<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg024b.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><head>ΠΕΡΙ ΦΥΣΙΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ.</head><p>12. Ἢν ἡ γονὴ μείνῃ ἀπ’ ἀμφοῖν ἐν τῇσι μήτρῃσι τῆς γυναικὸς, <lb/>πρῶτον μὲν
                        μίσγεται ὁμοῦ, ἅτε τῆς γυναικὸς οὐκ ἀτρεμεούσης, καὶ <lb/>ἀθροίζεται καὶ
                        παχύνεται θερμαινομένη. Ἔπειτα πνεῦμα ἴσχει, ἅτε <lb/>ἐν θερμῷ ἐοῦσα, ἔπειτα
                        τῆς μητρὸς πνεούσης, ἔπειτα δὲ τοῦ πνεύματος <lb/>ὅταν πλησθῇ, ὁδόν οἱ αὐτὸ
                        ἑωυτῷ ἔξω ποιέει κατὰ μέσου <lb/>τῆς γονῆς, ᾗ τὸ πνεῦμα ἔξεισιν· ὅταν δὲ
                        ὁδὸς γένηται τῷ πνεύματι <lb/>ἔξω θερμῷ ἐόντι, αὖθις ἕτερον ψυχρὸν εἰσπνέει
                        ἀπὸ τῆς μητρός· καὶ <lb/>τοῦτο ποιέει διὰ παντὸς τοῦ χρόνου. Θερμαίνεται μὲν
                        γὰρ ἅτε ἐν <lb/>θερμῷ ἐοῦσα· ψυχρὸν δὲ ἴσχει ἀπὸ τῆς μητρὸς πνεούσης· πάντα
                        δὲ <lb/>ὁκόσα θερμαίνεται πνεῦμα ἴσχει. Τὸ δὲ πνεῦμα ῥήγνυσι καὶ ποιέει
                        <lb/>οἱ ὁδὸν αὐτὸ ἑωυτῷ καὶ χωρέει ἔξω· αὐτὸ δὲ τὸ θερμαινόμενον ἕλκει
                        <lb/>ἐς ἑωυτὸ αὖθις ἕτερον πνεῦμα ψυχρὸν διὰ τῆς ῥαγῆς, ἀφ’ οὗ τρέφεται.
                        <lb/>Τοῦτο δὲ γίνεται καὶ ἐπὶ τῶν ξύλων καὶ ἐπὶ τῶν φύλων καὶ <lb/>βρωτῶν
                        καὶ ποτῶν ὁκόσα θερμαίνεται ἰσχυρῶς. Ἐννοῆσαι δὲ παρέξει <lb/>ξύλα καιόμενα·
                        ἅπαντα μὲν γὰρ τὰ ξύλα ποιήσει τοῦτο, μάλιστα <lb/>δὲ τὰ ὑπόχλωρα· μεθίησι
                        γὰρ κατὰ τὴν τομὴν πνεῦμα· τὸ δὲ πνεῦμα <lb/>ὁκόταν ἔξω χωρήσῃ, ἑλίσσεται
                        περὶ τὴν τομήν· καὶ τοῦτο γινόμενον <lb/>ὁρέομεν ἀεί. Δῆλος οὖν ὁ ἐκλογισμός
                        ἐστι τοῦ πνεύματος, ὅτι ἐν τῷ <lb/>ξύλῳ ἐὸν θερμὸν ἀντισπᾷ ἕτερον ψυχρὸν,
                        ἀφ’ οὗ τρέφεται, ἐς <lb/>ἑωυτὸ, καὶ ἀπὸ ἑωυτοῦ ἀφίησιν· εἰ μὲν γὰρ μὴ
                        ἀντέσπα, οὐκ ἂν τὸ <lb/>πνεῦμα εἱλίσσετο ἔξω ἰόν· πᾶν γὰρ τὸ θερμὸν τῷ ψυχρῷ
                        τρέφεται <lb/>τῷ μετρίῳ· καὶ ὁκόταν διαθερμανθῇ τὸ ὑγρὸν τὸ ἐν τῷ ξύλῳ
                        ἐνεὸν, <lb/>πνεῦμα γενόμενον χωρέει ἔξω· καὶ τῇδε ἐξιὸν ἔξω τὸ θερμὸν τὸ ἐν
                        <lb/>τῷ ξύλῳ ἐνεὸν ἀντισπᾷ ἕτερον ψυχρὸν, ἀφ’ οὗ τρέφεται. Ποιέει δὲ <pb n="488"/> τοῦτο καὶ φύλλα χλωρὰ, ὅταν καίηται, πνεῦμα γὰρ ἴσχει· ἔπειτα
                        <lb/>ῥήγνυσι τὸ πνεῦμα καὶ ὁδὸν ποιέεται καὶ χωρέει ἔξω ἑλισσόμενον,
                        <lb/>χωρέον δὲ ψόφον παρέχει, ᾗ τὴν εἰσπνοὴν ποιέεται· καὶ χέδροπα <lb/>καὶ
                        σῖτος καὶ ἀκρόδρυα θερμαινόμενα πνεῦμα ἴσχει, καὶ ἔξω ἐξέρχεται <lb/>ῥαγὴν
                        ποιησάμενον· καὶ ἢν νοτερὰ ἔῃ, πλέον τὸ πνεῦμα <lb/>ἀφίησι καὶ τὴν ῥαγὴν
                        μέζω ποιέεται. Καὶ τί δεῖ μακρηγορέειν; <lb/>πάντα γὰρ ὁκόσα θερμαίνεται,
                        πνεῦμα ἀφίησι, καὶ ἕτερον ψυχρὸν <lb/>κατὰ τοῦτο ἀντισπᾷ, ἀφ’ οὗ τρέφεται·
                        καὶ αὗταί μοι ἀνάγκαι προηγμέναι <lb/>εἰσὶν, ὅτι ἡ γονὴ θερμαινομένη ἐν τῇσι
                        μήτρῃσι πνεῦμα ἴσχει <lb/>καὶ ἀφίησιν· ἅμα δὲ καὶ ἀπὸ τῆς μητρὸς πνεούσης
                        πνοὴν ἴσχει καὶ ἡ <lb/>γονή· ὁκόταν γὰρ ἡ μήτηρ ψυχρὸν ἑλκύσῃ ἐς ἑωυτὴν ἀπὸ
                        τοῦ ἠέρος, <lb/>ἐπαυρίσκεται ἡ γονή· θερμὴ δέ ἐστιν ἅτε δὴ ἐν θερμῷ ἐοῦσα·
                        καὶ <lb/>τότε δὴ πνεῦμα ἴσχει καὶ ἀφίησι. Καὶ ἡ γονὴ ὑμενοῦται φυσωμένη·
                        <lb/>περιτέταται γὰρ ἀμφ’ αὐτὴν τὸ ἔξωθεν, συνεχὲς γινόμενον, ἅτε γλίσχρον
                        <lb/>ἐὸν, ὥσπερ ἐπ’ ἄρτῳ ὀπτωμένῳ, λεπτὸν ἐξίσταται ἐπιπολῆς ὑμενοειδές·
                        <lb/>θερμαινόμενος γὰρ καὶ φυσώμενος ὁ ἄρτος αἴρεται· ᾗ δ’ ἂν <lb/>φυσᾶται,
                        κείνῃ τὸ ὑμενοειδὲς γίνεται. Τῇ δὲ γονῇ θερμαινομένῃ καὶ <lb/>φυσωμένῃ πάσῃ
                        ὑμὴν ἔξωθεν περιγίνεται, κατὰ δὲ τὸ μέσον τῆς <lb/>γονῆς τῷ πνεύματι δίοδος
                        καὶ ἔξω καὶ ἔσω γίνεται διὰ τοῦ ὑμένος· <lb/>καὶ ταύτῃ τοῦ ὑμένος ἀπέχει τὸ
                        λεπτὸν, καὶ τῆς γονῆς ἐν αὐτοῖσιν <lb/>ὀλίγιστόν ἐστιν· αὕτη δὲ ἡ ἄλλη γονὴ
                        στρογγύλη ἐστὶν ἐν ὑμένι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Καὶ μὴν ἓξ ἡμέρας μείνασαν ἐν τῇ γαστρὶ γονὴν καὶ ἔξω <pb n="490"/>
                        πεσοῦσαν αὐτὸς εἶδον· καὶ ὁκοίη μοι ἐφαίνετο ἐν τῇ γνώμῃ τότε, <lb/>ἀπ’
                        ἐκείνων τὰ λοιπὰ τεκμήρια ποιεῦμαι· ὡς δὲ εἶδον τὴν γονὴν <lb/>ἑκταίην
                        ἐοῦσαν ἐγὼ διηγήσομαι. Γυναικὸς οἰκείης. μουσοεργὸς ἦν <lb/>πολύτιμος, παρ’
                        ἄνδρας φοιτέουσα, ἣν οὐκ ἔδει λαβεῖν ἐν γαστρὶ, <lb/>ὅκως μὴ ἀτιμοτέρη ἔῃ·
                        ἠκηκόει δὲ ἡ μουσοεργὸς, ὁκοῖα αἱ <lb/>γυναῖκες λέγουσι πρὸς ἀλλήλας· ἐπὴν
                        γυνὴ μέλλῃ λήψεσθαι ἐν γαστρὶ, <lb/>οὐκ ἐξέρχεται ἡ γονὴ, ἀλλ’ ἔνδον μένει·
                        ταῦτα ἀκούσασα <lb/>ξυνῆκε καὶ ἐφύλασσεν αἰεὶ, καί κως ᾔσθετο οὐκ ἐξιοῦσαν
                        τὴν γονὴν, <lb/>καὶ ἔφρασε τῇ δεσποίνῃ, καὶ ὁ λόγος ἦλθεν ἕως ἐμέ· καὶ ἐγὼ
                        ἀκούσας <lb/>ἐκελευσάμην αὐτὴν πρὸς πυγὴν πηδῆσαι, καὶ ἑπτάκις ἤδη
                        <lb/>ἐπεπήδητο, καὶ ἡ γονὴ κατεῤῥύη ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ψόφος ἐγένετο,
                        <lb/>κἀκείνη δὲ ἰδοῦσα ἐθεῆτο καὶ ἐθαύμασεν. Ὁκοῖον δὲ ἦν ἐγὼ ἐρέω,
                        <lb/>οἷον εἴ τις ὠοῦ ὠμοῦ τὸ ἔξω λεπύριον περιέλοι, ἐν δὲ τῷ ἔνδον ὑμένι
                        <lb/>τὸ ἔνδον ὑγρὸν διαφαίνοιτο· ὁ τρόπος μέν τις ἦν τοιοῦτος ἅλις εἰπεῖν·
                        <lb/>ἦν δὲ καὶ ἐρυθρὸν καὶ στρογγύλον· ἐν δὲ τῷ ὑμένι ἐφαίνοντο
                        <lb/>ἐνεοῦσαι ἶνες λευκαὶ καὶ παχεῖαι, εἰλημμέναι· ξὺν ἰχῶρι παχέϊ καὶ
                        <lb/>ἐρυθρῷ, καὶ ἀμφὶ τὸν ὑμένα ἔξωθεν αἱμάλωπες· κατὰ δὲ τὸ μέσον <lb/>τοῦ
                        ὑμένος ἀπεῖχε λεπτὸν ὅ τί μοι ἐδόκεεν εἶναι ὀμφαλὸς, κἀκείνῳ <lb/>τὴν πνοὴν
                        καὶ εἴσω καὶ ἔξω ποιέεσθαι τὸ πρῶτον· καὶ ὁ ὑμὴν ἐξ <pb n="492"/> ἐκείνου
                        ἐτέτατο ἅπας περιέχων τὴν γονήν. Τοιαύτην μὲν ἐγὼ εἶδον <lb/>ἑκταίην οὖσαν
                        τὴν γονήν. Ἐρέω δὲ καὶ ἄλλην διάγνωσιν ὀλίγον <lb/>ἐπὶ τούτῳ ὕστερον,
                        ἐμφανέα παντὶ τῷ βουλομένῳ εἰδέναι τούτου <lb/>πέρι, καὶ ἱστόριον παντὶ τῷ
                        ἐμῷ λόγῳ, ὅτι ἐστὶν ἀληθὴς, ὡς εἰπεῖν <lb/>ἄνθρωπον περὶ τοιούτου πράγματος.
                        Καὶ ταῦτα μὲν ἐς τοῦτό <lb/>μοι εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ὅτι δὲ ἡ γονὴ ἐν ὑμένι ἐστὶ, καὶ πνοὴν ἔχει καὶ εἴσω καὶ <lb/>ἔξω, καὶ
                        αὔξεται ὑπὸ τῆς μητρὸς τοῦ αἵματος κατιόντος ἐπὶ τὰς <lb/>μήτρας· τὰ γὰρ
                        καταμήνια οὐ χωρέει, ὁκόταν γυνὴ λάβῃ πρὸς <lb/>ἑωυτὴν, ἢν μέλλῃ τὸ παιδίον
                        ὑγιαίνειν, εἰ μὴ ἔστιν ᾗσιν ἐπισημαίνε, <lb/>τὸν πρῶτον μῆνα ὁκόσον ὀλίγον·
                        ἀλλὰ κατιὸν τὸ αἷμα ἀπὸ παντὸς <lb/>τοῦ σώματος τῆς γυναικὸς κυκλόσε
                        περιίσταται περὶ τὸν ὑμένα ἔξω. <lb/>Ἅμα δὲ τῇ πνοῇ ἑλκομένου εἴσω τοῦ
                        αἵματος διὰ τοῦ ὑμένος, κατὰ <lb/>τὸ τετρημένον καὶ ἀπέχον συμπήγνυται καὶ
                        αὔξει τὸ μέλλον ζῶον <lb/>ἔσεσθαι. Ὁκόταν δὲ χρόνος ἐγγένηται, αὖθις ἕτεροι
                        ὑμένες εἴσω <lb/>τοῦ πρώτου ὑμένος λεπτοὶ περιτείνονται πολλοὶ, τρόπῳ
                        τοιούτῳ <lb/>οἵῳ καὶ ὁ πρῶτος ὁμὴν ἐγένετο· τεταμένοι δέ εἰσι καὶ οὗτοι ἀπὸ
                        τοῦ <lb/>ὀμφαλοῦ, καὶ ἐς ἀλλήλους διαδέσμους ἔχουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ὁκόταν δὲ ἤδη τοῦτο γένηται, κατιόντος τοῦ αἵματος ἀπὸ <lb/>τῆς μητρὸς
                        καὶ πηγνυμένου, σὰρξ γίνεται· κατὰ δὲ μέσον τῆς σαρκὸς <lb/>ὁ ὀμφαλὸς
                        ἀπέχει, δι’ οὗ πνέει καὶ τὴν αὔξησιν ἰσχει. Ἡ δὲ <lb/>γυνὴ ὁκόταν ἐν γαστρὶ
                        ἔχῃ, ὑπὸ τῶν καταμηνίων μὴ χωρεόντων <lb/>διὰ τόδε οὐ πονέεται ὅτι τὸ αἷμα
                        οὐ ταράσσεται, βύζην ἀπιὸν κατὰ <pb n="494"/> μῆνα ἕκαστον· ἀλλὰ χωρέει
                        ἡσυχῇ κατ’ ὀλίγον ἄνευ πόνου καθ’ ἡμέρην <lb/>ἐς τὰς μήτρας· καὶ τὸ ἔνδον ἐν
                        τῇσι μήτρῃσιν ἐνεὸν αὔξεται. <lb/>Καθ’ ἡμέρην δὲ ἑκάστην τούτου ἕνεκα
                        χωρέεν, ἀλλ’ οὐκ ἐς ἅπαξ <lb/>κατὰ μῆνα, ὅτι ἐν τῇσι μήτρῃσίν ἡ γονὴ ἐνεοῦσα
                        ἑλκει ἀπὸ τοῦ σώματος <lb/>αἰεὶ, ὅκως ἂν καὶ δυνάμιος ἔχη. Ταύτῃ καὶ ἡ πνοή·
                        καὶ τὸ <lb/>μὲν πρῶτον σμικρὴ ἡ πνοὴ γίνεται, καὶ τὸ αἷμα ὀλίγον χωρέει ἀπὸ
                        <lb/>τῆς μητρός· ὁκόταν δὲ ἡ πνοὴ ἐπὶ πλεῖον γίνηται, μᾶλλον, ἕλκει τὸ
                        <lb/>αἷμα. καὶ ἐπὶ πλεῖον κατέρχεται ἐς τὰς μήτρας. Τῇσι δὲ ἐν γαστρὶ
                        <lb/>μὴ ἐχούσῃσι, ὁκόταν τὰ καταμήνια μὴ χωρέῃ, διὰ τόδε ὁ πόνος γίνεται·
                        <lb/>πρῶτα μὲν ταράσσεται τὸ αἷμα ἐν τῷ σώματι κατὰ μῆνα <lb/>ἕκαστον, ὑπὸ
                        ἀνάγκης τοιῆσδε· ὅτι μὴν μηγὸς διαφέρει πουλὺ καὶ <lb/>κατὰ ψύξιν καὶ κατὰ
                        θερμασίην, καὶ τούτου αἰσθάνεται τῆς γυναικὸς <lb/>τὸ σῶμα, ὑγρότερον γάρ
                        ἐστιν ἢ τὸ τοῦ ἀνδρὸς, καὶ ταραχθέντος τοῦ <lb/>αἵματος καὶ πληρώσαντος τὰς
                        φλέβας, ἀπέρχεται ἀπ’ αὐτοῦ, καί <lb/>πως τοῦτο ἐν τῇ ἀρχῇ τῇ φύσει ὑπῆρξεν.
                        Ὥστε, ἢν μὲν ἀποκενῶται <lb/>τοῦ αἵματος. ἡ γυνὴ, λαμβάνει ἐν γαστρί· ἢν δὲ
                        πλήρης ἔῃ, οὔ· <lb/>κενεῶν γὰρ τῶν μητρέων καὶ τῶν φλεβῶν γενομένων τοῦ
                        αἵματος, <lb/>λαμβάνουσι πρὸς σφᾶς αἱ γυναῖκες τοὺς παῖδας· μετὰ γὰρ τῶν
                        καταμηνίων <lb/>τὴν κάθαρσιν αἱ γυναῖκες μάλιστα λαμβάνουσιν ἐν γαστρί·
                        <lb/>αἴτιον δὲ τὸ εἰρημένον. Ὁκόταν δὲ ταραχθὲν τὸ αἷμα καὶ <lb/>ἀποκριθὲν
                        μὴ χωρέῃ ἔξω, ἀλλ’ ἐς τὰς μήτρας, αἱ δὲ μῆτραι μὴ χαλῶσι, <lb/>θερμαινόμεναι
                        δὴ, ὑπὸ τοῦ αἵματος χρονίζοντος αἱ μήτραι <lb/>θέρμην τῷ ἄλλῳ σώματι
                        παρέχουσιν· ἔστι δ’ ὅτε καὶ διαδίδοῦσι <lb/>τοῦ αἵματος ἐς τὰς φλέβας τοῦ
                        σώματος, ὅπη αἱ φλέβες πληρεύμεναι <lb/>πονεῦγται καὶ οἰδήματα παρέχουσιν·
                        ἔστι δ’ ὅτε καὶ κίνδυνος <lb/>ἐκ τοῦ τοιουτέου χωλωθῆναι· ἔστι δ’ ὅτε καὶ
                        πρὸς τὴν κύστιν προσίστανται <pb n="496"/> καὶ πιέζουσι καὶ κλείουσι τὴν
                        κύστιν καὶ στραγγουρίην <lb/>παρέχουσιν· ἔστι δ’ ὅτε καὶ πλήρεες αἵματος
                        ἐοῦσαι αἱ μῆτραι προσπίπτουσιν <lb/>ἢ πρὸς ἴσχια ἢ πρὸς ὀσφὺν, καὶ πόνον
                        παρέχουσιν· ἔστι <lb/>δ’ ὅτε καὶ ἐχρόνισε τὸ αἷμα μῆνας πέντε ἢ ἓξ, καὶ ἐν
                        τῇσι μήτρῃσι <lb/>σαπὲν, πῦος γίνεται, καὶ ἐνίῃσι μὲν κατὰ τὸ αἰδοῖον
                        ἐξέρχεται τὸ <lb/>πῦος, ἔστι δὲ ᾗτι καὶ κατὰ τὸν βουβῶνα ὡς φῦμα γίνεται,
                        κἀκείνῃ <lb/>πῦον γενόμενον ἐξῆλθε· καὶ ἄλλα πολλὰ κακὰ τῇσι γυναιξὶ
                        τοιουτότροπα <lb/>γίνεται, ἐπὴν μὴ ἀποκαθαίρωνται τὰ καταμήνια. Ἀλλὰ τί
                        <lb/>δεῖ λέγειν αὐτὰ ἐνθάδε; εἰρήσεται γὰρ ἐν τοῖσι γυναικείοισι νοσήμασιν·
                        <lb/>ἀλλ’ ὅθεν ἀπέλιπον περανέω τὸν λόγον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ὁκόταν δὲ γένηται σὰρξ, τότε οἱ ὑμένες, αὐξομένου τοῦ ὲν <lb/>τῇσι
                        μήτρῃσιν ἐνεόντος, αὔξονται καὶ αὐτοὶ καὶ κολποῦνται καὶ μάλιστα <lb/>οἱ
                        ἔξωθεν· καὶ τὸ αἷμα κατελθὸν ἀπὸ τῆς μητρὸς ὅ τι ἂν ἡ σὰρξ <lb/>πνέουσα
                        ἑλκύσῃ καὶ ἡ αὔξησις γένηται καὶ μὴ χρηστὸν ἔῃ, ἐς τοὺς κόλπους <lb/>τῶν
                        ὑμένων ἀποκρίνεται· καὶ ὁκόταν κολπωθέωσι καὶ τὸ αἷμα <lb/>δέξωνται, τότε δὴ
                        καλέεται χόριον. Ταῦτα δέ μοι ἐς τοῦτο εἴρηται. </p></div></div></body></text></TEI>