<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg024b.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Ἔχει δὲ καὶ τόδε ὧδε· ἡ τροφὴ καὶ ἡ αὔξησις τῶν παιδίων <lb/>γίνεται,
                        ὅκως ἂν τῇσι μήτρῃσιν ἴῃ τὰ ἀπὸ τῆς μητρός· καὶ ὅκως <lb/>ἂν ἡ μήτηρ ἔχῃ
                        ὑγιείης ἢ ἀσθενείης, ὧδε καὶ τὸ παιδίον ἔχει. Ὥσπερ <lb/>καὶ τὰ ἐν τῇ γῇ
                        φυόμενα τρέφεται ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ὅκως ἂν ἡ <lb/>γῆ ἔχῃ, οὕτω καὶ τὰ φυόμενα
                        ἔχει ἐν τῇ γῇ· τό τε γὰρ σπέρμα <lb/>ὁκόταν καταβληθῇ ἐς τὴν γῆν, ἰκμάδος
                        πίμπλαται ἀπ’ αὐτῆς· ἔχει <lb/>γὰρ ἐν αὑτῇ ἡ γῆ ἰκμάδα παντοίην, ὥστε
                        τρέφειν τὰ φυόμενα· <lb/>ἰκμάδος δὲ πλησθὲν τὸ σπέρμα φυσᾶται καὶ οἰδέει·
                        καὶ ἀναγκάζεται <lb/>ὑπὸ τῆς ἰκμάδος συστρέφεσθαι ἡ δύναμις, ἥ ἐστι
                        κουφοτάτη ἐν τῷ <lb/>σπέρματι. Συστραφεῖσα δὲ ἡ δύναμις ὑπὸ τοῦ πνεύματος
                        καὶ τῆς <lb/>ἰκμάδος, φύλλα γενομένη ῥήγνυσι τὸ σπέρμα· καὶ ἀνατέλλει ἐξω
                        <lb/>πρῶτον τὰ φύλλα. Ἀνατείλαντα δὲ ὁκόταν μηκέτι δύνηται τρέφεσθαι <lb/>τὰ
                        φύλλα ὑπὸ τῆς ἰκμάδος τῆς ἐν τῷ σκέρματι ἐνεούσης, ῥήγνυται <lb/>ἐς τὸ κάτω
                        τό τε σπέρμα καὶ τὰ φύλλα, καὶ βιώμενον ὑπὸ τῶν <lb/>φύλλων μεθίησι τῆς
                        δυνάμιος ἐς τὸ κάτω, ἣ ἐν αὐτῷ ὑπολείπεται <lb/>διὰ τὴν βαρύτητα· καὶ
                        γίνονται αἱ ῥίζαι ἐκ τῶν φύλλων διατεταμέναι. <lb/>Ὁκόταν δὲ κάτω βεβαίως
                        ῥιζωθῇ τὸ φυὲν, καὶ τὴν τροφὴν <lb/>ἀπὸ τῆς γῆς ποιέηται, τότε ἤδη ἠφάνισται
                        πᾶν καὶ ἀνήλωται ἐς τὸ <lb/>φυὲν, πλὴν τοῦ λεπυρίου, ὅτι στερεώτατόν ἐστιν,
                        αὖθις δὲ τὸ λεπύριον <pb n="516"/> σαπὲν ἐν τῇ γῇ ἄδηλον γίνεται· χρόνῳ δὴ
                        καὶ ὀζοῦταί τινα τῶν <lb/>φύλλων. Ἐκ σπέρματος γοῦν ἅτε ἀφ’ ὑγροῦ γενόμενον,
                        ἕως μὲν <lb/>ἁπαλὸν ἔῃ καὶ ὑδαρὲς, ἐς αὔξησιν ὡρμημένον καὶ ἐς τὸ κάτω καὶ
                        <lb/>ἐς τὸ ἄνω, οὐ δύναται τὸν καρπὸν ἐκβάλλειν· οὐ γάρ ἐστιν αὐτῷ
                        <lb/>δύναμις ἰσχυρὴ καὶ πιαρὰ, ἐξ ἧς τὸ σπέρμα συστραφήσεται. Ὁκόταν <lb/>δὲ
                        στερεωθῇ μᾶλλον καὶ ῥιζωθῇ τὸ ἐκπεφυκὸς ὑπὸ χρόνου, τότε <lb/>ἤδη καὶ φλέβας
                        ἴσχει εὐρείας καὶ ἐς τὸ ἄνω καὶ ἐς τὸ κάτω· καὶ <lb/>τότε δὴ ἐκ τῆς γῆς
                        ἕλκεται οὐκ ἔτι ὑδαρὲς, ἀλλὰ παχύτερον καὶ <lb/>πιότερον καὶ πλεῖον· τὸ δὴ
                        θερμαινόμενον ὑπὸ τοῦ ἡλίου ἐκζέει ἐς <lb/>τὰ ἄκρα, καὶ γίνεται καρπὸς κατὰ
                        τὸ ξυγγενὲς ἐξ ὁκοίου καὶ ἐγένετο. <lb/>Καὶ πολὺς ἐξ ὀλίγου διὰ τόδε
                        γίνεται, ὅτι ἕλκει ἕκαστον τῶν φυομένων <lb/>ἐκ τῆς γῆς δύναμιν πλείονα ἢ ἐξ
                        οὗ ἐγένετο, καὶ ἐκζέει οὐ κατὰ <lb/>ἓν, ἀλλὰ κατὰ πολλά· ὁκόταν δὲ ὁ καρπὸς
                        ἐκζέσῃ, τρέφεται ὑπὸ <lb/>τοῦ φυομένου· ἕλκον γὰρ τὸ φυόμενον ἀπὸ τῆς γῆς τῷ
                        καρπῷ ἐκδίδωσιν· <lb/>ὁ δὲ ἥλιος πέσσει καὶ στερεοῖ τὸν καρπὸν, τὸ
                        ὑδαρέστερον <lb/>πρὸς ἑωυτὸν ἕλκων ἀπ’ αὐτοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν εἴρηταί μοι περὶ
                        τῶν <lb/>ἐκ σπέρματος φυομένων ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τοῦ ὕδατος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Τὰ δὲ ἐκ φυτευτηρίων, ἀπὸ δενδρέων δένδρεα γίνεται τρόπῳ <lb/>τοιῷδε·
                        τρῶμα ἴσχει ὁ κλάδος ἐν τῷ κάτω τῷ πρὸς τὴν γῆν, ᾗ ἀπὸ <lb/>τοῦ δένδρου
                        ἐκλάσθη, ὅθεν αἱ ῥίζαι ἀφίενται. Τρόπῳ δὲ τοιούτῳ <lb/>μεθίενται· ὁκόταν τὸ
                        φυτὸν τὸ ἐν τῇ γῇ ἐνεὸν ἰκμάδα λάβῃ ἀπὸ τῆς <lb/>γῆς, οἰδέει καὶ πνεῦμα
                        ἴσχει, τὸ δὲ ὑπὲρ τῆς γῆς οὐδέπω· τὸ δὲ <lb/>πνεῦμα καὶ ἡ ἰκμὰς συστρέψασα
                        ἐν τῷ κάτω τοῦ φυτοῦ τὴν δύναμιν, <lb/>ὅση ἦν βαρυτάτη, ἔῤῥηξεν ἐς τὸ κάτω,
                        καὶ γίνονται ἐξ αὐτοῦ ῥίζαι <lb/>ἁπαλαί. Ὁκόταν δὲ ἐς τὸ κάτω λάβηται, τότε
                        δὴ ἕλκει ἐκ τῆς ῥίζης <lb/>ἰκμάδα καὶ διαδίδωσι τῷ ὑπὲρ τῆς γῆς ἐόντι· καὶ
                        τότε αὖθις τὸ <pb n="518"/> ἄνω οἰδέει καὶ πνεῦμα ἴσχει· καὶ ὅση δύναμις; ἐν
                        τῷ φυτῷ κούφη <lb/>ἔνεστι, ξυστραφεῖσα, φύλλα γινομένη, βλαστάνει, καὶ ἐς τὸ
                        ἄνω ἤδῃ <lb/>τὴν αὔξησιν ποιέεται καὶ ἐς τὸ κάτω. Οὕτως ἐς τὸ ἐναντίον
                        ξυμβαίνει <lb/>ἤδη τῶν ἐκ τοῦ σπέρματος γινομένων καὶ τῶν ἐκ τοῦ φυτευτηρίου
                        <lb/>περὶ τοῦ βλαστοῦ· πρότερον γὰρ ἐκ τοῦ σπέρματος τὸ <lb/>φύλλον
                        ἀνατέλλει, ἔπειτα αἱ ῥίζαι ἐς τὸ κάτω ἀφίενται· τὸ δὲ δένδρον <lb/>ῥιζοῦται
                        πρῶτον, ἔπειτα φυλλοῦται· διὰ τόδε, ὅτι ἐν μὲν τῷ <lb/>σπέρματι αὐτῷ ἰκμάδος
                        πλῆθος ἔνεστι, καὶ ἐν τῇ γῇ παντὶ ἐόντι <lb/>τροφὴ ἔνεστι τὸ πρῶτον τῷ φύλλῳ
                        ἀρκέουσα, ὅθεν τὸ φύλλον θρέψεται <lb/>μέχρις ἂν ῥιζωθῇ· ἐν δὲ τῷ κλάδῳ οὐ
                        γίνεται, οὐ γὰρ γίνεται <lb/>ἐξ ἑτέρου ὅθεν τὸ φύλλον τὸ πρῶτον τροφὴν ἕξει,
                        ἀλλ’ αὐτὸς <lb/>ὁ κλάδος ἐστὶν ὥσπερ, καὶ τὸ δένδρον ἔχει, καὶ τοῦτο ὑπὲρ
                        <lb/>γῆς ἐστι πολὺ, ὥστε, οὐκ ᾂν δύναιτο ὑπὲρ γῆς ἰκμάδος πλησθῆναι, <lb/>εἰ
                        μὴ ἐκ τοῦ κάτω μεγάλη τις δύναμις ἐλθοῦσα τῷ ἄνω ἐκδώσει <lb/>τῆς ἰκμάδος.
                        Καὶ πρῶτον τὸ φυτευτήριον ἀνάγκη ἐστὶν ἑωυτῷ <lb/>τροφὴν ποιήσασθαι ἀπὸ τῆς
                        γῆς τῇσι ῥίζῃσιν ἔπειτα οὕτως ἀπὸ <lb/>τῆς γῆς ἕλκον ἄνω ἀποδιδόναι, καὶ
                        φύλλα ὁρμῆσαι εἰς βλαστόν τε καὶ <lb/>αὔξησιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Ὅταν δὲ αὔξηται τὸ φυτὸν, ὀζοῦται ὑπ’ ἀνάγκης τοιῆσδε, ἣν <lb/>ἐρέω·
                        ὁκόταν ἰκμάδος αὐτῷ πλεῖον προσγένηται ἐκ τῆς γῆς ἑλκαμένης, <lb/>ὑπὸ τοῦ
                        πλήθεος ῥήγνυσιν ᾗ ἂν πλείστη ἔῃ, καὶ ταύτῃ ὀζοῦται <lb/>τὸ φυτόν. Αὔξεται
                        δὲ καὶ ἐς τὸ εὖρος καὶ ἐς τὸ ἄνω καὶ ἐς τὸ <lb/>κάτω διὰ τόδε, ὅτι τὸ κάτω
                        τῆς γῆς τοῦ· μὲν χειμῶνος θερμόν ἐστι, <lb/>τοῦ δὲ θέρεος ψυχρόν. Τοῦτο δὲ
                        διὰ τόδε ἐστὶν, ὅτι ἡ γῆ ἰκμαλέη <lb/>ἐστὶν ἐν χειμῶνι ὑπὸ τοῦ ὕδατος τοῦ ἐκ
                        τοῦ οὐρανοῦ πίπτοντος καὶ <lb/>πιεζεῖται ἐφ’ ἑωυτῇ, ἅτε βαρυτέρης ἐούσης τῆς
                        ἰκμάδος· πυκνοτέρη <lb/>δέ ἐστιν ὑπὸ τουτέου καὶ οὐκ ἔχει διαπνοὴν οὐδεμίην·
                        οὖ γὰρ ἔτι <pb n="520"/> ἔνεστι μέγα τὸ ἀραιὸν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ κάτω τῆς
                        γῆς τοῦ χειμῶνος <lb/>θερμόν ἐστι. Καὶ γὰρ ἡ κόπρος ἡ νεναγμένη μὲν
                        εὐθερμοτέρη ἐστὶν <lb/>ἢ ἡ ἀραιὴ ἐοῦσα, καὶ ἄλλως τὰ μὲν ἰκμαλέα καὶ
                        πεπιεσμένα ὑπὸ <lb/>σφῶν αὐτῶν ἐκθερμαίνεται καὶ ἐν τάχει κάρτα ὑπὸ τῆς
                        θερμασίης <lb/>συγκαιόμενα σήπεται· οὐ γὰρ δίεισι τὸ πνεῦμα δι’ αὐτῶν, ἅτε
                        πυκνῶν <lb/>ἐόντων· ἢν δὲ ξηρὰ ἔῃ καὶ ἀραιῶς κείμενα, πολλῷ ἥσσω θερμαίνεται
                        <lb/>καὶ σήπεται. Οὕτω δὴ καὶ πυροὶ καὶ κριθαὶ νοτερὰ ἐόντα <lb/>καὶ
                        βεβυσμένα εὐθερμότερά ἐστιν ἢ εἰ ξηρὰ εἴη καὶ μανῶς κείμενα· <lb/>καὶ ἱμάτια
                        συνδεδεμένα καὶ κατεσφηνωμένα ἰσχυρῶς δορὶ κατακαίεται <lb/>ὑπὸ σφέων αὐτῶν,
                        ὡς ἐγὼ ἤδη εἶδον, ὥσπερ ὑπὸ πυρὸς ἐκκαέντα· <lb/>καὶ τἄλλα εἴ τις θέλοι
                        ἐνθυμηθῆναι, πάντα ὅσα πεπίεσται <lb/>ὑπὸ σφῶν αὐτῶν, θερμότερα εὑρήσει ἢ τὰ
                        ἀραιῶς κείμενα· οὐ γὰρ <lb/>ἔχει ἀναπνέειν ψυχρὸν ὑπὸ τῶν ἀνέμων. Οὕτω δὲ
                        καὶ τῆς γῆς τὸ <lb/>κάτω πλείης ἐούσης καὶ αὐτῆς ὑφ’ ἑωυτῆς πεπιεσμένης, ἄτε
                        βαρείης <lb/>καὶ πυκνῆς ἐούσης ὑπὸ τῆς ἰκμάδος, θερμαίνεται ἐν χειμῶνι· οὐ
                        <lb/>γάρ ἐστιν αὐτῇ διάπνοος οὐδεὶς τοῦ θερμοῦ· ἀλλ’ ὁκόταν πέσῃ ἐκ <lb/>τοῦ
                        οὐρανοῦ τὸ ὕδωρ ἐς αὐτὴν, ὅταν ἀποπνέῃ ἐν τῇ γῇ ἀπ’ αὐτοῦ, <lb/>οὐ δίεισι
                        πρόσω, ἅτε πυκνῆς ἐούσης τῆς γῆς· ἀλλ’ ἡ πνοὴ ὀπίσω ἐς <lb/>τὸ ὕδωρ ἔρχεται.
                        Καὶ διὰ τοῦτο αἱ πηγαὶ θερμότεραί εἰσι τοῦ χειμῶνος <lb/>καὶ μέζους ἢ τοῦ
                        θέρεος· ὅτι, ἀποπνέοντος τοῦ πνεύματος, <lb/>ὀπίσω ἔρχεται ἐς τὸ ὕδωρ, ἅτε
                        τῆς γῆς πυκνοτέρης ἐούσης καὶ οὐ <lb/>διιείσης δι’ αὑτῆς τὸ πνεῦμα. Καὶ τὸ
                        ὕδωρ πολὺ ἐὸν, ᾗ ἂν τύχῃ, <pb n="522"/> ῥήγνυσι χωρέον, καὶ ὁδόν οἱ αὐτῷ
                        ποιέεται εὐρυτέρην ἢ εἰ ὀλίγον <lb/>εἴη· τὸ γὰρ ὕδωρ ἐν τῇ γῇ οὐχ ἕστηκεν,
                        ἀλλ’ ἀεὶ χωρέει ἐς τὸ κάταντες· <lb/>εἰ δὲ διιείη τοῦ χειμῶνος ἀπὸ τοῦ
                        ὕδατος τὸ πνεῦμα ἡ γῆ <lb/>δι’ ἑωυτῆς, ἔλασσον τὸ ὕδωρ ἂν ἐχώρεεν ἐξ αὐτῆς,
                        καὶ αἱ πηγαὶ <lb/>οὐκ ἂν ᾖσαν τοῦ χειμῶνος μεγάλαι. Πάντα ταῦτα εἴρηταί μαι
                        <lb/>ὅτι τῆς γῆς τὸ κάτω θερμότερον φαίνεται ἐὸν τοῦ χειμῶνος ἢ τοῦ
                        <lb/>θέρεος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Νῦν δὲ θέλω εἰπεῖν ὅτι τοῦ θέρεος τὸ κάτω τῆς γῆς ψυχ ρότερον
                        <lb/>φαίνεται ἐὸν ἢ τοῦ χειμῶνος· τοῦ θέρεος γὰρ ἀραιή ἐστιν ἡ γῇ <lb/>καὶ
                        κούφη. ἅτε τοῦ ἡλίου σφοδρότερον προσβάλλοντος καὶ ἕλκοντος <lb/>ἀπ’ αὐτῇς
                        πρὸς ἑωυτὸν τῆς ἰκμάδος· ἔχει δὲ ὕδωρ ἡ γῆ ἐν ἑαυτῇ ἀεὶ <lb/>πλέον ἢ
                        ἔλασσον· τὰ δὲ πνεύματα ἡμῖν ἐστι πάντα ἀφ’ ὕδατος· <lb/>τούτου δὲ πέρι πάρα
                        συμβάλλεσθαι, ὅτι οὕτως ἔχει, ἀπὸ γὰρ τῶν <lb/>ποταμῶν πάντων πνεύματα
                        χωρέει ἑκάστοτε καὶ τῶν νεφέων, τὰ δὲ <lb/>νέφεα ἐστὶν ὕδωρ ξυνεχὲς ἐν ἠέρι.
                        Καὶ τότε δὴ ἡ γῆ ἀραιή ἐστι <lb/>τοῦ θέρεος καὶ κούφη καὶ ὕδωρ ἐν αὑτῇ
                        ἔχουσα· καὶ τὸ ὕδωρ ῥέει <lb/>ἐς τὰ κατάντεα· χωρέοντος δὲ τοῦ ὕδατος αἰεὶ
                        ἀποπνέει αὐτόθεν <lb/>ἕτερον ἐξ ἑτέρου πνεῦμα· τὸ δὲ ἀποπνέον διὰ τῆς γῆς
                        ἔρχεται κούφης <lb/>καὶ ἀραιῆς ἐούσης καὶ ψῦχος τῇ γῇ ποιέει, καὶ αὐτὸ τὸ
                        ὕδωρ <lb/>συμψύχεται. Ἔχει δὲ οὕτως ὥσπερ εἴ τις ἐν ἀσκῷ ὕδωρ ἐνεὸν
                        ἀποπιέσειεν <lb/>ἰσχυρῶς καὶ παραπνοὴν τῷ ὕδατι ποιήσειε νύγματι βελόνης
                        <lb/>ἢ μικρῷ μέζονι, καὶ τὸν ἀσκὸν κρεμάσας αἰωροίη, οὐδὲν διὰ τοῦ
                        <lb/>τετρημένου πνεῦμα χωρήσει, ἀλλ’ ὕδωρ, οὐ γὰρ ἔχει εὐρυχωρίην <pb n="524"/> ἧ ἀποπνεύσεται τὸ ὕδωρ· ὧδε δὴ ἔχει καὶ τοῦ χειμῶνος τῷ ὕδατι
                        ἐν τῇ <lb/>γῇ. Ἢν δὲ τῷ ὕδατι ἐν τῷ ἀσκῷ τὴν εὐρυχωρίην ποιήσῃς, καὶ
                        κρεμάσας <lb/>αἰωροίης τὸν ἀσκὸν, πνεῦμα διαχωρήσει διὰ τοῦ τετρημένου,
                        <lb/>εὐρυχωρίη γάρ ἐστι τῷ πνεύματι ἀπὸ τοῦ ὕδατος κινευμένου διαχωρέειν
                        <lb/>διὰ τοῦ ἀσκοῦ, καὶ διὰ τοῦ τετρημένου τὸ πνεῦμα διὰ τόδε <lb/>δίεισιν·
                        ὧδε δὴ ἔχει καὶ τοῦ θέρεος ἐν τῇ γῇ τῷ ὕδατι· εὐρυχωρίη <lb/>γάρ ἐστιν αὐτῷ,
                        ἅτε τῆς γῆς ἀραιῆς ἐούσης καὶ τοῦ ἡλίου ἕλκοντος <lb/>ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἰκμάδος
                        πρὸς ἑωυτὸν, καὶ διεῖσα τὸ πνεῦμα, ἅτε <lb/>ψυχρὸν ἐὸν ἀπὸ τοῦ ὕδατος δι’
                        αὐτῆς ἀραιῆς ἐούσης καὶ κούφης, διὰ <lb/>τοῦτο ψυχρόν ἐστιν αὐτῆς τὸ κάτω
                        τοῦ θέρεος, καὶ τὸ ὕδωρ αἴτιον <lb/>τοῦ πνεύματος τοῦ ἐν τῇ γῇ ψυχροῦ
                        ἐόντος, καὶ αὐτὸ ἀφίησιν ἐς <lb/>ἑωυτὸ τὸ πνεῦμα καὶ ἐς τὴν γῆν. Καὶ ἅμα τὸ
                        ἀντλεόμενον ἐν τῷ <lb/>φρέατι ἀεὶ διακινέει τὸ πνεῦμα ὥσπερ ῥιπὶς, καὶ
                        ποιέει αὐτὸ ψῦχος <lb/>παρέχειν τῷ ὕδατι· τὸ δὲ μὴ ἀντλεόμενον τοῦ ὕδατος
                        τοῦ θέρεος, <lb/>ἀλλ’ ἑστηκὸς, πυκνὸν ἐὸν, οὐχ ὁμοίως δέχεται τὸ πνεῦμα ἐς
                        ἑωυτὸ <lb/>ἀπὸ τῆς γῆς, οὐδ’ ἐς τὴν γῆν ἀφ’ ἑωυτοῦ ἀποδίδωσι, καὶ ἅμε ἀπὸ
                        <lb/>τοῦ ἡλίου καὶ τοῦ ἠέρος οὐ σκιδναμένου ἐν τῷ φρέατι, ἀλλὰ στεσίμου
                        <lb/>ἐόντος, θερμαίνεται πρῶτον αὐτοῦ τὸ ἐπιπολῆς· ἔπειτα τὸ ἕτερον <lb/>ἐπὶ
                        τῷ ἑτέρῳ ἐκ τὸ κάτω διαδίδωσι τὴν θερμασίην· καὶ διὰ τοῦτο <lb/>τὸ μὴ
                        ἀντλεόμενον ὕδωρ τοῦ θέρεος θερμότερόν ἐστι τοῦ ἀντλεομένου. <lb/>Αἵ τε
                        πηγαὶ αἱ βαθεῖαι μάλα τοῦ θέρεος ἀεὶ ψυχραί εἰσιν. <lb/>Καὶ ἀρυσθὲν τὸ ὕδωρ
                        τοῦ χειμῶνος ἐκ τῆς γῆς θερμῆς ἐούσης, τὸ μὲν <lb/>παραυτίκα θερμόν ἐστιν,
                        ὅταν δὲ χρόνος διίῃ, ψυχρόν ἐστιν, ὑπὸ <lb/>τοῦ ἠέρος δηλονότι γενόμενον
                        ψυχροῦ ἐόντος, ἐξαεροῦται γὰρ ὑπὸ <lb/>τοῦ ἀνέμου, καὶ τὸ πνεῦμα δι’ αὐτοῦ
                        διηθέει· καθάπερ καὶ τὸ ἀντλεόμενον <lb/>ὕδωρ τοῦ θέρεος, ὁκόταν ἀρυσθῇ,
                        ψυχρὸν αὐτίκα ἐστὶ, <pb n="526"/> θερμὸν δὲ γίνεται διὰ τόδε, ὅτι τῆς γῆς
                        ἀραιῆς ἐούσης καὶ πνεύματος <lb/>ἐόντος ἐν αὐτῇ ψύχεται; ὅταν δὲ ἀρυσθέντι
                        χρόνος ἐγγένηται; <lb/>στάσιμον γίνεται καὶ θερμὸν ὁρᾶται· θερμαίνεται γὰρ
                        ὑπὸ τοῦ ἠέρος <lb/>θερμοῦ ἐόντος, ὥσπερ καὶ τὸ μὴ ἀντλεόμενον ὕδωρ ἐν τῷ
                        φρέατι· τοῦ <lb/>θέρεος διὰ τοῦτο θερμὸν γίνεται. Ταῦτα μὲν ἐς τοῦτό μοι
                        εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Ἀναλήψομαι δὲ αὖθις ὅτι τοῦ θέρεος τὸ κάτω τῆς γῆς ψυχρόν <lb/>ἐστι, τοῦ
                        δὲ χειμῶνος θερμὸν, τὸ δὲ ἄνω τῆς γῆς τοὐναντίον <lb/>τούτου, καὶ δεῖ τῷ
                        δένδρεϊ μὴ δύο θερμὰ ὁμοῦ προσγίνεσθαι, μηδὲ <lb/>δύο ψυχρὰ ὁμοῦ; ἢν, μέλλῃ
                        ὑγιαίνειν· ἀλλ’ ἢν μὲν ἐκ τοῦ ἄνωθεν <lb/>προσγίνηται θερμὸν, ἐκ τοῦ κάτωθεν
                        δεῖ ψυχρὸν αὐτῷ προσγίνεσθαι, <lb/>καὶ πάλιν ἢν ἐκ τοῦ ἄνωθεν προσγίνηται
                        ψυχρὸν, ἐκ τοῦ κάτωθεν <lb/>δεῖ θερμὸν αὐτῷ προσγίνεσθαι. Αἵ τε ῥίζαι ὅ τι
                        ἂν ἑλκύσωσι, τῷ <lb/>δένδρεϊ προσδιδόασι, καὶ τὸ δένδρεον τῇσι ῥίζῃσι. Καὶ
                        γίνεται οὕτω <lb/>ταμιείη καὶ ψυχροῦ καὶ θερμοῦ· ὥσπερ καὶ τῷ ἀνθρώπῳ
                        ἐσιόντων <lb/>ἐς τὴν κοιλίην σιτίων, ὅσα πεσσόμενα θερμαίνει, δεῖ ψύξιν
                        ἀποδίδοσθαι <lb/>ἀπὸ τοῦ πότου, οὕτω καὶ τῷ δένδρεϊ δεῖ ἀνταποδίδοσθαι ἐκ
                        <lb/>τοῦ κάτω πρὸς τὸ ἄνω, καὶ ἀνάπαλιν. Καὶ αὔξεται τὸ δένδρον καὶ <lb/>ἐς
                        τὸ ἄνω καὶ ἐς τὸ κάτω διὰ τόδε, ὅτι οἱ τροφή ἐστι καὶ ἐκ τοῦ <lb/>κάτωθεν
                        καὶ ἐκ τοῦ ἄνωθεν. Καὶ ἕως μὲν ἂν ἁπαλὸν ἔῃ σφόδρα, οὐ <lb/>καρποφορέει· οὐ
                        γάρ ἐστιν αὐτῷ πίειρα δύναμις οὐδὲ παχείη, ἥτις <lb/>ἐς καρπὸν ξυμβάλλεσθαι
                        οἵη τέ ἐστιν· ὁκόταν δὲ χρόνος ἐγγένηται, <lb/>τότε ἤδη ἐν αὐτῷ αἱ φλέβες,
                        εὐρεῖαι γινόμεναι ποιεῦνται ἐν αὐτῷ ἐκ <lb/>τῆς γῆς πίειραν καὶ παχείην τὴν
                        ῥύσιν· ὁ δὲ ἥλιος διαχέων αὐτὴν <lb/>ποιέει ἐκζεῖν ἅτε κούφην ἐοῦσαν ἐς τὰ
                        ἄκρα καὶ καρποῦσθαι· καὶ <lb/>τὴν μὲν λεπτὴν ἰκμάδα ἀπὸ τοῦ καρποῦ ἀποφέρει,
                        τὴν δὲ παχείην <lb/>πέσσων ὁ ἥλιος καὶ θερμαίνων γλυκαίνει· τὰ δὲ οὐ
                        καρποφορέοντα <pb n="528"/> τῶν δενδρέων οὐκ ἔχει πῖαρ ἐν αὐτοῖσιν, ὅσον ἐς
                        τὸν καρπὸν ἐκδώσεται. <lb/>Τὸ δὲ πᾶν δένδρεον ὁκόταν ὑπὸ χρόνου στερεωθῇ καὶ
                        λάβηται <lb/>ἐκ τοῦ κάτω τῇσι ῥίζῃσιν ἤδη βεβαίως, πέπαυται αὐξόμενον πάντη.
                        <lb/>Ὁκόσοισι δὲ ἐς δένδρεα ἀφ’ ἑτέρων δενδρέων ὀφθαλμοὶ ἐνετέθησαν <lb/>καὶ
                        δένδρεα γενόμενα ἐν τοῖσι δένδρεσι ζῇ καὶ καρποφορέει καρπὸν <lb/>οὐχ ὅμοιον
                        οἷσιν ἐγκείμενά ἐστιν, τρόπῳ τοιῷδε τοῦτο γίνεται. Ξυμβαίνει <lb/>τῷ ὀφθαλμῷ
                        πρῶτον μὲν βλαστάνειν, τροφὴν γὰρ εἶχε πρῶτον <lb/>μὲν ἀπὸ τοῦ δενδρέου, ἀφ’
                        οὗ ἀπηνέχθη, ἔπειτα ἐν ᾧ ἐνετέθη· <lb/>ὁκόταν δὲ βλαστήσῃ οὕτω, μεθίησιν ἐς
                        τὸ δένδρεον ῥίζας ἀπ’ αὐτοῦ <lb/>λεπτάς· καὶ πρῶτον ἀπαυρίσκεται ἀπὸ τῆς
                        ἰκμάδος τῆς ἐν τῷ δενδρέῳ <lb/>ἐνεούσης, ἐν ᾧ ἔγκειται· ἔπειτα χρόνου
                        ἐγγενομένου ἀφίησι <lb/>ῥίζας ἐς τὴν γῆν διὰ τοῦ ἐν ᾧ ἐνετέθη, καὶ
                        ἐπαυρίσκεται ἀπὸ τῆς <lb/>γῆς ἕλκον τὴν ἰκμάδα, καὶ τροφὴ αὐτῷ ἐκεῖθέν
                        ἐστιν· ὥστε μὴ θαυμάζειν <lb/>ἑτερόκαρπα εἶναι τὰ ἔνθετα τῶν δενδρέων, ζῇ
                        γὰρ ἀπὸ τῆς <lb/>γῆς. Ταῦτά μοι εἴρηται περὶ τῶν δενδρέων καὶ τῶν καρπῶν διὰ
                        <lb/>τόδε, ὅτι οὐχ οἷόν τε ἦν μοι τὸν λόγον ἡμιτελέα καταλιπεῖν. </p></div></div></body></text></TEI>