<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg025.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Περὶ δὲ τῶν κατὰ κοιλίην νουσημάτων ἐνθυμέεσθαι χρὴ τάδε· <lb/>πλευρῖτις,
                        περιπλευμονίη, καῦσος, φρενῖτις, αὗται καλέονται <lb/>ὀξεῖαι, καὶ γίνονται
                        μὲν μάλιστα καὶ ἰσχυρόταται τοῦ χειμῶνος, <lb/>γίνονται δὲ καὶ τοῦ θέρεος,
                        ἧσσον δὲ καὶ μαλακώτεραι· ἢν δὲ παρατυγχάνῃς, <lb/>ταῦτα ἂν καὶ ποιέων καὶ
                        ξυμβουλεύων τυγχάνοις μάλιστα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Πλευρῖτις· πυρετὸς ἴσχει, καὶ τοῦ πλευροῦ ὀδύνη, καὶ ὀρθοπνοίη, <lb/>καὶ
                        βήξ· καὶ τὸ σίελον κατ’ ἀρχὰς μὲν ὑπόχολον πτύει, ἐπειδὰν <lb/>δὲ πεμπταῖος
                        γένηται ἢ ἑκταῖος, καὶ ὑπόπυον. Τούτῳ τοῦ μὲν <lb/>πλευροῦ τῆς ὀδύνης
                        διδόναι, ὅ τι ἀποστήσει ἀπὸ τοῦ πλευροῦ τό τε <lb/>φλέγμα καὶ τὴν χολήν· ἡ
                        γὰρ ὀδύνη οὕτως ἂν εἴη μαλακωτάτη· τὴν <lb/>δὲ κοιλίην θεραπεύειν ὑπάγοντι
                        καὶ ψύχοντι κλύσματι· οὕτω γὰρ τῇ <lb/>νούσῳ τῇ ξυμπάσῃ ξυμφορώτατα·
                        προσφέρειν δὲ ποτόν τε καὶ ῥόφημα, <lb/>καὶ τὰ πόματα διδόναι ὀξύτερα, ὡς τὸ
                        σίελον ἀνακαθαίρηται <lb/>ἀπὸ τοῦ πλευροῦ· ὅταν δὲ καθαίρεσθαι ἄρξηται τὸ
                        πῦον, θερμαίνοντα <lb/>ξυμφέρει τὸ πλευρὸν ἔξωθεν πεπαίνειν τὰ πρὸς τὸ
                        πλευρόν· πρόσθεν <lb/>δὲ οὐ ξυμφέρει· ξηραίνεται γάρ. Γίνεται δὲ ἡ νοῦσος
                        αὕτη μάλιστα <lb/>μὲν ἐκ ποσίων, ὅταν τις, ὑγράζοντος τοῦ σώματος, ἢ μεθύων
                        <lb/>ἢ νήφων ῥιγώσῃ· γίνεται δὲ καὶ ἄλλως. Κρίνεται δὲ ἡ νοῦσος, ἡ μὲν <pb n="216"/> βραχυτάτη ἑβδόμῃ, ἡ δὲ μακροτάτη τετάρτῃ καὶ δεκάτῃ· καὶ ἢν
                        <lb/>μὲν ἐν ταύτῃ πτυσθῇ καὶ καθαρθῇ τὸ πῦον ἀπὸ τοῦ πλευροῦ, ὑγιὴς
                        <lb/>γίνεται· ἢν δὲ μὴ πτυσθῇ, ἔμπυος γίνεται, καὶ ἡ νοῦσος μακρή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Κρίνεσθαι δέ ἐστιν ἐν τῇσι νούσοισιν, ὅταν αὔξωνται αἱ νοῦσοι, <lb/>ἢ
                        μαραίνωνται, ἢ μεταπίπτωσιν ἐς ἕτερον νούσημα, ἢ τελευτῶσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Περιπλευμονίη· πυρετὸς ἴσχει καὶ βήξ· καὶ ἀποχρέμπτεται τὸ <lb/>μὲν πρῶτον
                        φλέγμα παχὺ καὶ καθαρὸν, ἕκτῃ δὲ καὶ ἑβδόμῃ ὑπόχολον <lb/>καὶ ὑποπέλιον,
                        ὀγδόῃ δὲ καὶ ἐνάτῃ ὑπόπυον. Τούτῳ ἢν μὲν <lb/>ὀδύνη ἐγγίνηται ἢ τοῦ νώτου ἢ
                        τῶν πλευρέων, διδόναι ὅπερ ἐν τῇ <lb/>πλευρίτιδι τοῦ πλευροῦ τῆς ὀδύνης ἐν
                        τῇ φαρμακίτιδι γέγραπται· <lb/>ποτοῖσι δὲ καὶ ῥοφήμασι καὶ τῆς κοιλίης ἐς
                        τὴν ὑποχώρησιν καὶ <lb/>ψύξιν κατὰ ταὐτὰ θεραπεύειν τῇ πλευρίτιδι· ὅκως δὲ
                        τὸ σίαλον ἐκ <lb/>τοῦ πλεύμονος ἀνακαθαρεῖται καὶ τὸ πῦον, διδόναι φάρμακα
                        ποτὰ, <lb/>οἷσιν ὁ πλεύμων ὑγραίνεται, καὶ καθαίρεται τὸ πῦον ἄνω. Ἡ δὲ
                        νοῦσος <lb/>αὕτη γίνεται, ὅταν ἐκ τῆς κεφαλῆς φλέγμα ἀθρόον ῥυῇ ἐς τὸν
                        <lb/>πλεύμονα· ἔστι δ’ ὅτε καὶ ἐκ πλευρίτιδος μεθίσταται ἐς περιπλευμονίην,
                        <lb/>καὶ ἐκ καύσου· κρίνεται δὲ ἐν ἡμέρῃσιν, ἡ μὲν βραχυτάτη ἐν
                        <lb/>τεσσαρεσκαίδεκα, ἡ δὲ μακροτάτη ἐν δυοῖν δεούσαιν εἴκοσι· διαφεύγουσι
                        <lb/>δὲ ταύτην ὀλίγοι· γίνονται δὲ καὶ ἔμπυοι ἐκ ταύτης τῆς <lb/>νούσου, ἢν
                        μὴ ἐν τῇσι κυρίῃσιν ὁ πλεύμων καθαρθῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Φρενῖτις ὅταν λάβῃ, πυρετὸς ἴσχει βληχρὸς τὸ πρῶτον, καὶ <lb/>ὀδύνη πρὸς
                        τὰ ὑποχόνδρια, μᾶλλον δὲ πρὸς τὰ δεξιὰ ἐς τὸ ἧπαρ· <lb/>ὅταν δὲ τεταρταῖος
                        γένηται καὶ πεμπταῖος, ὅ τε πυρετὸς ἰσχυρότερος <lb/>γίνεται, καὶ αἱ ὀδύναι,
                        καὶ τὸ χρῶμα ὑπόχολον γίνεται, καὶ τοῦ νοῦ <lb/>παρακοπή. Τούτῳ, τῆς μὲν
                        ὀδύνης, ἅπερ ἐν τῇ πλευρίτιδι, διδόναι, <pb n="218"/> καὶ χλιαίνειν, ἵν’ ἡ
                        ὀδύνη ἔχει· τὴν κοιλίην δὲ θεραπεύειν, καὶ <lb/>τἄλλα ποιέειν τὰ αὐτὰ, πλὴν
                        τοῦ ποτοῦ· ποτῷ δὲ χρῆσθαι τῶν ἄλλων <lb/>ὅτῳ ἂν ἐθέλῃς, πλὴν οἴνου, ἢ ὄξος
                        καὶ μέλι καὶ ὕδωρ διδόναι· οἶνος <lb/>δὲ οὐ ξυμφέρει τοῦ νοῦ παρακόπτοντος,
                        οὔτε ἐν ταύτῃ τῇ νούσῳ, <lb/>οὔτε ἐν τῇσιν ἄλλῃσι· λούειν δὲ πολλῷ καὶ θερμῷ
                        κατὰ τὴν κεφαλὴν <lb/>ἐν ταύτῃ τῇ νούσῳ ξυμφέρει· μαλασσομένου γὰρ τοῦ
                        σώματος, <lb/>καὶ ἱδρὼς μᾶλλον γίνεται, καὶ ἡ κοιλίη καὶ τὸ οὖρον διαχωρέει,
                        καὶ <lb/>αὐτὸς ἑαυτοῦ ἐγκρατέστερος γίνεται. Ἡ δὲ νοῦσος γίνεται ὑπὸ χολῆς,
                        <lb/>ὅταν κινηθεῖσα πρὸς τὰ σπλάγχνα καὶ τὰς φρένας προσίζῃ· κρίνεται
                        <lb/>δὲ ἡ μὲν βραχυτάτη ἑβδομαίη, ἡ δὲ μακροτάτη ἑνδεκαταίη·
                        <lb/>διαφεύγουσι δὲ καὶ ταύτην ὀλίγοι· μεθίσταται δὲ καὶ αὕτη ἐς
                        περιπλευμονίην, <lb/>καὶ ἢν μεταστῇ, ὀλίγοι διαφεύγουσιν. </p></div></div></body></text></TEI>