<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg025.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Εἰλεὸς ὅταν λάβῃ, ἡ γαστὴρ σκληρὴ γίνεται, καὶ διαχωρέει <lb/>οὐδέν· καὶ
                        ὀδύνη κατὰ πᾶσαν τὴν κοιλίην ἔχει, καὶ πυρετὸς, καὶ <lb/>δίψα· ἐνίοτε δὲ ὑπὸ
                        πόνου καὶ ἐμέει χολήν. Τοῦτον χρὴ διυγραίνειν <pb n="232"/> καὶ ἔσωθεν καὶ
                        ἔξωθεν, καὶ λούειν πολλῳ καὶ θερμῷ, καὶ πίνειν <lb/>ὅσα τήν τε κοιλίην
                        κινέει καὶ τὸ οὖρον ὑπάγει, καὶ ὑποκλύζειν ἢν <lb/>δέχηται· ἢν δὲ μὴ δέχηται
                        τὸ κλύσμα, αὐλίσκον προσδήσας πρὸς <lb/>ποδεῶνα ἀσκίου, φυσήσας, ἐνιέναι τὴν
                        φῦσαν πολλήν· καὶ ἐπειδὰν <lb/>ἀρθῇ τὸ ἔντερον ὑπὸ τῆς φύσης καὶ ἡ γαστὴρ,
                        ἐξελὼν τὸν αὐλίσκον, <lb/>ἐνιέναι παραχρῆμα κλύσμα· καὶ ἢν δέξηται,
                        ὑποχωρήσει καὶ ὑγιὴς <lb/>ἔσται· ἢν δὲ μηδ’ οὕτω δέξηται τὸ κλύσμα,
                        ἀποθνήσκει μάλιστα <lb/>ἑβδομαῖος. Ἡ δὲ τοιαύτη νοῦσος γίνεται, ὅταν τῆς
                        κόπρου ξυγκαυθῇ <lb/>ἀθρόον ἐν τῷ ἐντέρῳ· περὶ τοῦτο περιίσταται φλέγμα, καὶ
                        τὸ <lb/>ἔντερον, ἅτε τούτων ἀθρόων ἐνεσκληκότων, περιοιδέει· καὶ οὔτε τῶν
                        <lb/>ἄνωθεν πινομένων φαρμάκων δέχεται, ἀλλὰ ἀνεμέει, οὔτε τῶν κάτωθεν
                        <lb/>προσφερομένων κλυσμάτων δέχεται· ἔστι δὲ τὸ νούσημα ὀξὺ καὶ
                        <lb/>ἐπικίνδυνον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Ὕδερος δὲ γίνεται τὰ μὲν πλεῖστα, ὅταν τις ἐκ νούσου μακρῆς
                        <lb/>ἀκάθαρτος διαφέρηται πολὺν χρόνον· φθείρονται γὰρ αἱ σάρκες, <lb/>καὶ
                        τήκονται, καὶ γίνονται ὕδωρ· γίνεται δὲ ὕδρωψ καὶ ἀπὸ τοῦ <lb/>σπληνὸς, ὅταν
                        νοσήσῃ, καὶ ἀπὸ τοῦ ἥπατος, καὶ ἀπὸ λευκοῦ φλέγματος, <lb/>καὶ ἀπὸ
                        δυσεντερίης καὶ λειεντερίης. Καὶ ἢν μὲν ἐξ ἀκαθαρσίης <lb/>γένηται ὕδρωψ, ἡ
                        μὲν γαστὴρ ὕδατος πίμπλαται, οἱ δὲ πόδες καὶ αἱ <lb/>κνῆμαι ἐπαίρονται, οἱ
                        δὲ ὦμοι καὶ αἱ κληβδες καὶ τὰ στήθεα καὶ οἱ <lb/>μηροὶ τήκονται. Τοῦτον ἢν
                        ἀρχόμενον λάβῃς πρὸ τοῦ ὑπέρυδρον γενέσθαι, <lb/>φάρμακα πιπίσκειν κάτω, ὑφ’
                        ὧν ὕδωρ ἢ φλέγμα καθαίρεται, <lb/>χολὴν δὲ μὴ κινέειν, σιτίοισι δὲ καὶ
                        ποτοῖσι καὶ πόνοισι καὶ περιπάτοισι <lb/>διαιτᾷν, ὑφ’ ὧν ἰσχνὸς καὶ ξηρὸς
                        ἔσται, καὶ αἱ σάρκες ὡς ἰσχυρόταται· <lb/>ἡ δὲ νοῦσος θανατώδης, ἄλλως τε
                        καὶ ἢν φθῇ ἡ γαστὴρ <pb n="234"/> μεστωθεῖσα ὕδατος. Ὅταν δὲ ἀπὸ σπληνὸς, ἢ
                        ἥπατος, ἢ λευκοῦ <lb/>φλέγματος, ἢ δυσεντερίης ἐς ὕδρωπα μεταστῇ, θεραπεύειν
                        μὲν τοῖσιν <lb/>αὐτοῖσι ξυμφέρει· διαφεύγουσι δὲ οὐ μάλα· τῶν γὰρ νουσημάτων
                        ὅ <lb/>τι ἂν ἕτερον ἐφ’ ἑτέρῳ γένηται, ὡς τὰ πολλὰ ἀποκτείνει· ὅταν γὰρ
                        <lb/>ἀσθενεῖ τῷ σώματι ὄντι ὑπὸ τῆς παρούσης νούσου ἑτέρην νοῦσος
                        ἐπιγένηται, <lb/>προαπόλλυται ὑπὸ ἀσθενείης, πρὶν ἢ τὴν ἑτέρην νοῦσον τὴν
                        <lb/>ὑστέρην γενομένην τελευτῆσαι. Τὸ δὲ ὕδωρ γίνεται οὕτως· ἐπειδὰν <lb/>αἱ
                        σάρκες ὑπὸ φλέγματος καὶ χρόνου καὶ νούσου καὶ ἀκαθαρσίης <lb/>καὶ
                        κακοθεραπείης καὶ πυρετῶν διαφθαρῶσι, τήκονται καὶ γίνονται <lb/>ὕδωρ· καὶ ἡ
                        μὲν κοιλίη οὐ διαδιδοῖ τὸ ὕδωρ ἐς ἑωυτὴν, κύκλῳ δὲ <lb/>περὶ αὐτὴν γίνεται.
                        Ἢν μὲν οὖν ὑπὸ τῶν φαρμάκων καὶ τῆς ἄλλης <lb/>διαίτης ὠφελέηται, καὶ ἡ
                        γαστὴρ λαπάσσεται αὐτοῦ· ἢν δὲ μὴ, ταμὼν <lb/>ἀφεῖναι τοῦ ὕδατος· τάμνεται
                        δὲ ἢ παρὰ τὸν ὀμφαλὸν, ἢ ὄπισθεν <lb/>κατὰ τὴν λαγόνα· διαφεύγουσι δὲ καὶ
                        ἐντεῦθεν ὀλίγοι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Δυσεντερίη ὅταν ἔχῃ, ὀδύνη ἔχει κατὰ πᾶσαν τὴν κοιλίην, <lb/>καὶ στρόφος,
                        καὶ διαχωρέει χολήν τε καὶ φλέγμα, καὶ αἷμα ξυγκεκαυμένον. <lb/>Τούτου
                        καθήρας τὴν κεφαλὴν, φάρμακον πῖσαι ἄνω, ὅ <lb/>τι φλέγμα καθαίρει, καὶ τὴν
                        κοιλίην γάλακτι ἑφθῷ διανίψας, τὸ ἄλλο <lb/>σῶμα θεραπεύειν· καὶ ἢν μὲν
                        ἄπυρος ᾖ, τὴν μὲν κοιλίην λιπαροῖσι <lb/>καὶ πίοσι καὶ γλυκέσι καὶ ὑγροῖσιν
                        ὑπάγειν αἰεὶ τὰ ἐνεόντα, καὶ λούειν <lb/>πολλῷ καὶ θερμῷ τὰ κάτω τοῦ
                        ὀμφαλοῦ, ἢν ὀδύνη ἔχῃ· τὰ δὲ πόματα <lb/>καὶ τὰ ῥοφήματα καὶ τὰ σιτία
                        προσφέρειν κατὰ τὰ γεγραμμένα ἐν <lb/>τῇ φαρμακίτιδι. Ἡ δὲ νοῦσος γίνεται,
                        ἐπειδὰν χολὴ καὶ φλέγμα καταστηρίξῃ <lb/>ἐς τὰς φλέβας καὶ τὴν κοιλίην·
                        νοσέει μὲν τὸ αἷμα καὶ <lb/>διαχωρέει ἐφθαρμένον, νοσέει δὲ καὶ τὸ ἔντερον
                        καὶ ξύεται καὶ ἑλκοῦται. <lb/>Γίνεται δὲ αὕτη ἡ νοῦσος καὶ μακρὴ καὶ
                        πολύπονος καὶ θανατώδης· <lb/>καὶ ἢν μὲν ἔτι τοῦ σώματος ἰσχύοντος
                        θεραπεύηται, ἐλπὶς <pb n="236"/> διαφυγεῖν· ἢν δὲ ἤδη ἐκτετηκότος καὶ τῆς
                        κοιλίης παντάπασιν ἡλκωμένης, <lb/>ζωῆς οὐδεμία ἐλπίς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Λειεντερίη· τὰ σιτία διαχωρέει ἄσηπτα, ὑγρά· ὀδύνη δὲ οὐκ <lb/>ἔνι·
                        λεπτύνεται δὲ τὸ σῶμα· τοῦτον θεραπεύειν τοῖσιν αὐτοῖσιν, οἷσι <lb/>τοὺς ὑπὸ
                        δυσεντερίης ἐχομένους. Ἡ δὲ νοῦσος γίνεται, ὅταν ἐκ τῆς κεφαλῆς <lb/>καὶ τῆς
                        ἄνω κοιλίης κατάῤῥοος γένηται τοῦ φλέγματος ἐς τὴν <lb/>κάτω κοιλίην· ὅταν
                        δὲ τοῦτο ᾖ, τὰ σιτία ὑπ’ αὐτοῦ ψύχεται, καὶ <lb/>ὑγραίνεται, καὶ ἡ ἄφοδος
                        αὐτῶν ἀσήπτων ταχείη γίνεται, καὶ τὸ <lb/>σῶμα τήκεται, ἅμα μὲν οὐ
                        πεσσομένων τῶν σιτίων ἐν τῇ κοιλίῃ χρόνον <lb/>ἱκανὸν, ἅμα δὲ ὑπὸ τῆς
                        κοιλίης θερμῆς ἐούσης παρὰ φύσιν θερμαινομένων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Διάῤῥοια δὲ ἡ μακρὴ ὅταν ἔχῃ, διαχωρέει πρῶτον μὲν τὰ <lb/>ἐσιόντα ὑγρὰ,
                        ἔπειτα φλέγμα· καὶ ἐσθίει μὲν ἐπιεικῶς, ὑπὸ δὲ τῆς <lb/>πολλῆς διαχωρήσιος
                        ἀσθενὴς καὶ λεπτὸς γίνεται. Τοῦτον ἄνω ἀποξηραίνειν <lb/>ἐλλέβορον πιπίσκων
                        καὶ τὴν κεφαλὴν καθαίρων φλέγμα, <lb/>διανίψαι δὲ καὶ τὴν κοιλίην γάλακτι
                        ἑφθῷ, ἔπειτα τἄλλα σιτίοισι <lb/>καὶ ποτοῖσι θεραπεύειν, ὑφ’ ὧν ξηρανεῖται ἥ
                        τε κοιλίη καὶ τὸ σῶμα <lb/>πᾶν· ἡ δὲ νοῦσος ἀπὸ τῶν αὐτῶν γίνεται, ἀφ’ ὧν
                        καὶ ἡ λειεντερίη. <lb/>Αὗται αἱ νοῦσοι, ἥ τε δυσεντερίη καὶ ἡ λειεντερίη καὶ
                        διάῤῥοια, <lb/>παραπλήσιαί εἰσι, καὶ δεῖ αὐτὰς οὕτως ἰῆσθαι· τὸν μὲν
                        κατάῤῥοον ἀπολαμβάνειν <lb/>τὸν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς καὶ τῆς ἄνω κοιλίης, ἢ
                        ἀποτρέπειν· <lb/>τοῦ γὰρ νουσήματος ἡ φύσις ἐντεῦθεν γίνεται, καὶ οὐδεὶς
                        οὐδέν σου <lb/>μέμψεται τὴν διάνοιαν· σχεδὸν δὲ καὶ τἄλλα νουσήματα ὧδε δεῖ
                        σκοπεῖν, <lb/>ὁκόθεν ἑκάστῳ ἡ φύσις γίνεται· καὶ οὕτω σκοπῶν καὶ λαμβάνων
                        <lb/>τὴν ἀρχὴν τῶν νουσημάτων ἥκιστ’ ἂν ἁμαρτάνοις. </p></div></div></body></text></TEI>