἳ καὶ ἐς <lb/>τοὺς μεγάλους
                        δακτύλους τελευτῶσιν. Ἐκ δὲ τῆς κοίλης φλεβὸς ἀποπέφυκεν <lb/>ἐς τὴν χεῖρα
                        τὴν ἀριστερήν· φέρεται δ’ ὑποκάτω τοῦ σπληνὸς <lb/>ἐς τὴν λαπάρην τὴν
                        ἀριστερὴν, ὅθεν ὁ σπλὴν ἀποπέφυκε διὰ τοῦ <lb/>ἐπιπλόου, καὶ τὴν
                        ἀποτελεύτησιν ἴσχει ἐς τὸν κίθαρον· ἀποπέφυκε <lb/>δὲ κατὰ τὰς φρένας, καὶ
                        ξυμβάλλει τῇ ὠμιαίῃ κάτω τοῦ ἄρθρου τοῦ <lb/>ἀγκῶνος, καὶ τοῦ σπληνὸς
                        τάμνεται αὕτη· καὶ ἄλλη ἐς τὴν δεξιὴν <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον ἀποπέφυκεν ἀπὸ
                        τῆς κοίλης. Κοινωνέουσι δὲ πᾶσαι <lb/>αἱ φλέβες καὶ διαῤῥέουσιν ἐς ἑωυτάς·
                        αἱ μὲν γὰρ σφίσιν ἑωυταῖς <lb/>ξυμβάλλουσιν, αἱ δὲ διὰ τῶν φλεβίων τῶν
                        διατεταμένων ἀπὸ τῶν φλεβῶν, <lb/>αἳ τρέφουσι τὰς σάρκας, ταύτῃ διαῤῥέουσι
                        πρὸς ἑωυτάς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Καὶ ἀπὸ τῶν φλεβῶν ὅ τι ἂν νόσημα γένηται, ῥᾷόν ἐστιν ἢ <lb/>ἀπὸ τῶν
                        νεύρων· διαῤῥεῖ γὰρ σὺν τῷ ὑγρῷ τῷ ἐνεόντι ἐν τῇσι φλεψὶ, <lb/>καὶ οὐκ
                        ἀτρεμίζει· καὶ ἡ φύσις τῇσι φλεψὶν ἐν ὑγρῷ ἐστιν ἐν τῇσι <pb n="284"/>
                        σαρξί. Τὰ δὲ νεῦρα ξηρά τέ ἐστι καὶ ἀκοίλια, καὶ πρὸς τῷ ὀστέῳ
                        <lb/>πεφύκασιν, καὶ τρέφονται δὲ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τοῦ ὀστέου, τρέφονται
                        <lb/>δὲ καὶ ἀπὸ τῆς σαρκὸς, καὶ τὴν χροιὴν καὶ τὴν ἰσχὺν μεταξὺ τοῦ
                        <lb/>ὀστέου καὶ τῆς σαρκὸς πεφύκασι, καὶ ὑγρότερα μέν εἰσι τοῦ ὀστέου
                        <lb/>καὶ σαρκοειδέστερα, ξηρότερα δ’ εἰσὶν ἢ αἱ σάρκες καὶ ὀστοειδέστερα·
                        <lb/>νόσημα δ’ ὅ τι ἂν ἐς αὐτὰ ἔλθῃ, ῥώννυταί τε καὶ ἀτρεμίζει ἐν <lb/>τῷ
                        αὐτῷ, καὶ χαλεπόν ἐστιν ἐξάγειν· μάλιστα δ’ ἐσέρχονται τέτανοί <lb/>τε καὶ
                        ἄλλα, ἀφ’ ὧν τρόμος τὸ σῶμα λαμβάνει καὶ τρέμειν ποιέει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Τὰ δὲ νεῦρα πιέζουσι τὰ ἄρθρα, παρατεταμένα τέ εἰσι <lb/>παρ’ ὅλον τὸ
                        σῶμα· ἰσχύουσι δὲ μάλιστα ἐν ἐκείνοισι τοῦ σώματος <lb/>καὶ αἰεὶ παχύτατά
                        ἐστιν, ἐν οἷσι τοῦ σώματος αἱ σάρκες ἐλάχισταί <lb/>εἰσι. Καὶ τὸ μὲν σῶμα
                        πᾶν ἔμπλεον νεύρων· περὶ δὲ τὸ πρόσωπον <lb/>καὶ τὴν κεφαλὴν οὐκ ἔστι νεῦρα,
                        ἀλλὰ ἶνες παρόμοιαι νεύροις μεταξὺ <lb/>τοῦ τε ὀστέου καὶ τῆς σαρκὸς
                        λεπτότεραι καὶ στερεώτεραι, αἱ <lb/>δὲ νευροκοίλιοι. </p></div></div></body></text></TEI>