<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg025.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Καῦσος δὲ ὅταν ἔχῃ, πυρετὸς ἴσχει καὶ δίψα ἰσχυρή· καὶ ἡ <lb/>γλῶσσα
                        τρηχέη καὶ μέλαινα γίνεται τοῦ πνεύματος ὑπό γε θερμότητος, <lb/>καὶ τὸ
                        χρῶμα ὑπόχολον γίνεται, καὶ τὰ ὑπιόντα χολώδεα, <lb/>καὶ τὰ μὲν ἔξω ψυχρὸς
                        γίνεται, τὰ δ’ ἔσω θερμός. Τούτῳ ξυμφέρει <lb/>ψύγματα προσφέρειν, καὶ πρὸς
                        τὴν κοιλίην, καὶ ἔξωθεν πρὸς τὸ σῶμα, <lb/>φυλασσόμενον μὴ φρίξῃ· καὶ τά τε
                        πόματα καὶ τὰ ῥοφήματα διδόναι <lb/>πυκνὰ καὶ κατ’ ὀλίγον ὡς ψυχρότατα, τὴν
                        δὲ κοιλίην θεραπεύειν, <lb/>κἢν μὲν μὴ ὑποχωρέῃ τὰ ἐνεόντα, κλύσαι· ψύχειν
                        δὲ κλύσμασιν ὡς <lb/>ψυχροτάτοισιν ἢ ὁσημέραι ἢ διὰ τρίτης. Ἡ δὲ νοῦσος αὕτη
                        γίνεται <lb/>ὑπὸ χολῆς, ὅταν κινηθεῖσα ἐντὸς τοῦ σώματος καταστηρίξῃ· φιλέει
                        <lb/>δὲ καὶ ἐς περιπλευμονίην μεθίστασθαι· κρίνεται δὲ ἡ μὲν βραχυτάτη <pb n="220"/> ἐνάτῃ, ἡ δὲ μακροτάτη τεσσαρεσκαιδεκάτῃ· καὶ ἢν μὲν μεταστῇ
                        <lb/>ἐς περιπλευμονίην, ὀλίγοι διαφεύγουσιν· ἢν δὲ μὴ μεταστῇ, διαφεύγουσι
                        <lb/>πολλοί· αὗται μὲν οὖν ὀξεῖαι καλέονται, καὶ δεῖ ταύτας οὕτω
                        <lb/>θεραπεύειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὁκόσοι δὲ ἄλλοι τοῦ χειμῶνος πυρετοὶ γίνονται, εἴτε ἐξ <lb/>οἴνου, εἴτε
                        ἐκ κόπου, εἴτε ἐξ ἄλλου τινὸς, φυλάσσεσθαι χρή· μεθίστανται <lb/>γὰρ ἐνίοτε
                        ἐς τὰς ὀξείας νούσους. Ἡ δὲ μετάστασις αὐτῶν <lb/>τοιαύτη γίνεται· ὅταν, τῶν
                        δύο κεκινημένων τοῦ φλέγματός τε καὶ <lb/>τῆς χολῆς, μὴ τὰ ξυμφέροντα
                        προσφέρηται τῷ σώματι, συστρεφόμενα <lb/>αὐτὰ πρὸς, ἑωυτὰ τό τε φλέγμα καὶ ἡ
                        χολὴ προσπίπτει τοῦ σώματος <lb/>ᾗ ἂν τύχῃ, καὶ γίνεται ἢ πλευρῖτις, ἢ
                        φρενῖτις, ἢ περιπλευμονίη· <lb/>φυλάσσεσθαι οὖν χρὴ τοὺς πυρετοὺς τοὺς ἐν τῷ
                        χειμῶνι· ἡ δὲ <lb/>φυλακὴ ἔστω ἡσυχίη καὶ ἰσχνασίη καὶ τῆς κοιλίης κένωσις·
                        ῥοφήμασι <lb/>δὲ καὶ πόμασι διάγειν, ἕως ἂν ὁ πυρετὸς μειωθῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Τῶν νούσων σχεδόν τι μάλιστα αἱ ὀξεῖαι καὶ ἀποκτείνουσι καὶ
                        <lb/>ἐπιπονώταταί εἰσι, καὶ δεῖ πρὸς αὐτὰς φυλακῆς τε πλείστης καὶ θεραπείης
                        <lb/>ἀκριβεστάτης, καὶ ἀπὸ τοῦ θεραπεύοντος κακὸν μὲν μηδὲν
                        <lb/>προσγίνεσθαι, ἀλλ’ ἀρκέειν τὰ ἀπ’ αὐτῶν τῶν νουσημάτων ὑπάρχοντα,
                        <lb/>ἀγαθὸν δὲ ὅ τι ἂν οἷός τε ᾖ· καὶ ἢν μὲν, ὀρθῶς θεραπεύοντος <lb/>τοῦ
                        ἰητροῦ, ὑπὸ μεγέθεος τῆς νούσου κρατέηται ὁ κάμνων, οὐχὶ τοῦ <lb/>ἰητροῦ
                        αὕτη ἡ ἁμαρτίη ἐστίν· ἢν δὲ, μὴ θεραπεύοντος ὀρθῶς ἢ μὴ <lb/>γινώσκοντος,
                        ὑπὸ τῆς νούσου κρατέηται, τοῦ ἰητροῦ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Τοῦ δὲ θέρεος τάδε γίνεται· πυρετὸς ἴσχει ἰσχυρὸς καὶ δίψα, <lb/>καὶ
                        ἐμέουσιν ἔνιοι χολήν· ἐνίοισι δὲ καὶ κάτω διαχωρέει· τούτοισι <lb/>δὲ πίνειν
                        διδόναι καὶ ῥοφεῖν, ὅ τι ἄν σοι δοκέῃ ἐπιτήδειον εἶναι· ἢν <pb n="222"/> δὲ
                        προσίστηται πρὸς τὴν καρδίην χολὴ ἢ φλέγμα, ἐπιπίνοντες ὕδωρ <lb/>ψυχρὸν ἢ
                        μελίκρητον, ἐμούντων· ἢν δὲ ἡ γαστὴρ μὴ ὑποχωρέῃ, <lb/>κλύσματι χρῆσθαι ἢ
                        βαλάνῳ. Ἡ δὲ νοῦσος γίνεται ὑπὸ χολῆς· ἀπαλλάσσονται <lb/>δὲ μάλιστα
                        ἑβδομαῖοι ἢ ἐναταῖοι. Ἢν δὲ τοῦ πυρετοῦ <lb/>ἔχοντος μὴ καθαίρωνται μήτε
                        κάτω μήτε ἄνω, πόνος δὲ ἐνῇ καθ’ <lb/>ἅπαν τὸ σῶμα, ὅταν ᾖ τριταῖος ἢ
                        τεταρταῖος, φαρμάκῳ ὑποκαθῆραι <lb/>ἐλαφρῷ κάτω, ἢ πόματι· ποιέειν δὲ ῥόφημα
                        ἀπὸ κέγχρου ἢ ἀλήτου, <lb/>καὶ πόμασι τοῖσιν αὐτοῖσι θεραπεύειν· πάσχουσι δὲ
                        καὶ ταῦτα <lb/>ὑπὸ χολῆς. Ἢν δὲ τὰ μὲν ἔξω μὴ πυρώδης ᾖ σφόδρα, τὰ δ’ ἔσω,
                        <lb/>καὶ ἡ γλῶσσα τρηχέη καὶ μέλαινα γίνηται, καὶ οἱ πόδες καὶ αἱ χεῖρες
                        <lb/>ἄκραι ψυχραὶ, τούτῳ φάρμακον μὲν μὴ διδόναι, θεραπεύειν δὲ
                        <lb/>προσφέρων ψύγματα καὶ πρὸς τὴν κοιλίην καὶ πρὸς τὸ ἄλλο σῶμα.
                        <lb/>Καλέεται δὲ καυσώδης ὁ πυρετὸς οὗτος· κρίνεται δὲ μάλιστα δεκαταῖος,
                        <lb/>καὶ ἑνδεκαταῖος, καὶ τεσσαρεσκαιδεκαταῖος. Ἢν δὲ τὸ πῦρ <lb/>λαμβάνῃ
                        καὶ μεθίῃ, τοῦ δὲ σώματος βάρος αὐτὸν ἔχῃ, τοῦτον, ἕως <lb/>μὲν ἂν τὸ πῦρ
                        ἔχῃ, ῥοφήμασι καὶ πόμασι θεραπεύειν· ὅταν δὲ μὴ <lb/>ἔχῃ, διδόναι καὶ σιτία·
                        καθῆραι δὲ ὡς τάχιστα φαρμάκῳ, ἤν τε <lb/>ἄνω δοκέῃ σοι δεῖσθαι, ἤν τε κάτω.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ἢν δὲ πυρετὸς μὲν μὴ ἔχῃ, τὸ δὲ στόμα πικρὸν ἔχῃ, καὶ τὸ <lb/>σῶμα
                        βαρύνηται, καὶ ἀσιτέῃ, φάρμακον διδόναι· πάσχει δὲ ταῦτα <lb/>ὑπὸ χολῆς,
                        ὅταν ἐς τὰς φλέβας καὶ τὰ ἄρθρα καταστηρίξῃ. Ὁκόσαι <lb/>δὲ ἄλλαι ὀδύναι ἐν
                        τῷ θέρει κατὰ τὴν κοιλίην γίνονται, ὁκόσαι μὲν <lb/>πρὸς τὰ ὑποχόνδρια καὶ
                        τὴν καρδίην, μελίκρητον ὑδαρὲς ποιέων, ὅσον <pb n="224"/> τρεῖς κοτύλας,
                        ὄξος παραχέας, δὸς πιεῖν χλιερόν· καὶ ἐπισχὼν ὀλίγον <lb/>χρόνον, καὶ
                        ξυνθαλφθεὶς πυρὶ καὶ ἱματίοισιν, ἐμείτω· ἢν δὲ <lb/>ἀπεμέσαντι αὖθις
                        προσιστῆται καὶ πνίγῃ, αὖθις ἔμετον ποιείσθω· ἢ <lb/>λούσας αὐτὸν πολλῷ καὶ
                        θερμῷ, ὑποκλύσαι, καὶ χλιάσματα προστιθέναι, <lb/>ἐὰν ἡ ὀδύνη ἔχῃ· πάσχουσι
                        δὲ ταῦτα μάλιστα ὑπὸ τοῦ φλέγματος, <lb/>ὅταν κινηθὲν προσπέσῃ πρὸς τὴν
                        καρδίην· δίδοναι δὲ τοῖσι <lb/>τὰ τοιαῦτα ἀλγήματα ἀλγέουσι, καὶ τῶν
                        φαρμάκων ἃ γέγραπται <lb/>τῆς ὀδυνης παύοντα ἐν τῇ φαρμακίτιδι. Ἢν δὲ
                        μεθιστῆται ἡ ὀδύνη <lb/>ἄλλοτε ἄλλῃ τῆς κοιλίης, καὶ ἀπύρετος ᾖ, λούειν
                        πολλῷ καὶ θερμῷ, <lb/>καὶ πίνειν διδόναι τῆς ὀδύνης εἵνεκα, ἃ ἐν τῇ
                        πλευρίτιδι γέγραπται, <lb/>ἢ τῶν ἄλλων ὅ τι ἄν σοι δοκέῃ· ἢν δὲ μὴ
                        ἀπαλλάσσηται τῆς ὀδύνης, <lb/>ὑποκαθῆραι φαρμάκῳ κάτω, σιτίων δὲ ἀπέχεσθαι,
                        ἕως ἂν ἡ ὀδύνη <lb/>ἔχῃ· τὰ δὲ τοιαῦτα ἀλγήματα ὅσα οὕτως πλανᾶται, ὑπὸ
                        χολῆς <lb/>γίνεται. Ὅσαι δὲ κάτωθεν τοῦ ὀμφαλοῦ ὀδύναι γίνονται, ὑποκλύσαι
                        <lb/>μαλακῷ κλύσματι· ἢν δὲ μὴ παύηται, φάρμακον δοῦναι <lb/>κάτω. </p></div></div></body></text></TEI>