<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg025.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Τεινεσμὸς ὅταν λάβῃ, διαχωρέει αἷμα μέλαν καὶ μύξα, καὶ <lb/>πόνος ἐν τῇ
                        κάτω κοιλίῃ γίνεται, καὶ μάλιστα ὅταν ἐς ἄφοδον ἵζῃ· <lb/>τούτου ξυμφέρει
                        τὴν κοιλίην διυγραίνειν καὶ λιπαίνειν καὶ ἀλεαίνειν, <lb/>καὶ ὑπάγειν τὰ
                        ἐνεόντα, καὶ λούειν θερμῷ, πλὴν τῆς κεφαλῆς. Φιλέει <lb/>δὲ ἡ νοῦσος αὕτη τὰ
                        σιτία πλείω τελέειν· οἱ γὰρ στρόφοι κενουμένης <lb/>τῆς κοιλίης ὑπὸ τοῦ
                        αἵματος διεξιόντος καὶ τῆς μύξης καὶ προσπιπτόντων <lb/>πρὸς τὸ ἔντερον
                        γίνονται· ἐνόντων δὲ τῶν σιτίων, ἧσσον δῆξιν <lb/>παρέχει τῷ ἐντέρῳ. Καὶ
                        γίνεται μὲν ἀπὸ τῶν αὐτῶν, ὧν καὶ ἡ δυσεντερίη, <lb/>ἀσθενεστέρη δὲ καὶ
                        ὀλιγοχρονίη, καὶ οὐ θανατώδης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Ὅταν δὲ ἐξ οἴνου ἢ εὐωχίης χολέρη λάβῃ ἢ διάῤῥοια, τῇ <lb/>μὲν διαῤῥοίῃ
                        ξυμφέρει διανηστεύειν, καὶ ἢν δίψος ἔχῃ, οἶνον διδόναι <lb/>γλυκὺν, ἢ
                        στέμφυλα γλυκέα, ἐς ἑσπέρην δὲ διδόναι ταῦτα, ἃ καὶ <lb/>τοῖσιν ὑπὸ φαρμάκου
                        κεκαθαρμένοισιν· ἢν δὲ μὴ παύηται, ἐθέλῃς δὲ <lb/>παῦσαι, ἔμετον ἀπὸ σιτίου
                        ἢ φακίου ποιῆσαι· καὶ παραχρῆμα ἀνέσπασται <lb/>ἄνω ἡ κάτω ἄφοδος· καὶ ἢν
                        διακλύσῃς χυλῷ φακῶν ἢ ἐρεβίνθων, <lb/>καὶ οὕτω πεπαύσεται. Τῇ δὲ χολέρῃ
                        ξυμφέρει, ἢν μὲν ὀδύνη <lb/>ἔχῃ, διδόναι ἃ γέγραπται ἐν τοῖσι φαρμάκοισι
                        παύοντα τὴν ὀδύνην, <lb/>τὴν δὲ κοιλίην θεραπεύειν τήν τε ἄνω καὶ τὴν κάτω,
                        διυγραίνοντα <lb/>πόμασι, καὶ μαλάσσοντα τὸ σῶμα λουτροῖσι θερμοῖσι, πλὴν
                        τῆς κεφαλῆς· <lb/>καὶ ὅ τε ἔμετος οὕτως εὐπετέστερος γίνεται, ἢν ἐσίῃ τι
                        ὑγρὸν, <lb/>καὶ τὰ προσεστηκότα ἄνω ἀπεμέεται, καὶ ἡ κάτω ὑποχώρησις μᾶλλον
                        <lb/>διαχωρέει· ἢν δὲ κενὸς ᾖ, ἐμέεται βιαίως, καὶ ὑποχωρέει βιαιότερον·
                        <lb/>ἐς ἑσπέρην δὲ διδόναι καὶ τούτῳ, ὅσαπερ τῷ φαρμακοποτέοντι. <pb n="240"/> Γίνεται δὲ ταῦτα τὰ ἀλγήματα, ὅσα ἐκ ποσίων γίνεται ἢ ἐξ <lb/>εὐωχίης,
                        ὅταν τὰ σιτία καὶ τὰ ποτὰ πλέω τοῦ εἰωθότος ἐς τὴν κοιλίην <lb/>ἐσέλθῃ, καὶ
                        τὰ ἔξωθεν εἰωθότα ὑπερθερμαίνειν τὸ σῶμα κινέῃ χολὴν <lb/>καὶ φλέγμα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Στραγγουρίης τρόποι μὲν πολλοὶ καὶ παντοῖοι· ξυμφέρει δὲ <lb/>ἔξωθεν μὲν
                        τὸ σῶμα μαλάσσειν λουτροῖσι θερμοῖσιν, ἔσωθεν δὲ διυγραίνειν <lb/>τὴν μὲν
                        κοιλίην σιτίοισιν ὑφ’ ὧν εὔροος ἔσται, τὴν δὲ κύστιν <lb/>ποτοῖσιν ὑφ’ ὧν τὸ
                        οὖρον ὡς πλεῖστον διαχεῖται· διδόναι δὲ καὶ τῶν <lb/>διουρητικῶν φαρμάκων, ἃ
                        γέγραπται ἐν τῇ φαρμακίτιδι παύοντα τῆς <lb/>ὀδύνης. Ἡ δὲ νοῦσος ὑπὸ τοῦ
                        φλέγματος γίνεται· καὶ ὅταν μὲν ἡ <lb/>κύστις ξηρανθῇ, ἢ ψυχθῇ, ἢ κενωθῇ,
                        ὀδύνην παρέχει· ὅταν δὲ ὑγρή <lb/>τε καὶ πλήρης ᾖ καὶ κεχυμένη, ἧσσον· ἡ δὲ
                        νοῦσος τοῖσι μὲν παλαιοτέροισι <lb/>μακροτέρη γίνεται, τοῖσι δὲ νεωτέροισι
                        βραχυτέρη, θανατώδης <lb/>δὲ οὐδετέροισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Ἰσχιὰς δὲ ὅταν γένηται, ὀδύνη λαμβάνει ἐς τὴν πρόσφυσιν <lb/>τοῦ ἰσχίου
                        καὶ ἐς ἄκρον τὸ πυγαῖον καὶ ἐς τὸν γλουτόν· τέλος δὲ καὶ <lb/>διὰ παντὸς τοῦ
                        σκέλεος πλανᾶται ἡ ὀδύνη. Τούτῳ ξυμφέρει, ὅταν ἡ <lb/>ὀδύνη ἔχῃ, μαλάσσειν
                        καθ’ ὁκοῖον ἂν τυγχάνῃ τοῦ σκέλεος στηρίζουσα <lb/>ἡ ὀδύνη, ἐν λουτροῖσι καὶ
                        χλιάσμασι καὶ πυρίῃσι, καὶ τὴν <lb/>κοιλίην ὑπάγειν· ὅταν δὲ λωφήσῃ ἡ ὀδύνη,
                        φάρμακον δοῦναι κάτω· <lb/>καὶ μετὰ ταῦτα πιεῖν γάλα ὄνου ἑφθόν· διδόναι δὲ
                        τῆς ὀδύνης ἃ <lb/>γέγραπται παρὰ τοῖσι φαρμάκοισιν. Ἡ δὲ νοῦσος γίνεται,
                        ἐπειδὰν <lb/>χολὴ καὶ φλέγμα ἐς τὴν αἱμόῤῥοον φλέβα καταστηρίξῃ, ἢ ἐξ ἑτέρης
                        <lb/>νούσου, ἢ ἄλλως, ὁκόσον ἂν τοῦ αἵματος ὑπὸ φλέγματος καὶ χολῆς
                        <lb/>νοσήσῃ ξυνεστηκός· τοῦτο γὰρ πλανᾶται ἀνὰ τὸ σκέλος διὰ τῆς <pb n="242"/> φλεβὸς τῆς αἱμοῤῥόου καὶ ὅκου ἂν στῇ, ἡ ὀδύνη κατὰ τοῦτο ἔνδηλος
                        <lb/>μάλιστα γίνεται, ἡ δὲ νοῦσος μακρὴ γίνεται καὶ ἐπίπονος, θανατώδης
                        <lb/>δὲ οὔ· ἢν δὲ ἐς ἕν τι χωρίον καταστηρίξῃ ἡ ὀδύνη καὶ στῇ, <lb/>καὶ
                        τοῖσι φαρμάκοισι μὴ ἐξελαύνηται, καῦσαι καθ’ ὁκοῖον ἂν τόπον <lb/>τυγχάνῃ
                        ἐοῦσα ἡ ὀδύνη, καίειν δὲ τῷ ὠμολίνῳ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Ἀρθρῖτις νοῦσος ὅταν ἔχῃ, λαμβάνει πῦρ, καὶ ὀδύνη τὰ ἄρθρα <lb/>τοῦ
                        σώματος λαμβάνει ὀξείη, καὶ ἐς ἄλλο τε καὶ ἄλλο τῶν ἄρθρων <lb/>ὀξύτεραί τε
                        καὶ μαλακώτεραι καταστηρίζουσιν αἱ ὀδύναι. Τούτῳ <lb/>ξυμφέρει προσφέρειν, ᾗ
                        ἂν ἡ ὀδύνη ἔχῃ, ψύγματα, καὶ ἐκ τῆς κοιλίης <lb/>ὑπάγειν τὰ ἐνεόντα
                        κλύσμασιν ἢ βαλάνῳ, καὶ ῥοφᾶν διδόναι καὶ <lb/>πιεῖν ὅ τι ἂν δοκέῃ σοι
                        ξυνοῖσον· ὅταν δὲ ἡ ὀδύνη ἀνῇ, φάρμακον <lb/>κάτω πίσαι, καὶ μετὰ τοῦτο
                        πίνειν ὀῤῥὸν ἑφθὸν ἢ ὄνου γάλα. Ἡ δὲ <lb/>νοῦσος γίνεται ὑπὸ χολῆς καὶ
                        φλέγματος, ὅταν κινηθέντα ἐς τὰ ἄρθρα <lb/>καταστηρίξῃ· καὶ ὀλιγοχρονίη μὲν
                        γίνεται καὶ ὀξείη, θανατώδης δὲ <lb/>οὔ· νεωτέροισι δὲ εἴωθε μᾶλλον ἢ
                        γεραιτέροισι γίνεσθαι. </p></div></div></body></text></TEI>