<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg024a.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6.ἔχει δὲ οὕτω καὶ τόδε· ὁτὲ μὲν ἰσχυρότερόν ἐστι τὸ μεθιέμενον <lb/>ἀπὸ τῆς
                        γυναικὸς, ὁτὲ δὲ ἀσθενέστερον· καὶ τὸ ἀπὸ τοῦ ἀνδρὸς <lb/>ὡσαύτως· καὶ ἔστι
                        καὶ ἐν τῷ ἀνδρὶ τὸ θῆλυ σπέρμα καὶ τὸ ἄρσεν, <lb/>καὶ ἐν τῇ γυναικὶ ὁμοίως·
                        ἰσχυρότερον δέ ἐστι τὸ ἄρσεν τοῦ <lb/>θήλεος· ἀνάγκη γὰρ ἀπὸ ἰσχυροτέρου
                        σπέρματος γίνεσθαι. Ἔχει δὲ <lb/>καὶ τόδε οὕτω· ἢν μὲν ἀπ’ ἀμφοτέρων τὸ
                        σπέρμα ἰσχυρότερον ἔλθῃ, <lb/>ἄρσεν γίνεται· ἢν δὲ ἀσθενὲς, θῆλυ· ὁκότερον
                        δ’ ἂν κρατήσῃ κατὰ <lb/>πλῆθος, ἐκεῖνο καὶ γίνεται· ἢν γὰρ πολλῷ πλέον τὸ
                        ἀσθενὲς σπέρμα <lb/>ᾖ τοῦ ἰσχυροτέρου, κρατέεται τὸ ἰσχυρὸν καὶ μιχθὲν τῷ
                        ἀσθενεῖ ἐς <lb/>θῆλυ περιηνέχθη· ἢν δὲ πλέον ἔῃ τὸ ἰσχυρὸν τοῦ ἀσθενέος,
                        κρατηθῇ <lb/>τε τὸ ἀσθενὲς, ἐς ἄρσεν περιηνέχθη. Ὥσπερ εἴ τις κηρὸν καὶ
                        στέαρ <lb/>μίξας ὁμοῦ, πλέον ποιήσας τὸ στέαρ, τήξειε πρὸς πυρὶ, μέχρι
                        <lb/>μὲν ὑγρὸν ἔῃ, οὐ διάδηλον γίνεται τὸ κρατέον· ἐπὴν δὲ παγῇ, τότ’
                        <lb/>ἐμφανὲς γίνεται, ὅτι κρατέει τὸ στέαρ τοῦ κηροῦ κατὰ πλῆθος· <lb/>οὕτως
                        ἔχει καὶ τοῦ ἄρσενος καὶ τοῦ θήλεος τῆς γονῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ξυμβάλλεσθαι δὲ παρέχει ὅτι καὶ ἐν τῇ γυναικὶ καὶ ἐν τῷ ἀνδρὶ <lb/>ἔστι
                        γόνος καὶ θήλεος καὶ ἄρσενος τοῖσιν ἐμφανέσι γινομένοισι· <lb/>πολλαὶ γὰρ
                        γυναῖκες ἤδη ἐθηλυτόκησαν παρ’ ἀνδράσιν ἰδίοις, παρὰ <lb/>δὲ ἑτέρους ἄνδρας
                        ἐλθοῦσαι ἐκουροτόκησαν· καὶ οἱ ἄνδρες οἱ αὐτοὶ <lb/>κεῖνοι παρ’ οἷσιν
                        ἐθηλυτόκεον αἱ γυναῖκες, ἑτέρων γυναικῶν ἐς μίξιν <lb/>ἀφικόμενοι, ἄρσενα
                        γόνον ἐποίησαν, καὶ οἷσιν ἄρσην γόνος ἐγίνετο, <lb/>ἐς ἑτέρας γυναῖκας
                        μιχθέντες θῆλυν γόνον ἐποίησαν. Οὗτος ὁ λόγος <lb/>ἐρέει καὶ τὸν ἄνδρα καὶ
                        τὴν γυναῖκα ἔχειν καὶ θῆλυν γόνον καὶ ἄρσενα· <lb/>παρὰ μὲν γὰρ τοῖσιν
                        ἐθηλυτόκεον, ἐκρατέετο τὸ ἰσχυρότερον, <lb/>πλέονος γενομένου τοῦ ἀσθενέος,
                        καὶ ἐγένετο θήλεα· παρὰ δὲ τοῖσιν <pb n="480"/> ἐκουροτόκεον, ἐκράτεε τὸ
                        ἰσχυρότερον, καὶ ἐγένετο ἄρσενα· χωρέει <lb/>δὲ οὐκ ἀεὶ τοῦτο ἀπὸ τοῦ αὐτέου
                        ἀνδρὸς ἰσχυρὸν, οὐδὲ ἀσθενὲς <lb/>ἀεὶ, ἀλλ’ ἄλλοτε ἀλλοῖον. Καὶ τῆς γυναικὸς
                        οὕτως ἔχει· ὡς μὴ θαυμάζειν <lb/>τὰς αὐτὰς γυναῖκας καὶ τοὺς αὐτοὺς ἄνδρας
                        γόνον καὶ ἄρσενα <lb/>καὶ θῆλυν ποιέειν. Ἔχει δὲ καὶ τοῖσι κτήνεσιν οὕτω τὰ
                        περὶ γονῆς <lb/>θήλεος καὶ ἄρσενος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Καὶ ἐν αὐτῇφι τῇ γονῇ ἐξέρχεται καὶ τῆς γυναικὸς καὶ τοῦ <lb/>ἀνδρὸς ἀπὸ
                        παντὸς τοῦ σώματος, καὶ ἀπὸ τῶν ἀσθενέων ἀσθενὴς καὶ <lb/>ἀπὸ τῶν ἰσχυρῶν
                        ἰσχυρή· καὶ τῷ τέκνῳ οὕτως ἐστὶν ἀνάγκη ἀποδίδοσθαι. <lb/>Καὶ ὁκόθεν ἂν τοῦ
                        σώματος τοῦ ἀνδρὸς πλέον ἔλθῃ ἐς τὴν <lb/>γονὴν ἢ τῆς γυναικὸς, κεῖνο
                        κάλλιον ἔοικε τῷ πατρί· ὁκόθεν ἂν δὲ <lb/>πλέον ἔλθῃ ἀπὸ τῆς γυναικὸς τοῦ
                        σώματος, κεῖνο κάλλιον ἔοικε τῇ <lb/>μητρί. Ἔστι δὲ οὐκ ἀνυστὸν πάντα τῇ
                        μητρὶ ἐοικέναι, τῷ δὲ πατρὶ <lb/>μηδὲν, ἢ τὸ ἐναντίον τούτου, οὐδὲ μηδετέρῳ
                        ἐοικέναι μηδέν· <lb/>ἀλλ’ ἀμφοτέροισιν ἀνάγκη τίς ἐστιν ἐοικέναι τινὶ, εἴπερ
                        ἄρα ἀπ’ <lb/>ἀμφοτέρων τῶν σωμάτων τὸ σπέρμα χωρέει ἐς τὸ τέκνον. Ὁκότερος
                        <lb/>δ’ ἂν πλέον ξυμβάληται ἐς τὸ ἐοικέναι καὶ ἀπὸ πλεόνων χωρίων τοῦ
                        <lb/>σώματος, κείνῳ τὰ πλείονα ἔοικε· καὶ ἔστιν ὅτε θυγάτηρ γενομένη <lb/>τὰ
                        πλείονα ἔοικε κάλλιον τῷ πατρὶ ἢ τῇ μητρὶ, καὶ κοῦρος γενόμενος <lb/>ἔστιν
                        ὅτε κάλλιον ἔοικε τῇ μητρὶ ἢ τῷ πατρί. Καὶ ταῦτά μοι καὶ <pb n="482"/>
                        τοσαῦτα ἐστὶν ἱστόρια τῷ προτέρῳ λόγῳ, ὅτι ἔνεστι καὶ ἐν τῇ γυναικὶ <lb/>καὶ
                        ἐν τῷ ἀνδρὶ καὶ κουρογονίη καὶ θηλυγονίη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Γίνεται δὲ καὶ τόδε· ἔστιν ὅτε τὰ τέκνα λεπτὰ καὶ ἀσθενέα γίνεται, <lb/>ἐκ
                        πατρὸς καὶ μητρὸς παχέων τε καὶ ἰσχυρῶν ἐόντων· κἢν <lb/>μὲν πολλῶν ἤδη
                        γενομένων τῶν παιδίων τοιοῦτον γένηται, δῆλον <lb/>ὅτι ἐν τῇσι μήτρῃσιν
                        ἐνόσησε τὸ ἔμβρυον, καὶ ἀπὸ τῆς μητρὸς, εἰ <lb/>τῆς αὔξης. αὐτοῦ ἔξω παρῄει,
                        τῶν μητρέων χανουσέων μᾶλλον, καὶ <lb/>διὰ τοῦτο ἀσθενὲς ἐγένετο· νοσέει δὲ
                        τῶν ζώων ἕκαστον κατὰ τὴν <lb/>ἰσχὺν ἑωυτοῦ. Ἢν δὲ πάντα τὰ γενόμενα παιδία
                        ἀσθενέα ἔῃ, αἱ μῆτραι <lb/>αἴτιαί εἰσι, στενότεραι ἐοῦσαι τοῦ καιροῦ· ἢν γὰρ
                        μὴ ἔχῃ εὐρυχωρίην <lb/>ἔνθα τὸ ἔμβρυον θρέψεται, ἀνάγκη ἐστὶν αὐτὸ λεπτὸν
                        <lb/>γενέσθαι, ἅτε οὐκ ἔχον τῇ αὔξῃ τὴν αὐτὴν εὐρυχωρίῃν ἢν δὲ ἔχῃ.
                        <lb/>εὐρυχωρίην καὶ μὴ νοσήσῃ, ἐπιεικές ἐστι μεγάλων τοκέων μέγα <lb/>τέκνον
                        γενέσθαι. Ἔχει δὲ οὕτως, ὥσπερ εἴ τις σίκυον ἤδη ἀπηνθηκότα, <lb/>ἐόντα δὲ
                        νεογνὸν καὶ προσεόντα τῷ σικυηλάτῳ, θεὶς ἐς ἀρυστῆρα, <lb/>ἔσται τοῦ
                        ἀρυστῆρος τῷ κοίλῳ ἴσος καὶ ὅμοιος· ἢν δέ, τις ἐς <lb/>ἄγγος θῇ μέγα, ὅ τι
                        ἐπιεικές ἐστι σίκυον χαδέειν, ἀλλὰ μὴ πολλῷ <lb/>κάρτα μέζον τῆς φύσιος τοῦ
                        σικύου, ἴσος ἔσται ὁ σίκους τοῦ ἄγγεος <lb/>τῷ κοίλῳ καὶ ὅμοιος· ἐρίζει γὰρ
                        ἐν τῇ αὔξῃ τῷ κοίλῳ τοῦ ἄγγεος. <lb/>Σχεδὸν δὲ εἰπεῖν καὶ πάντα τὰ φυόμενα
                        οὕτως ἔχει, ὅκως. ἄν τις καταναγκάσῃ <lb/>αὐτά. Οὕτω δὴ καὶ τῷ παιδίῳ, ἢν
                        μὲν εὐρυχωρίη οἱ ἔῃ· <lb/>ἐν τῇ αὔξῃ, μέζον γίνεται· ἢν δὲ στενοχωρίη,
                        ἔλασσον. </p></div><pb n="484"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Τὸ δὲ πηρωθὲν ἐν τῇσι μήτρῃσι παιδίον φημὶ αὐτὸ ἢ φλασθὲν <lb/>πηρωθῆναι
                        τῆς μητρὸς πληγείσης κατὰ τὸ ἔμβρυον, ἢ πεσούσης, <lb/>ἢ ἄλλου τινὸς βιαίου
                        παθήματος προσγενομένου τῇ μητρί· ἢν <lb/>δὲ φλασθῇ, ταύτῃ πηροῦται τὸ
                        παιδίον· ἢν δὲ μᾶλλον φλασθῇ τὸ <lb/>ἔμβρυον, τοῦ ὑμένος ῥαγέντος τοῦ
                        περιέχοντος αὐτὸ, φθείρεται τὸ <lb/>ἔμβρυον· ἢ ἑτέρῳ τρόπῳ τοιῷδε πηροῦται
                        τὰ παιδία, ἐπὴν ἐν τῇσι <lb/>μήτρῃσι κατὰ τὸ χωρίον καθ’ ὅ τι καὶ ἐπηρώθη
                        στενὸν ἔῃ, ἀνάγκη <lb/>ἐν στενῷ κινευμένου τοῦ σώματος πηροῦσθαι κατ’ ἐκεῖνο
                        τὸ χωρίον· <lb/>ὥσπερ καὶ τῶν δένδρων ἅσσα ἐν τῇ γῇ ἐόντα μὴ ἔχει
                        εὐρυχωρίην. <lb/>ἀλλ’ ὑπὸ λίθου ἢ ὑπό τευ ἄλλου ἀποληφθῇ, ἀνατέλλον σκολιὸν
                        γίνεται, <lb/>ἢ τῇ μὲν παχὺ, τῇ δὲ λεπτόν· οὕτω δὴ ἔχει καὶ τὸ παιδίον, ἢν
                        ἐν <lb/>τῇσι μήτρῃσι κατά τι τοῦ σώματος στενότερον ἔῃ τὸ ἕτερον τοῦ
                        <lb/>ἑτέρου. </p></div></div></body></text></TEI>