<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg024a.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΓΟΝΗΣ.</head><head>ΠΕΡΙ ΦΥΣΙΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ.</head><head>ΠΕΡΙ ΝΟΥΣΩΝ ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟΝ.</head><p>1. Νόμος μὲν πάντα κρατύνει· ἡ δὲ γονὴ τοῦ ἀνδρὸς ἔρχεται ἀπὸ <lb/>παντὸς τοῦ
                        ὑγροῦ τοῦ ἐν τῷ σώματι ἐόντος τὸ ἰσχυρότατον ἀποκριθέν· <lb/>τούτου δὲ
                        ἱστόριον τόδε, ὅτι ἀποκρίνεται τὸ ἰσχυρότατον, ὅτι <lb/>ἐπὴν λαγνεύσωμεν
                        σμικρὸν οὕτω μεθέντες, ἀσθενέες γινόμεθα. Ἔχει <lb/>δὲ οὕτω· φλέβες καὶ
                        νεῦρα ἀπὸ παντὸς τοῦ σώματος τείνουσιν ἐς τὸ <lb/>αἰδοῖον, οἷσιν
                        ὑποτριβομένοισι καὶ θερμαινομένοισι καὶ πληρευμένοισιν <lb/>ὥσπερ κνησμὸς
                        ἐμπίπτει καὶ τῷ σώματι παντὶ ἡδονὴ καὶ <lb/>θέρμη ἐκ τούτου παραγίνεται·
                        τριβομένου δὲ τοῦ αἰδοίου καὶ τοῦ ἀνθρώπου <lb/>κινευμένου, τὸ ὑγρὸν
                        θερμαίνεται ἐν τῷ σώματι καὶ διαχέεται <lb/>καὶ κλονέεται ὑπὸ τῆς κινήσιος
                        καὶ ἀφρέει, καθάπερ καὶ τἄλλα <lb/>ὑγρὰ ξύμπαντα κλονεύμενα ἀφρέει· οὕτω δὲ
                        κἀν τῷ ἀνθρώπῳ ἀποκρίνεται <lb/>ἀπὸ τοῦ ὑγροῦ ἀφρέοντος τὸ ἰσχυρότατον καὶ
                        πιότατον, καὶ <lb/>ἔρχεται εἰς τὸν νωτιαῖον μυελόν· τείνουσι γὰρ ἐς τοῦτον
                        ἐκ παντὸς <lb/>τοῦ σώματος, καὶ διαχέει ἐκ τοῦ ἐγκεφάλου εἰς τὴν ὀσφὺν καὶ
                        ἐς πᾶν <lb/>τὸ σῶμα καὶ ἐς τὸν μυελὸν, καὶ ἐξ αὐτοῦ τείνουσιν ὁδοὶ, ὥστε καὶ
                        <lb/>ἐπιέναι τοῦ ὑγροῦ ἐς αὐτὸν καὶ ἀποχωρέειν. Ἐπὴν δὲ ἔλθῃ ἐς τοῦτον
                        <lb/>τὸν μυελὸν ἡ γονὴ, χωρέει παρὰ τοὺς νεφρούς· ταύτῃ γὰρ ἡ <lb/>ὁδός ἐστι
                        διὰ φλεβῶν, κἢν οἱ νεφροὶ ἑλκωθῶσιν, ἔστιν ὅτε καὶ αἷμα <lb/>ξυμφέρεται·
                        παρὰ δὲ τῶν νεφρῶν ἔρχεται διὰ τῶν ὀρχίων μεσάτων <lb/>ἐς τὸ αἰδοῖον· καὶ
                        χωρέει οὐχ ὅπη τὸ οὖρον, ἀλλά οἱ ἄλλη ὁδός ἐστιν <lb/>αὐτῆς ἐχομένη. Καὶ οἱ
                        ἐξονειρώσσοντες διὰ τάδε ἐξονειρώσσουσιν· <lb/>ἐπὴν τὸ ὑγρὸν ἐν τῷ σώματι
                        διακεχυμένον ἔῃ καὶ διάθερμον, εἴτε <lb/>ὑπὸ ταλαιπωρίης, εἴτε καὶ ὑπὸ ἄλλου
                        τινὸς, ἀφρέει· καὶ ἀποκρινο. <pb n="472"/> μένου ἀπ’ αὐτοῦ ὁρᾷν παρίσταται
                        οἷάπερ ἐν τῇ λαγνείῃ· ἔχει γὰρ <lb/>τὸ ὑγρὸν τοῦτο ὅπερ λαγνεύοντι· ἀλλ’ οὔ
                        μοι περὶ ὀνειρωσσόντων <lb/>καὶ παντὸς τοῦ νοσήματος τί ἐστὶ, καὶ ὁκόσα
                        ἐργάζεται, καὶ διότι <lb/>πρὸ λαγνείης. Καὶ ταῦτα μὲν ἐς τοῦτό μοι εἰρέαται.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Οἱ δὲ εὐνοῦχοι διὰ ταῦτα οὐ λαγνεύουσιν, ὅτι σφέων ἡ δίοδος
                        <lb/>ἀμαλδύνεται τῆς γονῆς· ἔστι γὰρ δι’ αὐτῶν τῶν ὀρχίων ἡ ὁδός· καὶ
                        <lb/>νεῦρα τείνει λεπτὰ καὶ πυκνὰ ἐς τὸ αἰδοῖον ἐκ τῶν ὀρχίων, οἶσιν
                        <lb/>ἀείρεται καὶ καθίεται, καὶ ταῦτα ἐν τῇ τομῇ ἀποτέμνεται, διὸ οὐχ
                        <lb/>ὑπάρχουσιν οἱ εὐνοῦχοι χρηστοί· τῶν δὲ τάδε ἐκτριβέντων ἡ ὁδὸς <lb/>τῆς
                        γονῆς ἐμπέφρακται· πωροῦνται γὰρ οἱ ὄρχιες· καὶ τὰ νεῦρα <lb/>σκληρὰ καὶ
                        μωρὰ γενόμενα ὑπὸ τοῦ πώρου οὐ δύναται τείνειν καὶ <lb/>χαλᾷν. Ὁκόσοι δὲ παρ
                        οὖς τετμημένοι εἰσὶν, οὗτοι λαγνεύουσι μὲν <lb/>καὶ ἀφιᾶσιν, ὀλίγον δὲ καὶ
                        ἀσθενὲς καὶ ἄγονον· χωρέει γὰρ τὸ <lb/>πλεῖστον τοῦ γόνου ἀπὸ τῆς κεφαλῆς
                        παρὰ τὰ οὔατα ἐς τὸν νωτιαῖον <lb/>μυελόν· αὕτη δὲ ἡ δίοδος ὑπὸ τῆς τομῆς
                        οὐλῆς γενομένης στερεὴ <lb/>γέγονεν. Τοῖσι δὲ παισὶ λεπτὰ τὰ φλέβια ἐόντα
                        καὶ πληρευμένα <lb/>κωλύει τὴν γονὴν ἰέναι, καὶ ὁ κνησμὸς οὐχ ὁμοίως
                        παραγίνεται· διὰ <lb/>ταῦτα οὐδὲ κλονέεται ἐν τῷ σώματι τὸ ὑγρὸν ἐς
                        ἀπόκρισιν τῆς γονῆς· <lb/>καὶ τῇσι παρθένοισι, μέχρις ἂν νέαι ἔωσιν, οὐ
                        χωρέει τὰ καταμήνια <lb/>δι’ αἴτιον τωὐτό. Ἐπὴν δὲ αὔξωνται καὶ παρθένος καὶ
                        παῖς, αἱ φλέβες <lb/>αἱ ἐς τὸ αἰδοῖον τείνουσαι τοῦ παιδὸς καὶ τῆς παρθένου
                        ἐπὶ τὰς <lb/>μήτρας εὔροαι γίνονται ὑπὸ τῆς αὔξης καὶ στομοῦνται, καὶ ὁδὸς
                        καὶ <pb n="474"/> δίοδος διὰ στενῶν γίνεται, καὶ τὸ ὑγρὸν κλόνησιν τότε
                        ἴσχει, εὐρυχωρίη <lb/>γάρ οἱ τότε γίνεται ἔνθα κλονήσεται· καὶ τῷ παιδὶ
                        χωρέει, <lb/>ἐπὴν ἁδρὸς ἔῃ, διὰ τόδε, καὶ τῇ παρθένῳ τὰ καταμήνια. Ταῦτα δέ
                        <lb/>μοι οὕτως ἀποπέφανται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Τὴν δὲ γονήν φημι ἀποκρίνεσθαι ἀπὸ παντὸς τοῦ σώματος, <lb/>καὶ ἀπὸ τῶν
                        στερεῶν καὶ ἀπὸ τῶν μαλθακῶν, καὶ ἀπὸ τοῦ ὑγροῦ <lb/>παντὸς τοῦ ἐν τῷ
                        σώματι. Εἰσὶ δὲ τέσσαρες ἰδέαι τοῦ ὑγροῦ, αἷμα, <lb/>χολὴ, ὕδωρ καὶ φλέγμα.
                        Τοσαύτας γὰρ ἰδέας ἔχει ξυμφυέας ὁ ἄνθρωπος <lb/>ἐν ἑωυτῷ, καὶ ἀπὸ τουτέων
                        αἱ νοῦσοι γίνονται· δεδήλωται δέ <lb/>μοι καὶ περὶ τουτέων, καὶ διότι ἐκ
                        τουτέων αἱ νοῦσοι γίνονται ἢ <lb/>αἱ ἐκ νούσων διακρίσιες. Καὶ ταῦτα μὲν
                        εἰρέαταί μοι περὶ γονῆς, <lb/>ὁκόθεν γίνεται καὶ ὅκως καὶ διότι, καὶ οἷσιν
                        οὐ γίνεται ἡ γονὴ καὶ <lb/>διότι οὐ γίνεται, καὶ περὶ καταμηνίων παρθένων.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Τῇσι δὲ γυναιξί φημι ἐν τῇ μίξει τριβομένου τοῦ αἰδοίου καὶ <lb/>τῶν
                        μητρέων κινευμένων, ὥσπερ κνησμὸν ἐμπίπτειν ἐς αὐτὰς καὶ <lb/>τῷ ἄλλῳ σώματι
                        ἡδονὴν καὶ θέρμην παρέχειν. Μεθίει δὲ καὶ ἡ γυνὴ <lb/>ἀπὸ τοῦ σώματος ὁτὲ
                        μὲν ἐς τὰς μήτρας, αἱ δὲ μῆτραι ἰκμαλέαι <lb/>γίνονται, ὁτὲ δὲ καὶ ἔξω, ἢν
                        χάσκωσιν αἱ μῆτραι μᾶλλον τοῦ καιροῦ. <lb/>Καὶ ἥδεται, ἐπὴν ἄρξηται
                        μίσγεσθαι, διὰ παντὸς τοῦ χρόνου, μέχρις <lb/>ἂν αὐτὴν μεθιῇ ὁ ἀνήρ· κἢν μὲν
                        ὀργᾷ ἡ γυνὴ μίσγεσθαι, πρόσθεν <lb/>τοῦ ἀνδρὸς ἀφίει, καὶ τὸ λοιπὸν οὐκ ἔτι
                        ὁμοίως ἥδεται ἡ γυνή· <lb/>ἢν δὲ μὴ ὀργᾷ, συντελέει τῷ ἀνδρὶ ἡδομένη· καὶ
                        ἔχει οὕτως ὥσπερ <lb/>εἴ τις ἐπὶ ὕδωρ ζέον ἕτερον ψυχρὸν ἐπιχέει, παύεται τὸ
                        ὕδωρ ζέον <lb/>οὕτω, καὶ ἡ γονὴ πεσοῦσα τοῦ ἀνδρὸς ἐς τὰς μήτρας σβέννυσι
                        τὴν <lb/>θέρμην καὶ τὴν ἡδονὴν τῆς γυναικός. Ἐξαΐσσει δὲ ἡ ἡδονὴ καὶ ἡ <pb n="476"/> θέρμη ἅμα τῇ γονῇ πιπτούσῃ ἐς τὰς μήτρας, ἔπειτα λήγει· ὥσπερ
                        <lb/>εἴ τις ἐπὶ φλόγα οἶνον ἐπιχέει, συμβαίνει πρῶτα μὲν ἐξαΐσσειν τὴν
                        <lb/>φλόγα καὶ αὔξεσθαι δι’ ὀλίγου πρὸς τὴν ἐπίχυσιν τοῦ οἴνου, ἔπειτα
                        <lb/>λήγειν, ὡσαύτως δὲ καὶ τῇ γυναικὶ ἡ θέρμη ἐξαΐσσει πρὸς τὴν γονὴν
                        <lb/>τοῦ ἀνδρὸς, ἔπειτα λήγει. Ἧσσον δὲ πολλῷ ἥδεται ἡ γυνὴ τοῦ ἀνδρὸς
                        <lb/>ἐν τῇ μίξει, πλείονα δὲ χρόνον ἢ ὁ ἀνήρ· διότι δὲ μᾶλλον ὁ <lb/>ἀνὴρ
                        ἥδεται, ἀποκρίνεται αὐτῷ ἐξαπίνης ἀπὸ τοῦ ὑγροῦ ἀπὸ ταραχῆς <lb/>ἰσχυροτέρης
                        ἢ τῇ γυναικί. Ἔχει δὲ καὶ τόδε οὕτω τῇσι γυναιξίν· <lb/>ἢν μὲν μίσγωνται
                        ἀνδράσι, μᾶλλον ὑγιαίνουσιν· ἢν δὲ μὴ, ἧσσον· <lb/>ἅμα μὲν γὰρ αἱ μῆτραι
                        ἰκμαλέαι γίνονται ἐν τῇ μίξει καὶ οὐ <lb/>ξηραὶ, ξηραὶ δὲ ἐοῦσαι μᾶλλον τοῦ
                        καιροῦ συστρέφονται ἰσχυρῶς, συστρεφόμεναι <lb/>δὲ ἰσχυρῶς πόνον τῷ σώματι
                        παρέχουσιν· ἅμα δὲ ἡ μίξις <lb/>τὸ αἷμα θερμαίνουσα καὶ ὑγραίνουσα ποιέει
                        ὁδὸν ῥηϊτέρην τοῖσι καταμηνίοισι· <lb/>τῶν δὲ καταμηνίων μὴ χωρεόντων τὰ
                        σώματα τῶν γυναικῶν <lb/>ἐπίνοσα γίνεται· διότι δὲ γίνεται ἐπίνοσα,
                        εἰρήσεταί μοι ἐν <lb/>τῇσι γυναικείῃσι νούσοισιν. Καὶ ταῦτα μέν μοι εἰρέαται
                        ἐς τοῦτο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ἐπὴν δὲ μιχθῇ ἡ γυνὴ, ἢν μὲν μὴ μέλλῃ λήψεσθαι πρὸς ἑωυτὴν, <lb/>πρὸς τῷ
                        ἔθει χωρέει ἔξω ἡ γονὴ ἀπ’ ἀμφοτέρων, ὁκόταν ἡ γυνὴ <lb/>ἐθελήσῃ· ἢν δὲ
                        μέλλῃ λήψεσθαι, οὐ χωρέει ἔξω, ἀλλ’ ἐμμένει ἐν <lb/>τῇσι μήτρῃσιν ἡ γονή. Αἱ
                        γὰρ μῆτραι δεξάμεναι καὶ μύσασαι ἔχουσιν <lb/>ἐν ἑωυτῇσιν, ἅτε
                        εἰλυσπασθέντος τοῦ στόματος ὑπὸ τῆς ἰκμάδος, <lb/>καὶ μίσγεται ὁμοῦ τό τε
                        ἀπὸ τοῦ ἀνδρὸς ἐλθὸν καὶ τὸ ἀπὸ τῆς <lb/>γυναικός· καὶ ἢν ἡ γυνὴ τόκων
                        ἔμπειρος ἔῃ καὶ ἐννοήσῃ ὁκόταν <lb/>ἡ γονὴ μὴ ἐξέλθῃ, ἀλλ’ ἐμμείνῃ, εἰδήσει
                        ᾗ ἡμέρῃ ἔλαβεν πρὸς <lb/>ἑωυτήν. </p></div></div></body></text></TEI>