<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg024b.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ἡ δὲ σὰρξ αὐξομένη ὑπὸ τοῦ πνεύματος ἀρθροῦται, καὶ <lb/>ἔρχεται ἐν αὐτέῃ
                        ἕκαστον τὸ ὅμοιον ὡς τὸ ὅμοιον, τὸ πυκνὸν ὡς τὸ <lb/>πυκνὸν, τὸ ἀραιὸν ὡς τὸ
                        ἀραιὸν, τὸ ὑγρὸν ὡς τὸ ὑγρόν· καὶ ἕκαστον <lb/>ἔρχεται ἐς χώρην ἰδίην κατὰ
                        τὸ ξυγγενὲς, ἀφ’ οὗ καὶ ἐγένετο, καὶ <pb n="498"/> ὅσ’ ἀπὸ πυκνῶν ἐγένετο
                        πυκνά ἐστι, καὶ ὅσα ἀπὸ ὑγρῶν ὑγρά· καὶ <lb/>τἄλλα κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον
                        γίνεται ἐν τῇ αὐξήσει. Καὶ τὰ ὀστέα <lb/>σκληρύνεται ὑπὸ τῆς θέρμης
                        πηγνύμενα· καὶ δὴ καὶ διοζοῦται ὡς <lb/>δένδρον· καὶ ἀρθροῦται ἄμεινον καὶ
                        τὰ εἴσω τοῦ σώματος καὶ τὰ <lb/>ἔξω· καὶ ἥ τε κεφαλὴ γίνεται ἀφεστηκυῖα ἀπὸ
                        τῶν ὤμων, καὶ οἱ <lb/>βραχίονες καὶ οἱ πήχεες ἀπὸ τῶν πλευρέων· καὶ τὰ
                        σκέλεα διίσταται, <lb/>ἀπ’ ἀλλήλων· καὶ τὰ νεῦρα ἐπαΐσσεται ἀμφὶ τὰς φύσιας
                        τῶν ἄρθρων <lb/>καὶ αὐτοστομοῦται· καὶ ἡ ῥὶς καὶ τὰ οὔατα ἀφίσταται ἐν τῇσι
                        <lb/>σαρξὶ καὶ τετρήνεται· καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ ἐμπίπλανται ὑγροῦ καθαροῦ·
                        <lb/>καὶ τὸ αἰδοῖον δῆλον γίνεται ὁκότερόν ἐστι· καὶ τὰ σπλάγχνα
                        διαρθροῦται· <lb/>καὶ δὴ καὶ τοῖσιν ἄνω τὴν πνόην ποιέεται τῷ τε στόματι
                        <lb/>καὶ τῇ ῥινὶ, καὶ ἥ τε κοιλίη φυσῆται, καὶ τὰ ἔντερα καταφυσώμενα
                        <lb/>κατὰ τὸ ἄνωθεν ἐπιλαμβάνει τὴν διὰ τοῦ ὀμφαλοῦ πνοὴν καὶ ἀμαλδύνει,
                        <lb/>καὶ ἐς τὸν κύσσαρον ὁδὸς γίνεται ἀπὸ τῆς κοιλίης καὶ τῶν <lb/>ἐντέρων
                        ἔξω καὶ ἐς τὴν κύστιν ὁδὸς ἔξω. Τουτέων δὲ διαρθροῦται <lb/>ὑπὸ τῆς πνοῆς
                        ἕκαστα· φυσώμενα γὰρ διίσταται ξύμπαντα κατὰ <lb/>συγγένειαν. Καὶ γὰρ εἰ
                        θέλοις αὐλίσκον προσδῆσαι πρὸς κύστιν, καὶ <lb/>διὰ τοῦ αὐλίσκου ἐμβαλεῖν ἐς
                        τὴν κύστιν γῆν τε καὶ ψάμμον καὶ <lb/>μολίβδου κνήσματα λεπτὰ, καὶ ὕδωρ
                        ἐπιχέας φυσῇν διὰ τοῦ αὐλίσκου, <lb/>πρῶτον μὲν ἐκεῖνα ἀναμεμίξεται τῷ
                        ὕδατι, ἔπειτα δὲ χρόνῳ <lb/>φυσώμενα ἐλεύσεται ὅ τε μόλιβδος ὡς τὸν μόλιβδον
                        καὶ ἡ ψάμμος <lb/>ὡς τὴν ψάμμον καὶ ἡ γῆ ὡς τὴν γῆν· καὶ ἤν τις αὐτὰ
                        αὐανθῆναι <lb/>ἐάσῃ καὶ περιῤῥήξας τὴν κύστιν σκέψηται, εὑρήσει αὐτέων τὸ
                        ὅμοιον <lb/>ἐς, τὸ ὅμοιον ἐληλυθός· οὕτω δὴ καὶ ἡ γονὴ καὶ ἡ σὰρξ
                        διαρθροῦται, <lb/>καὶ ἔρχεται ἕκαστον ἐν αὐτῇ τὸ ὅμοιον ὡς τὸ ὅμοιον. Ταῦτα
                        δέ μοι <lb/>ἐς τοῦτο εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Καὶ γέγονεν ἤδη παιδίον καὶ ἐς τοῦτο ἀφικνέεται, τὸ μὲν <pb n="500"/>
                        θῆλυ ἐν τεσσαράκοντα ἡμέρῃσι καὶ δύο τὸ μακρότατον, τὸ δὲ ἄρσεν <lb/>ἐν
                        τριήκοντα ἡμέρῃσι τὸ μακρότατον· ὡς γὰρ ἐπιπολὺ ξυμβαίνει <lb/>ἐν τούτῳ τῷ
                        χρόνῳ ἢ ὀλίγῳ μείονι ἢ ὀλίγῳ πλείονι ταῦτα διαρθροῖσθαι. <lb/>Καὶ γὰρ ἡ
                        κάθαρσις γίνεται τῇσι γυναιξὶ μετὰ τὸν τόκον ὡ· <lb/>ἐπιτοπολὺ, ἐπὶ μὲν τῇ
                        κούρῃ ἡμέρῃσι τεσσαράκοντα καὶ δύο οὕτως <lb/>ἡ χρονιωτάτη καὶ τελείη,
                        ἀκίνδυνος δ’ ἂν εἴη καὶ ἐν εἴκοσι καὶ <lb/>πέντε ἡμέρῃσιν, εἰ καθαίροιτο·
                        ἐπὶ δὲ τῷ κούρῳ ἡ κάθαρσις γίνεται <lb/>ἡμέρῃσι τριήκοντα· οὕτως ἡ
                        χρονιωτάτη καὶ τελείη, ἀκίνδυνος δ’ ἂν <lb/>εἴη καὶ ἐν εἴκοσιν ἡμέρῃσιν, εἰ
                        καθαίροιτο· τοῦ δὲ ὑστάτου χρόνου <lb/>ἐλαχίστη χωρέει ἡ κάθαρσις· ἐπὶ δὲ
                        τῇσι νεωτέρῃσιν ἐλάσσοσιν ἡμέρῃσι <lb/>καθαίρεται, ἐπὶ δὲ τῇσι πρεσβυτέρῃσι
                        πλείοσι. Μάλιστα δὲ πονέονται <lb/>αἱ γυναῖκες ἐν τῷ τόκῳ καὶ ἐν τοῖσι
                        λοχίοισιν αἱ πρωτοτόκοι, <lb/>καὶ αἱ ἐλάσσω τετοκυῖαι τῶν πλείω τετοκυιέων
                        μᾶλλον <lb/>πονέονται. Αἱ δὲ καθάρσιες αἱ ἐκ τοῦ τόκου τῇσι γυναιξὶ τουτέου
                        <lb/>εἵνεκα γίνονται, ὅτι ἐν τῷ πρὸ τοῦ χρόνῳ μέχρι τεσσαράκοντα ἡμερέων
                        <lb/>καὶ δύο ἐπὶ τῇ κούρῃ, ἐπὶ δὲ τῷ κούρῳ μέχρι τριήκοντα ἡμερέων
                        <lb/>ἐλάχιστον αἷμα κατέρχεται ἐπὶ τὴν αὔξην τῷ παιδίῳ, τὸ δὲ <lb/>ἀπὸ
                        τουτέου πλεῖον μέχρι τέκῃ· δεῖ δὴ τὴν κάθαρσιν ἀποδοθῆναι ἐν <lb/>τοῖσι
                        λοχίοισι, καὶ ἐξιέναι ἔξω κατὰ λόγον τῶν ἡμερέων. Ἀρχὴ δὲ <lb/>γίνεται
                        τοιήδε τῇ γυναικὶ ἐν τῇ ὠδῖνι· ταράσσεται τὸ αἷμα τῇ γυναικὶ <lb/>καὶ
                        θερμαίνεται πάνυ ὑπὸ τῆς κινήσιος τοῦ παιδίου σθεναρῆς <pb n="502"/> ἐούσης·
                        ταραχθὲν δὲ, πρῶτον μὲν ἔρχεται ἕξω· μετὰ δὲ τὸ παιδίον <lb/>ἰχὼρ παχὺς
                        αἱματώδης· καὶ ὑφήγησις ἐγένετο τούτῳ, ὥσπὲρ <lb/>ὕδατι ἐπὶ τραπέζης· ἔπειτα
                        δὲ μετ’ ἐκεῖνον ἀνὰ πάσας τὰς ἡμέρας <lb/>χωρέει ἡ κάθαρσις, ἕως τοῦ
                        εἰρημένου χρόνου, πλῆθος ἀττικὴ κοτύλη <lb/>ὅλη καὶ ἡμίσεια τὸ πρῶτον, ἢ
                        ὀλίγῳ πλεῖον ἢ ὀλίγῳ ἐλάσσον, <lb/>κατὰ λόγον τουτέου μέχρις ἂν λήξῃ. Χωρέει
                        δὲ αἷμα οἷον ἀπὸ <lb/>ἳερείου, ἢν ὑγιαίνῃ ἡ γυνὴ καὶ μέλλῃ ὑγιαίνειν, καὶ
                        ταχὺ πήγνυται· <lb/>ἢν δὲ μὴ ὑγιαίνῃ ἡ γυνὴ μηδὲ μέλλῃ ὑγιαίνειν, χωρέει ἡ
                        κάθαρσις <lb/>ἐλάσσων καὶ εἶδος πονηροτέρη, καὶ οὔ ταχὺ πήγνυται. Ὧδε δὲ
                        τοῦτο <lb/>ἔχει· ἤν τι ἡ γυνὴ ἐν γαστρὶ ἔχουσα νόσημα ἔχῃ μὴ ξυγγενὲς ἐὸν τῇ
                        <lb/>λοχείῃ καθάρσει, ἀπόλλυται· ἢν δὲ μὴ ἀποκαθαίρηται ἐν τῇσι πρόσθεν
                        <lb/>ἡμέρῃσιν εὐθὸς ὑγιεινὴ ἐοῦσα εἴτε καὶ μὴ, ἐσσυθῇ δέ οἱ ἡ κάθαρσις,
                        <lb/>εἴτε ὑπὸ φαρμάκων εἴτε καὶ αὐτομάτη ἐξαίφνης, κατὰ λόγον <lb/>τῶν
                        ἡμερέων χωρήσει ὧν οὐ χωρέει ἐς ἅπαξ· ἢν γὰρ μὴ ἀποκαθαίρηται <lb/>τὰ λόχια
                        ἡ γυνὴ, νοῦσος αὐτῇ μεγάλη ἔσται, καὶ κινδυνεύσει <lb/>ἀποθανεῖν, ἢν μὴ
                        μελεδαίνηται ἐν τάχει καὶ αὖθις αὐτῇ ἐπάγῃ τὴν <lb/>κάθαρσιν. Ταῦτα
                        εἰσενεγκάμην ὧδε διὰ τοῦτο, ὅκως ἀποφήνω ὅτι <lb/>τῶν παιδίων γίνεται ἡ
                        διάκρισις τῶν μελέων ἡ μακροτάτη ἐπὶ μὲν <lb/>τῇ κούρῃ ἐν τεσσαράκοντα καὶ
                        δυοῖν ἡμέρῃσιν, ἐπὶ δὲ τῷ κούρῳ ἐν <lb/>τριήκοντα ἡμέρῃσιν· ἱστόριον ἡ
                        κάθαρσις τῶν λοχίων, ὅτι ἐπὶ μὲν <pb n="504"/> τῇ κούρῃ γίνεται ἐν
                        τεσσαράκοντα καὶ δυοῖν ἡμέρῃσιν, ἐπὶ δὲ τῷ <lb/>κούρῳ ἐν τριήκοντα ἡμέρῃσιν
                        ἡ χρονιωτάτη. Μέλλω δὴ τὸ δεύτερον <lb/>νῦν ὀνομάζειν σαφηνίης ἕνεκα· φημὶ
                        γὰρ ἀνταποδίδοσθαι, ὅτι ἐν <lb/>τῇσι μήτρῃσιν ἐνεούσῃ τῇ γονῇ ἐλάχιστον αἷμα
                        ἔρχεται ἀπὸ τῆς γυναικὸς <lb/>ἐπὶ τὰς μήτρας θῆλυν γονὸν ἐχούσης ἐν
                        τεσσαράκοντα καὶ <lb/>δυοῖν ἡμέρῃσιν· ἐν γὰρ ταύτῃσι διαρθροῦται τὰ μέλεα
                        τῶν παιδίων· <lb/>ἀπὸ δὲ τούτου τοῦ χρόνου ἐπὶ πλεῖον ἔρχεται τὸ αἷμα· καὶ
                        ἐπὶ τῷ <lb/>κούρῳ πάλιν κατὰ λόγον τῶν τριήκοντα ἡμερέων ὧδε ἔχει. Ἕτερον
                        <lb/>δ’ ἱστόριον τόδε, ὅτι ταῦτά ἐστιν ἀληθέα· τῇσι πρώτῃσι τῶν ἡμερέων
                        <lb/>ὁκόταν ἡ γονὴ ἐς τὰς μήτρας πέσῃ, ἐλάχιστον αἷμα ἔρχεται <lb/>ἀπὸ τῆς
                        γυναικὸς ἐς τὰς μήτρας, ἔπειτα δὲ ἐπὶ πλεῖον· εἰ γὰρ ἀθρέον <lb/>καὶ πολὺ
                        ἔλθοι ἐς ἅπαξ, οὐκ ἂν δύναιτο ἡ γονὴ πνοὴν ἔχειν, ἀλλ’ <lb/>ἀποπνιγείη ἂν
                        τοῦ αἵματος ἰόντος πολλοῦ. Ἀνταποδίδοται δὲ ἐν τῇ <lb/>καθάρσει τοὐναντίον·
                        χωρέει γὰρ ἡ κάθαρσις τῶν λοχίων ἐν τῇσι <lb/>πρώτῃσι τῶν ἡμερέων πλείστη,
                        εἶτα ἐπ’ ἐλάσσω, ἕως ἂν λήξῃ. <lb/>Πολλαὶ δὲ γυναῖκες ἤδη διέφθειραν κοῦρον
                        ὀλίγῳ πρόσθεν τριήκοντα <lb/>ἡμερέων, καὶ ἄναρθρον ἐφαίνετο· ὑκόσα δὲ
                        ὕστερον ἢ ἅμα <lb/>τῇσι τριήκοντα ἡμέρῃσι, διηρθρωμένα ἐφαίνετο ἐόντα· καὶ
                        ἐπὶ τῇ <lb/>κούρῃ κατὰ λόγον τῶν τεσσαράκοντα καὶ δύο ἡμερέων, ὁκόταν
                        <lb/>διαφθαρῇ, φαίνεται ἡ διάρθρωσις τῶν μελέων· ἤν τε πρόσθεν φθαρῇ <lb/>τὸ
                        παιδίον ἤν τε ὕστερον, ὧδε φαίνεται καὶ λόγῳ καὶ ἀνάγκῃ ἡ <lb/>διάρθρωσις
                        ἐοῦσα, ἐπὶ μὲν τῇ κούρῃ ἐν τεσσαράκοντα καὶ δύο ἡμέρῃσιν, <lb/>ἐπὶ δὲ τῷ
                        κούρῳ ἐν τριήκοντα· ἱστορέουσι γὰρ αἱ ἐξαμβλώσιες <lb/>τῶν παιδίων καὶ τῶν
                        λοχίων αἱ καθάρσιες. Αἴτιον δέ ἐστιν <lb/>ὅτι τὸ θῆλυ πήγνυται ὕστερον καὶ
                        διαρθροῦται, ὅτι ἡ γονὴ ἀσθενεστέρη <lb/>ἐστὶ καὶ ὑγροτέρη τῆς θηλείης ἢ τοῦ
                        ἄρσενος· καὶ ἀνάγκη <lb/>ἐστὶ κατὰ τοῦτον τὸν λόγον ὕστερον πήγνυσθαι τὸ
                        θῆλυ ἢ τὸ ἄρσεν· <pb n="506"/> καὶ ἡ κάθαρσις χρονιωτέρη τούτου εἵνεκεν ἐπὶ
                        τῇ θηλείῃ γίνεται <lb/>ἢ ἐπὶ τῷ ἄρσενι. Ἀναβήσομαι δὲ αὖθις ὀπίσω ὅθεν
                        ἀπέλιπον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ὁκόταν δὲ διαρθρωθῇ τὸ παιδίον, τὰ εἴδεα τῶν μελέων, αὐξομένου
                        <lb/>αὐτοῦ, τά τε ὀστέα ἐπισκληρότερα γίνεται, καὶ κοιλαίνεται· <lb/>καὶ
                        ταῦτα ὑπὸ τοῦ πνεύματος γίνεται· κοῖλα δὲ ἐόντα ἕλκει ἐς <lb/>ἑωυτὰ ἀπὸ τῶν
                        σαρκῶν τοῦ αἱμάλωπος τὸ πιότατον. Καὶ χρόνῳ <lb/>διοζοῦται αὖθις τὰ ἄκρα τῶν
                        ὀστέων, ὥσπερ δενδρέου τὰ ἀκρότατα <lb/>ὕστατα ὀζοῦται· οὕτω καὶ τοῦ παιδίου
                        διίστανται ἀπ’ ἀλλήλων οἱ <lb/>δάκτυλοι τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῷν. Καὶ ἐπὶ δ’
                        αὖ τῶν ἄκρων οἱ <lb/>ὄνυχες φύονται· τελευτῶσι γὰρ αἱ φλέβες αἱ τοῦ ἀνθρώπου
                        πᾶσαι ἐς <lb/>τοὺς δακτύλους τῶν ποδῶν καὶ τῶν χειρῶν, καὶ παχύταται μέν
                        εἰσιν <lb/>αἱ ἐν τῷ σώματι φλέβες, αἱ ἐν τῇ κεφαλῇ, ἔπειτα δὲ ἐν τοῖσι
                        σκέλεσι <lb/>καὶ τοῖσι βραχίοσι καὶ τοῖσι πήχεσιν, ἐν δὲ τοῖσι ποσὶ καὶ
                        <lb/>τῇσι χερσὶ λεπτόταται καὶ πυκνόταται καὶ πλεῖσται φλέβες εἰσὶ καὶ
                        <lb/>νεῦρα λεπτότατα καὶ πυκνότατα καὶ πλεῖστα, καὶ ὀστέα ἐλάχιστα <lb/>τῷ
                        μεγέθει· τῶν δὲ χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν ἐν τοῖσι δακτύλοισι ταῦτα <lb/>μάλιστά
                        ἐστιν. Ἐκ δὲ τῶν δακτύλων ἅτε πυκνὰ ἐχόντων ὀστέα <lb/>σμικρὰ καὶ φλέβας καὶ
                        νεῦρα οὕτως, οἱ ὄνυχες φύονται ἐξ αὐτῶν <lb/>λεπτοὶ καὶ πυκνοί· καὶ
                        ἀπολαμβάνουσι τῶν φλεβῶν τὰ ἄκρα, ὥστε <lb/>μηκέτι αὔξεσθαι αὐτὰς μηδὲ
                        προέχειν ἑτέρην ἑτέρης· ὥστε μὴ θαυμάζειν <lb/>ὅτι οἱ ὄνυχες ἐξωτάτω τοῦ
                        σώματος πυκνότατοί εἰσιν, ἐκ γὰρ <lb/>τῶν πυκνοτάτων εἰσίν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ἅμα δὲ τοῖσιν ὄνυξι καὶ αἱ τρίχες ἐν τῇ κεφαλῇ ῥιζοῦνται· <lb/>ἔχει δὲ
                        ὧδε τὰ ἀμφὶ τῶν τριχῶν τῆς φύσιος· φύονται μὲν γὰρ μέγισται <lb/>καὶ
                        πλεῖσται, ὅκου τοῦ σώματος ἡ ἐπιδερμὶς ἀραιοτάτη ἐστὶ <lb/>καὶ ὅκου ἡ θρὶξ
                        μετρίην ἰκμάδα ἐς τὴν τροφὴν ἔχει. Καὶ ὅκου ἡ ἐπιδερμὶς <pb n="508"/>
                        ὕστερον ἀραιὴ γίνεται, ἐκεῖ καὶ ὕστερον αἱ τρίχες φύονται, <lb/>ἐπί τε τῷ
                        γενείῳ καὶ τῇ ἥβῃ καὶ εἴπου ἄλλοθι. Ἅμα γὰρ τῷ γόνῳ <lb/>γινομένῳ ἡ σὰρξ
                        ἀραιὴ γίνεται καὶ ἡ ἐπιδερμὶς, καὶ τὰ φλέβια <lb/>στομοῦται μᾶλλον ἢ ἐν τῷ
                        πρὶν χρόνῳ· παιδὶ γὰρ ἐόντι λεπτῶν τῶν <lb/>φλεβίων ἐόντων, οὐκ ἐκχωρέει δι’
                        αὐτῶν ἡ γονή· καὶ τῇσι παρθένοισι <lb/>περὶ, τῶν καταμηνίων ωὑτὸς· λόγος·
                        ἅμα δὲ ὁδὸς προσγίνεται, <lb/>καὶ τοῖσι καταμηνίοισι καὶ τῇ γονῇ· καὶ
                        τριχοῦται ἡ ἥβη τοῦ παιδὸς <lb/>καὶ τῆς παρθένου, ἀραιῆς τῆς ἐπιδερμίδος
                        γενομένης· καὶ ἅμα <lb/>ἡ θρὶξ ἰκμάδα μετρίην ἐς τὴν τροφὴν ἔχει καὶ οὐκ
                        ἐλάσσονα. Οὕτω, <lb/>δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ γενείου τοῦ ἀνδρὸς ἔχει· ἀραιὴ γὰρ
                        γίνεται ἡ ἐπιδερμὶς, <lb/>χωρεούσης ἐς αὐτὴν τῆς ἰκμάδος ἀπὸ τῆς κεφαλῆς·
                        ἅμα μὲν· <lb/>γὰρ καὶ ἐν τῇ λαγνείῃ, ἅμα δὲ καὶ ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ ἡ θρὶξ
                        μετρίην <lb/>ἔχει τὴν ἰκμάδα ἐς τὴν τροφὴν τότε μάλιστα, ὁκόταν ὁ χρόνος
                        <lb/>ἐγγένηται τῷ ὑγρῷ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς καταβαίνοντι ἐν τῇ λαγνείῃ,
                        <lb/>ἀπεχόντων τῶν στηθέων, ἐπὶ τὸ γένειον. Σημήϊον δὲ ὅτι ἐν τοῖσιν
                        <lb/>ἀραιοτάτοισι τῆς ἐπιδερμίδος φύονται αἱ τρίχες· εἴ τις ἐθέλοι ἐπικαῦσαι
                        <lb/>τὴν ἐπιδερμίδα καὶ φλύκταιναν μοῦνον ποιῆσαι καὶ ὑγιῆναι, <lb/>πυκνὴ
                        γενομένη ἡ ἐπιδερμὶς κατὰ τὴν οὐλὴν τὰς τρίχας οὐκ ἐκφύσει. <lb/>Ὁκόσοι δὲ
                        εὐνοῦχοι παῖδες ἐόντες γίνονται, διὰ τοῦτο οὔτε ἡβῶσιν, <lb/>οὔτε γεγειῶσι,
                        λεῖοί τε γίνονται ὅλοι, ὅτι ἡ ὁδὸς τῇ γονῇ οὐκ ἐπιγενομένη <lb/>οὐκ ἀραιοῖ
                        τὴν ἐπιδερμίδα ἐπὶ τῷ ξύμπαντι δέρματι· <lb/>ἀπολέλαπται γὰρ ἡ ὁδὸς τῆς
                        γονῆς, ὥσπερ μοι εἴρηται ὀλίγῳ πρότερον. <lb/>Καὶ αἱ γυναῖκες δὲ λεῖαι
                        γίνονται τό τε γένειον καὶ τὸ σῶμα, <lb/>ὅτι ἐν τῇ λαγνείῃ σφέων τὸ ὑγρὸν
                        οὐχ ὁμοίως κλονεόμενον ὡς τὸ τοῦ <pb n="540"/> ἀνδρὸς τὴν ἐπιδερμίδα οὐ
                        ποιέει ἀραιήν. Ὁκόσοι δὲ φαλακροὶ γίνονται, <lb/>οὗτοι δὴ φλεγματώδεές εἰσι·
                        καὶ ἐν τῇ κεφαλῇ αὐτέων ἅμα τῇ <lb/>λαγνείῃ κλονεόμενον καὶ θερμαινόμενον τὸ
                        φλέγμα, προσπῖπτον <lb/>πρὸς τὴν ἐπιδερμίδα καίει τῶν τριχῶν τὰς ῥίζας, καὶ
                        ἐκρέουσιν αἱ <lb/>τρίχες· οἱ δὲ εὐνοῦχοι διὰ τοῦτο οὐ γίνονται φαλακροὶ, ὅτι
                        σφέων οὐ <lb/>γίνεται κίνησις ἰσχυρὴ, οὐδὲ θερμαινόμενον τὸ φλέγμα ἐν τῇ
                        λαγνείῃ <lb/>καίει τῶν τριχῶν τὰς ῥίζας. Αἱ δὲ πολιαὶ διὰ τοῦτο γίνονται,
                        ὅτι <lb/>ἐν πολλῷ χρόνῳ διικνευμένου τοῦ ὑγροῦ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ, ἀποκρίνεται
                        <lb/>τὸ λευκότατον καὶ πίπτει πρὸς τὴν ἐπιδερμίδα· καὶ ἡ θρὶξ λευκοτέρην
                        <lb/>ἰκμάδα ἕλκουσα ἢ ἐν τῷ πρὶν χρόνῳ λευκοτέρη γίνεται, <lb/>καὶ ἡ
                        ἐπιδερμὶς, ὅκου αἱ πολιαί εἰσι, λευκοτέρη τῆς ἄλλης γίνεται· <lb/>καὶ ὁκόσοι
                        ἐκ γενετῆς πολιόν τι ἔχουσιν ἐν τῇ κεφαλῇ, κείνοισιν <lb/>ἡ ἐπιδερμὶς, ὅκου
                        αἱ πολιαί εἰσι, λευκοτέρη τῆς ἄλλης ἐστίν· <lb/>ἐκεῖ γὰρ τὸ λευκότατον ὑγρόν
                        ἐστιν. Ἔχει δὲ καὶ τόδε ὧδε· ὁκοίην <lb/>ἂν ἡ σὰρξ ἰκμάδα ἕλκῃ, ἤν τε λευκὴν
                        ἤν τε πυῤῥὴν ἤν τε μέλαιναν, <lb/>τοιαύτη τὴν χροιὴν καὶ ἡ θρὶξ γίνεται.
                        Ταῦτα δέ μοι ἐς τοῦτο <lb/>εἴρηται. Ἐλεύσομαι δὲ αὖθις ἐς τὸ ἐπιλειπὲς τοῦ
                        λόγου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Ὅταν δὲ δὴ τὰ ἄκρα τοῦ σώματος τοῦ παιδίου ὀζωθῇ ἔξω, <lb/>καὶ οἱ ὄνυχες
                        καὶ αἱ τρίχες ἐῤῥιζώθησαν, τότε δὴ καὶ κινέεται, καὶ <lb/>ὁ χρόνος ἐς τοῦτο
                        γίνεται τῷ μὲν ἄρσενι τρεῖς μῆνες, τῇ δὲ θηλείῃ <lb/>τέσσαρες· ὧδε γὰρ ὡς
                        ἐπιτοπλεῖστον ξυμβαίνει· ἔστι δ’ ἃ καὶ πρόσθεν <lb/>τῶν παιδίων τουτέου τοῦ
                        χρόνου κινέεται. Κινέεται δὲ πρόσθεν <lb/>τὸ ἄρσεν, ὅτι ἐστὶν ἰσχυρότερον
                        τοῦ θήλεος· καὶ πρόσθεν πήγνυται <lb/>τὸ ἄρσεν, ἀπὸ γὰρ ἰσχυροτέρης καὶ
                        παχυτέρης γονῆς γίνεται. Ὁκόταν <lb/>δὲ κινηθῇ τὸ ἔμβρυον, τότε δὴ
                        ἐπισημαίνει καὶ τὸ γάλα τῇ μητρί· <pb n="512"/> οἱ γὰρ μαζοὶ ἀείρονται, καὶ
                        αἱ θηλαὶ ὀργῶσι· τὸ δὲ γάλα οὐ χωρέει· <lb/>καὶ τῇσι μὲν πυκνοσάρκοισι τῶν
                        γυναικῶν ὕστερον τὸ γάλα ἐπισημαίνει <lb/>καὶ ἔρχεται, τῇσι δὲ ἀῥαιοσάρκοισι
                        πρόσθεν. Δι’ ἀνάγκην <lb/>δὲ τοιήνδε γίνεται τὸ γάλα· ὁκόταν αἱ μῆτραι
                        ὀγκηραὶ ἐοῦσαι ὑπὸ <lb/>τοῦ παιδίου πιέζωσι τὴν κοιλίην τῆς γυναικὸς, τῆς δὲ
                        κοιλίης πλήρεος <lb/>ἐούσης ὁ ἐκπιεσμὸς γένηται, ἀποπιδύει τὸ πιότατον ἀπό
                        γε <lb/>τῶν βρωτῶν καὶ τῶν ποτῶν ἔξω ἐς τὸ ἐπίπλοον καὶ τὴν σάρκα· ὥσπερ
                        <lb/>δέρμα εἴ τις ἀλείψειεν ἐλαίῳ πολλῷ καὶ ἐῴη ἀναπιεῖν, καὶ, <lb/>ἐπὴν
                        ἀναπίῃ, πιέζῃ τὸ δέρμα, διαπιδύοι ἂν πιεζευμένου τοῦ δέρματος <lb/>ἔξω τὸ
                        ἔλαιον· οὕτω δὴ καὶ τῆς κοιλίης τὸ πιαρὸν ἐν αὐτῇ ἐχούσης <lb/>ἀπὸ τῶν
                        βρωτῶν καὶ τῶν ποτῶν, πιεζευμένης ὑπὸ τῶν μητρέων, <lb/>διαπιδύει τὸ πῖαρ ἐς
                        τὸ ἐπίπλοον καὶ ἐς τὴν σάρκα. Κἢν <lb/>ἀραιόσαρκος ἔῃ ἡ γυνὴ, θᾶσσον
                        αἰσθάνεται τῆς διαπιδύσιος· ἢν δὲ <lb/>μὴ, ὕστερον. Καὶ τὰ ἐν γαστρὶ ἔχοντα
                        κτήνεα, ἢν μή τι νοσέῃ, <lb/>ὑπὸ τοῦ αὐτέου ποτοῦ καὶ σίτου πιότερα γίνεται
                        διὰ τοῦτο· ὁμοίως <lb/>δὲ καὶ ἡ γυνή. Ἀπὸ τοῦ πίονος διαθερμαινομένου καὶ
                        λευκοῦ ἐόντος <lb/>τὸ γλυκαινόμενον ἀπὸ τῆς θέρμης τῆς ἀπὸ τῶν μητρέων
                        ἀποθλιβόμενον <lb/>ἔρχεται ἐς τοὺς μαζούς· καὶ ἐς τὰς μήτρας δὲ ὀλίγον
                        ἔρχεται <lb/>διὰ τῶν αὐτέων φλεβῶν· τείνουσι γὰρ ἐς τοὺς μαζοὺς καὶ ἐς τὰς
                        <lb/>μήτρας φλέβια ταὐτά τε καὶ παραπλήσια ἄλλα. Καὶ ὁκόταν· ἀφίκηται
                        <lb/>ἐς τὰς μήτρας, ἰδέην ἴσχει τοῦ γάλακτος, καὶ τὸ παιδίον ἀπ’ αὐτοῦ
                        <lb/>ἐπαυρίσκεται ὀλίγον, οἱ δὲ μαζοὶ δεχόμενοι τὸ γάλα ἀείρονται
                        πιμπλάμενοι· <lb/>καὶ ὁκόταν τέκῃ, ἀρχῆς κινήσιος ὑπογενομένης, χωρέει <pb n="514"/> τὸ γάλα ἐς τοὺς μαζοὺς τούτους, ἢν θηλάζῃ. Ἔχει γὰρ οὕτω·
                        θηλαζομένοιν <lb/>τοῖν μαζοῖν εὐροώτερα γίνεται τὰ φλέβια ἐς τοὺς μαζούς·
                        <lb/>εὐροώτερα δὲ γενόμενα, ἀπὸ τῆς κοιλίης ἕλκοντα τὸ πιαρὸν, τοῖν
                        <lb/>μαζοῖν διαδιδόασι. Καὶ γὰρ καὶ ὁ ἀνὴρ ἢν λαγνεύῃ πολλὰ, εὐροώτερα
                        <lb/>γινόμενα τὰ φλέβια μᾶλλον ἐπάγει τὴν λαγνείην. </p></div></div></body></text></TEI>