<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg024b.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Ἀναβήσομαι δ’ αὖθις ὀπίσω οὗ εἵνεκά μοι λόγου τάδε ἀμφὶ <lb/>τῶνδε
                        εἴρηται. Φημὶ γὰρ τὰ ἐν τῇ γῇ φυόμενα πάντα ζῇν ἀπὸ τῆς <lb/>γῆς τῆς
                        ἰκμάδος, καὶ ὅκως ἂν ἡ γῆ ἔχῃ ἱκμάδος ἐν ἑωυτῇ, οὕτω <lb/>καὶ τὰ φυόμενα
                        ἔχειν· οὕτω καὶ τὸ παιδίον ζῇ ἀπὸ τῆς μητρὸς ἐν <lb/>τῇσι μήτρῃσι, καὶ ὅκως
                        ἂν ἡ μήτηρ ὑγιείης ἔχῃ, οὕτω καὶ τὸ παιδίον <lb/>ἔχει. Ἢν δέ τις βούληται
                        ἐννοεῖν τὰ ῥηθέντα ἀμφὶ τούτων ἐξ <lb/>ἀρχῆς ἐς τέλος, εὑρήσει τὴν φύσιν
                        πᾶσαν παραπλησίην ἐοῦσαν τῶν <lb/>τε ἐκ τῆς γῆς φυομένων καὶ τῶν ἐξ
                        ἀνθρώπων. Καὶ ταῦτά μοι ἐς <lb/>τοῦτο εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Τὸ δὲ παιδίον ἐν τῇσι μήτρῃσιν ἐὸν τὼ χέρε ἔχει πρὸς τῇσι <lb/>γένυσι καὶ
                        τὴν κεφαλὴν πλησίον τοῖν ποδοῖν· καὶ οὐκ ἔστιν ἀτρεκείη <lb/>κρῖναι, οὐδ’ ἂν
                        ἴδῃς ἐν τῇσι μήτρῃσι τὸ παιδίον, πότερον τὴν <pb n="530"/> κεφαλὴν ἄνω ἔχει
                        ἢ κάτω· ἐκ δὲ τοῦ ὀμφαλοῦ τεταμένοι εἰσὶν οἱ <lb/>ὑμένες, ἀντέχοντες αὐτό.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Νῦν δὲ ἐρῶ τὴν διάγνωσιν, ἣν ἔφην ἀποφανέειν ὀλίγῳ πρότερον, <lb/>ὡς
                        ἀνυστὸν ἀνθρωπίνῃ γνώμῃ ἐμφανέα ἐοῦσαν παντὶ τῷ θέλοντι <lb/>εἰδέναι τούτου
                        πέρι, ὅτι ἥ τε γονὴ ἐν ὑμένι ἐστὶ, καὶ κατὰ <lb/>μέσον αὐτῆς ὁ ὀμφαλός ἐστι,
                        κἀκείνη πρῶτον τὴν πνοὴν ἕλκει ἐς <lb/>ἑωυτὴν καὶ μεθίησιν ἔξω, καὶ ἐκ τοῦ
                        ὀμφαλοῦ ὑμένες εἰσί· καὶ τὴν <lb/>ἄλλην φύσιν τοῦ παιδίου, ἣν εἴρηκα, ὧδε
                        ἔχουσαν εὑρήσεις πᾶσαν <lb/>μέχρις ἐς τέλος, ὅκως μοι ἐν τοῖσι λόγοισιν
                        ἀποπέφανται, εἰ βούλεταί <lb/>τις τοῖσιν ἱστορίοισιν, ὁκόσοισι μέλλω λέγειν,
                        χρῆσθαι. Εἰ γάρ <lb/>τις ἐθέλει ὠὰ εἴκοσιν ἢ πλείονα, ὅκως ἐκλεπίσηται,
                        ὑποθεῖναι <lb/>ἀλεκτορίσιν εἴτε δυσὶν εἴτε πλείοσι, καὶ ἑκάστης ἡμέρης ἀπὸ
                        τῆς <lb/>δευτέρης ἀρξάμενος μέχρι τῆς ὑστάτης ᾗ ἐκλέψει τὸ ὠὸν, ὑφαιρέων,
                        <lb/>καταγνύων, σκοπῶν εὑρήσει ἔχοντα πάντα κατὰ τὸν ἐμὸν λόγον, ὡς <lb/>χρὴ
                        ὄρνιθος φύσιν ξυμβάλλειν ἀνθρώπου φύσει. Ὅτι γὰρ ὑμένες <lb/>εἰσὶν ἐκ τοῦ
                        ὀμφαλοῦ τεταμένοι, καὶ τἄλλα ὁκόσα εἴρηται περὶ <lb/>τοῦ παιδίου, οὕτως
                        ἔχοντα ἐν τῷ ὠῷ τῷ ὀρνιθείῳ εὑρήσεις ἐξ ἀρχῆς ἐς <lb/>τέλος· καίτοι ἤν τις
                        μηδέπω εἶδε, θαυμάσει ἐν ὀρνιθείῳ ὠῷ ἐνεόντα <lb/>ὀμφαλόν. Ἔχει δὲ ὧδε τάδε,
                        καὶ ταῦτα δέ μοι ὧδε εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Ὁκόταν δὲ τῇ γυναικὶ ὁ τόκος παραγένηται, ξυμβαίνει τότε <lb/>τῷ παιδίῳ
                        κινεομένῳ καὶ ἀσκαρίζοντι χερσί τε καὶ ποσὶ ῥῆξαί τινα <lb/>τῶν ὑμένων τῶν
                        ἔνδον· ῥαγέντος δὲ ἑνὸς, ἤδη καὶ οἱ ἄλλοι ἀκιδνοτέρην <lb/>δύναμιν ἔχουσι·
                        καὶ ῥήγνυνται πρῶτον μὲν οἱ κείνου ἐχόμενοι· <lb/>ἔπειτα ὁ ὕστατος. Ὁκόταν
                        δὲ ῥαγῶσιν οἱ ὑμένες, τότε λύεται <pb n="532"/> τοῦ δεσμοῦ τὸ ἔμβρυον, καὶ
                        χωρέει ἔξω κλονηθέν· οὐ γὰρ ἔτι ἔχει <lb/>σθένος τῶν ὑμένων προδόντων, καὶ
                        τούτων ἀπενεχθέντων οὐδὲ αἱ <lb/>μῆτραι δύνανται ἔτι τὸ παιδίον ἴσχειν·
                        προσλαμβάνονται γὰρ οἱ <lb/>ὑμένες καὶ τῶν μητρέων, ὁκόταν ἀμφὶ τὸ παιδίον
                        ἑλίσσωνται, οὐ <lb/>πολλῇ δυνάμει. Ὁκόταν δὲ χωρέῃ τὸ παιδίον, βιῆται καὶ
                        εὐρύνει <lb/>τὰς μήτρας ἐν τῇ διεξόδῳ, ἅτε ἁπαλὰς ἐούσας· χωρέει δὲ ἐπὶ
                        κεφαλὴν, <lb/>ἢν κατὰ φύσιν ἴῃ· βαρύτατα γάρ ἐστιν αὐτῷ τὰ ἄνω ἐκ τοῦ
                        <lb/>ὀμφαλοῦ σταθμεόμενα. Ἐν δὲ τῇσι μήτρῃσιν ἐὸν ἐγκρατὲς μᾶλλον
                        <lb/>γίνεται ἐς τῶν ὑμένων τὴν κατάῤῥηξιν ἅμα δεκάτῳ μηνὶ, ὅτε ὁ τόκος
                        <lb/>τῇ μητρὶ παραγίνεται. Ἢν δὲ βίαιον πάθημα πάθῃ τὸ παιδίον, <lb/>καὶ
                        πρόσθεν τοῦ ὡρισμένου χρόνου ῥαγέντων τῶν ὑμένων ἐξέρχεται· <lb/>καὶ ἢν ἡ
                        τροφὴ πρόσθεν λήξῃ ἀπὸ τῆς μητρὸς τῷ παιδίῳ, καὶ οὕτω <lb/>πρόσθεν ὁ τόκος
                        τῇ μητρὶ παραγίνεται, καὶ θᾶσσον δέκα μηνῶν <lb/>ἐξέρχεται. Ἀλλ’ ὅσαι δὴ
                        ἔδοξαν πλείονα χρόνον δέκα μηνῶν ἔχειν, <lb/>ἤδη γὰρ τοῦτο πολλάκις ἤκουσα,
                        κεῖναι διεβλήθησαν τρόπῳ τοιῷδε <lb/>ᾧ μέλλω ἐρέειν· ὁκόταν αἱ μῆτραι πνεῦμα
                        λάβωσιν ἐς σφᾶς αὐτὰς <lb/>ἀπὸ τῆς κοιλίης φῦσαν παρεχούσης καὶ ἐξαρθῶσι,
                        γίνεται γὰρ τοῦτο, <lb/>δοκέουσι δὴ αἱ γυναῖκες πρὸς σφέας ἔχειν τότε· καὶ
                        ἢν καταμήνια <lb/>μὴ χωρέοντα ξυστραφῇ ἐν τῇσι μήτρῃσι καὶ ἔῃ χρονιώτερα,
                        ἀεὶ <lb/>διαῤῥεῖ ἐς τὰς μήτρας, ἔστι μὲν ὅτε ξὺν τῷ ἀπὸ τῆς κοιλίης
                        πνεύματι, <lb/>ἔστι δ’ ὅτε καὶ θερμαινόμενα, καὶ δὴ καὶ τότε ἐν γαστρὶ
                        δοκέουσιν <pb n="534"/> ἔχειν αἱ γυναῖκες, ἅτε τῶν καταμηνίων μὴ χωρεόντων
                        καὶ <lb/>τῶν μητρέων ᾐρμένων· εἶτα ἔστιν ὅτε τὰ καταμήνια ἐῤῥάγη αὐτόματα,
                        <lb/>ἢ ἑτέρων ἐπικατελθόντων ἀπὸ τοῦ σώματος ἐς τὰς μήτρας <lb/>καὶ
                        κατενεγκάντων τὰ πρότερα, καὶ ἡ φῦσα ἐξῆλθε, καὶ πολλῇσιν <lb/>ἤδη εὐθὺς
                        μετὰ τὴν τῶν καταμηνίων κάθαρσιν αἱ μῆτραι ἔχανον <lb/>καὶ κατὰ τὸ αἰδοῖον
                        ἐστράφησαν, καὶ τηνικαῦτα μιχθεῖσαι ἀνδράσιν <lb/>ἔλαβον πρὸς σφᾶς τὸν γόνον
                        αὐθήμερον ἢ ἅμα ὀλίγῃσιν ἡμέρῃσιν. <lb/>Λογίζονται δὲ αἱ γυναῖκες αἱ ἄπειροι
                        τούτων τῶν λόγων καὶ τῶν <lb/>πρηγμάτων κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἐν γαστρὶ
                        ἔχειν, ὅτε τὰ καταμήνια <lb/>οὐκ ἐχώρεεν αὐτῇσι καὶ αἱ μῆτραι ᾐρμέναι
                        ἐτύγχανον. Ὅτι <lb/>δὲ οὐκ ἐστὶ χρονιώτερον δέκα μηνῶν ἐν γαστρὶ ἔχειν, ἐγὼ
                        φράσω· <lb/>ἡ τροφὴ καὶ ἡ αὔξησις ἡ ἀπὸ τῆς μητρὸς κατιοῦσα οὐκ ἔτι ἄρκεῦσα
                        <lb/>τῷ παιδίῳ ἐστὶν, ὁκόταν οἱ δέκα μῆνες παρέλθωσι καὶ τὸ ἔμβρυον
                        <lb/>αὐξηθῇ· ἕλκει γὰρ ἀπὸ τοῦ αἵματος ἐς ἑωυτὸ τὸ γλυκύτατον, <lb/>ἅμα δὲ
                        καὶ ἀπὸ τοῦ γάλακτος ἐπαυρίσκεται ὀλίγον· ὁκόταν δ’ αὐτῷ <lb/>σπανιώτερα
                        ταῦτα γίνηται καὶ ἁδρὸν ἔῃ τὸ παιδίον, ποθέον πλείονα <lb/>τῆς ὑπαρχούσης
                        τροφῆς, ἀσκαρίζει καὶ τοὺς ὑμένας ῥήγνυσι. Καὶ <lb/>μᾶλλον τοῦτο πάσχουσιν
                        αἱ τῶν γυναικῶν πρωτοτόκοι· ἐπιλείπει <lb/>γὰρ τοῖσι παιδίοισιν ἡ τροφὴ ἐς
                        τὸ ἀρκέσαι ἄχρι τῶν δέκα μηνῶν. <lb/>Ἐπιλείπει δὲ διὰ τρόπον τοιόνδε· εἰσὶ
                        τῶν γυναικῶν, αἳ μὲν ἀρκέοντα <lb/>τὰ καταμήνια ἀποκαθαίρονται, αἳ δὲ
                        ἐλάσσονα· τοῦτο δὲ ἢν <lb/>ἀεὶ γίνηται, ἐν φύσει καὶ ἐν γένει μητρῷόν σφίν
                        ἐστιν· αἱ δὲ τὰ καταμήνια <lb/>ὀλίγα μεθιεῖσαι, αὗται καὶ τοῖσι παιδίοισι
                        τοῦ χρόνου τὸ <lb/>ὕστατον, ὅταν ἤδη ἁδρὸν ἔῃ, τὴν τροφὴν σπανιωτέρην
                        παρέχουσαι, <pb n="536"/> ποιέουσιν ἀσκαρίζειν καὶ πρόσθεν τῶν δέκα μηνῶν
                        ἐξελθεῖν ἐπείγεσθαι· <lb/>ὀλίγον γὰρ ἀπ’ αὐτέων χωρέει τὸ αἷμα. Ὡς δὲ ἐπὶ τὸ
                        πλεῖστον <lb/>ξυμβαίνει καὶ ἀγαλάκτους μᾶλλον εἶναι ταύτας τὰς γυναῖκας,
                        <lb/>τὰς ὀλίγα τὰ καταμήνια μεθιείσας· ξηρότεραι γὰρ καὶ πυκνοσαρκότεραί
                        <lb/>εἰσιν. Τούτῳ δὲ τῷ λόγῳ ὅτι ἐπιλειπούσης τῆς τροφῆς, ἐξέρχεται <lb/>τὸ
                        ἔμβρυον, ἢν μή τι αὐτῷ βίαιον πάθημα προσπέσῃ, ἱστόριον <lb/>τόδε ἐστί. Τὸ
                        ὄρνεον γίνεται ἐκ τοῦ ὠοῦ τοῦ χλωροῦ τρόπῳ <lb/>τοιῷδε· ἐπικαθεζομένης τῆς
                        μητρὸς θερμαίνεται τὸ ὠόν· καὶ τὸ ἐν <lb/>τῷ ὠῷ ἐνεὸν ἀπὸ τῆς μητρὸς
                        κινέεται· θερμαινόμενον δὲ πνεῦμα <lb/>ἴσχει τὸ ἐν τῷ ὠῷ ἐνεὸν καὶ ἀντισπᾷ
                        ἕτερον ψυχρὸν ἀπὸ τοῦ ἠέρος <lb/>διὰ τοῦ ὠοῦ· τὸ γὰρ ὠὸν ἀραιόν ἐστιν οὕτως
                        ὡς πνοὴν ἑλκομένην <lb/>ἀρκέουσαν διιέναι τῷ ἔνδον ἐόντι. Καὶ αὔξεται τὸ
                        ὄρνεον ἐν τῷ ὠῷ, <lb/>καὶ διαρθροῦται τρόπῳ τῷ αὐτῷ τε καὶ παραπλησίῳ ὧπερ
                        καὶ τὸ <lb/>παιδίον, ὥς μοι ἤδη καὶ πρότερον εἴρηται. Γίνεται δὲ ἐκ τοῦ
                        χλωροῦ <lb/>τοῦ ὠοῦ, τροφὴ δὲ καὶ αὔξησίς ἐστιν ἀπὸ τοῦ λευκοῦ τοῦ ἐν τῷ
                        <lb/>ὠῷ ἐόντος· καὶ τοῦτ’ ἤδη πᾶσιν ἐμφανὲς ἐγένετο ὁκόσοι προσέσχον
                        <lb/>τὸν νόον· ὁκόταν ἐπιλείπῃ ἡ τροφὴ τῷ νεοσσῷ ἐκ τοῦ ὠοῦ, οὐκ ἔχον
                        <lb/>ἀρκέουσαν ἀφ’ ἧς ζήσεται, κινέεται ἰσχυρῶς ἐν τῷ ὠῷ, ζητέον τροφὴν
                        <lb/>πλείονα, καὶ οἱ ὑμένες περιῤῥήγνυνται, καὶ ὁκόταν ἡ ὄρνις <lb/>αἴσθηται
                        τὸν νεοσσὸν κινηθέντα ἰσχυρῶς, κολάψασα ἐξέλεψεν· καὶ <lb/>ταῦτα ξυμβαίνει
                        γίνεσθαι ἐν εἴκοσιν ἡμέρῃσι. Καὶ ἐμφανές ἐστιν ὅτι <lb/>ὧδε ἔχει· ὁκόταν γὰρ
                        κολάψῃ τὸ ὄρνεον ἐπὶ τοῖσι λεπυρίοισι τοῦ ὠοῦ, <lb/>ὑγρὸν ἔνεστιν οὐδὲν ὅ τι
                        καὶ ἄξιον λόγου· ἐξανήλωται γὰρ ἐς τὸν <lb/>νεοσσόν. Οὕτω δὲ καὶ τὸ παιδίον,
                        ὁκόταν αὐξηθῇ, οὐκ ἔτι δύναται <lb/>ἡ μήτηρ τροφὴν παρέχειν ἀρκέουσαν·
                        ζητέον οὖν πλείω τροφὴν τῆς <lb/>παρεούσης τὸ ἔμβρυον ἀσκαρίζον ῥήγνυσι τοὺς
                        ὑμένας, καὶ λυθὲν τοῦ <lb/>δεσμοῦ χωρέει ὁμοῦ ἔξω· καὶ ταῦτα γίνεται ἐν δέκα
                        μησὶ τὸ μακρότατον. <pb n="538"/> Καὶ κατὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ τοῖσι
                        κτήνεσι καὶ τοῖσι θηρίοισιν <lb/>ὁ τόκος παραγίνεται ἐν χρόνῳ ᾧ ἕκαστον
                        τίκτει οὐ μακρότερον· <lb/>ἑκάστῳ γὰρ τῶν ζώνων ἀνάγκη ἐστὶ χρόνον εἶναι, ἐν
                        ᾧ ἡ τροφὴ <lb/>σπανιωτέρη ἔσται τῷ ἐμβρύῳ καὶ ἐπιλείψει καὶ ὁ τόκος
                        παρέσται· <lb/>καὶ τὰ μὲν ἐλάσσω τροφὴν τοῖσιν ἐμβρύοισιν ἔχοντα θᾶσσον
                        τίκτει, <lb/>τὰ δὲ πλείω ὕστερον. Καὶ ταῦτα μὲν ἐς τοῦτό μοι εἴρηται. Τὸ δὲ
                        <lb/>παιδίον, ὅταν περιῤῥαγῶσιν οἱ ὑμένες, ἢν μὲν δὴ ἐπικρατήσῃ ἡ ἐπὶ
                        <lb/>τὴν κεφαλὴν ῥοπὴ, ῥηϊδίως τίκτει ἡ γυνή· ἢν δὲ πλάγιον ἢ ἐπὶ πόδας
                        <lb/>χωρήσῃ, γίνεται γὰρ τοῦτο, ἢν οὕτως ἡ ῥοπὴ τύχῃ γενομένη ἢ <lb/>ὑπὸ
                        εὐρυχωρίης γε τῶν μητρέων, ἢ καὶ ἢν ἡ μήτηρ ἐν τῇ ὠδῖνι μὴ <lb/>ἡσυχάσῃ τὸ
                        πρῶτον, κἢν οὕτω χωρέῃ, χαλεπῶς τέξεται ἡ γυνή· <lb/>πολλαὶ δὲ ἤδη ἢ αὐταὶ
                        ὤλοντο, ἢ τὰ παιδία, ἢ ἅμα αἱ μητέρες καὶ <lb/>τὰ ἐν αὐτῇσιν. Ἐκ δὲ τῶν
                        τικτουσῶν μάλιστα πονέουσιν αἱ πρωτοτόκοι <lb/>διὰ τὴν ἀπειρίην τῶν πόνων,
                        καὶ πονέουσι μὲν πᾶν τὸ <lb/>σῶμα, μάλιστα δὲ τὴν ὀσφύν τε καὶ τὰ ἰσχία·
                        διίσταται γὰρ σφέων <lb/>τὰ ἰσχία· αἰ δὲ μᾶλλον ἔμπειροι τόκων ἧσσον
                        πονέουσι τῶν πρωτοτόκων, <lb/>αἱ δὲ πουλυτόκοι πάνυ ἧσσον πονέουσιν. Ἢν δὲ
                        ἐπὶ κεφαλὴν <lb/>ἴῃ τὸ ἔμβρυον, ἡ κεφαλὴ πρῶτον ἔξω χωρέει, ἔπειτα τἄλλα
                        μέλεα <lb/>ἑπόμενα, ὕστατος δὲ ὁ ὀμφαλός· ἐκ δὲ τοῦ ὀμφαλοῦ τὸ χορίον
                        τεταμένον <lb/>ἐστίν. Μετὰ δὲ ταῦτα ὕδρωψ ἔρχεται αἱματώδης ἀπό τε τῆς
                        <lb/>κεφαλῆς καὶ τοῦ ἄλλου σώματος, ἀποκριθεὶς ὑπὸ βίης τε καὶ πόνου
                        <lb/>καὶ θέρμης, καὶ ὁδὸν ἀφηγήσατο τῇ τῶν λοχίων καθάρσει· μετὰ δὲ <lb/>τὴν
                        ἔξοδον τοῦ ἰχῶρος ἡ κάθαρσις γίνεται χρόνον τὸν πρόσθεν εἰρημένον. <lb/>Καὶ
                        οἵ τε μαζοὶ καὶ τἄλλα μέλεα ὁκόσα ὑγρότερά ἐστι, καταῤῥήγνυται <lb/>τῶν
                        γυναικῶν, ἥκιστα μὲν ἐν τῷ πρώτῳ τόκῳ, ἔπειτα <lb/>δὲ, ὡς ἂν πλειόνων
                        πειρένωνται τόκων, ἔτι μᾶλλον καταῤῥήγνυται <lb/>διακενουμένων τῶν φλεβῶν
                        ὑπὸ τῆς καθάρσιος τῶν λοχίων. Ταῦτα δέ <lb/>μοι ἐς τοῦτο εἴρηται. </p></div><pb n="540"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p>31. Δίδυμα δὲ γίνεται ἀφ’ ἑνὸς λαγνεύματος οὕτως· ἔχουσιν αἱ <lb/>μῆτραι
                        κόλπους συχνοὺς καὶ γαμψοὺς, τοὺς μὲν τηλοτέρω, τοὺς δὲ <lb/>πλησιαιτέρω τοῦ
                        αἰδοίου· καὶ τὰ πουλύγονα τῶν ζώων πλείους ἔχει <lb/>κόλπους τῶν ὀλίγα
                        κυεόντων· ὁμοίως δὲ καὶ τὰ πρόβατα, θηρία τε <lb/>καὶ ὄρνεα. Ὅταν δὲ ἡ γονὴ
                        τύχῃ σχισθεῖσα εἰς δύο κόλπους ἀφικομένη <lb/>καὶ αἱ μῆτραι δέξωνται τὴν
                        γονὴν, καὶ τοῖν κόλποιν μηδέτερος <lb/>ἐς τὸν ἕτερον χαλάσῃ, χωρισθεῖσα δὴ
                        ἐν ἑκατέρῳ κόλπῳ ὑμενοῦται <lb/>καὶ ζωοῦται τῷ αὐτῷ τρόπῳ ᾧπερ καὶ τὸ ἓν
                        εἴρηται. Ὅτι δὲ ἀφ’ <lb/>ἑνὸς λαγνεύματος δίδυμα γίνεται ἱστόριον τόδε ἐστὶ,
                        κύων καὶ ὗς καὶ <lb/>ἄλλα ζῶα ὅσα ἀφ’ ἑνὸς λαγνεύματος τίκτει καὶ δύο καὶ
                        πλείονα, <lb/>καὶ ἕκαστον τῶν ζώων ἐν τῇσι μήτρῃσιν ἐν κόλπῳ καὶ ὑμένι ἐστὶ,
                        <lb/>καὶ ταῦτα αὐτοὶ ὁρέομεν γινόμενα, καὶ ταῦτα τίκτει τῇ αὐτῇ ἡμέρῃ
                        <lb/>πάντα ὡς ἐπιτοπλεῖστον. Ὧδε δὲ καὶ τῇ γυναικὶ ἀπὸ μιῆς μίξιος
                        <lb/>γινόμενα τὰ παιδία ἑκάτερον ἐν κόλπῳ καὶ χορίῳ ἐστὶ, καὶ τίκτει <lb/>τῇ
                        αὐτῇ ἡμέρῃ ἀμφότερα, καὶ πρότερον θάτερον χωρέει ἔξω καὶ τὸ <lb/>χορίον
                        αὐτοῦ. Ὅτι δὲ θῆλυ καὶ ἄρσεν δίδυμα γίνεται, φημὶ ἐν τῇ <lb/>γυναικὶ καὶ ἐν
                        τῷ ἀνδρὶ καὶ ἐν παντὶ ζώῳ ἑκάστῳ γονῆς ἐνεῖναι καὶ <lb/>ἀσθενέστερον καὶ
                        ἰσχυρότερον· καὶ οὐκ ἐς ἅπαξ χωρέει ἡ γονὴ, ἀλλὰ <lb/>καὶ ἐς δὶς καὶ τρὶς
                        ἀποβράσσεται· καὶ οὐκ ἀνυστὸν ἀεὶ ὁμοίως εἶναι <lb/>πᾶν ἰσχυρὸν, τό τε
                        πρόσθεν ἐξιὸν καὶ τὸ ὕστερον. Ἐς ὁκότερον ἂν <lb/>οὖν τῶν κόλπων τύχῃ ἡ γονὴ
                        παχυτέρη καὶ ἰσχυροτέρη ἐσιοῦσα, <lb/>κεῖθι ἄρσεν γίνεται· ἐς ὁκότερον δ’ αὖ
                        ὑγροτέρη καὶ ἀσθενεστέρη, <lb/>κεῖθι θῆλυ γίνεται· ἢν δ’ ἐς ἄμφω ἰσχυρὴ
                        ἐσέλθῃ, ἄμφω ἄρσενα <pb n="542"/> γίνεται· ἢν δὲ ἀσθενὴς ἐς ἄμφω, ἄμφω θήλεα
                        γίνεται. Οὗτος ὁ λόγος <lb/>ὧδε εἰρημένος ἅπας τέλος ἔχει. </p></div></div></body></text></TEI>