<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg025.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="46"><p>46. Μετὰ τὰ ῥοφήματα διδόναι τὸ σιτίον τοῖσιν ἀσθενέουσιν· <lb/>ἐπιπίνειν δὲ
                        οἶνον εὐώδεα· πρὸ δὲ τῶν σιτίων καὶ ποτῶν ἢ ῥοφημάτων, <lb/>ὅ τι ἄν σοι
                        δοκέῃ, τοῖσιν ἀσθενέουσιν ἐσορῶν τὸ σῶμα καὶ τὴν <lb/>ψυχὴν προσφέρειν καὶ
                        τὸ σιτίον καὶ τὸ ποτόν· μάλιστα γὰρ ἂν οὕτως <lb/>ὠφελέοις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="47"><p>47. Τῶν σιτίων ἃ δύναμιν ἕκαστα ἔχει, τεκμαίρεσθαι χρὴ ἀπὸ <lb/>τῶν φανερὴν
                        τὴν δύναμιν ἐχόντων, ὁκόσα ἢ φῦσαν ἢ δῆξιν ἢ πλησμονὴν <pb n="256"/> ἢ
                        ἐρευγμὸν παρέχει ἢ στρόφον, ἢ διαχωρέει, ἢ μὴ διαχωρέει, <lb/>καὶ φανερά
                        ἐστιν ὅτι ταῦτα ἐργάζεται, καὶ ἀπὸ τούτων χρὴ τὰ ἄλλα <lb/>σκοπεῖν· ἔχει γὰρ
                        τὰ ἕκαστα τῶν ἐδεσμάτων, διότι καὶ ὠφελέει καὶ <lb/>βλάπτει· ἀλλὰ τὰ μὲν
                        φανερώτερά ἐστιν ἐργαζόμενα ἃ ἐργάζεται, τὰ <lb/>δὲ ἀμυδρότερα. Τὰ σιτία καὶ
                        τὰ ὄψα σκευάζειν καὶ διδόναι τοῖσιν <lb/>ἀσθενέουσιν, ὑφ’ ὧν μήτε φῦσα
                        ἔσται, μήτε ὀξυρεγμίη, μήτε στρόφος, <lb/>μήτε λίην διαχωρέει, μήτε λίην
                        ξηραίνεται· ταῦτα δὲ γίνεται <lb/>ὧδε· ὅσα μὲν ἡ κοιλίη κρατέει, καὶ τὸ σῶμα
                        αὐτὰ ἀναδέχεται, ταῦτα <lb/>μὲν οὔτε φῦσαν παρέχεται οὔτε στρόφον· ἢν δὲ μὴ
                        ἡ κοιλίη κρατέῃ, <lb/>ἀπὸ τούτων καὶ φῦσα καὶ στρόφος καὶ τἄλλα τὰ τοιαῦτα
                        γίνεται. <lb/>Κουφότατα τῶν σιτίων καὶ τῶν ὄψων καὶ τῶν ποτῶν, ὅσα μέτρια
                        <lb/>ἐσίοντα ἐς τὸ σῶμα ἢ ὀλίγῳ πλέω τῶν μετρίων, μήτε πλήρωσιν παρέχει,
                        <lb/>μήτε στρόφον, μήτε φῦσαν, μήτε ἄλλο τῶν τοιούτων μηδὲν, καὶ
                        <lb/>πέσσεταί τε τάχιστα, καὶ πεσσόμενα διαχωρέει, καὶ ἀνὰ πᾶσάν τε
                        <lb/>ἡμέρην ἐσιόντα ἐς τὴν κοιλίην ἀλυπότατά ἐστι, καὶ ὅταν διὰ παλαιοῦ
                        <lb/>ἐσέλθῃ. Βαρέα δὲ, ὅσα μέτρια τελεύμενα ἢ ἐλάσσω τῶν μετρίων,
                        <lb/>πλήρωσιν καὶ πόνον παρέχει· καθ’ ἡμέρην δὲ μηδὲ οἷόν τε ἐσθίειν
                        <lb/>αὐτὰ μηδὲ πίνειν, ἀλλὰ πόνον παρέχει· διὰ χρόνου δὲ ἄν τις αὐτὰ <lb/>ἢ
                        πίνῃ ἢ ἐσθίῃ, καὶ οὕτω πόνον παρέχει, καὶ οὐ διαχωρέει ἀνὰ λόγον. <lb/>Ἐς
                        ὑγιείην ἄριστα, ὅσα ὀλίγιστα ἐσιόντα αὐτάρκεά ἐστι καὶ λιμοῦ <lb/>καὶ δίψης
                        ἄκος εἶναι, καὶ πλεῖστον χρόνον τὸ σῶμα αὐτὰ δέχεται, <pb n="258"/> καὶ
                        διαχωρέει κατὰ λόγον. Ἐς ἰσχὺν δὲ ἄριστα, ὅσα σάρκα φύει <lb/>πλείστην καὶ
                        πυκνοτάτην, καὶ τὸ αἷμα παχύνει, καὶ διαχωρέει κατὰ <lb/>λόγον τῶν ἐσιόντων,
                        καὶ τὸ σῶμα πλεῖστον χρόνον ἀναδέχεται. Τὰ <lb/>λιπαρὰ καὶ τὰ πίονα, καὶ τὰ
                        τυρώδεα καὶ μελιτώδεα, καὶ τὰ σησαμόεντα <lb/>ὀξυρεγμίην μάλιστα παρέχει καὶ
                        χολέρην καὶ στρόφον καὶ <lb/>φῦσαν καὶ πλησμονήν· ποιέει δὲ τοῦτο αὐτὸ καὶ
                        ὅταν πλείω τις <lb/>φάγῃ ἢ πίῃ ἢ ὅσα οἵη τε πέψαι ἡ κοιλίη. Τοῖσιν
                        ἀσθενέουσιν ἢν μὲν <lb/>κατὰ λόγον τῆς νούσου καὶ τοῦ σώματος διδῷς ἃ ἂν
                        διδῷς, ὑπαναλίσκει <lb/>ταῦτα τὸ σῶμα, καὶ οὔτε ἐνδεές ἐστιν οὔτε πλῆρες· ἢν
                        δὲ ἁμαρτάνῃς <lb/>τοῦ καιροῦ ἢ ἐπὶ τὰ ἢ ἐπὶ τὰ, βλάβος ἐπ’ ἀμφότερα. Ὅσα
                        <lb/>τῶν σιτίων ἢ τῶν ὄψων ἢ τῶν ποτῶν τὸ σῶμα ἀναδέχεται μάλιστα, <lb/>ἀπὸ
                        τουτέων οὔτε στρόφος γίνεται οὔτε φῦσα οὔτε ὀξυρεγμίη· ὅταν <lb/>γὰρ ἐς τὴν
                        κοιλίην ἐσέλθῃ, ἀπ’ αὐτοῦ σπᾷ τὸ σῶμα τὸ αὐτῷ ἐπιτήδειον, <lb/>καὶ
                        ἀσθενέστερον ἤδη τὸ λοιπὸν ἀνάγκη εἶναι, ὥστε στρόφον <lb/>ἢ φῦσαν ἢ ἄλλο τι
                        τῶν τοιούτων ἐν τῇ κοιλίῃ μὴ ποιῆσαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="48"><p>48. Τῶν οἴνων καὶ οἱ γλυκέες καὶ οἱ αὐστηροὶ καὶ οἱ μελιχροὶ <lb/>παλαιοὶ τὴν
                        κοιλίην ὑπάγουσι μάλιστα καὶ διουρέονται καὶ <lb/>τρέφουσι, καὶ οὔτε φῦσαν
                        παρέχουσιν οὔτε στρόφον οὔτε πλησμονήν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="49"><p>49. Κρεῶν τὰ δίεφθα καὶ τὰ ἔξοπτα ἀσθενέα μὲν πρὸς τὴν ἰσχὺν <lb/>ἀμφότερα,
                        ἐς δὲ τὴν διαχώρησιν τὰ μὲν δίεφθα ἐπιτήδεια, τὰ δὲ <lb/>ὀπτὰ στασιμώτερα·
                        τὰ δὲ μετρίως ἔχοντα καὶ ἑψήσιος καὶ ὀπτήσιος <lb/>μετρίως καὶ ἐς τὴν ἰσχὺν
                        ἔχει καὶ ἐς τὴν διαχώρησιν, τὰ δὲ <lb/>ἐνωμότερα πρὸς μὲν τὴν ἰσχὺν
                        ἐπιτήδεια, πρὸς δὲ τὴν διαχώρησιν <lb/>οὔ. </p></div><pb n="260"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="50"><p>50. Τῶν σιτίων καὶ τῶν ποτῶν ἃ προσφορώτατα τῷ σώματι καὶ <lb/>μάλιστα
                        αὐτάρκεα καὶ ἐς τροφὴν καὶ ἐς ὑγιείην, ἀπὸ τούτων αὐτῶν, <lb/>ὅταν τις
                        αὐτοῖσι μὴ ἐν τῷ καιρῷ χρῆται ἢ πλέοσι τοῦ καιροῦ, αἵ τε <lb/>νοῦσοι καὶ ἐκ
                        τῶν νούσων οἱ θάνατοι γίνονται· τὰ δ’ ἄλλα σιτία καὶ <lb/>ποτὰ ὅσα μὴ
                        τοιαύτην δύναμιν ἔχει, σμικρὸν μέν τι ὠφελέει, ἤν τις <lb/>καὶ πάντα
                        αὐτοῖσιν ἐν καιρῷ χρέηται, σμικρὰ δὲ καὶ βλάπτει, ἐπ’ <lb/>ἀμφότερα δέ ἐστιν
                        ἀσθενέα, ὥστε ἀγαθόν τι ποιῆσαι καὶ ὥστε κακόν· <lb/>ἔστι δὲ τῶν σιτίων καὶ
                        τῶν ποτῶν ἃ τὴν δύναμιν ἔχει ταύτην, τάδε, <lb/>ἄρτος, μᾶζα, κρέα, ἰχθύες,
                        οἶνος, τούτων μέντοι τὰ μὲν μᾶλλον, τὰ δὲ <lb/>ἧσσον. </p></div></div></body></text></TEI>