<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg023.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="1"><pb n="140"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΝΟΥΣΩΝ. ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ.</head><p>1. Ὃς ἂν περὶ ἰήσιος ἐθέλῃ ἐρωτᾷν τε ὀρθῶς, καὶ ἐρωτῶντι
                            <lb/>ἀποκρίνεσθαι, καὶ ἀντιλέγειν ὀρθῶς, ἐνθυμέεσθαι χρὴ τάδε· πρῶτον
                            <lb/>μὲν, ἀφ’ ὧν αἱ νοῦσοι γίνονται πᾶσαι τοῖσιν ἀνθρώποισιν· ἔπειτα δὲ,
                            <lb/>ὁκόσα ἀνάγκας ἔχει τῶν νοσημάτων, ὥστε, ὅταν γένηται, εἶναι ἢ
                            <lb/>μακρὰ, ἢ βραχέα, ἢ θανάσιμα, ἢ μὴ θανάσιμα, ἢ ἔμπηρόν τι τοῦ
                            <lb/>σώματος γενέσθαι, ἢ μὴ ἔμπηρον· καὶ ὁκόσα, ἐπὴν γένηται, ἐνδοιαστὰ,
                            <lb/>εἰ κακὰ ἀπ’ αὐτέων ἀποβαίνει, ἢ ἀγαθά· καὶ ἀφ’ ὁκοίων νουσημάτων
                            <lb/>ἐς ὁκοῖα μεταπίπτει· καὶ ὁκόσα ἐπιτυχίῃ ποιέουσιν οἱ <lb/>ἰητροὶ
                            θεραπεύοντες τοὺς ἀσθενέοντας· καὶ ὁκόσα ἀγαθὰ ἢ κακὰ οἱ <lb/>νοσέοντες
                            ἐν τῇσι νούσοισι πάσχουσιν· καὶ ὁκόσα εἰκασίῃ ἢ λέγεται <lb/>ἢ ποιέεται
                            ὑπὸ τοῦ ἰητροῦ πρὸς τὸν νοσέοντα, ἢ ὑπὸ τοῦ νοσέοντος <lb/>πρὸς τὸν
                            ἰητρόν· καὶ ὁκόσα ἀκριβῶς ποιέεται ἐν τῇ τέχνῃ καὶ λέγεται, <lb/>καὶ ἅ
                            τε ὀρθὰ ἐν αὐτῇ, καὶ ἃ μὴ ὀρθά· καὶ ὅ τι αὐτῆς ἀρχὴ, <lb/>ἢ τελευτὴ, ἢ
                            μέσον, ἢ ἄλλο τι τῶν τοιούτων, ὅ τι καὶ ὀρθῶς ἀποδεδειγμένον <lb/>ἐστὶν
                            ἐν αὐτῇ εἶναι, ἢ μὴ εἶναι· καὶ τὰ σμικρὰ καὶ τὰ <lb/>μεγάλα, καὶ τὰ
                            πουλλὰ καὶ τὰ ὀλίγα· καὶ ὅτι ἅπαν ἐστὶν ἐν αὐτῇ <lb/>ἓν, καὶ ὅτι ἓν
                            πάντα· καὶ τὰ ἀνυστὰ νοῆσαί τε καὶ εἰπεῖν, καὶ, <lb/>εἰ δέοι, καὶ
                            ποιῆσαι, καὶ τὰ μὴ ἀνυστὰ μήτε νοῆσαι, μήτε εἰπεῖν, <lb/>μήτε ποιῆσαι·
                            καὶ ὅ τι εὐχειρίη ἐν αὐτῇ, καὶ ὅ τι ἀχειρίη· καὶ ὅ τι <pb n="142"/>
                            καιρὸς, καὶ ὅ τι ἀκαιρίη· καὶ τῶν τεχνέων τῶν ἄλλων ᾗσί τε ἔοικε,
                            <lb/>καὶ ᾗσιν οὐδὲν ἔοικε· καὶ τοῦ σώματος ὅ τι θερμὸν ἢ ψυχρὸν, ἢ
                            <lb/>ξηρὸν ἢ ὑγρὸν, καὶ ὅ τι ἰσχυρὸν ἢ ἀσθενὲς, ἢ πυκνὸν, ἢ ἀραιόν· καὶ
                            <lb/>ὁκόσα τῶν πολλῶν ὀλίγα γίνεται, ἢ ἐπὶ τὸ κάκιον, ἢ ἐπὶ τὸ ἄμεινον·
                            <lb/>καὶ ὅ τι καλῶς ἢ αἰσχρῶς, ἢ βραδέως ἢ ταχέως, ἢ ὀρθῶς ἢ μὴ
                            <lb/>ὀρθῶς· καὶ ὅ τι κακὸν ἐπὶ κακῷ γενόμενον ἀγαθὸν ποιέει· καὶ <lb/>ὅ
                            τι κακὸν ἐπὶ κακῷ ἀνάγκη γενέσθαι. Ταῦτα ἐνθυμηθέντα διαφυλάσσειν
                            <lb/>δεῖ ἐν τοῖσι λόγοισιν· ὅ τι ἂν δέ τις τούτων ἁμαρτάνῃ ἢ <lb/>λέγων,
                            ἢ ἐρωτῶν, ἢ ἀποκρινόμενος, καὶ ἢν πουλλὰ ἐόντα ὀλίγα φῇ <lb/>εἶναι, ἢ
                            μεγάλα ἐόντα σμικρὰ, καὶ ἢν ἀδύνατα ἐόντα δυνατὰ φῇ <lb/>εἶναι, ἢ ὅ τι
                            ἂν ἄλλο ἁμαρτάνῃ λέγων, ταύτῃ φυλάσσοντα χρὴ ἐπιτίθεσθαι <lb/>ἐν τῇ
                            ἀντιλογίῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Αἱ μὲν οὖν νοῦσοι γίνονται ἅπασαι, τῶν μὲν ἐν τῷ σώματι <lb/>ἐνεόντων,
                            ἀπό τε χολῆς καὶ φλέγματος, τῶν δὲ ἔξωθεν, ἀπὸ πόνων <lb/>καὶ τρωμάτων,
                            καὶ ὑπὸ τοῦ θερμοῦ ὑπερθερμαίνοντος, καὶ τοῦ ψυχροῦ <lb/>ὑπερψύχοντος,
                            καὶ τοῦ ξηροῦ ὑπερξηραίνοντος, καὶ τοῦ <lb/>ὑγροῦ ὑπερυγραίνοντος. Καὶ ἡ
                            μὲν χολὴ καὶ τὸ φλέγμα γινομένοισί τε <lb/>συγγίνεται, καὶ ἔνι αἰεὶ ἐν
                            τῷ σώματι ἢ πλέον ἢ ἔλασσον· τὰς δὲ <lb/>νούσους παρέχει, τὰς μὲν ἀπὸ
                            σιτίων καὶ ποτῶν, τὰς δὲ ἀπὸ τοῦ <lb/>θερμοῦ ὑπερθερμαίνοντος καὶ ἀπὸ
                            τοῦ ψυχροῦ ὑπερψύχοντος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Ἀνάγκη δὲ τὰ τοιάδε ἔχει ὥστε γίνεσθαι, ὁκόταν γίνηται· <lb/>ἐν μὲν
                            τοῖσι τρώμασι νεῦρα τὰ παχέα τιτρωσκομένους χωλοῦσθαι <lb/>καὶ τῶν μυῶν
                            τὰς κεφαλὰς, μάλιστα τῶν ἐν τοῖσι μηροῖσιν· ἀποθνήσκειν <pb n="144"/>
                            θνήσκειν δὲ, ἤν τις ἐγκέφαλον τρωθῇ, ἢ ῥαχίτην μυελὸν, ἢ ἧπαρ, <lb/>ἢ
                            φρένας, ἢ κύστιν, ἢ φλέβα αἱμόῤῥοον, ἢ καρδίην· μὴ ἀποθνήσκειν <lb/>δὲ
                            τιτρωσκόμενον ἐν οἷσι ταῦτα τῶν μελέων μὴ ἐνείη, ἀλλὰ τουτέων
                            <lb/>προσωτάτω ἐστίν. Τῶν δὲ νουσημάτων τὰ τοιάδε ἔχει ἀνάγκας <lb/>ὥστε
                            ὑπ’ αὐτῶν ἀπόλλυσθαι, ὅταν γένωνται· φθίσις, ὕδρωψ ὑποσαρκίδιος,
                            <lb/>καὶ γυναῖκα ὁκόταν ἔμβρυον ἔχουσαν περιπλευμονίη ἢ <lb/>καῦσος
                            λάβῃ, ἢ πλευρῖτις, ἢ φρενῖτις, ἢ ἐρυσίπελας ἐν τῇσιν ὑστέρῃσι
                            <lb/>γένηται. Ἐνδοιαστὰ δὲ τὰ τοιάδε ἀπολλύναι τε καὶ μή· περιπλευμονίη,
                            <lb/>καῦσος, φρενῖτις, πλευρῖτις, κυνάγχη, σταφυλὴ, ἡπατῖτις,
                            <lb/>σπληνῖτις, νεφρῖτις, δυσεντερίη, γυναικὶ ῥόος αἱματώδης. <lb/>Τὰ δὲ
                            τοιάδε οὐ θανάσιμα, ἢν μή τι αὐτοῖσι προσγένηται· κέδματα,
                            <lb/>μελαγχολίη, ποδάγρη, ἰσχιὰς, τεινεσμὸς, τεταρταῖος, τριταῖος,
                            <lb/>στραγγουρίη, ὀφθαλμίη, λέπρη, λειχὴν, ἀρθρῖτις· ἔμπηροι δὲ
                            <lb/>πολλάκις ἀπὸ τῶνδε γίνονται πουλλοὶ, ἀπόπληκτοι μὲν χεῖρας <lb/>καὶ
                            πόδας, καὶ φωνῆς ἀκρατέες, καὶ παραπλῆγες ὑπὸ μελαίνης χολῆς, <lb/>χωλοὶ
                            δὲ ὑπὸ ἰσχιάδων, ὄμματα δὲ πηροῦνται καὶ ἀκοὴν ὑπὸ <lb/>φλέγματος
                            καταστηρίξαντος. Μακρὰ δὲ τάδε ἀνάγκη εἶναι, φθίσιν, <lb/>δυσεντερίην,
                            ποδάγρην, κέδματα, φλέγμα λευκὸν, ἰσχιάδα, στραγγουρίην,
                            <lb/>γεραιτέροισι δὲ νεφρῖτιν, γυναιξὶ δὲ ῥόον αἱματώδη, αἱμοῤῥοΐδας,
                            <lb/>σύριγγας. Καῦσος δὲ, φρενῖτις, περιπλευμονίη, κυνάγχη,
                            <lb/>σταφυλὴ, πλευρῖτις, ταχέως κρίνει. Μεταπίπτει δὲ τάδε· ἐκ
                            πλευρίτιδος· <pb n="146"/> ἐς καῦσον, καὶ ἐκ φρενίτιδος ἐς
                            περιπλευμονίην· ἐκ δὲ περιπλευμονίης <lb/>καῦσος οὐκ ἂν γένοιτο· ἐς
                            δυσεντερίην τεινεσμός· ἀπὸ <lb/>δὲ δυσεντερίης λειεντερίη· ἐκ δὲ
                            λειεντερίης ἐς ὕδρωπα· καὶ ἐκ <lb/>λευκοῦ φλέγματος ἐς ὕδρωπα, καὶ ἐκ
                            περιπλευμονίης καὶ πλευρίτιδος <lb/>ἐς ἔμπυον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Τὰ δὲ ἐπὶ κακοῖσιν ἀνάγκη κακὰ γίνεσθαι· ῥῖγος ἢν λάβῃ, <lb/>πῦρ
                            ἐπιλαβεῖν· καὶ νεῦρον ἢν διακοπῇ, σπασμόν· καὶ μήτε ξυμφῦναι
                            <lb/>διακοπὲν ἐπιφλεγμῆναί τε ἰσχυρῶς· καὶ ἢν ὁ ἐγκέφαλος σεισθῇ <lb/>τε
                            καὶ πονέσῃ, πληγέντος, ἄφωνον παραχρῆμα γενέσθαι ἀνάγκη, <lb/>καὶ μήτε
                            ὁρῇν, μήτε ἀκούειν· ἢν δὲ τρωθῇ, πυρετόν τε ἐπιγενέσθαι <lb/>καὶ χολῆς
                            ἔμετον, καὶ ἀπόπληκτόν τι τοῦ σώματος γενέσθαι, καὶ <lb/>ἀπολέσθαι·
                            ἐπίπλοον δὲ ἢν ἐκπέσῃ, ἀνάγκη τοῦτο ἀποσαπῆναι· καὶ <lb/>ἢν αἷμα ἐκ
                            τρώματος ἢ φλεβὸς ῥυῇ ἐς τὴν ἄνω κοιλίην, ἀνάγκη <lb/>τοῦτο πῦος
                            γενέσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Καιροὶ δὲ, τὸ μὲν καθάπαξ εἰπεῖν, πολλοί τέ εἰσιν ἐν τῇ <lb/>τέχνῃ καὶ
                            παντοῖοι, ὥσπερ καὶ τὰ νουσήματα καὶ τὰ παθήματα <lb/>καὶ τουτέων αἱ
                            θεραπεῖαι. Εἰσὶ δὲ ὀξύτατοι μὲν, ὅσοισιν ἢ ἐκψύχουσι <lb/>δεῖ τι
                            ὠφελῆσαι, ἢ οὐρῆσαι ἢ ἀποπατῆσαι μὴ δυναμένοισιν, ἢ πνιγομένοισιν,
                            <lb/>ἢ γυναῖκα τίκτουσαν ἢ τιτρωσκομένην ἀπαλλάξαι; ἢ <lb/>ὅσα τοιαῦτά
                            ἐστιν. Καὶ οὗτοι μὲν οἱ καιροὶ ὀξέες, καὶ οὐκ ἀρκέει <lb/>ὀλίγῳ ὕστερον·
                            ἀπόλλυνται γὰρ οἱ πουλλοὶ ὀλίγῳ ὕστερον. Ὁ μέντοι <pb n="148"/> καιρός
                            ἐστιν, ἐπὴν πάθῃ τι τούτων ὥνθρωπος· ὅ τι ἄν τις πρὸ τοῦ <lb/>τὴν ψυχὴν
                            μεθεῖναι ὠφελήσῃ, τοῦθ’ ἅπαν ἐν καιρῷ ὠφέλησεν. <lb/>Ἔστι μὲν οὖν σχεδόν
                            τι οὗτος ὁ καιρὸς καὶ ἐν τοῖσιν ἄλλοισι νουσήμασιν· <lb/>αἰεὶ γὰρ, ἐν ᾧ
                            ἄν τις ὠφελήσῃ, ἐν καιρῷ ὠφέλησεν. Ὁκόσα <lb/>δὲ τῶν νουσημάτων ἢ
                            τρωμάτων μὴ ἐς θάνατον φέρει, ἀλλὰ καίριά <lb/>ἐστιν, ὀδύναι τε γίνονται
                            ἐν αὐτέοισι, καὶ οἷά τέ ἐστιν, ἤν τις ὀρθῶς <lb/>θεραπεύσῃ, παύσασθαι,
                            τούτοισι δὲ ἀρκέουσι γινόμεναι αἱ ὠφέλειαι <lb/>ἀπὸ τοῦ ἰητροῦ ὅταν
                            γίνωνται· καὶ γὰρ μὴ παρεόντος τοῦ ἰητροῦ, <lb/>ἐπαύσαντο ἄν. Ἕτερα δὲ
                            νουσήματά ἐστιν, οἷσι καιρός ἐστι <lb/>θεραπεύεσθαι τὸ πρωῒ τῆς ἡμέρης,
                            διαφέρει δὲ οὐδὲν ἢ πάνυ πρωῒ, <lb/>ἢ ὀλίγῳ ὕστερον· ἕτερα δὲ νουσήματά
                            ἐστιν, οἷσι καιρὸς θεραπευθῆναι <lb/>ἅπαξ τῆς ἡμέρης, καὶ ὁπηνίκα γε
                            οὐδὲν διαφέρει· ἕτερα δὲ, διὰ <lb/>τρίτης ἢ τετάρτης ἡμέρης· καὶ ἕτερα
                            ἅπαξ τοῦ μηνός· καὶ ἕτερά <lb/>γε διὰ τριῶν μηνῶν, καὶ τοῦ τρίτου
                            ἱσταμένου ἢ φθίνοντος, οὐδὲν <lb/>διαφέρει· τοιοῦτοι οἱ καιροί εἰσιν
                            ἐνίοισι, καὶ ἀκριβείην οὐκ ἔχουσιν <lb/>ἄλλην, ἢ ταύτην. Ἀκαιρίη δέ ἐστι
                            τὰ τοιάδε· ὅσα μὲν πρωῒ δεῖ θεραπεύεσθαι, <lb/>ἢν μεσημβρίῃ θεραπεύηται,
                            ἀκαίρως θεραπεύεται· ἀκαίρως <lb/>δὲ ταύτῃ, ἐπεὶ ὅσα τάχα ῥοπὴν ἴσχει ἐς
                            τὸ κάκιον διὰ τὴν μὴ <lb/>ἐν καιρῷ θεραπείην, ἤν τε μεσημβρίης, ἤν τε
                            ὀψὲ, ἤν τε τῆς νυκτὸς <pb n="150"/> θεραπεύηται, ἀκαίρως θεραπεύεται·
                            καὶ ἢν τοῦ ἦρος δέῃ θεραπευθῆναι, <lb/>θεραπεύηται δὲ χειμῶνος, ἢ τοῦ
                            μὲν χειμῶνος δέῃ, τοῦ <lb/>θέρεος δὲ θεραπεύηται· ἢ ὅ τι ἤδη δεῖ
                            θεραπεύεσθαι, τοῦτο ἀναβάλληται <lb/>ἢ ὅ τι ἀναβάλλεσθαι δεῖ, τοῦτ’ ἤδη
                            θεραπεύηται· τὰ τοιαῦτα <lb/>ἀκαίρως θεραπεύεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ὀρθῶς δὲ ἐν αὐτῇ καὶ οὐκ ὀρθῶς τὰ τοιάδε· οὐκ ὀρθῶς <lb/>μὲν, τήν τε
                            νοῦσον ἑτέρην ἐοῦσαν ἑτέρην φάναι εἶναι, καὶ μεγάλην <lb/>ἐοῦσαν σμικρὴν
                            φάναι εἶναι, καὶ σμικρὴν ἐοῦσαν, μεγάλην, καὶ περιεσομένον <lb/>μὴ φάναι
                            περιέσεσθαι, καὶ μέλλοντα ἀπολεῖσθαι μὴ <lb/>φάναι ἀπολεῖσθαι, καὶ
                            ἔμπυον ἐόντα μὴ γινώσκειν, μηδὲ, νούσου <lb/>μεγάλης τρεφομένης ἐν τῷ
                            σώματι, γινώσκειν, καὶ φαρμάκου δεόμενον <lb/>ὁκοιουοῦν δὴ μὴ γινώσκειν·
                            καὶ τὰ δυνατὰ μὴ ἐξιῆσθαι, καὶ <lb/>τὰ ἀδύνατα φάναι ἐξιήσεσθαι. Ταῦτα
                            μὲν οὖν ἐστι κατὰ γνώμην οὐκ <lb/>ὀρθῶς· κατὰ δὲ χειρουργίην τάδε· πῦον
                            ἐν ἕλκει ἐνεὸν ἢ ἐν φύματι <lb/>μὴ γινώσκειν, καὶ τὰ κατήγματα καὶ τὰ
                            ἐκπτώματα μὴ γινώσκειν, <lb/>καὶ μηλῶντα κατὰ κεφαλὴν μὴ γινώσκειν εἰ τὸ
                            ὀστέον κατέηγε, <lb/>μηδ’ ἐς κύστιν αὐλίσκον καθιέντα δύνασθαι καθιέναι,
                            μηδὲ λίθου ἐν <lb/>κύστει ἐνεόντος γινώσκειν, μηδ’ ἔμπυον ἐόντα
                            διασείοντα γινώσκειν, <lb/>καὶ τάμνοντα ἢ καίοντα ἐλλείπειν ἢ τοῦ βάθεος
                            ἢ τοῦ μήκεος· ἢ <lb/>καίειν τε καὶ τάμνειν ἃ οὐ χρή. Καὶ ταῦτα μὲν οὐκ
                            ὀρθῶς· ὀρθῶς δὲ, <lb/>τά τε νουσήματα γινώσκειν ἅ τέ ἐστι καὶ ἀφ’ ὅτων,
                            καὶ τὰ μακρὰ <lb/>αὐτῶν καὶ τὰ βραχέα, καὶ τὰ θανάσιμα, καὶ τὰ μὴ
                            θανάσιμα, καὶ <lb/>τὰ μεταπίπτοντα καὶ τὰ αὐξανόμενα καὶ τὰ μαραινόμενα,
                            καὶ τὰ <lb/>μεγάλα καὶ τὰ σμικρὰ, καὶ θεραπεύοντα τὰ μὲν ἀνυστὰ
                            ἐκθεραπεύειν, <pb n="152"/> τὰ δὲ μὴ ἀνυστὰ εἰδέναι, διότι οὐκ ἀνυστὰ,
                            καὶ θεραπεύοντα <lb/>τοὺς τὰ τοιαῦτα ἔχοντας ὠφελέειν ἀπὸ τῆς θεραπείης
                            ἐς τὸ <lb/>ἀνυστόν. Τὰ δὲ προσφερόμενα τοῖσι νοσέουσιν ὧδε χρὴ φυλάσσειν
                            τά <lb/>τε ὀρθῶς καὶ τὰ μὴ ὀρθῶς· ἤν τις ἃ δεῖ ξηραίνειν, ὑγραίνῃ, ἢ ἃ
                            <lb/>δεῖ ὑγραίνειν, ξηραίνῃ, ἢ ἃ παχύνειν δέοι, μὴ προσφέρῃ ἀφ’ ὧν δεῖ
                            <lb/>παχύνειν, ἢ ἃ δεῖ λεπτύνειν, μὴ λεπτύνῃ, ἢ ψύχειν, μὴ ψύχῃ, ἢ
                            <lb/>θερμαίνειν, μὴ θερμαίνῃ, ἢ σήπειν, μὴ σήπῃ, καὶ τὰ λοιπὰ κατὰ
                            <lb/>τὸν αὐτὸν λόγον τούτοισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Τὰ δὲ τοιάδε ἀνθρώποισιν ἀπὸ ταυτομάτου ἐν τῇσι νούσοισι <lb/>γίνεται
                            καὶ ἀγαθὰ καὶ κακά· πυρέσσοντι μὲν καὶ χολῶντι ἐν καιρῷ <lb/>σκεδασθεῖσα
                            ἔξω ἡ χολὴ, ἀγαθὸν, ὑπὸ τὸ δέρμα κεχυμένη καὶ ἐσκεδασμένη <lb/>καὶ
                            εὐπετεστέρη ἔχειν τε τῷ ἔχοντι, καὶ τῷ ἰωμένῳ ἰῆσθαι· <lb/>κεχυμένη δὲ
                            καὶ ἐσκεδασμένη, πρὸς ἕν τι τοῦ σώματος προσπεσοῦσα, <lb/>κακόν. Κοιλίη
                            ταραχθεῖσα ὑπὸ πλευρίτιδος ἐχομένῳ ἢ <lb/>περιπλευμονίης, ἢ ἐμπύῳ ἐόντι,
                            κακόν· πυρέσσοντι δὲ ἢ τρῶμα <lb/>τετρωμένῳ κοιλίη ἀποξηρανθεῖσα, κακόν·
                            ὑφύδρῳ καὶ σπληνώδεϊ <lb/>καὶ ὑπὸ λευκοῦ φλέγματος ἐχομένῳ ταραχθεῖσα ἡ
                            κοιλίη ἰσχυρῶς, <lb/>ἀγαθόν. Ἐρυσίπελας ἢν ἔξω κατακεχυμένον ἔσω
                            τράπηται, κακόν· <lb/>ἢν δ’ ἔσω κατακεχυμένον ἔξω τράπηται, ἀγαθόν.
                            Διαῤῥοίῃ δὲ ἐχομένῳ <lb/>ἰσχυρῇ ὁ ἔμετος γενόμενος, ἀγαθόν. Γυναικὶ αἷμα
                            ἐμεούσῃ <lb/>τὰ καταμήνια ῥαγῆναι, ἀγαθόν· ὑπὸ ῥόου δὲ πιεζομένῃ, ἐς τὰς
                            ῥῖνας <lb/>ἢ ἐς τὸ στόμα μεταπεσεῖν τὸν ῥόον, ἀγαθόν. Γυναικὶ ὑπὸ
                            σπασμοῦ <lb/>ἐχομένῃ ἐκ τόκου πυρετὸν ἐπιγενέσθαι ἀγαθόν· καὶ τετάνου
                                <pb n="154"/> ἔχοντος καὶ σπασμοῦ, πῦρ ἐπιγενέσθαι. ἀγαθόν. Τὰ γὰρ
                            τοιαῦτα δι’ <lb/>οὐδεμίην οὔτε ἀμαθίην οὔτε σοφίην ἰητρῶν γίνεταί τε καὶ
                            οὐ γίνεται, <lb/>ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου καὶ ἐπιτυχίης, καὶ γενόμενά τε
                            ὠφελέει ἢ <lb/>βλάπτει, καὶ οὐ γενόμενα ὠφελέει ἢ βλάπτει κατὰ τὸν αὐτὸν
                            λόγον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἐπιτυχίῃ δὲ τὰ τοιάδε οἱ ἰητροὶ ποιέουσιν ἐν τῇ θεραπείῃ <lb/>ἀγαθά·
                            ἄνω φάρμακον δόντες, καθαίρουσι καὶ ἄνω καὶ κάτω καλῶς· <lb/>καὶ γυναικὶ
                            φάρμακον δόντες κάτω χολῆς ἢ φλέγματος, ἐπιμήνια οὐ <lb/>γίνομενα
                            κατέῤῥηξαν· καὶ σπλῆνα ἔμπυον ἔχοντι κάτω φάρμακον <lb/>δόντες ὥστε
                            χολὴν καὶ φλέγμα καθῆραι, πῦος κάτω ἐκάθηραν ἐκ <lb/>τοῦ σπληνὸς καὶ
                            ἀπήλλαξαν τῆς νούσου· καὶ λιθιῶντι φάρμακον <lb/>δόντες, τὸν λίθον ἐς
                            τὸν οὐρητῆρα προσέωσαν ὑπὸ βίης τοῦ φαρμάκου, <lb/>ὥστε ἐξουρηθῆναι· καὶ
                            πῦον ἔχοντι ἐν τῇ ἄνω κοιλίῃ ἐν φύματι, <lb/>οὐκ εἰδότες ὅ τι ἔχει,
                            δόντες ἄνω φάρμακον ὅ τι φλέγμα καθαίρει, <lb/>ἤμεσε τὸ πῦον καὶ ἐγένετο
                            ὑγιής· καὶ ἐκ φαρμάκου ὑπερκαθαιρόμενον <lb/>ἄνω θεραπεύοντες,
                            καταῤῥαγείσης τῆς κοιλίης ἀπὸ ταυτομάτου, <lb/>ὑγιέα ἐποίησαν τοῦ
                            ἐμέτου. Κακὰ δὲ τάδε ἀπεργάζονται ἀπὸ ἀτυχίης· <lb/>φάρμακον δόντες ἄνω
                            χολῆς ἢ φλέγματος, φλέβα ἐν τοῖσι <lb/>στήθεσιν ἔῤῥηξαν ὑπὸ τοῦ ἐμέτου,
                            οὐδὲν ἔχοντος πρόσθεν ἄλγημα <lb/>ἐν τῷ στήθει φανερὸν, καὶ ἐγένετο
                            νοῦσος· καὶ γυναικὶ ἐν γαστρὶ <lb/>ἐχούσῃ ἄνω φάρμακον δόντες, κάτω
                            ῥαγεῖσα ἡ κοιλίη ἐξέτρωσε τὸ <lb/>ἔμβρυον· καὶ ἔμπυον θεραπεύοντι ἡ
                            κοιλίη ῥυεῖσα διαφθείρει· καὶ <lb/>ὀφθαλμοὺς θεραπεύοντι καὶ ὑπαλείψαντι
                            ὀδύναι ἐνέπεσον ὀξύτεραι, <lb/>κἢν οὕτω τύχῃ, ῥήγνυνται οἱ ὀφθαλμοὶ, καὶ
                            ἀμαυροῦνται, καὶ αἰτιῶνται <lb/>τὸν ἰητρὸν, ὅτι ὑπήλειψε· καὶ λεχοῖ ἐπὶ
                            γαστρὸς ὀδύνῃ, ἢν <pb n="156"/> δῷ τι ὁ ἰητρὸς, καὶ κακῶς σχῇ, ἢ καὶ
                            ἀπόληται, ὁ ἰητρὸς αἴτιος. <lb/>Σχεδὸν δὲ ὅσα ἀνάγκας ἔχει ὥστε γίνεσθαι
                            ἐν τοῖσι νουσήμασι καὶ <lb/>τρώμασι κακὰ ἐπὶ κακοῖσι, τὸν ἰητρὸν
                            αἰτιῶνται τούτων γινομένων, <lb/>καὶ τὴν ἀνάγκην τὴν τὰ τοιαῦτα
                            ἀναγκάζουσαν γίνεσθαι οὐ γινώσκουσιν. <lb/>Καὶ ἢν ἐπὶ πυρέσσοντι ἢ τρῶμα
                            ἔχοντι, ἐσελθὼν καὶ <lb/>προσενέγκας, τὸ πρῶτον μὴ ὠφελήσῃ, ἀλλὰ τῇ
                            ὑστεραίῃ κάκιον <lb/>ἔχῃ, τὸν ἰητρὸν αἰτιῶνται· ἢν δὲ ὠφελήσῃ, τοῦτο δὲ
                            οὐχ ὁμαλῶς <lb/>ἐπαινέουσι· χρεὼν γὰρ πεπονθέναι αὐτὸν δοκέουσι· τὰ δὲ
                            ἕλκεα <lb/>φλεγμαίνειν, καὶ ἐν τῇσι νούσοισιν ἔστιν ᾗσιν ὀδύνας
                            γίνεσθαι, ταῦτα <lb/>δὲ οὐ δοκέουσι χρεὼν εἶναι γίνεσθαι αὐτοῖσιν, οὐδὲ
                            τὰ τοιάδε ὥστε <lb/>γίνεσθαι· νεῦρον διακοπὲν μὴ ξυμφῦναι, μηδὲ κύστιν,
                            μηδὲ ἔντερον, <lb/>ἢν ᾖ τῶν λεπτῶν, μηδὲ φλέβα αἱμόῤῥοον, μηδὲ γνάθου τὸ
                            λεπτὸν, <lb/>μηδὲ τὸ ἐπὶ τοῦ αἰδοίου δέρμα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ἀρχὴ δὲ ἰήσιος ἀποδεδειγμένη μὲν οὐκ ἔστιν, ἥτις ὀρθῶς ἀρχή <lb/>ἐστι
                            πάσης τῆς τέχνης, οὐδὲ δεύτερον οὐδὲν, οὐδὲ μέσον, οὐδὲ τελευτή·
                            <lb/>ἀλλὰ ἀρχόμεθά τε αὐτῆς, ἄλλοτε λέγοντες, ἄλλοτε ἐργαζόμενοι,
                            <lb/>καὶ τελευτῶμεν ὡσαύτως· καὶ οὔτε λέγοντες ἀρχόμεθα ἐκ τῶν
                            <lb/>αὐτῶν λόγων, οὐδ’ ἢν περὶ τῶν αὐτῶν λέγωμεν, οὐδὲ ἐς τοὺς αὐτοὺς
                            <lb/>τελευτῶμεν· καὶ ἐργαζόμενοι, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον οὔτε ἀρχόμεθα
                            <lb/>ἐκ τῶν αὐτῶν ἔργων, οὔτε τελευτῶμεν ἐς τὰ αὐτὰ. </p></div><pb n="158"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Εὐχειρίη δέ ἐστι τὰ τοιάδε· ὅταν τις τάμνῃ ἢ καίῃ, μήτε <lb/>νεῦρον
                            τάμνειν ἢ καίειν, μήτε φλέβα· καὶ ἢν ἔμπυον καίῃ, ἐπιτυγχάνειν <lb/>τοῦ
                            πύου, καὶ τάμνοντα δὲ κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον· καὶ τὰ <lb/>κατήγματα
                            συντιθέναι ὀρθῶς· καὶ ὅ τι ἂν τοῦ σώματος ἐκπέσῃ ἐκ <lb/>τῆς φύσιος,
                            ὀρθῶς ἐς τὴν φύσιν τοῦτο ἀπῶσαι’ λαβεῖν τε ἃ δεῖ ἰσχυρῶς, <lb/>καὶ
                            λαβόντα πιέζειν, καὶ ὅσα ἀτρέμα λαβεῖν, καὶ λαβόντα μὴ <lb/>πιέζειν· καὶ
                            ἐπιδέοντα στρεβλὰ μὴ ποιέειν ἐξ εὐθέων, μηδὲ πιέζειν <lb/>ἃ μὴ δεῖ· καὶ
                            ψαύοντα ὅκου ἂν ψαύῃ, μὴ ὀδύνην παρέχειν ἐκ περισσοῦ. <lb/>Ταῦτα μὲν οὖν
                            ἐστιν εὐχειρίη· τὸ δὲ τοῖσι δακτύλοισιν εὐσχημόνως <lb/>λαμβάνειν, ἢ
                            καλῶς ἢ μὴ καλῶς, ἢ μακροῖσιν ἢ βραχέσιν, <lb/>ἢ καλῶς ἐπιδεῖν, καὶ
                            ἐπιδέσιας παντοίας, οὐ πρὸς τῇ τέχνῃ κρίνεται <lb/>εὐχειρίης πέρι, ἀλλὰ
                            χωρίς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ὁκόσοι ἔμπυοι γίνονται τὸν πλεύμονα, ἢ τὴν ἄνω ἢ τὴν <lb/>κάτω
                            κοιλίην, ἢ φύματα ἴσχουσιν εἴτε ἐν τῇ ἄνω κοιλίῃ εἴτε ἐν τῇ <lb/>κάτω, ἢ
                            ἐν τῷ πλεύμονι, ἢ ἕλκεα ἔνδοθεν, ἢ αἷμα ἐμέουσιν ἢ <lb/>πτύουσιν, ἢ
                            ἄλγημά τι ἔχουσιν ἢ ἐν τοῖσι στήθεσιν ἢ ἐν τοῖσιν <lb/>ὄπισθεν ἐν τῷ
                            νώτῳ, ταῦτα πάντα ἴσχουσι, τῶν μὲν ἐν τῷ σώματι <lb/>ἐνεόντων, ἀπὸ χολῆς
                            καὶ φλέγματος, τῶν δὲ ἔξωθεν, ἀπὸ τοῦ ἠέρος <lb/>ἐπιμιγνυμένου τῷ
                            συμφύτῳ θερμῷ, ἀτὰρ καὶ ἀπὸ πόνων καὶ τρωμάτων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Καὶ ὁκόσοι μὲν τὸν πλεύμονα ἔμπυοι γίνονται, ἀπὸ τῶνδε <lb/>γίνονται·
                            ἢν περιπλευμονίῃ ληφθεὶς μὴ καθαρθῇ ἐν τῇσι κυρίῃσιν <lb/>ἡμέρῃσιν, ἀλλ’
                            ὑπολειφθῇ ἒν τῷ πλεύμονι πτύαλόν τε καὶ φλέγμα, <pb n="160"/> ἔμπυος
                            γίνεται· καὶ ἢν μὲν αὐτίκα θεραπευθῇ, διαφεύγει ὡς τὰ <lb/>πουλλά· ἢν δὲ
                            ἀμεληθῇ, διαφθείρεται, διαφθείρεται δὲ ὧδε· τοῦ <lb/>φλέγματος ἐν τῷ
                            πλεύμονι ἐνισταμένου τε καὶ σηπομένου, ἑλκοῦταί <lb/>τε ὁ πλεύμων καὶ
                            διάπυος γίνεται, καὶ οὔτε ἔτι ἔσω ἕλκει ἐς ἑωυτὸν <lb/>ὅ τι καὶ ἄξιον
                            λόγου τῆς τροφῆς, οὔτ’ ἔτι ἀποκαθαίρεται ἀπ’ <lb/>αὐτοῦ ἄνω οὐδὲν, ἀλλὰ
                            πνίγεταί τε καὶ δυσπνοεῖ ἀεὶ ἐπὶ μᾶλλον, καὶ <lb/>ῥέγχει ἀναπνέων, καὶ
                            ἀναπνέει αὐτόθεν ἄνωθεν ἐκ τῶν στηθέων, τέλος <lb/>δὲ ἀποφράσσεται ὑπὸ
                            τοῦ πτύσματος, καὶ ἀποθνήσκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Γίνεται δ’ ἔμπυος, καὶ ἢν ἐκ τῆς κεφαλῆς φλέγμα οἱ καταῤῥυῇ <lb/>ἐς
                            τὸν πλεύμονα· καὶ τὸ μὲν πρῶτον ὡς τὰ πολλὰ λανθάνει καταῤῥέον, <lb/>καὶ
                            βῆχά τε παρέχει λεπτὴν, καὶ τὸ σίελον πικρότερον ὀλίγῳ <lb/>τοῦ ἐωθότος,
                            καὶ ἄλλοτε θέρμη λεπτή· ὁκόταν δὲ ὁ χρόνος προΐῃ, <lb/>τρηχύνεταί τε ὁ
                            πλεύμων, καὶ ἑλκοῦται ἔνδοθεν ὑπὸ τοῦ φλέγματος <lb/>ἐνισταμένου καὶ
                            ἐνσηπομένου, καὶ βάρος τε παρέχει τοῖσι στήθεσι <lb/>καὶ ὀδύνην ὀξέην
                            πρόσω καὶ ὀπίσω, θέρμαι τε ὀξύτεραι ἐμπίπτουσιν <lb/>ἐς τὸ σῶμα· καὶ ὁ
                            πλεύμων ὑπὸ τῆς θερμασίης ἄγει ἐς ἑωυτὸν <lb/>ἐκ τοῦ σώματος φλέγμα, καὶ
                            μάλιστα ἐκ τῆς κεφαλῆς· ἡ δὲ κεφαλὴ <lb/>θερμαινομένη, ἐκ τοῦ σώματος·
                            καὶ τοῦτο σηπόμενον πτύει ὑπόπαχυ· <lb/>ὅσῳ δ’ ἂν ὁ χρόνος προΐῃ,
                            εἰλικρινὲς πτύει πῦος· καὶ οἱ πυρετοὶ <lb/>ὀξύτεροι γίνονται, καὶ ἡ βὴξ
                            πυκνὴ καὶ ἰσχυρὴ, καὶ ἡ ἀσιτίη <lb/>διακναίει· καὶ τέλος ἡ κοιλίη ἡ κάτω
                            ταράσσεται, ταράσσεται δὲ <lb/>ὑπὸ τοῦ φλέγματος· τὸ δὲ φλέγμα ἀπὸ τῆς
                            κεφαλῆς καταβαίνει· <lb/>οὗτος, ὅταν ἐς τοῦτο ἀφίκηται, ἀπόλλυται,
                            καθάπερ εἴρηται ἐν τοῖσιν <lb/>ἔμπροσθεν, διαπύου τοῦ πλεύμονος καὶ
                            σαπροῦ γενομένου, ἢ τῆς <lb/>γαστρὸς ῥυείσης τῆς κάτω. </p></div><pb n="162"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Γίνεται δὲ καὶ ἀπὸ τῶνδε ἔμπυος ὁ πλεύμων· ὁκόταν τι τῶν <lb/>ἐν αὐτῷ
                            φλεβίων ῥαγῇ, ῥήγνυται δὲ ὑπὸ πόνων, καὶ ὅταν ῥαγῇ, <lb/>αἱμοῤῥοεῖ τὸ
                            φλέβιον· κἢν μὲν παχύτερον ἔῃ, μᾶλλον, ἢν δὲ λεπτότερον, <lb/>ἧσσον· καὶ
                            τὸ μὲν, παραυτίκα τοῦ αἵματος πτύει· τὸ δὲ, ἢν <lb/>μὴ στεγνωθῇ ἡ φλὲψ,
                            χεῖται ἐς τὸν πλεύμονα καὶ σήπεται ἐν αὐτῷ, <lb/>καὶ, ὅταν σαπῇ, πῦον
                            πτύει· προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου, ἄλλοτε πῦον <lb/>εἰλικρινὲς, ἄλλοτε πῦον
                            ὕφαιμον, ἄλλοτε αἷμα· καὶ ἢν μᾶλλον πληρωθῇ <lb/>τὸ φλέβιον, ἀπεμεῖ τὸ
                            πλήρωμα ἀφ’ ἑωυτοῦ ἅλες τοῦ αἵματος, <lb/>τό τε πῦον πτύεται παχὺ ὑπὸ
                            τοῦ προσγινομένου καὶ ἐνσηπομένου <lb/>φλέγματος. Οὗτος ἢν καταληφθῇ
                            ἀρχομένου τοῦ νουσήματος πρὶν ἢ <lb/>τὴν φλέβα αἱμοῤῥοεῖν ἢ χαλᾷν
                            ἰσχυρῶς, πρίν τε λεπτυνθῆναι καὶ <lb/>κλινοπετέα γενέσθαι, καὶ τὴν
                            κεφαλὴν ἄρξασθαι φθίνειν, καὶ τὸ ἄλλο <lb/>σῶμα τήκεσθαι, ἐξάντης τῆς
                            τοιῆσδε νούσου γίνεται· ἢν δ’ ἀμεληθῇ <lb/>καὶ ταῦτα καταλάβῃ, ὥστε
                            παθέειν ἢ πάντα ἢ τὰ πλεῖστα, <lb/>ἀπόλλυται· ἀπόλλυται δὲ οὗτος ἢ ὑπὸ
                            τῶν αὐτῶν ἃ εἴρηκα ἔμπροσθεν, <lb/>ἢ ὑπὸ ἐμέτου αἵματος πουλλοῦ καὶ
                            πολλάκις ἐμευμένου. Ἢν δὲ <lb/>τὸ φλέβιον παντάπασι μὲν μὴ διαῤῥαγῇ,
                            σπάδων δ’ ἐν αὐτῷ ἐγγένηται, <lb/>γίνεται δὲ μάλιστα οἷον κιρσός· ὃ καὶ
                            παραυτίκα μὲν, ὅταν <lb/>γένηται, ὀδύνην τινὰ παρέχει λεπτὴν καὶ βῆχα
                            ξηρήν· ἢν δὲ χρονίσῃ <lb/>τε καὶ ἀμεληθῇ, διαδιδοῖ αἷμα, τὸ μὲν πρῶτον
                            ὀλίγον καὶ ὑπόμελαν, <lb/>ἔπειτα δὲ ἐπὶ πλέον τε καὶ εἰλικρινέστερον,
                            εἶτα πῦον, καὶ πάσχει <pb n="164"/> ὅσα περ ἐν τοῖσιν ἔμπροσθεν εἴρηται·
                            ξυμφέρει δὲ τοῖσι τοιούτοισιν, <lb/>ἢν καταρχὰς λάβῃς ὥστε θεραπεύειν,
                            φλέβες ἐξιέμεναι ἐκ τῶν χειρῶν, <lb/>καὶ δίαιτα, ὑφ’ ἧς ἔσται ὡς
                            ξηρότατός τε καὶ ἀναιμότατος. <lb/>Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον τοῦτον καὶ τὰ ἐν
                            τῷ πλευρῷ φλέβια πάσχει, <lb/>ὅσα ἔσω ἀκρόπλοά ἐστιν· ὁκόταν οὖν πονέσῃ,
                            κιρσοειδέα τε γίνεται <lb/>καὶ μετέωρα ἔνδον· καὶ ἢν μὲν ἀμεληθῇ, τάδε
                            πάσχει· ἐκρήγνυται, <lb/>καὶ πτύουσί τε ἀπὸ σφέων αἷμα, καὶ ἐνίοτε καὶ
                            ἐμέουσι, καὶ ἔμπυοι <lb/>γίνονται, καὶ ὡς τὰ πουλλὰ διεφθάρησαν· ἢν δὲ
                            θεραπευθῶσιν ἀρχομένου <lb/>τοῦ νουσήματος, αὖθις κατὰ χώρην ἱζάνουσι
                            πρὸς τὸ πλευρὸν <lb/>τὰ φλέβια, καὶ γίνεται ταπεινά. Καὶ ὁ μὲν πλεύμων
                            ἀπὸ τούτων <lb/>ἔμπυος γίνεται, καὶ ἀπ’ αὐτοῦ πάσχουσί τε τὰ τοιαῦτα καὶ
                            τελευτῶσιν οὕτως. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Τὴν δὲ ἄνω κοιλίην ἔμπυοι γίνονται πολλαχῶς· καὶ γὰρ ὅταν <lb/>φλέγμα
                            ῥυῇ ἐκ τῆς κεφαλῆς ἅλες ἐς τὴν ἄνω κοιλίην, σήπεταί τε <lb/>καὶ γίνεται
                            πῦον· σήπεται δ’ ἐπὶ τῶν φρενῶν κεχυμένον· σήπεται δὲ <lb/>ἐν ἡμέρῃσι
                            μάλιστα δυοῖν καὶ εἴκοσι· τοῦτο οὖν διασείεται, καὶ ἐγκλυδάζεται <lb/>τὸ
                            πῦον πρὸς τὰ πλευρὰ προσπῖπτον· οὗτος ἢν καυθῇ ἢ <lb/>τμηθῇ, πρὶν
                            χρονίσαι τὸ πῦον, ὑγιὴς γίνεται ὡς τὰ πολλά. Γίνονται <lb/>δὲ τὴν ἄνω
                            κοιλίην ἔμπυοι καὶ ἐκ πλευρίτιδος, ὁκόταν ἰσχυρὴ γένηται, <lb/>καὶ ἐν
                            τῇσι κυρίῃσιν ἡμέρῃσι μήτε σαπῇ μήτε πτυσθῇ, ἀλλ’ <lb/>ἑλκωθῇ τὸ πλευρὸν
                            ὑπὸ τοῦ προσπεπτωκότος φλέγματός τε καὶ χολῆς· <pb n="166"/> καὶ ὁκόταν
                            ἕλκος γένηται, ἀναδιδοῖ ἀπὸ ἑωυτοῦ πῦος, καὶ ἐκ τῶν <lb/>πλησίον χωρίων
                            ὑπὸ θερμασίης ἄγει ἐφ’ ἑωυτὸ φλέγμα· καὶ τοῦτο <lb/>ὁκόταν σαπῇ, πτύεται
                            πῦος· ἐνίοτε δὲ καὶ ἐκ τῶν φλεβίων διαδιδοῖ <lb/>ἐς τὸ ἕλκος αἷμα, καὶ
                            γίνεται σηπόμενον πῦος· οὗτος ἢν μὲν παραχρῆμα <lb/>ὑποληφθῇ, ὑγιὴς
                            γίνεται ὡς τὰ πολλά· ἢν δὲ ἀμεληθῇ, διαφθείρεται. <lb/>Γίνονται δὲ
                            ἔμπυοι, καὶ ἢν φλέγμα ἐκ τῆς κεφαλῆς ῥυὲν <lb/>πρὸς τὸ πλευρὸν προσπαγῇ
                            καὶ σαπῇ· τότε γὰρ τὸ πλευρὸν ὡς τὰ <lb/>πολλὰ καίεται, καὶ πάσχει ὅσα
                            περ ἐκ πλευρίτιδος, ὅταν ἔμπυος γένηται. <lb/>Γίνονται δὲ καὶ ὁκόταν ὑπὸ
                            ταλαιπωρίης, ἢ ἐκ γυμνασίης, ἢ <lb/>ἄλλως πως ῥαγῇ ἢ ἔμπροσθεν ἢ
                            ὄπισθεν, ῥαγῇ δὲ ὥστε μὴ παραυτίκα <lb/>πτύσαι αἷμα, ἀλλ’ ἐν τῇ σαρκὶ
                            σπάδων γένηται, καὶ ἡ σὰρξ <lb/>σπασθεῖσα εἰρύσῃ ἰκμάδα ὀλίγην, καὶ
                            γένηται ὑποπέλιδνος, καὶ παραυτίκα <lb/>μὲν μὴ αἰσθάνηται ὁ παθὼν ὑπὸ
                            ῥώμης καὶ εὐεξίης, ἢν δὲ <lb/>καὶ αἴσθηται, μηδὲν πρῆγμα ἡγήσηται· οὕτως
                            ὅταν καταλάβῃ ὥστε <lb/>αὐτὸν ὑπὸ πυρετῶν λεπτυνθῆναι ἢ ποσίων ἢ
                            λαγνείης ἢ ἄλλου του, <lb/>ἡ σὰρξ ἡ τετρωμένη ὑποξηραίνεταί τε καὶ
                            ὑποθερμαίνεται, καὶ <lb/>ἕλκει ἰκμάδα ἐς ἑωυτὴν ἀπὸ τῶν πλησίον καὶ
                            φλεβῶν καὶ σαρκῶν· <lb/>ὅταν δὲ εἰρύσῃ, οἰδίσκεταί τε καὶ φλεγμαίνει,
                            καὶ ὀδύνην παρέχει <lb/>λεπτὴν καὶ βῆχα ἀραιήν τε καὶ ξηρὴν τὸ πρῶτον,
                            ἔπειτα ἐπὶ μᾶλλον <lb/>ἕλκει τε ἐς ἑωυτὴν, καὶ ὀδύνην παρέχει
                            ἰσχυροτέρην καὶ βῆχα πυκνοτέρην· <lb/>καὶ πτύει τὸ μὲν πρῶτον ὑπόπυον,
                            ἐνίοτε δὲ ὑποπέλιδνον <lb/>καὶ ὕφαιμον· ὅσῳ δὲ ἂν ὁ χρόνος προΐῃ, ἕλκει
                            τε μᾶλλον ἐς ἑωυτὴν <lb/>καὶ σήπει· καὶ αὐτῆς τῆς σαρκὸς, ὅσον πελιδνὸν
                            ἐγένετο τὴν ἀρχὴν, <lb/>τοῦτο πᾶν ἕλκος γίνεται, καὶ ὀδύνην παρέχει
                            ὀξείην καὶ πυρετὸν <pb n="168"/> καὶ βῆχα πολλήν τε καὶ πυκνὴν, καὶ τὸ
                            πτύσμα εἰλικρινὲς πτύει <lb/>πῦος· ἢν δὲ χρονίσῃ τὸ πῦος ἐν τῇ κοιλίῃ,
                            διαθερμαίνεται αὐτοῦ τὸ <lb/>σῶμα πᾶν, μάλιστα δὲ τὰ ἐγγυτάτω,
                            θερμαινομένου δὲ τοῦ σώματος, <lb/>ἐκτήκεται τὸ ὑγρὸν, καὶ τὸ μὲν ἀπὸ
                            τῶν ἄνω ἐς τὴν ἄνω κοιλίην <lb/>μάλιστα συῤῥεῖ, καὶ γίνεται πῦος, πρὸς
                            τῷ ἐνεόντι, τὸ δὲ καὶ ἐς τὴν <lb/>κάτω κοιλίην ῥεῖ, καὶ ἐνίοτε
                            ταράσσεται ἡ κοιλίη ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ <lb/>διέφθειρε τὸν ἄνθρωπον. Τὰ γὰρ
                            ἐσιόντα τῶν σιτίων διαχωρέει <lb/>ἄπεπτα, καὶ τροφὴ ἀπ’ αὐτέων οὐ
                            γίνεται τῷ σώματι· καὶ ἡ τοῦ <lb/>πτύσματος ἄνω κάθαρσις οὐχ ὁμαλὴ
                            γίνεται, ἅτε διατεθερμασμένης <lb/>τῆς κοιλίης καὶ ἀγούσης πάντα κάτω
                            ἐφ’ ἑωυτήν· καὶ ὑπὸ μὲν τοῦ <lb/>πτύσματος πνίγεταί τε καὶ ῥέγχει οὐ
                            καθαιρόμενος, ὑπὸ δὲ τῆς γαστρὸς <lb/>ῥεούσης ἐξασθενέει, καὶ ὡς
                            ταπουλλὰ διαφθείρεται. Μάλιστα δὲ <lb/>ἐν τῇσι τοιαύτῃσι τῶν νούσων τὸ
                            ῥεῦμα τοῦτο ἡ κεφαλὴ παρέχει, ἅτε <lb/>κοίλη ἐοῦσα καὶ ἄνω ὑπερκειμένη·
                            ὁκόταν γὰρ διαθερμανθῇ ὑπὸ <lb/>τῆς κοιλίης, ἕλκει ἐς ἑωυτὴν ἐκ τοῦ
                            σώματος τὸ λεπτότατον τοῦ φλέγματος· <lb/>ὅταν δὲ ἁλισθῇ ἐν αὐτῇ,
                            ἀποδιδοῖ πάλιν ἅλες καὶ παχὺ, καὶ, <lb/>ὥσπερ εἴρηται, τὸ μὲν αὐτοῦ ἐς
                            τὴν ἄνω κοιλίην καταῤῥεῖ, τὸ δὲ ἐς <lb/>τὴν κάτω· ὁκόταν οὖν ἄρξηται ἥ
                            τε κεφαλὴ ῥεῖν, καὶ τὸ ἄλλο σῶμα <lb/>τήκεσθαι, οὐκ ἔτι ὁμαλῶς, οὐδὲ
                            καυθέντες, περιγίνονται· κρατέει <lb/>γὰρ πρὸς μὲν τὸ πῦον τὰ ἐπιῤῥέοντα
                            κακὰ ἢ τὰ ἀπορῤῥέοντα, αἱ δὲ <lb/>σάρκες τηκόμεναι μᾶλλον ὑπὸ τῶν κακῶν,
                            ἢ τρεφόμεναι ὑπὸ τῶν ἐσιόντων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Οὗτοι ὁκόσοι τοιουτότροπα νουσήματα ἴσχουσι καὶ ἀπὸ τούτων,
                            <lb/>ἔνιοι μὲν δι’ ὀλίγου ἀπόλλυνται, ἔνιοι δὲ πουλὺν χρόνον ἕλκουσιν·
                            <lb/>διαφέρει γὰρ σῶμα σώματος, καὶ ἡλικίη ἡλικίης, καὶ πάθημα <pb n="170"/> παθήματος· καὶ οἱ μὲν ταλαιπωρότεροί εἰσιν ἐν τῇσι
                            νούσοισιν, οἱ <lb/>δὲ παντάπασι ταλαιπωρέειν ἀδύνατοι. Οὔκουν ἐστὶ τὸ
                            ἀκριβὲς εἰδέναι <lb/>καὶ τυχεῖν εἴπαντα τοῦ χρόνου, ἐν ᾧ ἀπόλλυνται,
                            οὔτε εἰ πολλὸν, <lb/>οὔτ’ εἰ ὀλίγον· οὐδὲ γὰρ οὗτος ὁ χρόνος ἀκριβὴς, ὃν
                            ἔνιοι λέγουσιν, <lb/>ὡς τὰ πολλὰ, οὐδὲ αὐτὸ τοῦτο ἐκποιέει· διαφέρει γὰρ
                            καὶ ἔτος ἔτεος, <lb/>καὶ ὥρη ὥρης, ἐν ᾗ ἂν νοσέωσιν· ἀλλ’ ἤν τις θέλῃ
                            περὶ αὐτέων ὀρθῶς <lb/>γινώσκειν καὶ λέγειν, γνώσεται ὧδε πᾶσαν ὥρην καὶ
                            ἀπολλυμένους <lb/>καὶ περιγινομένους καὶ πάσχοντας ἅπερ ἂν πάσχωσιν.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Τὴν δὲ κάτω κοιλίην ἔμπυοι γίνονται, μάλιστα μὲν, ὅταν <lb/>φλέγμα ἢ
                            χολὴ συστῇ ἅλες μεσηγὺ τῆς σαρκὸς καὶ τοῦ δέρματος· γίνονται <lb/>δὲ καὶ
                            ἀπὸ σπασμῶν, καὶ ὅταν φλέβιον σπασθὲν ῥαγῇ· τὸ <lb/>αἷμα ἐκχυθὲν σήπεται
                            καὶ ἐκπύει· ἢν δὲ ἡ σὰρξ σπασθῇ ἢ φλασθῇ, <lb/>ἕλκει ἐκ τῶν παρ’ ἑωυτῇ
                            φλεβίων αἷμα, καὶ τοῦτοσήπεται καὶ ἐκπύει. <lb/>Τούτοισιν ἢν μὲν ἔξω
                            ἀποσημήνῃ, καὶ τὸ πῦον ἐξέλθῃ, ὑγιέες γίνονται· <lb/>ἢν δὲ ἐκραγῇ
                            αὐτόματον ἔσω, ἀπόλλυνται. Κεχυμένον δὲ πῦος ἐν τῇ <lb/>κάτω κοιλίῃ,
                            ὥσπερ ἐν τῇ ἄνω εἴρηται ἐγγίνεσθαι, οὐκ ἂν δύναιτο <lb/>ἐγγενέσθαι, ἀλλ’
                            ὥσπερ μοι εἴρηται, ἐν χιτῶσί τε καὶ ἐν φύμασιν <lb/>ἐγγίνεται· καὶ ἢν
                            μὲν ἔνδον ἀποσημήνῃ, δυσπετὲς γνῶναι· οὐδὲ γὰρ <lb/>διασείσαντά ἐστιν
                            εἰδέναι· γινώσκεται δὲ μάλιστα τῇ ὀδύνῃ ἔνθα ἂν <lb/>ἕῃ, καὶ ἢν
                            καταπλάσῃς τῇ κεραμίτιδι ἢ ἄλλῳ τῳ τοιούτῳ, ἀποξηραίνει <lb/>δι’ ὀλίγου.
                        </p></div><pb n="172"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Ἐρυσίπελας δὲ ἐν τῷ πλεύμονι γίνεται, ὅταν ὑπερξηρανθῇ ό
                            <lb/>πλεύμων· ὑπερξηραίνεται δὲ καὶ ὑπὸ καύματος, καὶ ὑπὸ πυρετῶν,
                            <lb/>καὶ ὑπὸ ταλαιπωρίης καὶ ἀκρασίης· καὶ ὁκόταν ὑπερξηρανθῇ, ἕλκει
                            <lb/>τὸ αἷμα ἐφ’ ἑωυτὸν, μάλιστα μὲν καὶ πλεῖστον ἐκ τῶν μεγάλων φλεβῶν·
                            <lb/>αὗται γὰρ αὐτῷ ἐγγυτάτω εἰσὶ, καὶ ἐπίκεινται ἐπ’ αὐτῷ· ἕλκει
                            <lb/>δὲ καὶ ἐκ τῶν ἄλλων τῶν πλησίον· ἕλκει δὲ τὸ λεπτότατον καὶ
                            ἀσθενέστατον. <lb/>Ὁκόταν δ’ εἰρύσῃ, πυρετὸς ἀπ’ αὐτοῦ γίνεται ὀξὺς, καὶ
                            <lb/>βὴξ ξηρὴ, καὶ πληθώρη ἐν τοῖσι στήθεσι, καὶ ὀδύνη ὀξέη ἐν τοῖσιν
                            <lb/>ἔμπροσθεν καὶ ὄπισθεν, μάλιστα δὲ κατὰ τὴν ῥάχιν, ἅτε τῶν φλεβῶν
                            <lb/>τῶν μεγάλων διαθερμαινομένων· καὶ ἐμέουσιν ἄλλοτε μὲν ὕφαιμον,
                            <lb/>ἄλλοτε δὲ πελιδνόν· ἐμέουσι δὲ καὶ φλέγμα καὶ χολήν· καὶ
                            <lb/>ἐκψύχουσι πυκνά· ἐκψύχουσι δὲ διὰ τοῦ αἵματος τὴν μετάστασιν
                            <lb/>ἐξαπίνης γενομένην. Καὶ μάλιστα διασημαίνει τοῦτο, ὅταν ἐπὶ τοῦ
                            <lb/>πλεύμονος ἐπιγένηται ἐρυσίπελας, καὶ τοῦ πυρετοῦ ἔῃ συνεχὴς
                            <lb/>λῆψις. Τούτῳ ἢν μὲν δύο ἢ τριῶν ἢ τεσσάρων τὸ πλεῖστον ἡμερέων
                            <lb/>διαχυθῇ καὶ μεταστῇ τὸ ἔνδον ἐς τὸ ἔξω, ὑγιὴς γίνεται ὡς τὰ πολλά·
                            <lb/>ἢν δὲ μὴ διαχυθῇ καὶ μεταστῇ, ἐνσήπεταί τε καὶ ἔμπυος γίνεται, καὶ
                            <lb/>ἀπόλλυται· ἀπόλλυται δὲ δι’ ὀλίγου, ὅτε τοῦ πλεύμονος διαπύου
                            <lb/>ἐόντος ὅλου καὶ σαπροῦ· ἢν δὲ ἔξω κατακεχυμένον ἔσω τράπηται καὶ
                            <lb/>λάβῃ τοῦ πλεύμονος, τοῦτον οὐδεμίη ἐλπὶς περιγενέσθαι· ὅταν γὰρ
                            <lb/>προαπεξηρασμένος ὁ πλεύμων εἰρύσῃ ἐς ἑωυτὸν, οὐκ ἂν ἔτι μετασταίη,
                            <lb/>ἀλλὰ παραχρῆμα ὑπὸ τοῦ καύματος καὶ τῆς ξηρασίης οὐκ <lb/>ἔτι
                            δέχεται οὐδὲν, οὔτε ἄνω ἀναδιδοῖ οὐδὲν, ἀλλὰ διέφθειρεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Φῦμα δὲ γίνεται ἐν τῷ πλεύμονι ὧδε· ὁκόταν φλέγμα ἢ <pb n="174"/>
                            χολὴ ξυστραφῇ, σήπεται, καὶ ἕως μὲν ἂν ἔτι ὠμότερον ἕῃ, ὀδύνην <lb/>τε
                            παρέχει λεπτὴν καὶ βῆχα ξηρήν· ὁκόταν δὲ πεπαίνηται, ὀδύνη <lb/>γίνεται
                            καὶ πρόσθεν καὶ ὄπισθεν ὀξέη, καὶ θέρμαι λαμβάνουσι καὶ <lb/>βὴξ ἰσχυρή·
                            καὶ ἢν μὲν ὅτι τάχιστα πεπανθῇ, καὶ ῥαγῇ, καὶ ἄνω <lb/>τράπηται τὸ πῦον,
                            καὶ ἀναπτυσθῇ πᾶν, καὶ ἡ κοιλίη, ἐν ᾗ τὸ πῦον <lb/>ἔνι, προσπέσῃ τε καὶ
                            ἀναξηρανθῇ, ὑγιὴς γίνεται παντελῶς· ἢν δὲ <lb/>ῥαγῇ μὲν ὅτι τάχιστα καὶ
                            πεπανθῇ καὶ ἀνακαθαίρηται, ἀποξηρανθῆναι <lb/>δὲ παντάπασι μὴ δύνηται,
                            ἀλλ’ αὐτὸ ἀφ’ ἑωυτοῦ τὸ φῦμα ἀναδιδῷ <lb/>τὸ πῦον, ὀλέθριον τοῦτο, καὶ
                            ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τε καὶ τοῦ <lb/>ἄλλου σώματος φλέγμα καταῤῥέον ἐς τὸ
                            φῦμα σήπεταί τε καὶ πῦον <lb/>γίνεται καὶ πτύεται, δι’ οὗ ἐφθάρη.
                            Διαφθείρεται δὲ ὑπὸ γαστρὸς <lb/>ῥυείσης, ἀφ’ ὧν περ καὶ ἐπὶ τῶν πρόσθεν
                            εἴρηται· λεσχηνευομένου <lb/>δὲ αὐτοῦ καὶ φρονέοντος πάντα χρήματα
                            ὁμαλῶς ὡς καὶ ἐν τῷ πρὶν <lb/>χρόνῳ, ἀποξηραίνεταί τε καὶ ἀποψύχεται,
                            καὶ ξυμμύει τὰ φλέβια <lb/>τὰ ἐν τῷ σώματι πάντα, ἅτε τοῦ αἵματος ἐξ
                            αὐτέων ἐκκεκαυμένου <lb/>ὑπὸ πυρετοῦ, ἐνίοτε δὲ ὑπὸ χρόνου τε πλήθεος,
                            καὶ μεγέθεος τῆς <lb/>νούσου, καὶ τῶν ἐνεόντων κακῶν, καὶ τῶν
                            προσεπιγινομένων. Ἢν δὲ <lb/>μὴ δύνηται πολλοῦ χρόνου ῥαγῆναι, μήτε ἀπὸ
                            ταυτομάτου, μήτε ὑπὸ <lb/>φαρμάκων, τήκεται ὁ ἀσθενέων ὑπὸ ὀδυνέων
                            ἰσχυρῶν, καὶ ἀσιτίης, <lb/>καὶ βηχὸς, καὶ πυρετῶν, καὶ ὡς τὰ πολλὰ
                            διαφθείρεται. Ἢν δὲ ἤδη <lb/>λελεπτυσμένῳ καὶ κλινοπετέϊ ἐόντι ῥαγῇ τὸ
                            πῦον, οὐδ’ οὕτω μάλα <lb/>ἀναφέρουσιν, ἀλλὰ διαφθείρονται τρόπῳ τῷ αὐτῷ.
                            Ἢν δὲ ῥαγῇ <lb/>μὲν ὅτι τάχιστα καὶ πεπανθῇ, πεπανθὲν δὲ ἐκχυθῇ ἐπὶ τὰς
                            φρένας <lb/>τὸ πολλὸν αὐτοῦ, τὸ παραυτίκα μὲν δοκέει ῥᾴων εἶναι·
                            προϊόντος <pb n="176"/> δὲ τοῦ χρόνου, ἢν μὲν ἀναπτύσῃ πᾶν, καὶ ἡ
                            κοιλίη, ἐν ᾗ τὸ πῦος <lb/>ἔνι, προσπέσῃ τε καὶ ἀναξηρανθῇ, ὑγιὴς
                            γίνεται· ἢν δὲ ὅ τε χρόνος <lb/>πλείων γένηται, καὶ αὐτὸς ἀσθενέστερος,
                            καὶ ἀναπτύσαι μὴ δύνηται, <lb/>ἀλλὰ καυθῇ ἢ τμηθῇ, καὶ τὸ πῦος ἐξέλθῃ,
                            παραυτίκα μὲν καὶ οὕτω <lb/>δή τι δοκέει ῥᾴων γεγονέναι, προϊόντος δὲ
                            τοῦ χρόνου, διαφθείρεται <lb/>ὑπὸ τῶν αὐτῶν, ὑφ’ ὧν περ καὶ ἐν τῇ πρώτῃ
                            εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ἐν δὲ τῷ πλευρῷ γίνεται μὲν φύματα καὶ ἀπὸ φλέγματος <lb/>καὶ ἀπὸ
                            χολῆς κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον τοῖσιν ἐν τῷ πλεύμονι· γίνεται <lb/>δὲ καὶ
                            ἀπὸ πόνων, ὁκόταν τι τῶν φλεβίων σπασθὲν ῥαγῇ, ἢ σπασθῇ <lb/>μὲν, ῥαγῇ
                            δὲ μὴ παντελῶς, ἀλλὰ σπάδων ἐν αὐτῷ γένηται· ἢν μὲν <lb/>οὖν ῥαγῇ
                            παραυτίκα, τὸ αἷμα τὸ ἐκχυθὲν ἐκ τοῦ φλεβίου σήπεταί <lb/>τε καὶ
                            ἐκπυέει· ἢν δὲ σπάδων ἐν τῷ φλεβίῳ γένηται, τοῦτο κατ’ <lb/>ἀρχὰς μὲν
                            ὀδύνην τε παρέχει καὶ σφύζει, προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου <lb/>διαδιδοῖ ἡ
                            φλὲψ τοῦ αἵματος ἐς τὴν σάρκα, καὶ τοῦτο σηπόμενον ἐν <lb/>τῇ σαρκὶ πῦος
                            γίνεται. Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ λόγον καὶ ἡ σὰρξ, ἢν μὲν <lb/>μᾶλλον πονέσῃ,
                            πλέον τοῦ αἵματος ἕλκει ἐς ἑωυτὴν ἐκ τῶν ἐγγυτάτω <lb/>φλεβῶν, καὶ
                            παραχρῆμα ἐκπυέει· ἢν δὲ ἧσσον πονέσῃ, σχολαίτερον <lb/>καὶ ἕλκει καὶ
                            ἐκπυέει. Ἐνίοισι δὲ ὁκόταν ἀσθενέα γένηται τὰ <lb/>σπάσματα ἐν τῇσι
                            σαρξὶν ἢ ἐν τῇσι φλεψὶν, οὐκ ἐκπυίσκεται, ἀλλὰ <lb/>γίνεται ἀλγήματα
                            πολυχρόνια, ἃ καὶ καλέουσι ῥήγματα. Καὶ ὁκόσα <lb/>μὲν ἐν τῇ σαρκὶ
                            γίνεται, ὧδε γίνεται· ὁκόταν ἡ σὰρξ πονέσῃ τι, ἢ <lb/>σπασθεῖσα, ἢ
                            πληγεῖσα, ἢ ἄλλο τι παθοῦσα, γίνεται, ὥσπερ προεῖπον, <lb/>πελιδνὴ,
                            πελιδνὴ δὲ οὐκ εἰλικρινεῖ αἵματι, ἀλλὰ λεπτῷ τε <lb/>καὶ ὑδαρέϊ, καὶ
                            τούτῳ ὀλίγῳ· ὅταν δὲ ὑπερξηρανθῇ μᾶλλον τοῦ <lb/>εἰωθότος,
                            διαθερμαίνεταί τε καὶ ὀδύνην παρέχει, καὶ ἕλκει ἐς ἑωυτὴν <pb n="178"/>
                            ἀπὸ τῶν πλησίον καὶ φλεβῶν καὶ σαρκῶν τὸ ὑγρόν· καὶ ὁκόταν
                            <lb/>ὑπερυγρανθῇ, καὶ τοῦτο αὐτὸ τὸ ὑγρὸν ὑπερθερμανθῇ ὑπ’ αὐτῆς τῆς
                            <lb/>σαρκὸς, σκίδναται ἀνὰ τὸ σῶμα πᾶν, οἷόν περ εἰρύσθη, καὶ μᾶλλον
                            <lb/>δή τι σκίδναται ἐς τὰς φλέβας, ἢ ἐς τὰς σάρκας· ἕλκουσι γὰρ αἱ
                            <lb/>φλέβες μᾶλλον τῶν σαρκῶν, ἕλκουσι δὲ καὶ αἱ σάρκες. Ὁκόταν δὲ
                            <lb/>ἐς πολλὸν ὑγρὸν, τὸ ἐν τῷ σώματι, ὀλίγον τὸ ἀπὸ τῆς σαρκὸς ἔλθῃ,
                            <lb/>ἄδηλον γίνεται καὶ ἀνώδυνον, καὶ ἀντὶ νενοσηκότος γίνεται ὑγιὲς τῷ
                            <lb/>χρόνῳ· ἢν δὲ διαθερμανθῇ τε μᾶλλον ἡ σὰρξ, καὶ εἰρύσῃ πλέον τὸ
                            <lb/>ὑγρὸν, ὀδύνην παρέχει, καὶ ὅπη ἂν τοῦ σώματος ἀπ’ αὐτῆς ὁρμήσῃ
                            <lb/>καὶ καταστηρίξῃ, ὀδύνην παρέχει ὀξέην, καὶ δοκέουσιν ἔνιοι αὐτοῖσι
                            <lb/>τὸ ῥῆγμα μεθεστάναι· τὸ δὲ οὐκ ἀνυστόν· ἕλκος γὰρ μεταστῆναι οὐκ
                            <lb/>ἀνυστόν· ἐγγυτάτω δὲ ἕλκεός ἐστιν ὁκόσα τοιαῦτα· ἀλλὰ τὸ ἀπὸ τῆς
                            <lb/>σαρκὸς ὑγρὸν ἀΐσσει διὰ τῶν φλεβίων. Ὅταν δὲ διαθερμανθῇ τε καὶ
                            <lb/>παχυνθῇ, καὶ γένηται πλέον, ὀδύνην παρέχει, ἔστ’ ἂν γένηται
                            <lb/>ὅμοιον τῷ ἄλλῳ ὑγρῷ ὑγρῷ κατὰ λεπτότητα καὶ ψυχρότητα. Ὁκόσα δὲ
                            <lb/>ἐν τοῖσι φλεβίοισι γίνεται, αὐτὸ μὲν τὸ φλέβιον, ὁκόσον ἔσπασται,
                            <lb/>κατὰ χώρην μένει· ὅταν δὲ σπασθῇ, σπᾶται δὲ ὑπὸ τόνου καὶ βίης,
                            <lb/>γίνεται οἷον κιρσός· διαθερμαίνεται δὲ καὶ ἕλκει ἐς ἑωυτὸ νοτίδα
                            <lb/>τινὰ ὑγρήν· ἡ δὲ νοτίς ἐστιν ἀπὸ χολῆς καὶ φλέγματος. Καὶ ὁκόταν
                            <lb/>μιχθῇ τό τε αἷμα καὶ τὸ ὑγρὸν τὸ ἀπὸ τῆς σαρκὸς, παχύνεται τὸ
                            <lb/>αἷμα πολλαπλασίως αὐτὸ ἑωυτοῦ ταύτῃ, ᾗ ἂν ἡ φλὲψ τυγχάνῃ
                            <lb/>ἐσπασμένη, καὶ νοσωδέστερον γίνεται καὶ στασιμώτερόν τε καὶ
                            <lb/>πλέον· καὶ ὁκόταν πλέον γένηται, μετανέστη τὸ πλήρωμα, ᾗ ἂν <pb n="180"/> τύχῃ, καὶ ὀδύνην παρέχει ὀξέην, ὥστε ἐνίοισι δοκέειν τὸ
                            ῥῆγμα ἑωυτοῖσι <lb/>μεθεστάναι· καὶ ἢν τύχῃ ὥστε ἐς τὸν ὦμον μεταστῆναι,
                            βάρος <lb/>τε ἐν τῇ χειρὶ παρέχει καὶ νάρκην καὶ νωθρίην· καὶ ἢν μὲν ἐς
                            <lb/>τὴν φλέβα σκιμφθῇ, ἣ ἐς τὸν ὦμόν τε καὶ τὸν νῶτον τείνει, παύεται
                            <lb/>ἡ ὀδύνη παραχρῆμα ὡς τὰ πολλά. Γίνεται δὲ τὰ σπάσματα καὶ <lb/>ἀπὸ
                            πόνων καὶ πτωμάτων, καὶ ἀπὸ πληγῆς, καὶ ἤν τις ἄχθος μέζον <lb/>αἴρηται,
                            καὶ ἀπὸ δρόμων καὶ πάλης, καὶ τῶν τοιούτων πάντων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Ὁκόσοι δὲ ἀπὸ τρωμάτων ἔμπυοι γίνονται, ἢν ὑπὸ δόρατος, <lb/>ἢ
                            ἐγχειριδίου, ἢ τοξεύματος ἐσωτέρω τρωθῶσιν, ἕως μὲν ἂν ἔχῃ τὸ <lb/>ἕλκος
                            ἔξω ἀναπνοὴν ἀνὰ τὸ ἀρχαῖον τρῶμα, ταύτῃ τε τὸ ψυχρὸν <lb/>ἐπάγεται ἐφ’
                            ἑωυτὸ, καὶ τὸ θερμὸν ἀφ’ ἑωυτοῦ ταύτῃ ἀφίησι, καὶ <lb/>ἀποκαθαίρεται
                            εὐκόλως τὸ πῦον καὶ ἢν δή τι ἄλλο. Καὶ ἢν μὲν <lb/>ὑγιανθῇ τό τ’ ἔνδον
                            καὶ τὸ ἔξω ὁμοῦ, ὑγιὴς γίνεται παντελῶς· ἢν <lb/>δὲ τὸ μὲν ἔξω ὑγιανθῇ,
                            τὸ δὲ ἔσω μὴ ὑγιανθῇ, ἔμπυος γίνεται· καὶ <lb/>ἢν ὑγιανθῇ μὲν ὁμοῦ καὶ
                            τὸ ἔσω καὶ τὸ ἔξω, ἡ δὲ οὐλὴ ἔσω ἀσθενὴς <lb/>γένηται καὶ τρηχείη καὶ
                            πελιδνὴ, ἀνελκοῦται ἐνίοτε, καὶ ὧδε <lb/>ἔμπυος γίνεται· ἀνελκοῦται δὲ
                            καὶ ἤν τι πονέσῃ πλέον, καὶ ἢν λεπτυνθῇ, <lb/>καὶ ἢν φλέγμα ἢ χολὴ πρὸς
                            τῇ οὐλῇ προσπαγῇ, καὶ ἢν <lb/>νούσῳ ἑτέρῃ ληφθεὶς λεπτυνθῇ. Ὅταν δὲ
                            γένηται ἕλκος, ἤν τε οὕτως, <lb/>ἤν τε προσυμφυῇ τὸ ἔξω τοῦ ἔσω, ὀδύνην
                            τε παρέχει ὀξέην <lb/>καὶ βῆχα καὶ πυρετόν· καὶ τήν τε ψύξιν ἐπάγεται
                            αὐτὸ ἑωυτῷ τὸ ἕλκος <lb/>διὰ τὸ πλέον τε καὶ θερμότερον εἶναι· καὶ αὐτὸ
                            ἀφ’ ἑωυτοῦ <lb/>ἀποπνεῖ τὸ θερμὸν, καὶ τὸ πῦον ἀποκαθαίρεται, καὶ
                            προσιητρεύεταί <lb/>τε διὰ πλείονος, καὶ σχολαίτερον ὑγιαίνεται· ἐνίοτε
                            δὲ οὐδ’ <pb n="182"/> ὑγιαίνεται· ἡ γὰρ σὰρξ ἡ τοῦ ἕλκεος ὑπὸ τοῦ
                            καύματος τοῦ ἐν τῷ <lb/>σῶματι ἕψεται, καὶ ὑπερυγραίνεται, ὥστε μὴ
                            δύνασθαι μήτε ξηρανθῆναι, <lb/>μήτε σαρκοφυῆσαι, μήτε ὑγιανθῆναι· ἀλλ’
                            ὅκοταν ὁ χρόνος <lb/>προΐῃ, τελευτᾷ πάσχων τὰ τοιαῦτα, ἃ καὶ ἐν τῇ
                            πρόσθεν εἴρηται. <lb/>Ἢν δὲ τύχῃ ὥστε τρωθῆναί τι τῶν φλεβίων τῶν
                            παχυτέρων, καὶ ἔσω <lb/>ῥυῇ τὸ αἷμα καὶ ἐνσαπῇ, ἔμπυος γίνεται· καὶ ἢν
                            μὲν τοῦτο τὸ πῦον <lb/>πτυσθῇ πᾶν, καὶ ἡ φλὲψ ἡ τετρωμένη στεγνωθῇ, καὶ
                            τὸ ἕλκος <lb/>ὑγιανθῇ καὶ τὸ ἔσω καὶ τὸ ἔξω, ὑγιὴς γίνεται παντελῶς· ἢν
                            δὲ μὴ <lb/>δύνηται μήτε τὸ ἕλκος συμφυῆναι, μήτε ἡ φλὲψ στεγνωθῆναι,
                            ἀλλ’ <lb/>ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε ἀναδιδῷ αἷμα, καὶ ἢ παραυτίκα ἐμέηται ἢ
                            <lb/>πτύηται, ἢ καὶ σήπηται καὶ πῦον πτύηται, διαφθείρεται ὡς τὰ
                            <lb/>πολλὰ, ἢ παραυτίκα ἐμέων αἷμα, ἢ ὑστέρῳ χρόνῳ, ὑφ’ ὧν καὶ ἐν τῇ
                            <lb/>πρόσθεν εἴρηται διαφθειρόμενος. Πολλάκις δὲ ὅσοι τι τῶν φλεβίων
                            <lb/>ἔσω τιτρώσκονται ὑπὸ τρωμάτων, ἢ ὑπό τινων πόνων, ἢ γυμνασίων,
                            <lb/>ἢ ὑπ’ ἄλλου του, ὁκόταν συμφυῇ καὶ δοκέῃ ὑγιὲς εἶναι τὸ φλέβιον,
                            <lb/>ἀναῤῥήγνυται ὕστερον χρόνῳ· ἀναῤῥήγνυται δὲ ὑπὸ τῶν αὐτῶν, ὑφ’
                            <lb/>ὧν περ καὶ πρόσθεν· ὁκόταν δὲ ἀναῤῥαγῇ, αἱμοῤῥοέει, καὶ παραυτίκα
                            <lb/>ἀπόλλυνται ἐμέοντες αἷμα πολλόν τε καὶ πολλάκις, ἢ ἄλλοτε <lb/>μὲν
                            καὶ ἄλλοτε αἷμα ἐμέουσι πρόσφατον, πῦον δὲ πτύοντες ἀνὰ <lb/>πάσην
                            ἡμέρην πολλόν τε καὶ παχὺ, διεφθάρησαν τρόπῳ τοιούτῳ <lb/>ἢ παραπλησίῳ,
                            ὡς καὶ ἐν τῇσιν ἄλλῃσι νούσοισιν εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Τοῖσι δὲ ταῦτα τὰ νουσήματα ἔχουσι καὶ ὅσα τοιαῦτα, διαφέρει <lb/>ἐς
                            τὸ εὐπετεστέρως τε ἀπαλλάσσειν καὶ δυσπετεστέρως ἀνήρ <lb/>τε γυναικὸς,
                            καὶ νεώτερος γεραιτέρου, καὶ γυνὴ νεωτέρη παλαιοτέρης, <pb n="184"/> καὶ
                            πρὸς τούτοισιν ἡ ὥρη τοῦ ἔτεος, ἐν ᾗ ἂν νοσέωσι, καὶ <lb/>ἢν ἐξ ἑτέρης
                            νούσου νοσέωσιν, ἢ μὴ ἐξ ἑτέρης· διαφέρει δὲ καὶ πάθημα <lb/>παθήματος
                            μέζον τε καὶ ἔλασσον, καὶ χρὼς χρωτὸς, καὶ θεραπείη <lb/>θεραπείης.
                            Τούτων δὲ οὕτω διαφερόντων, ἀνάγκη διαφέρειν <lb/>καὶ τὸν χρόνον, καὶ
                            τοῖσι μὲν πλέω γίνεσθαι, τοῖσι δὲ ἐλάσσω, καὶ <lb/>ἀπόλλυσθαι ἢ μὴ, καὶ
                            τοῖσι μὲν παραμόνιμά τε εἶναι καὶ μέζω, <lb/>τοῖσι δὲ ἐλάσσω τε καὶ
                            ὀλιγοχρόνια, τοῖσι δὲ παραμένειν ἐς τὸ γῆρας <lb/>τὰ νουσήματα καὶ
                            συναποθνήσκειν, τοὺς δὲ ἀπόλλυσθαι δι’ ὀλίγου <lb/>ὑπ’ αὐτῶν. Καὶ ὁκόσοι
                            μὲν νεώτεροι πάσχουσί τι τούτων, ὅσα <lb/>εἴρηται ἀπὸ πόνων παθήματα
                            γίνεσθαι, πάσχουσι πλέω τε καὶ ἰσχυρότερα <lb/>καὶ ἀλγέουσι μᾶλλον τῶν
                            ἄλλων, καὶ παραυτίκα ἔκδηλα αὐτοῖσιν, <lb/>ὥστε ἢ πτύσαι αἷμα ἢ ἐμέσαι,
                            τὰ δὲ καὶ γινόμενα λανθάνει <lb/>αὐτοὺς ὑπὸ εὐεξίης τοῦ σώματος· οἱ δὲ
                            γεραίτεροι πάσχουσι μὲν ὀλιγάκις, <lb/>καὶ ὅταν πάθωσιν, ἀσθενέστερα
                            πάσχουσιν, ἅτε ἀσθενέστεροι <lb/>ἐόντες, καὶ ἐπαΐουσι μᾶλλον, καὶ
                            ἐπιμελέονται μᾶλλον τῶν παθημάτων. <lb/>Γίνεται οὖν τὴν ἀρχὴν τὸ παράπαν
                            ἧσσον τῷ γεραιτέρῳ ἢ <lb/>τῷ νεωτέρῳ· καὶ ὁκόταν γένηται, τῷ μὲν
                            γεραιτέρῳ ἀσθενέστερα <lb/>γίνεται, τῷ δὲ νεωτέρῳ ἰσχυρότερα. Καὶ τῷ μὲν
                            νεωτέρῳ, ἅτε τοῦ <lb/>σώματος τόνον τε ἔχοντος καὶ ξηρασίην, καὶ τὴν
                            σάρκα πυκνήν τε καὶ <lb/>ἰσχυρὴν καὶ πρὸς τοῖσιν ὀστέοισι προσκαθημένην,
                            καὶ περὶ αὐτὴν τοῦ <lb/>δέρματος περιτεταμένου, ὁκόταν τι πονέσῃ πλέον
                            τοῦ εἰωθότος, <lb/>μᾶλλον καὶ ἐξαίφνης, σπασμοί τε γίνονται ἰσχυροὶ, καὶ
                            ῥήγματα <lb/>πολλά τε καὶ παντοῖα τῶν φλεβῶν καὶ τῶν σαρκῶν· καὶ τούτων
                            τὰ <lb/>μὲν παραυτίκα ἔκδηλα γίνεται, τὰ δ’ ὕστερον χρόνῳ ἀναφαίνεται.
                            <lb/>Τοῖσι δὲ γεραιτέροισι τόνος ἰσχυρὸς οὐκ ἔνι, αἵ τε σάρκες περὶ τὰ
                            <lb/>ὀστέα περιῤῥέουσι, καὶ τὸ δέρμα περὶ τὰς σάρκας, καὶ αὐτὴ ἡ σὰρξ
                                <pb n="186"/> ἀραιή τε καὶ ἀσθενής· καὶ οὔτε τι ἂν πάθοι τοιοῦτον
                            ὁμοίως ὡς καὶ <lb/>ὁ νεώτερος, καὶ ἤν τι πάθῃ, πάσχει ἀσθενέα τε καὶ
                            παραυτίκα ἔκδηλα. <lb/>Τοσούτῳ μὲν ἐν τῇ ἀρχῇ τῶν παθημάτων
                            δυσχερέστερον <lb/>ἀπαλλάσσουσιν οἱ νεώτεροι τῶν γεραιτέρων. Ὁκόταν δὲ ἡ
                            νοῦσος <lb/>ἐμφανὴς γένηται, καὶ ἢ πῦος ἢ αἷμα πτύσωσιν ἢ ἀμφότερα, ὅσοι
                            μὲν <lb/>νεώτεροί εἰσιν, ἅτε τοῦ σώματος εὐτόνου τε ἐόντος καὶ πυκνοῦ,
                            οὐ <lb/>δύνανται ἀποκαθαίρεσθαι ὁμαλῶς ἀπὸ τῶν ἑλκέων τῶν ἐν τῇ ἄνω
                            <lb/>κοιλίῃ τὸ πῦον· ὅ τε γὰρ πλεύμων οὐ κάρτα ἕλκει ἐς τὰς ἀρτηρίας
                            <lb/>πυκνότερος ἐὼν, αἵ τε ἀρτηρίαι λεπταὶ καὶ στεγναὶ ἐοῦσαι οὐκ
                            ἐνδέχονται <lb/>τὸ πῦον, εἰ μὴ ὀλίγον τε καὶ ὀλιγάκις, ὥστε ἀνάγκη τὸ
                            πῦος <lb/>ἐν τῷ θώρηκί τε καὶ ἐπὶ τῶν ἑλκέων ἀθροίζεσθαί τε καὶ
                            παχύνεσθαι. <lb/>Τῷ δὲ ἀφηλικεστέρῳ ὅ τε πλεύμων ἀραιότερος καὶ
                            κοιλότερος, καὶ <lb/>αἱ ἀρτηρίαι εὐρύτεραι, ὥστε μὴ ἐγχρονίζειν τὸ πῦος
                            ἐν τῇ κοιλίῃ καὶ <lb/>ἐπὶ τῶν ἑλκέων, καὶ ὅ τι ἂν ἐπιγένηται, τοῦτο
                            ἀνάγκη πᾶν ἀνασπᾶσθαι <lb/>ἄνω ὑπὸ τοῦ πλεύμονος ἐς τὰς ἀρτηρίας, καὶ
                            παραχρῆμα ἐκπτύεσθαι. <lb/>Τῷ μὲν οὖν νεωτέρῳ, ἅτε τῶν παθημάτων
                            ἰσχυροτέρων <lb/>ἐόντων, καὶ τῆς καθάρσιος οὐ γινομένης κατὰ λόγον τοῦ
                            πτύσματος, <lb/>οἵ τε πυρετοὶ ὀξύτεροι καὶ πυκνότεροι γίνονται, καὶ
                            ὀδύναι ἐμπίπτουσιν <lb/>ὀξέαι αὐτοῦ τε τοῦ παθήματος καὶ τοῦ ἄλλου
                            σώματος, ἅτε <lb/>τῶν φλεβίων ἐντόνων τε ἐόντων καὶ ἐναίμων· ὅταν δὲ
                            ταῦτα διαθερμανθῇ <lb/>ὑφ’ ἑωυτῶν, ὀδύναι διαΐσσουσιν ἄλλοτε ἄλλῃ τῷ
                            σώματος, <lb/>καὶ οὗτοι μὲν διαφθείρονται ὡς τὰ πολλὰ δι’ ὀλίγου. Τοῖσι
                            δὲ γεραιτέροισιν, <lb/>ἅτε τῶν παθημάτων ἀσθενεστέρων ἐόντων, καὶ τοῦ
                            πτύσματος <lb/>ἀπ’ αὐτῶν καθαιρομένου, οἵ τε πυρετοὶ λεπτότεροι καὶ
                            ὀλιγάκις <lb/>γίνονται, καὶ ὀδύναι ἔνεισι μὲν, ἔνεισι δὲ λεπταί· καὶ
                            παντάπασι μὲν <lb/>τῶν παθημάτων τῶν τοιούτων οὐκ ἀπαλλάσσονται οὐδὲ οἱ
                            γεραίτεροι, <lb/>ἀλλ’ ἔχοντες αὐτὰ πουλὺν χρόνον καταφθείρονται, καὶ
                            ἄλλοτε <pb n="188"/> πῦον πτύουσιν, ἄλλοτε δὲ αἷμα, ἄλλοτε δὲ οὐδέτερον,
                            τέλος δὲ συναποθνήσκει <lb/>αὐτοῖσιν· ἀποθνήσκουσι δὲ μάλιστα οὕτως,
                            ὅταν τι αὐτοὺς <lb/>νόσημα τούτῳ, ᾧ ἂν ἔχωσι, παραπλήσιον καταλάβῃ, ὥστε
                            ἔχειν <lb/>καὶ τοῦτο, καὶ ὃ ἂν ἔχωσι νούσημα ἰσχυρότερον γίνεσθαι, καὶ
                            ὡς <lb/>τὰ πολλὰ διαφθείρονται. Ταῦτα δέ ἐστι τὰ μάλιστα ἐξεργαζόμενα
                            <lb/>τῶν νουσημάτων πλευρῖτίς τε καὶ περιπλευμονίη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Πυρετὸς δὲ ἀπὸ τῶνδε γίνεται· ὁκόταν χολὴ ἢ φλέγμα θερμανθῇ,
                            <lb/>θερμαίνεται τὸ ἄλλο πᾶν σῶμα ἀπὸ τουτέων, καὶ καλέεται <lb/>τοῦτο
                            πυρετός· θερμαίνεται δὲ ἡ χολὴ καὶ τὸ φλέγμα ἔνδοθεν μὲν <lb/>ἀπὸ σιτίων
                            καὶ ποτῶν, ἀφ’ ὧν καὶ τρέφεται καὶ αὔξεται, ἔξωθεν δὲ <lb/>ἀπὸ πόνων καὶ
                            τρωμάτων, καὶ ὑπὸ τοῦ θερμοῦ ὑπερθερμαίνοντος, <lb/>καὶ ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ
                            ὑπερψύχοντος· θερμαίνεται· δὲ καὶ ἀπὸ ὄψιος <lb/>καὶ ἀκοῆς, ἐλάχιστα δὲ
                            ἀπὸ τούτων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Τὸ δὲ ῤῖγος ἐν τῇσι νούσοισι γίνεται μὲν καὶ ἀπὸ τῶν ἔξωθεν
                            <lb/>ἀνέμων, καὶ ὕδατος, καὶ αἰθρίης, καὶ ἑτέρων τοιούτων, γίνεται δὲ
                            <lb/>καὶ ἀπὸ τῶν ἐσιόντων σιτίων καὶ ποτῶν· μάλιστα δὲ ἰσχυρότερον
                            <lb/>γίνεται, ὅταν χολὴ καὶ φλέγμα συμμιχθῇ ἐς τωυτὸ τῷ αἵματι, ἢ
                            <lb/>τὸ ἕτερον, ἢ ἀμφότερον· μᾶλλον δὲ, ἢν τὸ φλέγμα μοῦνον ξυμμιχθῇ·
                            <lb/>ψυχρότατον γὰρ φύσει τὸ φλέγμα, θερμότατον δὲ τὸ αἷμα, ψυχρότερον
                            <lb/>δέ τι καὶ ἡ χολὴ τοῦ αἵματος. Ὅταν οὖν ταῦτα συμμιχθῇ, ἢ
                            <lb/>ἀμφότερα, ἢ τὸ ἕτερον ἐς τὸ αἷμα, συμπήγνυσι τὸ αἷμα, οὐ παντάπασι
                            <lb/>δὲ, οὐ γὰρ ἂν δύναιτο ζῇν ὥνθρωπος, εἰ τὸ αἷμα πυκνότερόν <lb/>τε
                            καὶ ψυχρότερον γένοιτο πολλαπλασίως αὐτὸ ἑωυτοῦ. Ψυχομένου <pb n="190"/>
                            οὖν τοῦ αἵματος, ἀνάγκη ψύχεσθαι καὶ τὸ ἄλλο σῶμα πᾶν, καὶ <lb/>καλέεται
                            ῥῖγος, ὁκόταν τοῦτο τοιοῦτον γένηται· κἢν μὲν ἰσχυρῶς <lb/>γένηται,
                            ῥῖγός τε ἰσχυρὸν καὶ τρόμος, αἱ γὰρ φλέβες συσπώμεναι, <lb/>καὶ
                            συνιόντος καὶ πηγνυμένου τοῦ αἵματος, συσπῶσί τε τὸ σῶμα <lb/>καὶ
                            τρέμειν ποιέουσιν· ἢν δέ τι ἧσσον ἡ ξύνοδος τοῦ αἵματος γένηται,
                            <lb/>τοῦτο δὲ καλέεται ῥῖγος· φρίκη δὲ, τὸ ἀσθενέστατον. Ὅτι δὲ
                            <lb/>μετὰ τὸ ῥῖγος ἀνάγκη πυρετὸν ἐπιλαβεῖν ἢ πλέω ἢ ἐλάσσω, ὧδε
                            <lb/>ἔχει· ὁκόταν τὸ αἷμα διαθερμαίνηταί τε καὶ ἀποβιᾶται καὶ ἀπίῃ
                            <lb/>πάλιν ἐς τὴν ἑωυτοῦ φύσιν, συνδιαθερμαίνεται καὶ τοῦ φλέγματος
                            <lb/>καὶ τῆς χολῆς τὸ ἐν τῷ αἵματι συμμεμιγμένον, καὶ γίνεται τὸ αἷμα
                            <lb/>θερμότερον αὐτὸ ἑωυτοῦ πολλαπλασίως· τούτων οὖν διατεθερμασμένων,
                            <lb/>ἀνάγκη πυρετὸν ἐπιγενέσθαι ὑπὸ τῆς θερμασίης τοῦ αἵματος <lb/>μετὰ
                            τὸ ῥῖγος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Ἱδρὼς δὲ γίνεται διὰ τόδε· οἷσιν ἂν νοῦσοι κρίνωνται ἐν τῇσι
                            <lb/>κυρίῃσι τῶν ἡμερέων, καὶ τὸ πῦρ μεθίῃ, ἐκτήκεται ἀπὸ τοῦ ἐν τῷ
                            <lb/>σώματι φλέγματος καὶ τῆς χολῆς τὸ λεπτότατον, καὶ ἀποκρίνεται,
                            <lb/>καὶ χωρέει τὸ μὲν ἔξω τοῦ σώματος· τὸ δὲ ἔνδον καὶ αὐτοῦ ἐν τῷ
                            <lb/>σώματι ὑπολείπεται· τὸ δὲ ὑπὸ θερμασίης λεπτυνόμενον ἀτμὸς γίνεται,
                            <lb/>καὶ σὺν τῷ πνεύματι μισγόμενον ἔξω χωρέει. Ἔστι μὲν οὖν <lb/>ταῦτα
                            τοιαῦτα, καὶ ἀπὸ τούτων ἀπογεννᾶται ὁ ἱδρώς. Διότι δὲ ὁτὲ <lb/>μὲν
                            θερμὸς, ὁτὲ δὲ ψυχρός ἐστιν, οὕτως· ὁ μὲν θερμὸς ἀπὸ διατεθερμασμένου
                                <pb n="192"/> τοῦ κακοῦ, καὶ ἐκκεκαυμένου, καὶ λελεπτυσμένου,
                            <lb/>καὶ ἀσθενέος, καὶ οὐ λίην πολλοῦ ἀποκρίνεται, καὶ ἀνάγκη θερμότερον
                            <lb/>αὐτὸν ἐκκρίνεσθαι ἐκ τοῦ σώματος· ὁ δὲ ψυχρὸς ἀπὸ πλέονος τοῦ
                            <lb/>κακοῦ ἀποκρινόμενος, τοῦ τε ὑπολειπομένου, καὶ ἔτι ἰσχύοντος, καὶ
                            <lb/>οὔπω συσσεσηπότος, οὐδὲ λελεπτυσμένου, οὐδὲ ἐκκεκαυμένου,
                            ψυχρότερος <lb/>καὶ παχύτερος καὶ κακωδέστερος ἐκχωρέει. Δῆλον δὲ τοῦτο
                            ἐν <lb/>τῷδε· οἱ ψυχρῷ ἱδρῶτι ἱδρῶντες μακρὰς νούσους νοσέουσιν ὡς
                            ἐπιτοπουλὺ, <lb/>ἔτι ἰσχύοντος τοῦ κακοῦ τοῦ ἐν τῷ σώματι ὑπολειπομένου·
                            οἱ <lb/>δὲ θερμῷ ἱδρῶτι ἱδρῶντες ταχύτερον ἀπαλλάσσονται τῶν νουσημάτων.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Πλευρῖτις δὲ καὶ περιπλευμονίη γίνονται ὧδε· ἡ μὲν πλευρῖτις,
                            <lb/>ὁκόταν πόσιες ἁλέες τε καὶ ἰσχυραὶ κάρτα λάβωσι· διαθερμαίνεται
                            <lb/>γὰρ τὸ σῶμα ἅπαν ὑπὸ τοῦ οἴνου καὶ ὑγραίνεται, μάλιστα δὲ <lb/>ἥ τε
                            χολὴ καὶ τὸ φλέγμα διαθερμαίνεταί τε καὶ ὑγραίνεται. Ὁκόταν <lb/>οὖν,
                            τούτων κεκινημένων τε καὶ διυγρασμένων, ξυγκυρήσῃ ὥστε <lb/>ῥιγῶσαι
                            μεθύοντα ἢ νήφοντα, ἅτε ἐὸν τὸ πλευρὸν ψιλὸν φύσει σαρκὸς <lb/>μάλιστα
                            τοῦ σώματος, καὶ οὐκ ἐόντος αὐτῷ ἔσωθεν τοῦ ἀντιστηρίζοντος
                            <lb/>οὐδενὸς, ἀλλὰ κοιλίης, αἰσθάνεται μάλιστα τοῦ ῥίγεος· καὶ
                            <lb/>ὁκόταν ῥιγώσῃ τε καὶ ψυχθῇ, ξυνέλκεταί τε καὶ συσπᾶται ἥ τε σὰρξ
                            <lb/>ἡ ἐπὶ τῷ πλευρῷ, καὶ τὰ φλέβια· καὶ ὅσον ἐν αὐτῇ τῇ σαρκὶ ἔνι
                            <lb/>χολῆς καὶ φλέγματος ἢ ἐν τοῖσιν ἐν αὐτῇ φλεβίοισι, τούτου τὸ πολλὸν
                            <lb/>ἢ πᾶν ἀποκρίνεται ἔσω πρὸς τὸ θερμὸν, πυκνουμένης τῆς σαρκὸς
                            <lb/>ἔξωθεν, καὶ προσπήγνυται πρὸς τῷ πλευρῷ, καὶ ὀδύνην παρέχει
                            <lb/>ἰσχυρὴν, καὶ διαθερμαίνεται, καὶ διὰ τῆς θερμότητος ἄγει ἐφ’ ἑωυτὸ
                            <lb/>ἀπὸ τῶν πλησίον καὶ φλεβῶν καὶ σαρκῶν φλέγμα τε καὶ χολήν.
                            <lb/>Γίνεται μὲν οὖν τούτῳ τῷ τρόπῳ. Ὁκόταν δὲ τὰ πρὸς τῷ πλευρῷ <pb n="194"/> προσπαγέντα σαπῇ καὶ πτυσθῇ, ὑγιέες γίνονται· ἢν δὲ τό τε
                            ἀρχαῖον <lb/>πολλὸν προσπαγῇ πρὸς τῷ πλευρῷ, καὶ ἄλλο προσεπιγένηται,
                            αὐτίκα <lb/>ἀπόλλυνται, οὐ δυνάμενοι ἀναπτύσαι ὑπὸ πλήθεος τοῦ σιάλου,
                            <lb/>ἢ ἔμπυοι γίνονται· καὶ οἱ μὲν ἀπόλλυνται, οἱ δὲ διαφεύγουσιν·
                            διαδηλοῖ <lb/>δὲ ταῦτα ἐν τῇσιν ἑπτὰ ἡμέρῃσιν, ἢ ἐννέα, ἢ ἕνδεκα, ἢ
                            τεσσαρεσκαίδεκα. <lb/>Ὀδύνην δὲ παρέχει ἐς τὸν ὦμον καὶ ἐς τὴν κληῖδα
                            καὶ <lb/>ἐς τὴν μασχάλην διὰ τόδε· ἡ φλὲψ ἡ σπληνῖτις καλεομένη τείνει
                            <lb/>ἀπὸ τοῦ σπληνὸς ἐς τὸ πλευρὸν, ἐκ δὲ τοῦ πλευροῦ ἐς τὸν ὦμον καὶ
                            <lb/>ἐς τὴν χεῖρα τὴν ἀριστερήν· ἡ δὲ ἡπατῖτις ἐς τὰ δεξιὰ ὡσαύτως· καὶ
                            <lb/>ὁκόταν ταύτης τὸ ἐπὶ τοῦ πλευροῦ συνειρυσθῇ ὑπὸ τοῦ ῥίγεος, καὶ
                            <lb/>φρίξῃ τὸ αἷμα τὸ ἐν αὐτῇ, ἔς τε τὴν μασχάλην καὶ τὴν κληῗδα καὶ
                            <lb/>τὸν ὦμον ξυνέρχεταί τε καὶ σπᾷ, καὶ ὀδύνην παρέχει. Κατὰ δὲ τὸν
                            <lb/>αὐτὸν λόγον καὶ τὰ περὶ τὸν νῶτον χωρία διαθερμαίνεται ὑπὸ τοῦ
                            <lb/>προσπεπηγότος ὑγροῦ πρὸς τῷ πλευρῷ, φλέγματός τε καὶ χολῆς.
                            <lb/>Παρέχει δὲ ὀδύνην ἐνίοτε καὶ τοῖσι τοῦ πλευροῦ κάτωθεν χωρίοισι·
                            <lb/>πολλάκις δὲ ἢν ἐς τὰ κάτω τράπηται ὀδύνη, διαδιδοῖ ἐς τὴν κύστιν
                            <lb/>διὰ τῶν φλεβίων, καὶ οὐρέει πολλόν τε καὶ χολῶδες· νομίζουσι δὲ
                            <lb/>ταύτης τῆς νούσου τὸ ῥῖγος αἴτιον εἶναι καὶ ἀρχήν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Ἡ δὲ περιπλευμονίη γίνεται, ὁκόταν, κεκινημένου καὶ θερμαινομένου
                            <lb/>τοῦ φλέγματος καὶ τῆς χολῆς, ἑλκύσῃ ὁ πλεύμων ὑπὸ <lb/>θερμασίης
                            ἐφ’ ἑωυτὸν ἀπὸ τῶν πλησίον χωρίων πρὸς τοῖσιν ὑπάρχουσιν <lb/>ἐν ἑωυτῷ·
                            διαθερμαίνει μὲν πᾶν τὸ σῶμα, καὶ ὀδύνην παρέχει, <lb/>μάλιστα δὲ τῷ τε
                            νώτῳ καὶ τῇσι πλευρῇσι καὶ τοῖσιν ὤμοισι <lb/>καὶ τῇ ῥάχει, ἅτε ἀπὸ
                            τούτων ἕλκων ἐς ἑωυτὸν τὴν ἰκμάδα τὴν <lb/>πλείστην, καὶ ὑπερξηραίνων τε
                            ταῦτα καὶ ὑπερθερμαίνων· ὁκόταν δὲ <lb/>εἰρύσῃ ἐς ἑωυτὸν, καὶ ἕδρην λάβῃ
                            ἥ τε χολὴ καὶ τὸ φλέγμα ἐν τῷ <pb n="196"/> πλεύμονι, σήπεται καὶ
                            ἐμπυοῦται· καὶ ἢν μὲν ἐν τῇσι κυρίῃσι τῶν <lb/>ἡμερέων σαπέντα πτυσθῇ,
                            περιγίνεται· ἢν δὲ τά τε ἐπελθόντα τὴν <lb/>ἀρχὴν δέχηται, καὶ
                            προσεπιγίνηται ἕτερα, καὶ μήτε πτύων, μήτε <lb/>σήπων κρατέῃ ὑπὸ πλήθεος
                            τῶν ἐπιγινομένων, ἀπογίνονται ὡς τὰ <lb/>πολλά· ἢν δὲ πρὸς τὰς ἡμέρας
                            διαγένωνται τὰς δύο καὶ εἴκοσι, καὶ <lb/>τὸ πῦρ μεθῇ, καὶ ἐν ταύτῃσι μὴ
                            ἐκπτυσθῇ, ἔμπυοι γίνονται, γίνονται <lb/>δὲ μάλιστα ἐκ τούτων, οἷσιν
                            ἰσχυρόταται ἥ τε πλευρῖτις καὶ ἡ <lb/>περιπλευμονίη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Γίνεται δὲ καὶ ἄπτυστος περιπλευμονίη καὶ πλευρῖτις, ἄμφω <lb/>ὑπὸ
                            τοῦ αὐτοῦ, ὑπὸ ξηρασίης· ξηραίνει δὲ καὶ τὰ θερμὰ, ὅταν ὑπερθερμαίνῃ,
                            <lb/>καὶ τὰ ψυχρὰ, ὅταν ὑπερψύχῃ· πήγνυται δὲ τὸ πλευρὸν <lb/>καὶ τὰ ἐν
                            αὐτῷ τῷ πλευρῷ φλέβια, καὶ ξυσπᾶται, καὶ ὁκόσον ἐν <lb/>αὐτῷ ἔνι
                            φλέγματος καὶ χολῆς, τοῦτο ὑπὸ τῆς ξηρασίης ἐνέσκληκέ <lb/>τε καὶ ὀδύνην
                            παρέχει καὶ ὑπὸ τῆς ὀδύνης πυρετόν· τούτου ξυμφέρει <lb/>τὴν φλέβα
                            ἀποσχάσαι τὴν ἐν τῇ χειρὶ, τὴν σπληνῖτιν καλεομένην, <lb/>ἢ τὴν
                            ἡπατῖτιν, καθ’ ὁπότερον ἂν ἔῃ τὸ νούσημα· καὶ οὕτως ἡ <lb/>ὀδύνη
                            μαλακωτέρη γίνεται τοῦ πλευροῦ τε καὶ τῶν ἄλλων· ἡ γὰρ <lb/>φλὲψ, ὅσον
                            ἔνι ἐν αὐτῇ χολῆς καὶ φλέγματος, αὐτοῦ τοῦ αἵματος <lb/>νενοσηκότος,
                            μετὰ τούτου μεθίει τὸ πουλὺ ἔξω· τὸ δὲ ἐκ τῆς σαρκὸς <lb/>ὑπό τε
                            φαρμάκων καὶ ποτῶν διαχέεται καὶ ὑπὸ χλιασμάτων προστιθεμένων
                            <lb/>ἔξωθεν, ὥστε τὴν νοῦσον σκίδνασθαι ἀνὰ πᾶν τὸ σῶμα· καλέεται
                            <lb/>δὲ αὕτη πλευρῖτις ἄπτυστος. Ἡ δὲ περιπλευμονίη, ὁκόταν ὁ
                            <lb/>πλεύμων ὑπερξηρανθῇ καὶ αὐτός· καὶ ὅσον ἐν αὐτῷ ἔνι χολῆς ἢ
                            <lb/>φλέγματος, οὔτε σήπει ὁμαλῶς, οὔτε τὸ σίελον ἀναδιδοῖ· ὅσον τε ἐν
                                <pb n="198"/> αὐτῷ ἐστιν ἰκμάδος, ἢ ἀπὸ ποτοῦ, ἢ ἀπὸ ῥοφήματος, ἢ
                            ἀπὸ τῶν <lb/>πλησίον χωρίων, τοῦτο πᾶν ἐκκαίει ὑπὸ τῆς ὑπερξηρασίης τε
                            καὶ <lb/>θερμασίης. Τούτῳ ξυμφέρει πόματα πίνειν, ὑφ’ ὧν ὑγραίνεται ὁ
                            <lb/>πλεύμων καὶ πτύσεται· ἢν γὰρ μὴ πτυσθῇ, σκληρότερός τε γίνεται ὁ
                            <lb/>πλεύμων, καὶ συναυαίνεται, καὶ τὸν ἄνθρωπον ἀπόλλυσι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Καῦσος δὲ λαμβάνει μὲν μᾶλλον τοὺς χολώδεας, λαμβάνει δὲ <lb/>καὶ
                            τοὺς φλεγματίας, λαμβάνει δὲ ὧδε· ὁκόταν χολὴ κινηθῇ ἀνὰ τὸ <lb/>σῶμα,
                            καὶ ξυγκυρήσῃ ὥστε τὰς φλέβας καὶ τὸ αἷμα εἰρύσαι τῆς χολῆς,
                            <lb/>εἰρύσαι δὲ τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν σαρκῶν καὶ τῆς κοιλίης τὸ πρόσθεν
                            <lb/>ἐνεὸν, ἅτε τῇ φύσει θερμότατον ἐὸν ἐν τῷ σώματι, τὸ αἷμα,
                            <lb/>ὁκόταν διαθερμανθῇ ἐκ τῶν σαρκῶν καὶ τῆς κοιλίης πρὸς τῷ ἐνεόντι
                            <lb/>μᾶλλον ἔτι ὑπὸ τῆς χολῆς, διαθερμαίνει καὶ τὸ ἄλλο σῶμα πᾶν· καὶ
                            <lb/>τὰ μὲν ἔνδον ὑπὸ πολλῆς ἰκμάδος οὐ δύναται ἀποξηραίνεσθαι
                            παντάπασιν· <lb/>ἢν δὲ ἀποξηρανθῇ, ἀποθνήσκει ὥνθρωπος· τὰ δὲ ἐν τοῖσιν
                            <lb/>ἀκρωτηρίοισι τοῦ σώματος, ἅτε ξηρὰ ἐόντα φύσει, ἀποξηραίνεταί τε
                            <lb/>καὶ ἐκκαίεται ἐξ αὐτῶν τὸ ὑγρὸν τὸ πλεῖστον, καὶ εἰ θέλοις ψαύειν,
                            <lb/>ψυχρά τε εὑρήσεις αὐτὰ καὶ ξηρά· καὶ διὰ τοῦτο ὁκόσοι ὑπὸ καύσου
                            <lb/>ἁλίσκονται, τὰ μὲν ἔνδον καίονται ὑπὸ τοῦ πυρὸς, τὰ δὲ ἔξω ψυχροί
                            <lb/>εἰσιν, ἥ τε γλῶσσα καὶ ἡ φάρυγξ τρηχύνεταί τε καὶ αὐαίνεται ὑπὸ
                            <lb/>τοῦ πνεύματος τοῦ ἔνδον καὶ τῆς θερμότητος. Ὅσον δ’ ἂν ἐν τῇ κοιλίῃ
                            <lb/>καὶ ἐν τῇ κύστει ἐγγένηται χολῆς, τὸ μὲν ἐν τῇ κοιλίῃ ἐνίοτε
                            <lb/>μὲν διαταράσσεται κάτω, τὰ δὲ πολλὰ ἐμέεται ἐν τῇσι πρώτῃσιν
                            ἡμέρῃσιν, <lb/>ἢ τέσσαρσιν, ἢ πέντε· ἐμέεται δὲ διὰ τόδε· ὁκόταν ἡ ἄνω
                            <lb/>κοιλίη ὑπερθερμανθῇ, ἕλκει ἐφ’ ἑωυτὴν, καὶ γίνεται ἔμετος· διὰ
                            τοῦτο <pb n="200"/> δ’ αὐτὸ καὶ ἐς περιπλευμονίην ἐκ καύσου τε καὶ
                            πλευρίτιδος μάλιστα <lb/>μεθίσταται τὰ νουσήματα· ὁκόταν γὰρ ἡ ἄνω
                            κοιλίη ὑπερθερμανθῇ, <lb/>ἕλκει ἐφ’ ἑωυτὴν, καὶ ὑποδέχεται ὁ πλεύμων,
                            καὶ γίνεται <lb/>περιπλευμονίη, καὶ ὡς τὰ πολλὰ ἀπόλλυνται, ἅτε ἀσθενέες
                            ἤδη ἐόντες, <lb/>καὶ, ἑτέρης νούσου καινῆς ἐπιγεννηθείσης, οὐ δυνάμενοι
                            τὰς <lb/>ἡμέρας διατελέειν, ἄχρις οὗ τὸ σίαλον πεπανθῇ ἐν τῷ πλεύμονι,
                            ἀλλ’ <lb/>ὡς τὰ πολλὰ ἀπόλλυνται ὑπὸ ἀσθενείης· ἔνιοι δὲ περιγίνονται.
                            Ὅσον <lb/>δὲ ἐς τὴν κύστιν συῤῥεῖ χολῆς, οὐρέεται παχύ· παχὺ δὲ ὑπὸ
                            φλέγματος <lb/>καὶ χολῆς διαχωρέει, ὅταν διαχωρέῃ, ὑπὸ τοῦ ξυγκεκαῦσθαι
                            ἐν <lb/>τῇ κοιλίῃ τὰ ἐνέοντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Φρενῖτις δὲ ὧδε ἔχει· τὸ αἷμα τὸ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ πλεῖστον
                            <lb/>ξυμβάλλεται μέρος συνέσιος· ἔνιοι δὲ λέγουσι, τὸ πᾶν· ὁκόταν οὖν
                            <lb/>χολὴ κινηθεῖσα ἐς τὰς φλέβας καὶ ἐς τὸ αἷμα ἐσέλθῃ, διεκίνησε καὶ
                            <lb/>διώῤῥωσε τὸ αἷμα ἐκ τῆς ἐωθυίης συστάσιός τε καὶ κινήσιος, καὶ
                            διεθέρμηνε· <lb/>διαθερμανθὲν δὲ διαθερμαίνει καὶ τὸ ἄλλο σῶμα πᾶν, καὶ
                            <lb/>παρανοέει τε ὥνθρωπος καὶ οὐκ ἐν ἑωυτῷ ἐστιν ὑπὸ τοῦ πυρετοῦ
                            <lb/>τοῦ πλήθεος καὶ τοῦ αἵματος τῆς διοῤῥώσιός τε καὶ κινήσιος
                            γενομένης <lb/>οὐ τῆς ἐωθυίης. Προσεοίκασι δὲ μάλιστα οἱ ὑπὸ τῆς
                            φρενίτιδος <lb/>ἐχόμενοι τοῖσι μελαγχολῶσι κατὰ τὴν παράνοιαν· οἵ τε γὰρ
                            μελαγχολώδεες, <lb/>ὁκόταν φθαρῇ τὸ αἷμα ὑπὸ χολῆς καὶ φλέγματος, τὴν
                            <lb/>νοῦσον ἴσχουσι καὶ παράνοοι γίνονται, ἔνιοι δὲ καὶ μαίνονται· καὶ
                            <lb/>ἐν τῇ φρενίτιδι ὡσαύτως· οὕτω δὲ ἧσσον ἡ μανίη τε καὶ ἡ
                            παραφρόνησις <lb/>γίνεται, ὅσῳ περ ἡ χολὴ τῆς χολῆς ἀσθενεστέρη ἐστίν.
                        </p></div><pb n="202"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p>31. Ὕφαιμον δὲ καὶ πελιδνὸν ἐν τῇ πλευρίτιδι καὶ περιπλευμονίῃ <lb/>τὸ
                            πτύαλον διὰ τόδε πτύουσι· καταρχὰς μὲν ὡς τὸ πουλὺ οὐδέτερα
                            <lb/>πτύουσιν, οὔτε πελιδνὸν, οὔτε ὕφαιμον· εἰδέναι δὲ χρὴ τὴν νοῦσον
                            <lb/>ἰσχυρὴν ἐοῦσαν, ὁκόταν τὸ σίαλον ὑπόπαχυ ἄρξωνται πτύειν καὶ
                            καθαίρεσθαι <lb/>μάλιστα τότε. Πτύεται δὲ ἀπὸ διατάσιος τῶν φλεβῶν, τῆς
                            <lb/>μὲν πλευρίτιδος ἐκ τῶν ἐν πλευρῷ, τῆς δὲ περιπλευμονίης ἐκ τῶν
                            <lb/>ἐν τῷ πλεύμονι, καὶ θερμασίην ἐπάγει ἐφ’ ἑωυτήν· ἢν δὲ ῥηγματίης
                            <lb/>ἔῃ ὁ τὴν νοῦσον ἔχων καὶ σαβακὸς, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρης <lb/>αἷμα
                            καὶ ὕφαιμον καὶ πελιδνὸν σὺν σιάλῳ πτύει· τὸ δὲ πελιδνὸν <lb/>ἀπὸ τοῦ
                            αἵματος γίνεται, ἢν ὀλίγον συμμίγηται ἐς πουλὺ σίαλον, καὶ <lb/>μὴ
                            παραυτίκα πτύηται, ἀλλὰ ἐμμένῃ ήμισαπὲς ἐὸν καὶ ἐκτεθηλυσμένον <lb/>ἐν
                            τῷ σώματι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Ἀποθνήσκουσι δὲ ἀπὸ μὲν τῆς πλευρίτιδος, ὁκόταν πολλὸν <lb/>μὲν τὴν
                            ἀρχὴν τῷ πλευρῷ προσπαγῇ φλέγμα τε καὶ χολὴ, πολλόν <lb/>τε προσεπιῤῥυῇ
                            καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου σώματος, καὶ μήτε πτύων κρατίῃ <lb/>ὑπὸ πλήθεος τούτων,
                            μήτε σήπων· πιμπλῶνται δὲ αἱ ἀρτηρίαι ὑπὸ <lb/>τῶν ἐνεόντων, φλέγματός
                            τε καὶ πύου, τότε δὲ ῥέγχει, καὶ ἀναπνεῖ <lb/>πυκνόν τε καὶ αὐτόθεν
                            ἄνωθεν, τέλος δὲ ἀποφράσσεται πάντα, καὶ <lb/>ἀποθνήσκει. Τὸν αὐτὸν δὲ
                            τρόπον τοῦτον καὶ ἐκ περιπλευμονίης <lb/>ἀπόλλυνται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Ὅσοι δὲ ὑπὸ καύσου ἀποθνήσκουσι, πάντες ὑπὸ ξηρασίης
                            <lb/>ἀποθνήσκουσιν, ἀποξηραίνεται δὲ πρῶτον μὲν αὐτῶν τὰ ἀκρωτήρια, <pb n="204"/> πόδες τε καὶ χεῖρες, ἔπειτα δὲ τὰ ἐπιξηρότερα· ὅκοταν δὲ
                            ἐκκαυθῇ <lb/>καὶ ἀποξηρανθῇ παντάπασι τὸ ὑγρὸν ἐκ τοῦ σώματος, τὸ μὲν
                            αἷμα <lb/>πήγνυταί τε παντελῶς καὶ ψύχεται, τὸ δὲ ἄλλο σῶμα
                            ἀποξηραίνεται, <lb/>καὶ οὕτως ἀποθνήσκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Ὑπὸ δὲ τῆς φρενίτιδος ἀπόλλυνται ὧδε· παραφρονέουσιν ἐν <lb/>τῇ νούσῳ
                            διὰ παντὸς, ἅτε τοῦ αἵματος ἐφθαρμένου τε καὶ κεκινημένου <lb/>οὐ τὴν
                            ἐωθυῖαν κίνησιν· καὶ ἅτε παραφρονέοντες, οὐκέτι τῶν προσφερομένων
                            <lb/>δέχονται, ὅ τι ἄξιον λόγου· ὅταν δὲ προΐῃ ὁ χρόνος, μαραίνονταί
                            <lb/>τε καὶ μινύθουσιν ὑπό τε τοῦ πυρετοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ μηδὲν
                            <lb/>τρέφεσθαι· καὶ πρῶτα μὲν τὰ ἐν τοῖσιν ἀκρωτηρίοισι μινύθει τε καὶ
                            <lb/>ψύχεται, ἔπειτα δὲ τὰ ἐπ’ ἐγγυτάτω. Καὶ ψύχεός γε καὶ πυρὸς καὶ
                            <lb/>πόνων ἀρχὴν ταύτην ἴσχει· ὅταν τὸ αἷμα ἐν τῇσι φλεψὶν ὑπὸ τοῦ
                            <lb/>φλέγματος ψυχθῇ, μεταπίπτει τε καὶ ξυσπᾶται ἅλες ἄλλοτε ἄλλῃ,
                            <lb/>καὶ τρέμει, τέλος δὲ ψύχεται πάντα, καὶ ἀποθνήσκει. </p></div></div><div type="textpart" subtype="book" n="2"><pb n="8"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΝΟΥΣΩΝ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟΝ.</head><p>1. Οὐρέεται πολλὸν ὅταν ὑπερθερμανθῇ ἡ κεφαλή· τήκεται γὰρ <lb/>ἐν αὐτῇ
                            τὸ φλέγμα· τηκόμενον δὲ χωρέει τὸ μὲν ἐς τὰς ῥῖνας, τὸ δὲ <lb/>ἐς τὸ
                            στόμα, τὸ δὲ διὰ τῶν φλεβῶν αἳ ἄγουσιν ἐς τὸ αἰδοῖον· ὅταν <lb/>δὲ ἐς τὸ
                            αἰδοῖον ἀφίκηται, οὐρέει καὶ πάσχει οἷά περ ὑπὸ στραγγουρίης.
                            <lb/>Ἀμβλυώσσουσι δὲ, ὅταν ἐς τὰ ἐν τοῖσιν ὀφθαλμοῖσι φλέβια ἐσέλθῃ
                            <lb/>φλέγμα· ὑδαρεστέρη τε γὰρ γίνεται ἡ ὄψις καὶ θολερωτέρη, καὶ
                            <lb/>τὸ λαμπρὸν ἐν τῷ ὀφθαλμῷ οὐχ ὁμοίως λαμπρόν ἐστιν, οὐδὲ
                            καταφαίνεται <lb/>ἐν αὐτῷ, ἐὰν ἐθέλῃ ὁρᾷν, ὁμοίως ὡς καὶ ὅτε λαμπρὸς καὶ
                            <lb/>καθαρὸς ἦν. Οὗτος ἐν τεσσαράκοντα ἡμέρῃσι μάλιστα ὑγιάζεται.
                            <lb/>Ἢν δὲ χρόνῳ ὕστερον πολλῷ ὑποστρέψῃ ἡ νοῦσος, τὸ δέρμα τῆς κεφαλῆς
                            <lb/>παχύνεται, καὶ τὸ ἄλλο σῶμα αἴρεται καὶ παχύνεται καὶ
                            <lb/>εὐχροέει. Τούτῳ τὸ φλέγμα ἐς τὰς σάρκας τρέπεται, καὶ ὑπὸ τούτου
                            <lb/>δοκέει παχὺς εἶναι· αἱ γὰρ σάρκες, ἅτε διάβροχοι ἐοῦσαι καὶ ἠρμέναι
                            <lb/>καὶ ἀραιότεραι, ἕλκουσιν ἐκ τῶν φλεβῶν αἷμα, καὶ διὰ τοῦτο
                            δοκέουσιν <lb/>εὔχροοι εἶναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Ἑτέρη νοῦσος· ἡ κεφαλὴ ἑλκέων καταπίμπλαται, καὶ τὸ σῶμα <lb/>οἰδέει,
                            καὶ ἡ χροιὴ ἰκτερώδης, καὶ ἄλλοτε ἄλλῃ τοῦ σώματος ἕλκεα <lb/>ἐκφύει,
                            καὶ πυρετὸς λαμβάνει ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε, καὶ ἐκ τῶν ὤτων <lb/>ὕδωρ ῥεῖ.
                            Τούτῳ, ὅταν ἐν τῇ κεφαλῇ φλέγμα ὑπόχολον ἐντραφῇ, τὰ <lb/>μὲν ἕλκεα
                            γίνεται, ὅταν τὸ βρέγμα διάβροχον γένηται τῷ φλέγματι <lb/>καὶ τῇ χολῇ,
                            καὶ ἀραιὸν ἔῃ καὶ ἅλες τὸ φλέγμα καὶ ἡ χολή· ἵσταται <lb/>γὰρ τοῦτο καὶ
                            σήπεται καὶ ἑλκοῦται· ἐς δὲ τὰ ὦτα λεπτυνόμενον τὸ <lb/>φλέγμα διαδιδοῖ.
                            Ἐν δὲ τῷ ἄλλῳ σώματι τά τε ἕλκεα κατὰ τὸν αὐτὸν <lb/>λόγον τοῖσιν ἐν τῇ
                            κεφαλῇ γίνεται, συσσηπομένου τοῦ αἵματος <pb n="10"/> καὶ τῆς χολῆς, ᾗ
                            ἂν τύχῃ ἁλισθέντα· ταύτῃ γὰρ ἡ σὰρξ σήπεται <lb/>καὶ ἑλκοῦται, καὶ
                            προσκατασήπει τὸ ἐσελθὸν τοῦ φλέγματος καὶ τῆς <lb/>χολῆς, καὶ γίνεται
                            πῦον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Ἑτέρη νοῦσος· περιωδυνίη τὴν κεφαλὴν ἴσχει, καὶ ἐμέει <lb/>χολὴν, καὶ
                            δυσουρέει, καὶ παραφρονέει. Οὗτος περιωδυνέει μὲν ὑπὸ <lb/>τῆς
                            ὑπερθερμασίης τῆς κεφαλῆς, παραφρονέει δὲ ὅταν τὸ αἷμα τὸ ἐν <lb/>τῇ
                            κεφαλῇ ὑπὸ χολῆς ἢ φλέγματος ὑπερθερμανθῇ καὶ κινηθῇ μᾶλλον <lb/>τοῦ
                            εἰωθότος· ἐμέει δὲ χολὴν ἅτε κεκινημένης αὐτῆς ἐν τῷ σώματι, <lb/>καὶ ἡ
                            κεφαλὴ ὑπὸ τῆς θερμασίης ἕλκει ἐφ’ ἑωυτὴν, καὶ τὸ <lb/>μὲν παχύτατον
                            ἐμέει, τὸ δὲ λεπτότατον ἕλκει ἐς ἑωυτήν· οὐρέει δὲ <lb/>καὶ ἐν ταύτῃ ὑπὸ
                            τῶν αὐτῶν, ὡς καὶ ἐν τῇ πρόσθεν εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Ἑτέρη νοῦσος· ἢν περὶ τὸν ἐγκέφαλον φλέβια ὑπερεμήσῃ, <lb/>τὸ μὲν
                            οὔνομα οὐκ ὀρθὸν τῇ νούσῳ, οὐ γὰρ ἀνυστὸν ὑπερεμῆσαι οὐδὲν <lb/>τῶν
                            φλεβίων οὔτε τῶν ἐλασσόνων οὔτε τῶν μειζόνων· ὀνομαίνουσι <lb/>δὲ καὶ
                            φασὶν ὑπερέμετον· εἰ δ’ ὡς μάλιστα ὑπερεμήσειε, <lb/>νοῦσος ὑπ’ αὐτοῦ
                            οὐκ ἔοικεν ἂν γίνεσθαι· ἀπ’ ἀγαθοῦ γὰρ κακὸν οὐχ <lb/>οἷόν τε γενέσθαι,
                            οὐδ’ ἀγαθὸν πλέον τοῦ δέοντος οἷόν τε γενέσθαι, <lb/>ἀλλ’ ὑπερεμέειν
                            δοκέει ὅταν ἐς τὰς φλέβας χολὴ ἢ φλέγμα ἐσέλθῃ. <lb/>Μετεωρίζονταί τε
                            γὰρ αἱ φλέβες καὶ σφύζουσι, καὶ ὀδύνη κατὰ πᾶσαν <lb/>τὴν κεφαλὴν
                            ἐγγίνεται, καὶ τὰ ὦτα ἠχέει, καὶ ἀκούει οὐδέν· καὶ <lb/>ἠχέει μὲν ἅτε
                            τῶν φλεβίων σφυζόντων καὶ παλλομένων, τηνικαῦτα <lb/>γὰρ ἦχος ἔνεστιν ἐν
                            τῇ κεφαλῇ, βαρυηκοεῖ δὲ τὸ μέν τι ὑπὸ τοῦ ἔσωθεν <lb/>ψόφου καὶ ἤχου, τὸ
                            δὲ ὅταν ὁ ἐγκέφαλος καὶ τὰ φλέβια τὰ περὶ <lb/>αὐτὸν ἐπαρθῇ. Ὑπὸ γὰρ τῆς
                            ὑπερθερμασίης ἐμπίπλησι τὸ κατὰ τὸ <pb n="12"/> οὖς κενεὸν ὁ ἐγκέφαλος
                            ἑωυτοῦ, καὶ ἅτε οὐκ ἐνεόντος τοῦ ἠέρος ἰσοπληθέος, <lb/>ὡς καὶ ἐν τῷ
                            πρὶν χρόνῳ, οὐδὲ τὸν ἦχον ἴσον παρέχοντος, <lb/>οὐκ ἐνσημαίνει οἱ τὰ
                            λεγόμενα ὁμαλῶς, καὶ ἀπὸ τούτου βαρυηκοέει. <lb/>Οὗτος, ἢν μὲν ῥαγῇ αὐτῷ
                            ἐς τὰς ῥῖνας ἢ ἐς τὸ στόμα ὕδωρ καὶ <lb/>φλέγμα, ὑγιὴς γίνεται· ἢν δὲ μὴ
                            ῥαγῇ, ἑβδομαῖος μάλιστα ἀποθνήσκει. <lb/>Ἢν δὲ αἱ ἐν τῇ κεφαλῇ
                            ὑπερεμέσωσι φλέβες, ὑπερεμέουσι δὲ <lb/>ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἃ καὶ ἐν τῷ
                            πρόσθεν εἴρηται· σημήϊον δὲ ὅτι τοιούτῳ <lb/>τρόπῳ ὑπερεμέουσι τόδε·
                            ὅταν τις ἢ χεῖρα τοῦτο πάσχουσαν ἐπιτάμῃ <lb/>ἢ κεφαλὴν ἢ ἄλλο τι τοῦ
                            σώματος, τὸ αἷμα μέλαν ῥέει καὶ θολερὸν <lb/>καὶ νοσῶδες· καίτοι οὐ
                            δίκαιον κατ’ οὔνομα, ἀλλ’ ἐρυθρὸν καὶ εἰλικρινὲς <lb/>ῥεῖν. Ὅταν δὲ
                            ὑπερεμέσωσιν ὑπὸ τῶν αὐτῶν, ἴσχει ὀδύνη καὶ <lb/>σκοτοδινίη καὶ βάρος
                            τὴν κεφαλήν· ὀδύνη μὲν ὑπὸ τῆς ὑπερθερμασίης <lb/>τοῦ αἵματος,
                            σκοτοδινίη δὲ ὅταν ἅλες ἐπὶ τὸ πρόσωπον χωρήσῃ τὸ <lb/>αἷμα, βάρος δὲ
                            ἅτε τοῦ αἵματος πλέονος ἐόντος ἐν τῇ κεφαλῇ καὶ θολερωτέρου <lb/>καὶ
                            νοσωδεστέρου ἢ εἴωθεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Σφακελισμὸς ἐγκεφάλου· ἢν σφακελίσῃ ὁ ἐγκέφαλος, ὀδύνη <lb/>ἔχει ἐκ
                            τῆς κεφαλῆς τὴν ῥάχιν καὶ ἐπὶ τὴν καρδίην φοιτᾷ, καὶ ἀψυχίη <lb/>καὶ
                            ἱδρὼς, καὶ ἄϋπνος τελέθει, καὶ ἐκ τῶν ῥινῶν αἷμα ῥεῖ, πολλάκις <lb/>δὲ
                            καὶ αἷμα ἐμέει. Σφακελίζει δὲ ὁ ἐγκέφαλος τρόπῳ τοιῷδε· <lb/>ὁκόταν ἢ
                            ὑπερθερμανθῇ ἢ ὑπερψυχθῇ, ἢ χολώδης ἢ φλεγματώδης <lb/>γένηται μᾶλλον
                            τοῦ εἰωθότος, ὅταν δέ τι τούτων πάθῃ, ὑπερθερμαίνεται, <lb/>καὶ τὸν
                            νωτιαῖον μυελὸν διαθερμαίνει, καὶ οὗτος ὀδύνην τῇ <lb/>ῥάχει παρέχει·
                            ἀψυχέει δὲ ὅταν· προσίστηται πρὸς τὴν καρδίην <lb/>φλέγμα ἢ χολή·
                            προσίστασθαι δὲ ἀνάγκη κεκινημένων καὶ ὑγρασμένων· <pb n="14"/> ἱδρὼς δὲ
                            γίνεται ὑπὸ πόνου· τὸ αἷμα δὲ ἐμέει ὅταν αἱ φλέβες <lb/>αἱ μὲν ἐν τῇ
                            κεφαλῇ ὑπὸ τοῦ ἐγκεφάλου θερμανθῶσιν, αἱ δὲ <lb/>παρὰ τὴν ῥάχιν ὑπὸ τῆς
                            ῥάχιος, ἡ δὲ ῥάχις ὑπὸ τοῦ νωτιαίου μυελοῦ, <lb/>ὁ δὲ μυελὸς ὑπὸ τοῦ
                            ἐγκεφάλου, ὅθεν περ πέφυκεν· ὅταν οὖν θερμανθῶσιν <lb/>αἱ φλέβες καὶ τὸ
                            αἷμα ἐν αὐτῇσι ζέσῃ, διαδιδοῦσιν αἱ μὲν ἀπὸ <lb/>τῆς κεφαλῆς ἐς τὰς
                            ῥῖνας, αἱ δ’ ἀπὸ τῆς ῥάχιος αἱμοῤῥόοι ἐς τὸ σῶμα. <lb/>Οὗτος τριταῖος
                            ἀπόλλυται ἢ πεμπταῖος ὡς τὰ πολλά. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ἑτέρη νοῦσος· ἐξαπίνης ὀδύνη λαμβάνει τὴν κεφαλὴν, καὶ <lb/>παραχρῆμα
                            ἄφωνος γίνεται καὶ ἀκρατὴς ἑωυτοῦ. Οὗτος ἀποθνήσκει <lb/>ἐν ἑπτὰ
                            ἡμέρῃσιν, ἢν μή μιν πῦρ ἐπιλάβῃ· ἢν γὰρ ἐπιλάβῃ, ὑγιὴς <lb/>γίνεται.
                            Πάσχει δὲ ταῦτα, ὅταν αὐτῷ μέλαινα χολὴ ἐν τῇ κεφαλῇ κινηθεῖσα <lb/>ῥυῇ,
                            καὶ μάλιστα καθ’ ὃ τὰ πλεῖστά ἐστι φλέβια, ἐν τῷ <lb/>τραχήλῳ φημὶ καὶ
                            τοῖσι στήθεσιν· ἔπειτα καὶ τῇ ἑξῆς ἀπόπληκτος <lb/>γίνεται καὶ ἀκρατὴς,
                            ἅτε τοῦ αἵματος ἐψυγμένου. Καὶ ἢν κρατήσῃ <lb/>ὥστε τὸ αἷμα θερμανθῆναι,
                            ἤν τε ὑπὸ τῶν προσφερομένων ἤν τε ὑφ’ <lb/>ἑωυτοῦ, μετεωρίζεταί τε καὶ
                            διαχέεται, καὶ κινέεται, καὶ τὴν <lb/>πνοιὴν ἐσάγεταί τε καὶ ἀφρέει καὶ
                            χωρίζεται τῆς χολῆς, καὶ ὑγιὴς <lb/>γίνεται. Ἢν δὲ μὴ κρατήση, ψύχεται
                            ἐπὶ μᾶλλον· καὶ ὅταν παντάπασι <lb/>ψυχθῇ καὶ ἐκλίπῃ ἐξ αὐτοῦ τὸ θερμὸν,
                            πήγνυται καὶ κινηθῆναι <lb/>οὐ δύναται, ἀλλὰ ἀποθνήσκει. Ἢν δὲ ἐκ
                            θωρήξιος ταῦτα πάθῃ, πάσχει <lb/>ὑπὸ τῶν αὐτέων, καὶ ἀπόλλυται ὑπὸ τῶν
                            αὐτέων, καὶ διαφεύγει <lb/>ὑπὸ τῶν αὐτέων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Τερηδών· ὅταν τερηδὼν γένηται ἐν τῷ ὀστέῳ, ὀδύνη λαμβάνει <lb/>ἐκ τοῦ
                            ὀστέου, χρόνῳ δὲ ἀφίσταται τὸ δέρμα ἀπὸ τῆς κεφαλῆς <lb/>ἄλλῃ καὶ ἄλλῃ.
                            Οὗτος δὲ ταῦτα πάσχει, ὅταν ἐν τῇ διπλόῃ τοῦ <pb n="16"/> ὀστέου
                            ὑπογενόμενον φλέγμα ἐναποξηρανθῇ· ταύτῃ γὰρ ἀραιὸν γίνεται, <lb/>καὶ
                            ἐκλείπει ἐξ αὐτέου ἡ ἰκμὰς πᾶσα, καὶ ἅτε ξηροῦ ἐόντος <lb/>ἀφίσταται τὸ
                            δέρμα ἀπ’ αὐτοῦ. Αὕτη ἡ νοῦσος οὐ θανάσιμός <lb/>ἐστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἑτέρη νοῦσος· ἢν βλητὸς γένηται, ἀλγέει τῆς κεφαλῆς τὸ <lb/>πρόσθεν,
                            καὶ τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν οὐχ ὁμαλῶς ὁρᾷ, καὶ κομαίνει, καὶ <lb/>αἱ φλέβες
                            σφύζουσι, καὶ πυρετὸς ἴσχει βληχρὸς, καὶ τοῦ σώματος <lb/>ἀκρασίη. Οὗτος
                            ταῦτα πάσχει, ὅταν αἱ ἐν τῇ κεφαλῇ φλέβες θερμανθῶσιν <lb/>καὶ
                            θερμανθεῖσαι εἰρύσωσι φλέγμα ἐς ἑωυτάς. Ἡ μὲν οὖν <lb/>ἀρχὴ τῆς νούσου
                            ἐκ τούτου γίνεται· τὸ δὲ ἔμπροσθεν τῆς κεφαλῆς <lb/>διὰ τόδε ἀλγέει, ὅτι
                            αἱ φλέβες ταύτῃ εἰσὶν αἱ παχύταται, καὶ ὁ ἐγκέφαλος <lb/>ἐς τὸ πρόσω
                            μᾶλλον κεῖται τῆς κεφαλῆς ἢ ἐς τοὔπισθεν· καὶ <lb/>τοῖσιν ὀφθαλμοῖσι διὰ
                            τοῦτο οὐχ ὁρᾷ προκειμένου τοῦ ἐγκεφάλου καὶ <lb/>φλεγμαίνοντος. Τὸ δὲ
                            σῶμα διὰ τόδε ἀκρασίαι ἴσχουσιν· αἱ φλέβες <lb/>ἐπὴν ἐς ἑωυτὰς ἐρύσωσι
                            φλέγμα, ἀνάγκη ὑπὸ ψυχρότητος τοῦ φλέγματος <lb/>τὸ αἷμα ἑστάναι μᾶλλον
                            νῦν ἢ ἐν τῷ πρὶν χρόνῳ καὶ ἐψῦχθαι· <lb/>μὴ κινεομένου δὲ τοῦ αἵματος,
                            οὐχ οἷόν τε μὴ οὐχὶ καὶ τὸ σῶμα <lb/>ἀτρεμίζειν καὶ κεκωφῶσθαι. Καὶ ἢν
                            μὲν τὸ αἷμα καὶ τὸ ἄλλο <lb/>σῶμα κρατήσῃ ὥστε διαθερμανθῆναι,
                            διαφεύγει· ἢν δὲ τὸ φλέγμα <lb/>κρατήσῃ, ἐπιψύχεται μᾶλλον τὸ αἷμα καὶ
                            πήγνυται· καὶ ἢν ἐς <lb/>τοῦτο ἐπιδιδῷ ψυχόμενον καὶ πηγνύμενον,
                            πήγνυται παντελῶς καὶ <lb/>ἐκψύχεται ὥνθρωπος καὶ ἀποθνήσκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Κυνάγχη· κυνάγχη δὲ γίνεται ὅταν ἐν τῇ κεφαλῇ φλέγμα <lb/>κινηθὲν ῥυῇ
                            ἅλες κάτω καὶ στῇ ἐν τῇσι σιαγόσι καὶ περὶ τὸν τράχηλον. <lb/>Οὗτος οὔτε
                            τὸ σίελον δύναται καταπίνειν, ἀναπνεῖ δέ τε βιαίως <lb/>καὶ ῥέγχει, καὶ
                            ἔστιν ὅτε καὶ πυρετὸς αὐτὸν ἴσχει. Τὸ μὲν οὖν νούσημα <pb n="18"/> ἀπὸ
                            τούτου γίνεται, ἄλλοτε ὑπ’ αὐτὴν τὴν γλῶσσαν, ἄλλοτε <lb/>ὑπὲρ τῶν
                            στηθέων ὀλίγον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Σταφυλή· σταφυλὴ δὲ γίνεται ὅταν ἐς τὸν γαργαρεῶνα καταβῇ <lb/>φλέγμα
                            ἀπὸ τῆς κεφαλῆς· κατακρήμναται καὶ γίνεται <lb/>ἐρυθρός· ἢν δὲ πλείων
                            χρόνος γένηται, μελαίνεται· μελαίνεται δὲ <lb/>ὧδε· ἐπὶ φλεβός ἐστιν ὁ
                            γαργαρεὼν παχέης, καὶ ἐπὴν φλεγμήνῃ, <lb/>θερμαίνεται, καὶ ὑπὸ τῆς
                            θερμασίης ἕλκει καὶ ἐκ τῆς φλεβὸς τοῦ αἵματος, <lb/>καὶ μελαίνεται ὑπ’
                            αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἢν μὴ ὀργῶντα <lb/>τάμῃς, παραχρῆμα
                            ἀποσπαρθάζουσιν· ἢ γὰρ φλὲψ διαθερμαίνει <lb/>καὶ ὑπὸ τῆς θερμασίης
                            ἐμπιπλεῖ τὰ περὶ τὸν γαργαρεῶνα αἵματος, <lb/>καὶ δι’ ὅλου ἀποπνίγονται.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ἀντιάδες· ἀντιάδες δὲ καὶ ὑπογλωσσίδες καὶ οὖλα καὶ <lb/>γλῶσσα καὶ
                            ὅσα τοιαῦτα ταύτῃ πεφυκότα, ταῦτα πάντα νοσέει ὑπὸ <lb/>φλέγματος· τὸ δὲ
                            φλέγμα ἀπὸ τῆς κεφαλῆς καταβαίνει· ἡ δὲ κεφαλὴ <lb/>ἐκ τοῦ σώματος
                            ἕλκει· ἕλκει δὲ ὅταν διαθερμανθῇ· διαθερμαίνεται δὲ <lb/>ὑπὸ σιτίων καὶ
                            ἡλίου καὶ πόνων καὶ πυρός· ὅταν δὲ διαθερμανθῇ, ἕλκει <lb/>τὸ λεπτότατον
                            ἐς ἑωυτὴν ἐκ τοῦ σώματος· ὅταν δὲ εἰρύσῃ, καταβαίνει <lb/>καὶ πάλιν ἐς
                            τὸ σῶμα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Νοῦσοι αἱ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς γινόμεναι· ὅταν πλήρης γένηται <lb/>ἡ
                            κεφαλὴ καὶ τύχῃ ὑπό τινος τούτων διαθερμανθεῖσα, νάρκη <lb/>ἴσχει τὴν
                            κεφαλὴν, καὶ οὐρέει συχνὰ, καὶ τὰ ἄλλα πάσχει ἅπερ ὑπὸ
                            <lb/>στραγγουρίης· οὗτος ἡμέρας ἐννέα ταῦτα πάσχει, καὶ ἢν μὲν ῥαγῇ <pb n="20"/> κατὰ τὰς ῥῖνας ἢ κατὰ τὰ ὦτα ὕδωρ καὶ βλέννα, ἀπαλλάττεται
                            τῆς <lb/>νούσου, καὶ παύεται τῆς στραγγουρίης, οὐρέει τε ἀπόνως καὶ
                            πουλὺ <lb/>καὶ λευκὸν ἐς τὰς εἴκοσιν ἡμέρας, καὶ ἡ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὀδύνη
                            ἐκλείπει, <lb/>καὶ ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν ἐσορῶντι κλέπτεταί οἱ ἡ αὐγὴ, καὶ
                            δοκέει <lb/>τὸ ἥμισυ τῶν προσώπων ὁρᾷν. Οὗτος τεσσαρακοσταῖος ὑγιὴς
                            παντελῶς <lb/>γίνεται· ἐνίοτε δὲ πολλοῖς ὑπανέστρεψεν ἡνοῦσος ἑβδόμῳ
                            ἔτει <lb/>ἢ τεσσαρεσκαιδεκάτῳ· καὶ τὸ δέρμα οἱ παχύνεται τῆς κεφαλῆς,
                            καὶ <lb/>ψαυόμενον ὑπείκει, καὶ ἀπ’ ὀλίγων σιτίων ἁπαλὸς καὶ εὔχροος
                            φαίνεται, <lb/>καὶ ἀκούει οὐκ ὀξέα. Ὅταν οὕτως ἔχοντι ἐπιτύχῃς ἀρχομένῳ
                            <lb/>τῆς νούσου πρόσθεν ἢ ῥαγῆναι κατὰ τὰς ῥῖνας τὸ ὕδωρ καὶ κατὰ τὰ
                            <lb/>ὦτα, καὶ ἔχῃ αὐτὸν ἡ περιωδυνίη, ἀποξυρήσαντα χρὴ αὐτοῦ τὴν
                            <lb/>κεφαλὴν, περιδέοντα περὶ τὸ μέτωπον τὸν ἀσκὸν τὸν σκύτινον, ὕδατος
                            <lb/>ἐμπιπλῶντα ὡς ἂν ἀνέχηται θερμοτάτου, ἐᾷν αὐτὸν χλιαίνεσθαι,
                            <lb/>καὶ ἐπὴν ἀποψυχθῇ, ἕτερον ἐγχέειν· ἢν δὲ ἀσθενέῃ, παύεσθαι, καὶ
                            <lb/>διαλιπὼν αὖθις ποιέειν ταὐτὰ ἔστ’ ἂν χαλάσῃ ἡ περιωδυνίη· καὶ ἢν
                            <lb/>ἡ κοιλίη μὴ ὑποχωρέῃ, ὑποκλύσαι αὐτὸν, καὶ πιπίσκοντα τῶν οὐρητικῶν
                            <lb/>μελίκρητα διδόναι ἐπιπίνειν ὑδαρέα· καὶ θαλπέσθω ὡς μάλιστα·
                            <lb/>ῥοφανέτω δὲ τὸν χυλὸν τῆς πτισάνης λεπτόν. Ἢν δὲ ἡ γαστὴρ <lb/>μὴ
                            ὑποχωρέῃ, λινόζωστιν ἑψήσας ἐν ὕδατι, τρίβων, διηθέων τὸν χυλὸν,
                            <lb/>συμμίσγειν ἴσον τοῦ ἀπὸ τῆς πτισάνης χυλοῦ καὶ τοῦ ἀπὸ τῆς
                            <lb/>λινοζώστιος, καὶ μέλι ὀλίγον παραμίσγειν ἐς τὸν χυλόν· τοῦτον
                            ῥοφάνειν <lb/>τρὶς τῆς ἡμέρης, καὶ ἐπιπίνειν οἶνον μελιχρὸν, ὑδαρέα,
                            λευκὸν, <lb/>ὀλίγον ἐπὶ τῷ ῥοφήματι. Ἐπὴν δέ οἱ ῥαγῇ κατὰ τὰς ῥῖνας τὰ
                            <lb/>βλεννώδεα, καὶ οὐρέῃ παχὺ, καὶ τῆς ὀδύνης ἀπηλλαγμένος ἔῃ τῆς <pb n="22"/> κεφαλῆς, τῷ ἀσκῷ μηκέτι χρήσθω, ἀλλὰ λουόμενος πολλῷ θερμῷ
                            <lb/>πινέτω τὰ διουρητικὰ καὶ μελίκρητα ὑδαρέα· καὶ τὰς μὲν πρώτας
                            <lb/>ἡμέρας κέγχρον λειχέτω, καὶ κολοκύντην ἐσθιέτω ἢ τεῦτλα τρεῖς
                            <lb/>ἡμέρας· ἔπειτα σιτίοισι χρήσθω ὡς μαλθακωτάτοισι καὶ
                            διαχωρητικωτάτοισι, <lb/>προστιθεὶς ὀλίγον ἀεὶ τῶν σιτίων. Ἐπὴν δὲ
                            τεσσαράκοντα <lb/>ἡμέραι διέλθωσι, καθίσταται γὰρ μάλιστα ἡ νοῦσος ἐν
                            τοσούτῳ <lb/>χρόνῳ, καθήρας αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν πρότερόν οἱ φάρμακον δοὺς
                            κάτω <lb/>κάθηρον· ἔπειτα, ἢν ὥρη ἔῃ τοῦ ἔτεος, ὀῤῥὸν μεταπῖσαι ἑπτὰ
                            ἡμέρας· <lb/>ἢν δὲ ἀσθενήσῃ, ἐλάσσονας· ἢν δὲ ὑποστρέψῃ ἡ νοῦσος,
                            πυριάσας <lb/>αὐτὸν ὅλον, ἐς αὔριον δοῦναι ἐλλέβορον πίνειν· κἄπειτα
                            διαλείπειν <lb/>ὅσον ἄν σοι δοκέῃ χρόνον, καὶ τότε τὴν κεφαλὴν καθήρας,
                            <lb/>κατωτερικὸν δοὺς φάρμακον, καῦσον τὴν κεφαλὴν ἐσχάρας ὀκτὼ, δύο
                            <lb/>μὲν παρὰ τὰ ὦτα, δύο δ’ ἐν τοῖσι κροτάφοισι, δύο δὲ ὄπισθεν τῆς
                            <lb/>κεφαλῆς ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐν τῇ κοτίδι, δύο ἐν τῇ ῥινὶ παρὰ τοὺς
                            κανθούς· <lb/>τὰς φλέβας καίειν δὲ τὰς μὲν παρὰ τὰ ὦτα, ἔστ’ ἂν
                            παύσωνται <lb/>σφύζουσαι· τοῖσι δὲ σιδηρίοισι σφηνίσκους ποιησάμενος,
                            διακαίειν <lb/>πλαγίας τὰς φλέβας. Ταῦτα ποιήσαντι ὑγιείη ἐγγίνεται.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἄλλη νοῦσος· ἑλκέων καταπίμπλαται τὴν κεφαλὴν, καὶ <lb/>τὰ σκέλεα
                            οἰδίσκεται ὥσπερ ἀπὸ ὕδατος, καὶ ἐν τῇσι κνήμῃσιν ἐμπλάσσεται, <lb/>καὶ
                            ἢν πιέσῃς, ἡ χροιὴ ἰκτερώδης, καὶ ἐκφύει ἕλκεα <lb/>ἄλλοτε ἄλλῃ, μάλιστα
                            δὲ περὶ τὰς κνήμας, καὶ φαίνεται πονηρὰ προσιδέειν, <lb/>ἀποφλεγμήναντα
                            δὲ ταχέως ὑγιέα γίνονται, καὶ πυρετὸς <lb/>ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε λαμβάνει· ἡ
                            δὲ κεφαλὴ ἀεὶ θερμὴ γίνεται, καὶ <lb/>ἐκ τῶν ὤτων ὕδωρ ῥέει. Ὅταν οὕτως
                            ἔχῃ, φάρμακόν οἱ δοῦναι, ὑφ’ <pb n="24"/> οὗ φλέγμα καὶ χολὴ καθαρεῖται
                            ἄνω· ἢν μὲν ψῦχος ἔῃ, προπυριήσας <lb/>καὶ λούσας θερμῷ· ἔπειτα
                            διαλείπων ἡμέρας τρεῖς τὴν κεφαλὴν <lb/>καθῆραι· μετὰ δὲ κάτω φάρμακον
                            πῖσαι· ἢν δὲ ὥρη ἔῃ, καὶ ὀῤῥὸν <lb/>μεταπιέτω· εἰ δὲ μὴ, γάλα ὄνου· μετὰ
                            δὲ τὰς καθάρσιας σιτίοισιν <lb/>ὡς ἐλαχίστοισι χρήσθω καὶ
                            διαχωρητικωτάτοισι, καὶ ἀλουτεέτω. Ἢν <lb/>δὲ ἡ κεφαλὴ ἥλκωται, τρύγα
                            κατακαίων οἰνηρὴν, σμῆγμα ποιέων, <lb/>σύμμισγε τῆς βαλάνου τὸ ἔκλεμμα
                            λεῖον τρίβων, λίτρον συμμίσγων <lb/>ἴσον, ἀποσμήξας τούτοισι, λούσθω
                            πολλῷ θερμῷ. Χριέσθω δὲ τὴν <lb/>κεφαλὴν, δαφνίδας τρίψας καὶ κηκίδας
                            καὶ σμύρναν καὶ λιβανωτὸν <lb/>καὶ ἀργυρίου ἄνθος καὶ ὕειον ἄλειφα καὶ
                            δάφνινον ἔλαιον· ταῦτα μίξας <lb/>χρίειν. Τὸν δὲ μετὰ ταῦτα χρόνον
                            ἐμέτοισι χρήσθω τρὶς τοῦ <lb/>μηνὸς, καὶ γυμναζέσθω καὶ θερμολουτεέτω.
                            Ἢν δέ σοι τάδε ποιέοντι <lb/>ἐκ μὲν τοῦ ἄλλου σώματος ἡ νοῦσος
                            ἐξεληλύθῃ, ἐν δὲ τῇ κεφαλῇ <lb/>ἔτι ἕλκεά οἱ γίνηται, καθήρας τὴν
                            κεφαλὴν αὖθις, φάρμακον κάτω <lb/>μεταπῖσαι· ἔπειτα ξυρήσας τὴν κεφαλὴν,
                            καταταμέειν τομὰς ἀραιὰς, <lb/>καὶ ἐπὴν ἀποῤῥυῇ τὸ αἷμα, ἀνατρῖψαι·
                            ἔπειτα εἴρια πινόεντα οἴνῳ <lb/>ῥαίνων ἐπιδεῖν, καὶ ἐπὴν ἀπολύσῃς,
                            περισπογγίζειν καὶ μὴ βρέχειν· <lb/>ἔπειτα κυπάρισσον ἐπιπάσσειν ἐλαίῳ
                            ὑποχρίων· τοῖσι δὲ εἰρίοισιν <lb/>ἐπιδέσμοισι χρήσθω, ἔστ’ ἂν ὑγιὴς
                            γένηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ἄλλη νοῦσος· περιωδυνίη λαμβάνει τὴν κεφαλὴν, καὶ ἐπὴν <lb/>κινήσῃ
                            τις ἧσσον [ἢ πλέον], ἐμέει χολήν· ἐνίοτε δὲ καὶ δυσουρέει <lb/>καὶ
                            παραφρονέει· ἐπὴν δ’ ἑβδομαῖος γένηται, ἐνίοτε ἀποθνήσκει· <lb/>ἢν δὲ
                            τὴν ἑβδόμην διίῃ, ἐνναταῖος ἢ ἑνδεκαταῖος, ἢν μή οἱ ῥαγῇ <lb/>κατὰ τὰς
                            ῥῖνας ἢ κατὰ τὰ ὦτα. Ἢν δὲ ῥαγῇ, ὑπεκφυγγάνει· ῥεῖ δὲ <pb n="26"/>
                            ὑπόχολον ὕδωρ, ἔπειτα τῷ χρόνῳ πῦον γίνεται ἐκσαπέν. Ὅταν οὖν <lb/>οὕτως
                            ἔχῃ, ἕως μὲν ἂν ἡ περιωδυνίη ἔχῃ κατ’ ἀρχὰς, πρὶν ῥαγῆναι ἐκ <lb/>τῶν
                            ῥινῶν καὶ τῶν ὤτων, σπόγγους ἐν ὕδατι θερμῷ βρέχων, ἇσσον
                            <lb/>προστιθέναι πρὸς τὴν κεφαλήν· ἢν δὲ μὴ τοιούτοισι χαλᾷ, τῷ ἀσκῷ
                            <lb/>χρῆσθαι τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅνπερ ἐπὶ τῆς προτέρης· πινέτω δὲ
                            μελίκρητα <lb/>ὑδαρέα· ἢν δὲ μηδ’ ἀπὸ τοῦ μελικρήτου, τὸ ἀπὸ τῶν
                            <lb/>κρίμνων ὕδωρ πινέτω· ῥοφανέτω δὲ τὸν χυλὸν τῆς πτισάνης, καὶ
                            <lb/>ἐπιπινέτω λευκὸν οἶνον ὑδαρέα. Ἐπὴν δὲ ῥαγῇ κατὰ τὰ ὦτα καὶ ὁ
                            <lb/>πυρετὸς ἀνῇ καὶ ἡ ὀδύνη, σιτίοισι χρήσθω διαχωρητικοῖσιν, ἀρξάμενος
                            <lb/>ἐξ ὀλίγων, προστιθεὶς αἰεὶ, καὶ λούσθω θερμῷ κατὰ κεφαλῆς, <lb/>καὶ
                            τὰ ὦτα διακλύζειν ὕδατι καθαρῷ, καὶ ἐντιθέτω σπογγιὰν μέλιτι
                            <lb/>ἐμβάπτων. Ἢν δέ τοι μὴ ξηραίνηται οὕτως, ἀλλὰ χρόνιον γένηται,
                            <lb/>τὸ ῥεῦμα, διακλύσας, ἐμβάλλειν ἀργύρου ἄνθος, σανδαράχην, ψιμύθιον,
                            <lb/>ἴσον ἑκάστου, λεῖα τρίβων, ἐμπιπλεὶς τὸ οὖς σάσσειν, καὶ <lb/>ἢν
                            παραῤῥέῃ, ἐπεμβάλλειν τοῦ φαρμάκου· ἐπὴν δὲ ξηρὸν γένηται τὸ <lb/>οὖς,
                            ἐκκαθήρας, ἐκκλύσαι τὸ φάρμακον· ἔπειτα, κωφὸν γὰρ γίνεται <lb/>τὸ
                            πρῶτον ἀποξηρανθὲν, πυριᾷν αὐτῷ βληχρῇσι πυρίῃσι τὰ ὦτα·
                            <lb/>καταστήσεται γὰρ οὕτω χρόνῳ. Ἀποθνήσκουσι δὲ καὶ ἢν ἐς τὸ οὖς
                            <lb/>περιωδυνίη γενομένη μὴ ῥαγῇ ἐν τῇσιν ἑπτὰ ἡμέρῃσιν. Τοῦτον
                            <lb/>λούειν πολλῷ θερμῷ, καὶ σπόγγους ἐν ὕδατι θερμῷ βρέχων, ἐκμάσσων,
                            <lb/>χλιαροὺς προστιθέναι πρὸς τὸ οὖς. Ἢν δὲ μηδὲ οὕτω ῥηγνύηται,
                            <lb/>πυριᾷν αὐτῷ τὸ οὖς· ῥοφήμασι δὲ καὶ πόμασι τοῖσιν αὐτοῖσι
                            <lb/>χρῆσθαι οἷσί περ ἐπὶ τοῖσι πρόσθεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ἑτέρη νοῦσος· ἢν ὕδωρ ἐπὶ τῷ ἐγκεφάλῳ γένηται, ὀδύνη <pb n="28"/>
                            ὀξείη ἴσχει διὰ τοῦ βρέγματος καὶ τῶν κροτάφων ἄλλοτε ἄλλῃ, καὶ
                            <lb/>ῥῖγος καὶ πυρετὸς ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε, καὶ τὰς χώρας τῶν ὀφθαλμῶν
                            <lb/>ἀλγέει, καὶ ἀμβλυώσσει, καὶ ἡ κόρη σχίζεται, καὶ δοκέει ἐκ τοῦ
                            <lb/>ἑνὸς δύο ὁρᾷν, καὶ ἢν ἀναστῇ, σκοτοδινίη μιν λαμβάνει, καὶ τὸν
                            ἄνεμον <lb/>οὐκ ἀνέχεται οὐδὲ τὸν ἥλιον, καὶ τὰ ὦτα τέτριγε, καὶ τῷ ψόφῳ
                            <lb/>ἄχθεται ἀκούων, καὶ ἐμέει σίελα καὶ λάπην, ἐνίοτε δὲ καὶ τὰ σιτία,
                            <lb/>καὶ τὸ δέρμα λεπτύνεται τῆς κεφαλῆς, καὶ ἥδεται ψαυόμενος. Ὅταν
                            <lb/>οὕτως ἔχῃ, πρῶτον μὲν δοῦναί οἱ πιέειν φάρμακον ἄνω, ὅ τι φλέγμα
                            <lb/>ἄξει, καὶ μετὰ τοῦτο τὴν κεφαλὴν καθῆραι· ἔπειτα διαλείπων φάρμακον
                            <lb/>πῖσαι κάτω· ἔπειτα σιτίοισιν ἀνακομίζειν αὐτὸν ὡς
                            ὑποχωρητικωτάτοισιν, <lb/>ὀλίγα ἀεὶ προστιθείς· ἐπὴν δὲ κατεσθίῃ ἤδη τὰ
                            σιτία <lb/>ἀρκοῦντα, ἐμέτοισι χρήσθω νῆστις, τῷ φακίῳ συμμίσγων μέλι
                            <lb/>καὶ ὄξος, λάχανα προτρώγων, καὶ τῇ ἡμέρῃ ταύτῃ ᾗ ἂν ἐμέσῃ,
                            <lb/>πρῶτον μὲν κυκεῶνα πινέτω λεπτόν· ἔπειτα ἐς ἑσπέρην σιτίοισιν
                            <lb/>ὀλίγοισι χρήσθω, καὶ ἀλουτεέτω καὶ περιπατείτω ἀπὸ τῶν σιτίων
                            <lb/>καὶ ὄρθρου, φυλασσόμενος τὸν ἄνεμον καὶ τὸν ἥλιον, καὶ πρὸς πῦρ
                            <lb/>μὴ προσιέτω. Καὶ ἢν μὲν τοιαῦτα ποιήσαντι ὑγιὴς γένηται· εἰ δὲ
                            <lb/>μὴ, προκαθήρας αὐτὸν ἄνω πρῶτον μὲν ἐλλεβόρῳ, ἔπειτα ἐς τὰς ῥῖνας
                            <lb/>ἐγχέαι φάρμακον, καὶ διαλιπὼν ὀλίγον χρόνον κάτω καθῆραι·
                            <lb/>ἔπειτα ἀνακομίσας σιτίοισιν, εἶτα καταταμὼν τὴν κεφαλὴν κατὰ
                            <lb/>τὸ ρέγμα, τρυπῆσαι πρὸς τὸν ἐγκέφαλον, καὶ ἰῆσθαι ὡς πρίσμα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ἄλλη νοῦσος· ῥῖγος καὶ ὀδύνη καὶ πυρετοὶ διὰ τῆς κεφαλῆς,
                            <lb/>μάλιστα δὲ ἐς τὸ οὖς καὶ ἐς τοὺς κροτάφους καὶ ἐς τὸ βρέγμα,
                            <lb/>καὶ τὰς χώρας τῶν ὀφθαλμῶν ἀλγέει, καὶ αἱ ὀφρύες δοκέουσίν οἱ
                            ἐπικέεσθαι, <lb/>καὶ τὴν κεφαλὴν βάρος ἔχει, καὶ ἤν τίς μιν κινήσῃ,
                            ἐμέσει, <pb n="30"/> καὶ ἐμέει πουλὺ καὶ ῥηϊδίως, καὶ τοὺς ὀδόντας ναρκᾷ
                            καὶ αἱμωδίη <lb/>ἔχει, καὶ αἱ φλέβες αἴρονται καὶ σφύζουσιν αἱ ἐν τῇ
                            κεφαλῇ, καὶ οὐκ <lb/>ἀνέχεται ἠρεμέων, ἀλλ’ ἀλύει καὶ ἀλλοφρονέει ὑπὸ
                            τῆς ὀδύνης. Τούτῳ <lb/>ἢν μὲν κατὰ τὰς ῥῖνας ἢ κατὰ τὰ ὦτα ῥαγῇ, ὅδρωψ
                            ῥεῖ ὑπόπυος, <lb/>καὶ ὑγιὴς γίνεται· ἢν δὲ μὴ, ἀποθνήσκει ἐν ἑπτὰ
                            ἡμέρῃσιν ὡς τὰ <lb/>πολλά. Αὕτη ἡ νοῦσος γίνεται μάλιστα ἐκ λιπυρίης,
                            ἐπὴν ἀπαλλαγεὶς <lb/>τοῦ πυρὸς, ἀκάθαρτος ἐὼν, ἢ σιτίων ἐμπιπλῆται, ἢ
                            θωρήσσηται, <lb/>ἢ ἐν ἡλίῳ κάμῃ. Ὅταν οὕτως ἔχῃ, πρῶτον μὲν ἀφιέναι ἀπὸ
                            <lb/>τῆς κεφαλῆς τοῦ αἵματος ὁπόθεν ἄν σοι δοκέῃ· ἐπὴν δὲ ἀφῇς, τὴν
                            <lb/>κεφαλὴν ξυρήσας, ψύγματά οἱ προσφέρειν, καὶ ἢν μὴ ὑποχωρέῃ ἡ
                            <lb/>γαστὴρ, ὑποκλύσαι· πίνειν δὲ διδόναι τὸν ἀπὸ τῆς πτισάνης χυλὸν
                            <lb/>ψυχρὸν καὶ ἐπιπίνειν ὕδωρ· ἢν δέ οἱ πρὸς τὰ ψύγματα μὴ χαλᾷ,
                            μεταβαλὼν, <lb/>τῷ ἀσκῷ χρῆσθαι καὶ θερμαίνειν. Ἐπὴν δὲ παύσηται ἡ
                            <lb/>ὀδύνη, σιτίοισι χρήσθω διαχωρητικοῖσι, καὶ μὴ ἐμπιπλάσθω· ἐπὴν
                            <lb/>δὲ γένηται εἰκοσταῖος πεπαυμένης τῆς ὀδύνης, πυριήσας αὐτοῦ τὴν
                            <lb/>κεφαλὴν, πρὸς τὰς ῥῖνας φάρμακον προστίθει, καὶ διαλιπὼν ἡμέρας
                            <lb/>τρεῖς φάρμακον πῖσαι κάτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ἑτέρη νοῦσος· ἢν ὑπερεμήσαντα τὰ φλέβια τὰ ἔναιμα <lb/>τὰ περὶ τὸν
                            ἐγκέφαλον θερμήνῃ τὸν ἐγκέφαλον, πυρετὸς ἴσχει ἰσχυρὸς, <lb/>καὶ ὀδύνη
                            ἐς τοὺς κροτάφους καὶ τὸ βρέγμα καὶ ἐς τοὔπισθεν <lb/>τῆς κεφαλῆς, καὶ
                            τὰ ὦτα ἠχέει, καὶ πνεύματος ἐμπίπλαται, καὶ <lb/>ἀκούει οὐδὲν, καὶ
                            ἀλύει, καὶ ῥιπτάζει αὐτὸς ἑωυτὸν ὑπὸ τῆς ὀδύνης· <lb/>οὗτος ἀποθνήσκει
                            πεμπταῖος ἢ ἑκταῖος. Ὅταν οὕτως ἔχῃ, θερμαίνειν <lb/>αὐτοῦ τὴν κεφαλήν·
                            ἢν γὰρ ῥαγῇ διὰ τῶν ὤτων ἢ τῶν ῥινῶν ὕδωρ, <lb/>οὕτως ἐκφυγγάνει τὸν
                            ὄλεθρον· ἢν δ’ ἐκφύγῃ τὰς ἡμέρας τὰς ἓξ, διαιτᾷν <lb/>ὥσπερ τὴν
                            προτέρην. </p></div><pb n="32"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Ἑτέρη νοῦσος· ἢν ὑπερεμήσωσιν αἱ φλέβες ἐν τῇ κεφαλῇ, <lb/>ὀδύνη ἔχει
                            βραχέη τὴν κεφαλὴν πᾶσαν καὶ ἐς τὸν τράχηλον, <lb/>καὶ μεταβάλλει ἄλλοτε
                            ἄλλῃ τῆς κεφαλῆς, καὶ ἐπειδὰν ἀναστῇ, σκοτοδινίη <lb/>μιν ἴσχει, πυρετὸς
                            δὲ οὐ λαμβάνει. Ὅταν οὖν οὕτως ἔχῃ, <lb/>ξυρήσας τὴν κεφαλὴν, ἢν μὴ
                            τοῖσι χλιάσμασιν ὑπακούῃ, σχίσαι ἀπὸ <lb/>τῆς κεφαλῆς τὸ μέτωπον, ᾗ
                            ἀπολήγει τὸ δασύ· ἐπὴν δὲ τάμῃς, διαστείλας <lb/>τὸ δέρμα, ὅταν ἀποῤῥυῇ
                            τὸ αἷμα, ἁλσὶ λεπτοῖσι διαπάσαι· <lb/>ἐπὴν δέ σοι τὸ αἷμα ἀποῤῥυῇ,
                            συνθεὶς τὴν τομὴν, κρόκῃ διπλῇ κατειλίξαι <lb/>πᾶσαν αὐτήν· ἔπειτα
                            περιχρίσας τῇ κηροπίσσῳ σπληνίσκον, <lb/>ἐπιθεὶς κάτω ἐπὶ τῷ ἕλκει,
                            εἴριον πινόεν ἐπιτιθεὶς, καταδῆσαι, καὶ <lb/>μὴ λῦσαι ἄχρις ἑπτὰ
                            ἡμερέων, ἢν μὴ ὀδύνη ἔχῃ· ἢν δὲ ἔχῃ, ἀπολύσασθαι. <lb/>Διδόναι δὲ, ἔστ’
                            ἂν ὑγιὴς γένηται, πίνειν μὲν τὸ ἀπὸ τοῦ <lb/>κρίμνου, ῥοφάνειν δὲ τὸν
                            χυλὸν τῆς πτισάνης καὶ ἐπιπίνειν ὕδωρ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ἑτέρη νοῦσος· ἢν δὲ χολᾷ ὁ ἐγκέφαλος, πυρετὸς ἴσχει <lb/>βληχρὸς καὶ
                            ῥῖγος καὶ ὀδύνη διὰ τῆς κεφαλῆς πάσης, μάλιστα δὲ ἐς <lb/>τοὺς κροτάφους
                            καὶ ἐς τὸ βρέγμα καὶ ἐς τὰς χώρας τῶν ὀφθαλμῶν, <lb/>καὶ αἱ ὀφρύες
                            ἐπικρέμασθαι δοκέουσι, καὶ ἐς τὰ ὦτα ὀδύνη ἐσφοιτᾷ <lb/>ἐνίοτε, καὶ κατὰ
                            τὰς ῥῖνας χολὴ ῥεῖ, καὶ ἀμβλυώσσουσι τοῖσιν ὀφθαλμοῖσι· <lb/>καὶ τοῖσι
                            μὲν πλείστοισιν ἐς τὸ ἥμισυ τῆς κεφαλῆς ἡ ὀδύνη <lb/>ἐσφοιτᾷ, γίνεται δὲ
                            καὶ ἐν πάσῃ τῇ κεφαλῇ. Ὅταν οὕτως ἔχῃ, ψύγματά <lb/>οἱ προστιθέναι πρὸς
                            τὴν κεφαλὴν, καὶ ἐπὴν ἥ τε ὀδύνη καὶ τὸ <lb/>ῥεῦμα παύηται, σελίνου
                            χυλὸν ἐς τὰς ῥῖνας ἐνστάζειν, καὶ ἀλουτεέτω <lb/>ἕως ἂν ἡ ὀδύνη ἔχῃ, καὶ
                            ῥοφανέτω κέγχρον λεπτὸν, μέλι ὀλίγον παραχέων, <lb/>καὶ πινέτω ὕδωρ· ἢν
                            δὲ μὴ ὑποχωρέῃ, κράμβας ἐσθιέτω <pb n="34"/> καὶ τὸν χυλὸν ῥοφανέτω· ἢν
                            δὲ μὴ, τῆς ἀκτῆς τῶν φύλλων τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον, καὶ ἐπήν σοι δοκέῃ
                            καιρὸς εἶναι, σιτία προσφέρειν οἱ ὡς <lb/>ὑποχωρητικώτατα· καὶ ἢν,
                            ἀπηλλαγμένου τοῦ ῥεύματος καὶ τῇς <lb/>ὀδύνης, ὑπὲρ τῆς ὀφρύος αὐτῷ
                            βάρος ἐγγένηται ἢ μύξα παχέη καὶ <lb/>σαπρὴ, πυριήσας αὐτὸν ὄξει καὶ
                            ὕδατι καὶ ὀριγάνῳ, ἔπειτα λούσας <lb/>θερμῷ ὕδατι, προσθεῖναι τὸ ἄνθος
                            τοῦ χαλκοῦ καὶ τὴν σμύρναν πρὸς <lb/>τὰς ῥῖνας. Ταῦτα ποιήσας, ὡς τὰ
                            πολλὰ ὑγιὴς γίνεται· ἡ δὲ νοῦσος <lb/>οὐ θανατώδης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ἑτέρη νοῦσος· ἢν σφακελίσῃ ὁ ἐγκέφαλος, ὀδύνη λάζεται <lb/>ἐκ τῆς
                            κοτίδος ἐς τὴν ῥάχιν, καὶ ἐπὶ τὴν καρδίην καταφοιτᾷ ψῦχος, <lb/>καὶ
                            ἱδρὼς ἐξαπίνης, καὶ ἄπνοος τελέθει, καὶ διὰ τῶν ῥινῶν αἷμα ῥεῖ·
                            <lb/>πολλοὶ δὲ καὶ ἐμέουσιν. Οὗτος ἐν τρισὶν ἡμέρῃσιν ἀποθνήσκει· ἢν
                            <lb/>δὲ τὰς ἑπτὰ ἡμέρας ὑπερφύγῃ, οὐχ ὑπερφεύγουσι δὲ οἱ πολλοὶ, ἢν
                            <lb/>οὖν τὸ αἷμα ἐμέῃ ἢ ἐκ τῶν ῥινῶν ῥέῃ, μήτε λούειν αὐτὸν θερμῷ,
                            <lb/>μήτε χλιάσματα προσφέρειν, πίνειν δὲ διδόναι ὄξος λευκὸν ὑδαρὲς
                            <lb/>κιρνὰς, καὶ ἢν ἀσθενέῃ, τῆς πτισάνης ῥοφάνειν. Ἢν δὲ πλεῖόν σοι
                            <lb/>δοκέῃ τοῦ δικαίου ἐμέειν τὸ αἷμα ἢ ἐκ τῶν ῥινῶν οἱ ῥέῃ, ἀπὸ μὲν
                            <lb/>τοῦ ἐμέτου πινέτω ἄλητον σιτάνιον ἐπὶ ὕδωρ ἐπιπάσσων· ἢν δὲ ἐκ
                            <lb/>τῶν ῥινῶν ῥέῃ, καὶ ἀποδείτω τὰς φλέβας τὰς ἐν τοῖσι βραχίοσι καὶ
                            <lb/>τὰς ἐν τοῖσι κροτάφοισι, σπλῆνα ὑποτιθείς. Ἢν δὲ τούτων οἱ μηδ’
                            <lb/>ἕτερον ἔῃ, ἀλγέῃ δὲ τὴν κοτίδα καὶ τὸν τράχηλον καὶ τὴν ῥάχιν,
                            <lb/>καὶ ἐπὶ τὴν καρδίην ἴῃ τὸ ψῦχος, χλιαίνειν ἐν τοῖσιν ὀρόβοισι τὰ
                            <lb/>στέρνα καὶ τὸ νῶτον καὶ τὴν κοτίδα καὶ τὸν τράχηλον. Ταῦτα ποιέων
                            <lb/>μάλιστα ἂν ὠφελέοις· ἐκφεύγουσι δὲ τὴν τοιαύτην νοῦσον ὀλίγοι. </p></div><pb n="36"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Ἑτέρη νοῦσος· ἐξαπίνης ὑγιαίνοντα ὀδύνη ἔλαβε τὴν κεφαλὴν, <lb/>καὶ
                            παραχρῆμα ἄφωνος γίνεται, καὶ ῥέγχει, καὶ τὸ στόμα <lb/>κέχηνε, καὶ ἤν
                            τις αὐτὸν καλέσῃ ἢ κινήσῃ, στενάζει μοῦνον, ξυνίει <lb/>δὲ οὐδὲν, καὶ
                            οὐρέει πουλὺ, καὶ οὐκ ἐπαΐει οὐρέων. Οὗτος, ἤν μιν <lb/>μὴ πυρετὸς λάβῃ,
                            ἐν τῇσιν ἑπτὰ ἡμέρῃσιν ἀποθνήσκει· ἢν δὲ λάβῃ, <lb/>ὡς τὰ πολλὰ ὑγιὴς
                            γίνεται· ἡ δὲ νοῦσος πρεσβυτέροισι μᾶλλον γίνεται <lb/>ἢ νεωτέροισιν.
                            Τοῦτον, ὅταν οὕτως ἔχῃ, λούειν χρὴ πολλῷ καὶ <lb/>θερμῷ, καὶ θάλπειν ὡς
                            μάλιστα, καὶ ἐνστάζειν μελίκρητον χλιαρὸν <lb/>ἐς τὸ στόμα. Ἢν δὲ ἔμφρων
                            γένηται καὶ ἐκφύγῃ τὴν νοῦσον, ἀνακομίσας <lb/>αὐτὸν σιτίοισιν, ἐπήν σοι
                            δοκέῃ ἰσχύειν, ἐς τὰς ῥῖνας ἐνθεὶς <lb/>αὐτῷ φάρμακον, καὶ διαλιπὼν
                            ὀλίγας ἡμέρας, κατωτερικὸν δὸς <lb/>φάρμακον πιεῖν· ἢν γὰρ μὴ καθήρῃς,
                            δεῖμα αὖθις τὴν νοῦσον <lb/>ὑποστρέψαι· ἐκφυγγάνουσι δὲ οὐ μάλα ἐκ τῆς
                            πρώτης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Ἑτέρη νοῦσος· ἢν δὲ ἐκ θωρήξιος ἄφωνος γένηται, ἢν <lb/>μὲν αὐτίκα δὴ
                            καὶ παραχρῆμα λάβῃ μιν πυρετὸς, ὑγιὴς γίνεται· ἢν <lb/>δὲ μὴ λάβῃ,
                            τριταῖος ἀποθνήσκει. Ἢν δὲ μὴ οὕτως ἔχοντι ἐπιτύχῃς, <lb/>λούειν πολλῷ
                            καὶ θερμῷ, καὶ πρὸς τὴν κεφαλὴν σπόγγους ἐν <lb/>ὕδατι βάπτων θερμῷ
                            προστιθέναι, καὶ ἐς τὰς ῥῖνας κρόμμυα ἀπολέπων <lb/>ἐντιθέναι. Οὗτος ἢν
                            μὲν ἀνατείνας τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ φθεγξάμενος <lb/>παρ’ ἑωυτῷ γένηται καὶ
                            μὴ φλυηρῇ, τὴν μὲν ἡμέρην ταύτην κεῖται <lb/>κωμαίνων, τῇ δ’ ὑστεραίῃ
                            ὑγιὴς γίνεται· ἢν δ’ ἀνιστάμενος χολὴν <lb/>ἐμέῃ, μαίνεται, καὶ
                            ἀποθνήσκει μάλιστα ἐν πέντε ἡμέρῃσιν, ἢν μὴ <lb/>κατακοιμηθῇ. Τοῦτον οὖν
                            χρὴ τάδε ποιέειν· λούειν πολλῷ καὶ θερμῷ, <lb/>ἔστ’ ἂν αὐτὸς ἐς ἑωυτὸν
                            παρῇ· ἔπειτα ἀλείψας ἀλείφατι πολλῷ, κατακλῖναι <lb/>ἐς στρώματα
                            μαλθακῶς, καὶ ἐπιβάλλειν ἱμάτια, καὶ μήτε <lb/>λύχνον καίειν παρ’ αὐτῷ,
                            μήτε φθέγγεσθαι· ὡς γὰρ ἐπιτοπολὺ ἐκ <pb n="38"/> τοῦ λουτροῦ
                            κατακοιμᾶται, καὶ ἢν κοιμηθῇ, ὑγιὴς γίνεται. Ἐπὴν <lb/>δὲ παρ’ ἑωυτὸν
                            γένηται, τὰς πρώτας ἡμέρας τῶν σιτίων ἐρύκειν <lb/>αὐτὸν, ἡμέρας τρεῖς ἢ
                            τέσσαρας, διδόναι δὲ κέγχρον λεπτὸν ῥοφάνειν <lb/>ἢ πτισάνης χυλὸν, καὶ
                            οἶνον μελιτοειδέα πίνειν· ἔπειτα σιτίοισι χρῆσθαι <lb/>ὡς μαλθακωτάτοισι
                            καὶ ὀλίγοισι τὸ πρῶτον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Σφάκελος ἐγκεφάλου· ἢν σφάκελος λάβῃ, ἡ ὀδύνη ἴσχει <lb/>μάλιστα τὸ
                            πρόσθεν τῆς κεφαλῆς κατὰ σμικρὸν, καὶ ἀναιδέει, καὶ <lb/>πελιδνὸν
                            γίνεται, καὶ πυρετὸς καὶ ῥῖγος καταλαμβάνει. Ὅταν οὕτως <lb/>ἔχῃ,
                            τεμόντα χρὴ, ἵν’ ἐξοιδέει, καὶ διακαθήραντα τὸ ὀστέον, ξύσαι <lb/>ἕως ἂν
                            ἀφίκηται πρὸς τὴν διπλοΐδα· εἶτα ἰῆσθαι ὡς κάτηγμα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Τερηδών· ὅταν τερηδὼν γένηται ἐν τῷ ὀστέῳ, ὀδύνη λαμβάνει <lb/>ἀπὸ
                            τούτου τοῦ ὀστέου· τῷ δὲ χρόνῳ λεπτὸν γίνεται, καὶ ἀναφυσᾶται, <lb/>καὶ
                            γίνεται ἐν αὐτῷ κάτηγμα, καὶ ἢν οὕτω ἀνατάμῃς, εὑρήσεις <lb/>ἄναιμον
                            ὀστέον καὶ τρηχὺ καὶ πυῤῥὸν, ἐνίοισι δὲ καὶ διαβεβρωμένον <lb/>πρὸς τὸν
                            ἐγκέφαλον. Ὅταν οὕτως ἔχοντι ἐπιτύχης, ἢν μὲν ἔη <lb/>πέρην
                            διαβεβρωμένον, αἱρεῖν ἄριστον, καὶ ἰῆσθαι ὡς τάχιστα τὸ <lb/>ἕλκος· ἢν
                            δὲ τετρωμένον μὲν μὴ ἔῃ, τρηχὺ δὲ, ξύσας μέχρι τῆς <lb/>διπλοΐδος,
                            ἰῆσθαι ὥσπερ τὴν πρόσθεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Ἑτέρη νοῦσος· ἢν βλητὸς γένηται, ἀλγέει τὸ πρόσθεν τῆς <lb/>κεφαλῆς,
                            καὶ τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν οὐ δύναται ὁρᾷν, ἀλλὰ κῶμά μιν <lb/>ἔχει, καὶ αἱ
                            φλέβες ἐν τοῖσι κροτάφοισι σφύζουσι, καὶ πυρετὸς βληχρὸς <pb n="40"/>
                            ἔχει, καὶ τοῦ σώματος παντὸς ἀκρησίη καὶ μινύθη. Ὅταν οὕτως <lb/>ἔχῃ,
                            καίειν αὐτὸν θερμῷ πολλῷ, καὶ χλιάσματα πρὸς τὴν κεφαλὴν
                            <lb/>προστιθέναι· ἐκ δὲ τῆς πυρίης ἐς τὰς ῥῖνας σμύρναν καὶ <lb/>ἄνθος
                            χαλκοῦ· ῥοφάνειν δὲ τὸν χυλὸν τῆς πτισάνης, καὶ πίνειν ὕδωρ. <lb/>Καὶ ἢν
                            μὲν ταῦτα ποιέοντι ῥάων γένηται· εἰ δὲ μὴ, ταύτῃ γὰρ μόνη <lb/>ἐλπὶς,
                            σχίσαι αὐτοῦ τὸ βρέγμα, καὶ ἐπὴν ἀποῤῥυῇ τὸ αἷμα, συνθεὶς <lb/>τὰ
                            χείλεα, ἰῆσθαι καὶ καταδῆσαι· ἢν δὲ μὴ σχίσῃς, ἀποθνήσκει
                            <lb/>ὀκτωκαιδεκαταῖος, ἢ εἰκοσταῖος ὡς τὰ πολλά. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Κυνάγχη· πυρετὸς λαμβάνει καὶ ῥῖγος καὶ ὀδύνη τὴν κεφαλὴν, <lb/>καὶ
                            τὰ σιαγόνια οἰδίσκεται, καὶ τὸ πτύαλον χαλεπῶς καταπίνει, <lb/>ἀποπτύει
                            δὲ καὶ τὰ σίαλα σκληρὰ καὶ κατ’ ὀλίγον, καὶ ἐν τῇ φάρυγγι <lb/>κάτω
                            ῥέγχει· καὶ ἢν καταλαβὼν τὴν γλῶσσαν σκέπτῃ, ὁ μὲν <lb/>γαργαρεὼν οὐ
                            μέγας, ἀλλὰ λαπαρός· ἡ δὲ φάρυγξ ἔσωθεν σιάλου <lb/>γλίσχρου ἔμπλεως,
                            καὶ οὐ δύναται ἐκχρέμπτεσθαι, καὶ οὐκ ἀνέχεται <lb/>κείμενος, ἀλλ’ ἢν
                            κατακέηται, πνίγεται. Τοῦτον ἢν οὕτως ἐπιτύχῃς <lb/>ἔχοντα, ποιέειν
                            τάδε· πρῶτον μὲν σικύας προσβάλλειν πρὸς τὸν <lb/>σπόνδυλον τὸν ἐν τῷ
                            τραχήλῳ τὸν πρῶτον ἐπὶ τὰ καὶ ἐπὶ τὰ, παραξυρήσας <lb/>ἐν τῇ κεφαλῇ παρὰ
                            τὸ οὖς ἔνθεν καὶ ἔνθεν, καὶ ἐπὴν ἀποσφίγξῃς <lb/>τὴν σικύην, ἐᾷν
                            προσκέεσθαι ὡς πλεῖστον χρόνον· ἔπειτα πυριᾷν <lb/>αὐτὸν ὄξει καὶ λίτρῳ
                            καὶ ὀριγάνῳ καὶ καρδάμου σπέρματι, <lb/>τρίψας λεῖα, κεράσας τὸ ὄξος
                            ἰσόχοον ὕδατι, καὶ ἄλειφα ὀλίγον ἐπιστάξας, <pb n="42"/> διεῖναι τούτῳ·
                            ἔπειτα ἐς χυτρίδιον ἐγχέας, ἐπιθεὶς ἐπίθημα, <lb/>καὶ κατασκεπάσας,
                            τρυπήσας τὸ ἐπίθημα, κάλαμον ἐνθεῖναι κοῖλον· <lb/>ἔπειτα ἐπιθεὶς ἐπ’
                            ἄνθρακας, ἀναζέσαι, καὶ ἐπὴν διὰ τοῦ καλάμου ἡ <lb/>ἀτμὶς ἀνίῃ,
                            περιχάσκων ἑλκέτω ἔσω τὴν ἀτμίδα, φυλασσόμενος μὴ <lb/>κατακαύσῃ τὴν
                            φάρυγγα· ἔξωθεν δὲ σπόγγους βάπτων ἐς ὕδωρ θερμὸν, <lb/>προστιθέσθω πρὸς
                            τὰς γνάθους καὶ τὰ σιαγόνια. Ἀναγαργάριστον <lb/>δὲ αὐτῷ ποιέειν
                            ὀρίγανον καὶ πήγανον καὶ θύμβραν καὶ σέλινον καὶ <lb/>μίνθην καὶ λίτρον
                            ὀλίγον, μελίκρητον κεράσας ὑδαρὲς, ὄξος ὀλίγον <lb/>ἐπιστάξαι· λεῖα
                            τρίψας τὰ φύλλα καὶ τὸ λίτρον, τούτῳ διεὶς, χλιήνας,
                            <lb/>ἀναγαργαριζέτω· ἢν δὲ τὸ σίαλον ἴσχηται, μύρτου λαβὼν <lb/>ῥάβδον,
                            λείην ποιήσας, καὶ τὸ ἄκρον αὐτῆς ἐπικάμψας τὸ ἁπαλὸν, <lb/>κατειλίξας
                            αὐτὸ ἐν εἰρίῳ μαλθακῷ, καθορῶν ἐς τὴν φάρυγγα, τὸ <lb/>σίαλον
                            ἐκκαθαίρειν· καὶ ἢν ἡ γαστὴρ μὴ ὑποχωρέῃ, βάλανον προστιθέναι <lb/>ἢ
                            ὑποκλύζειν, ῥοφανέτω δὲ τὸν χυλὸν τῆς πτισάνης καὶ <lb/>ὕδωρ ἐπιπινέτω.
                            Ἢν δέ οἱ οἴδημα ἐκφύῃ καὶ οἰδίσκηται πρὸς τὰ στήθεα <lb/>καὶ ἐρυθρὸν ἔῃ
                            καὶ καίηται, ἐλπίδες πλέονες σωτηρίης· ποιέειν <lb/>δέ οἱ τάδε· ἐπὴν ἔξω
                            τράπηται τὸ φλέγμα, τεῦτλα ἐμβάπτων ἐς ὕδωρ <lb/>ψυχρὸν, προστιθέναι·
                            ἀναγαργαριζέτω δὲ χλιαροῖσι, καὶ ἀλουτεέτω. <lb/>Ταῦτα ποιέων μάλιστα ἂν
                            ἐκφυγγάνοι. Ἡ δὲ νοῦσος θανατώδης, καὶ <lb/>ἐκφυγγάνουσιν ὀλίγοι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Ἑτέρη κυνάγχη· πυρετὸς καὶ ὀδύνη λαμβάνει τὴν κεφαλὴν, <lb/>καὶ ἡ
                            φάρυγξ φλεγμαίνει καὶ τὰ σιηγόνια, καὶ τὸ σίαλον καταπίνειν <lb/>οὐ
                            δύναται, πτύει δὲ παχὺ καὶ πολλὸν, καὶ φθέγγεται χαλεπῶς. <lb/>Ὅταν
                            οὕτως ἔχῃ, πρῶτον μὲν σικύην προσβάλλειν τὸν αὐτὸν τρόπον <lb/>ὥσπερ καὶ
                            ἄνωθεν εἴπομεν· ἔπειτα προσίσχειν σπόγγον βρέχων <pb n="44"/> ἐν ὕδατι
                            θερμῷ πρὸς τὸν τράχηλον καὶ τὰ σιηγόνια· ἀναγαργαρίζειν <lb/>δὲ διδόναι
                            τὸ ἀπὸ τῶν φύλλων εἱληθερές· πίνειν δὲ διδόναι <lb/>μελίκρητον ὑδαρές·
                            ῥοφάνειν δὲ ἀναγκάζειν τὸν χυλὸν τῆς πτισάνης. <lb/>Ἢν δέ οἱ ταῦτα
                            ποιέοντι τὸ σίαλον μὴ ἐξίῃ, πυριᾷν τὸν <lb/>αὐτὸν τρόπον ὥσπερ ἐν τῇ
                            πρόσθεν. Ἢν δέ οἱ ἐς τὰ στήθεα τράπηται <lb/>ἢ ἐς τὸν τράχηλον τὸ
                            φλέγμα, τεῦτλα ἢ κολοκύντας καταταμὼν, <lb/>ἐμβαλὼν ἐς ὕδωρ ψυχρὸν
                            ἐπιτιθέσθω, καὶ πινέτω ψυχρὸν, ὅκως τὸ <lb/>σίαλον εὐπετέστερον
                            ἀποχρέμπτηται· ὅταν δὲ ἐξοιδήσῃ ἐς τὰ στήθεα, <lb/>οἱ πλέονες
                            ἐκφεύγουσιν. Ἢν δὲ, τῆς φάρυγγος καθεστηκυίης καὶ <lb/>τῶν οἰδημάτων,
                            στραφῇ ἐς τὸν πλεύμονα ἡ νοῦσος, πυρετὸς εὐθὺς <lb/>ἐπανέλαβε, καὶ ὀδύνη
                            τοῦ πλευροῦ, καὶ ὡς ἐπιτοπολὺ ἀπέθανε, ἐπὴν <lb/>τοῦτο γένηται· ἢν δὲ
                            ὑπερφύγῃ ἡμέρας πέντε, ἔμπυος γίνεται, ἢν <lb/>μή μιν βὴξ ἐπιλάβῃ
                            αὐτίκα· ἢν δὲ ἐπιλάβῃ, ὑποχρεμψάμενος καὶ <lb/>ἀποκαθαρθεὶς, ὑγιὴς
                            γίνεται. Τοῦτον, ἔστ’ ἂν μὲν ἡ ὀδύνη τὸ πλευρὸν <lb/>ἔχῃ, χλιαίνειν τὸ
                            πλευρὸν, καὶ προσφέρειν ὅσα περ εἰ περιπλευμονίῃ <lb/>ἔχοιτο· ἢν δὲ
                            ὑπερφύγῃ τὰς πέντε ἡμέρας καὶ ὁ πυρετὸς ἀνῇ, ἡ δὲ <lb/>βὴξ ἔχῃ, τὰς μὲν
                            πρώτας ἡμέρας ῥοφήμασι διαχρῆσθαι· ἐπὴν δὲ τῶν <lb/>σιτίων ἄρξηται, ὡς
                            λιπαρώτατα καὶ ἁλυκώτατα ἐσθίειν· ἢν δέ τοι βὴξ <lb/>μὴ ἔῃ, ἀλλὰ
                            γινώσκῃς ἔμπυον γινόμενον, δειπνήσας, ἐπὴν μέλλῃ καθεύδειν, <lb/>σκόροδα
                            ἐσθιέτω ὠμὰ ὡς πλεῖστα, καὶ ἐπιπινέτω οἶνον οἰνώδεα <lb/>ἀκρητέστερον·
                            καὶ ἢν μὲν οὕτως οἱ ῥαγῇ τὸ πῦον· ἢν δὲ μὴ, τῇ <lb/>ὑστεραίῃ λούσας
                            θερμῷ θυμιάσαι, καὶ ἢν ῥαγῇ, ἰῆσθαι ὥσπερ ἔμπυον. </p></div><pb n="46"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Ἑτέρη κυνάγχη· φλεγμαίνει τοὔπισθεν τῆς γλώσσης καὶ τὸ <lb/>κλῇθρον
                            τὸ ὑπὸ τὸν βρόγχον, καὶ οὐ δύναται καταπίνειν τὸ σίαλον, <lb/>οὐδ’ ἄλλο
                            οὐδὲν· ἢν δ’ ἀναγκασθῇ, διὰ τῶν ῥινῶν οἱ ῥέει. Ὅταν <lb/>οὕτως ἔχῃ,
                            τρίψας μίνθην χλωρὴν καὶ σέλινον καὶ ὀρίγανον καὶ λίτρον <lb/>καὶ τῆς
                            ῥόου τῆς ἐρυθρῆς, μέλιτι διεὶς, παχὺ ποιέων, ἐγχρίειν <lb/>τὴν γλῶσσαν
                            ἔσωθεν ᾗ ἂν οἰδέῃ· ἔπειτα ἀναζέσας σῦκα, ἀποχέας τὸ <lb/>ὕδωρ, τρίψας
                            τῆς ῥόου, ὀλίγην διῆναι τῷ συκίῳ τούτῳ, καὶ ἀναγαργαρίζειν, <lb/>ἐὰν
                            δύνηται· ἢν δὲ μὴ, διακλύζεσθαι· πίνειν δὲ διδόναι τὸ <lb/>ἀπὸ τῶν
                            κρίμνων ὕδωρ· ἔξωθεν δὲ τὸν αὐχένα καὶ τὰ σιηγόνια καταπλάσσειν
                            <lb/>ἀλήτῳ, ἐν οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ ἕψοντα, χλιαρῷ, καὶ ἄρτους
                            <lb/>προστιθέναι θερμούς. Ἀποπυΐσκεται γὰρ ὡς τὰ πολλὰ ἐν τῷ κλήθρῳ,
                            <lb/>καὶ ἢν μὲν ῥαγῇ αὐτόματον, ὑγιὴς γίνεται· ἢν δὲ μὴ ῥηγνύηται,
                            <lb/>ψηλαφήσας τῷ δακτύλῳ ἢν μαλθακὸν ἔῃ, σιδήριον ὀξὺ προσδησάμενος
                            <lb/>πρὸς τὸν δάκτυλον τρῆσαι. Ταῦτα ποιήσαντι ὑγιέες γίνονται· ἡ
                            <lb/>δὲ νοῦσος αὕτη ἥκιστά ἐστι θανατώδης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Σταφυλή· ἢν σταφυλὴ ἐν τῇ φάρυγγι γένηται, ἐμπίπλαται <lb/>ἄκρος ὁ
                            γαργαρεὼν ὕδατος, καὶ γίνεται στρογγύλος τὸ ἄκρον καὶ <lb/>διαφανὴς, καὶ
                            ἐπιλαμβάνει τὴν πνοιὴν, καὶ ἢν φλεγμαίνῃ τὰ σιαγόνια <lb/>ἔνθεν καὶ
                            ἔνθεν, ἀποπνίγεται· ἢν δὲ αὐτὸ ἐφ’ ἑωυτοῦ γένηται, τούτων <lb/>μὴ
                            φλεγμηνάντων, ἧσσον ἀποθνήσκει. Ὅταν οὕτως ἔχῃ, λαβὼν τῷ <lb/>δακτύλῳ
                            τὸν γαργαρεῶνα, ἄνω ἐς τὴν ὑπερώην ἀποπιέσας, διαταμέειν <pb n="48"/>
                            ἄκρον· ἔπειτα διδόναι ἀναγαργαρίζειν τὸ ἀπὸ τῶν φύλλων· <lb/>λείχειν δὲ
                            ἄλητον ψυχρὸν, καὶ ὕδωρ ἐπιπίνειν, καὶ μὴ λούεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Ἀντιάδες· ἢν ἀντιάδες γένωνται, συνοιδέει ὑπὸ τὴν γνάθον <lb/>ἔνθεν
                            καὶ ἔνθεν, καὶ ψαυόμενον σκληρόν ἐστιν ἔξωθεν, καὶ ὁ γαργαρεὼν <lb/>ὅλος
                            φλεγμαίνει. Ὅταν οὕτως ἔχῃ, καθεὶς τὸν δάκτυλον, διωθέειν <lb/>τὰς
                            ἀντιάδας· πρὸς δὲ τὸν γαργαρεῶνα προσχρίειν ἄνθος χαλκοῦ <lb/>ξηρὸν, καὶ
                            ἀναγαργαρίζειν τῷ ἀπὸ τῶν φύλλων εἱληθερεῖ· ἔξωθέν <lb/>τε καταπλάσσειν,
                            ᾗ ἂν ἀποιδέῃ, ὠμήλυσιν, ἐν οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ ἑψῶν, <lb/>χλιαρήν. Ἐπὴν δέ
                            σοι δοκέωσι τὰ φύματα μαλακὰ εἶναι, ἔσωθεν <lb/>ἀφασσώμενα, ὑποτύψαι
                            μαχαιρίῳ· ἔνια δὲ καὶ αὐτόματα <lb/>καθίσταται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p>31. Ὑπογλωσσίς· ἢν ὑπογλωσσὶς γένηται, ἡ γλῶσσα οἰδίσκεται, <lb/>καὶ τὸ
                            ὑποκάτω, καὶ τὸ ἔξω ψαυόμενον σκληρόν ἐστι, καὶ τὸ <lb/>σίαλον
                            καταπίνειν οὐ δύναται. Ὅταν οὕτως ἔχῃ, σπόγγον ἐς ὕδωρ <lb/>θερμὸν
                            ἐμβάπτων προστιθέναι, καὶ τὴν ὠμήλυσιν ἑψῶν ἐν οἴνῳ καὶ <lb/>ἐλαίῳ
                            καταπλάσσειν ἔξω ᾗ ἂν ἀποιδέῃ· ἀναγαργαρίζειν δὲ τῷ συκίῳ, <lb/>καὶ μὴ
                            λούεσθαι· ἐπὴν δὲ διάπυον γένηται, τάμνειν· ἐνίοτε δὲ αὐτόματον
                            <lb/>ἐκρήγνυται, καὶ καθίσταται οὐ τμηθέν· ἐπὴν δὲ ἔξω ἀποπυήσῃ,
                            <lb/>διακαῦσαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Φλέγμα συστὰν ἐς τὴν ὑπερώῃν· ἢν δὲ φλέγμα συστῇ ἐς <lb/>τὴν ὑπερώην,
                            ἀποιδέει καὶ ἐμπυΐσκεται. Ὅταν οὕτως ἔχῃ, καίειν <lb/>τὸ φῦμα· ἐπὴν δὲ
                            ἐξίῃ τὸ πῦον, κλύζειν τὸ λοιπὸν, πρῶτον μὲν λίτρῳ <lb/>καὶ ὕδατι χλιαρῷ,
                            ἔπειτα οἴνῳ, ἐπὴν δὲ ἐκκλύσῃ, σταφίδα <lb/>τρίψας λευκὴν, ἐξελὼν τὸ
                            γίγαρτον, ἐντιθέναι ἐς τὸ καῦμα· ἐπὴν δὲ <pb n="50"/> ἐκρυῇ, οἴνῳ ἀκρήτῳ
                            χλιαρῷ διακλυζέτω, καὶ ἐπὴν μέλλῃ τι ἐσθίειν <lb/>ἢ ῥοφάνειν, σπόγγιον
                            ἐντιθέναι· ταῦτα ποιέειν ἔστ’ ἂν ὑγιὴς <lb/>γένηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Πώλυπος· ἢν πώλυπος γένηται ἐν τῇ ῥινὶ, ἐκ μέσου τῶν <lb/>χόνδρων
                            κατακρέμαται, οἷον γαργαρεὼν, καὶ ἐπὴν ὤσῃ τὴν πνοιὴν, <lb/>προσέρχεται
                            ἔξω, καὶ ἐστὶ μαλθακὸν, καὶ ἐπὴν ἀναπνεύσῃ, οἴχεται <lb/>ὀπίσω, καὶ
                            φθέγγεται σομφὸν, καὶ ἐπὴν καθεύδῃ, ῥέγχει. Ὅταν <lb/>οὕτως ἔχῃ,
                            σπόγγιον καταταμὼν στρογγύλον, καὶ ποιήσας οἷον <lb/>σπείραν, κατειλίξαι
                            λίνῳ αἰγυπτίῳ καὶ ποιῆσαι σκληρόν· εἶναι δὲ <lb/>μέγεθος ὥστε ἐπαρτίζειν
                            ἐς τὸν μυκτῆρα, καὶ δῆσαι τὸ σπόγγιον λίνῳ <lb/>τετραχόθι· μῆκος δὲ ἔστω
                            ὅσον πυγονιαῖον ἕκαστον· ἔπειτα ποιήσας <lb/>αὐτῶν μίαν ἀρχὴν, ῥάβδον
                            λαβὼν κασσιτερίνην λεπτὴν ἐκ τοῦ ἑτέρου <lb/>κύαρ ἔχουσαν, διείρειν ἐς
                            τὸ στόμα τὴν ῥάβδον ἐπὶ τὸ ὀξὺ, καὶ ἐπὴν <lb/>λάβῃ, διέρσας διὰ τοῦ
                            κύαρος τὸ λίνον, ἕλκειν ἔστ’ ἂν λάβῃ τὴν <lb/>ἀρχήν· ἔπειτα χηλὴν
                            ὑποθεὶς ὑπὸ τὸν γαργαρεῶνα, ἀντερείδων, ἕλκειν <lb/>ἔστ’ ἂν ἐξειρύσῃς
                            τὸν πώλυπον. Ἐπὴν δὲ αὐτὸν ἐκσπάσῃς καὶ <lb/>παύσηται τὸ αἷμα ῥέον,
                            περιθεὶς περὶ τὴν μήλην ξηρὸν ὀθόνιον μοτῶσαι, <lb/>καὶ τὸ λοιπὸν
                            ἀναζέσαι τοῦ ἄνθους ἐν μέλιτι, καὶ χρίων <lb/>τὸν μοτὸν ἐντιθέναι ἐς τὴν
                            ῥῖνα· καὶ ἐπὴν ἤδη τὸ ἕλκος ἀλθαίνηται, <lb/>μόλιβδον ποιησάμενος ὥς τοι
                            καθίκῃ πρὸς τὸ ἕλκος, τοῦτον μέλιτι <lb/>χρίων προστιθέναι ἔστ’ ἂν ὑγιὴς
                            γένηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Ἕτερος πώλυπος· ἐμπίπλαται ἡ ῥὶς κρέασι, καὶ ψαυόμενον <lb/>τὸ κρέας
                            σκληρὸν φαίνεται, καὶ διαπνεῖν οὐ δύναται διὰ τῆς ῥινός. <lb/>Ὅταν οὕτως
                            ἔχῃ, ἐνθέντα χρὴ σύριγγα καῦσαι σιδηρίοισιν ἢ τρισὶν <pb n="52"/> ἢ
                            τέσσαρσιν· ἐπὴν δὲ καύσῃς, ἐμβάλλειν τοῦ ἑλλεβόρου τοῦ μέλανος
                            <lb/>τρίψας, καὶ ἐπὴν ἐκσαπῇ καὶ ἐκπέσῃ τὸ κρέας, μοτοὺς τοὺς λινέους
                            <lb/>χρίων τῷ μέλιτι ἐπιτίθει σὺν τῷ ἄνθει· ἐπὴν δὲ ἀλθαίνηται, τοὺς
                            <lb/>μολίβδους χρίων τῷ μέλιτι ἐστίθει, ἄχρις ἂν ὑγιὴς γένηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>35. Ἕτερος πώλυπος· ἔσωθεν ἐκ τοῦ χόνδρου προέχει κρέας <lb/>στρογγύλον·
                            ψαυόμενον δὲ μαλθακόν ἐστιν. Ὅταν οὕτως ἔχῃ, χορδὴν <lb/>λαβὼν νευρίνην,
                            βρόχον αὐτῇ σμικρὸν ποιήσας, κατειλίξαι λίνῳ <lb/>λεπτῷ, ἔπειτα τὴν
                            ἀρχὴν τὴν ἑτέρην διεῖναι διὰ τοῦ βρόχου, μέζονα <lb/>ποιήσας τὸν βρόχον·
                            ἔπειτα τὴν ἀρχὴν διεῖραι διὰ τῆς ῥάβδου τῆς <lb/>κασσιτερίνης· ἔπειτα
                            ἐνθεὶς τὸν βρόχον ἐς τὴν ῥῖνα, τῇ μήλῃ τῇ ἐντετμημένῃ <lb/>περιτείνας
                            τὸν βρόχον περὶ τὸν πώλυπον, ἐπὴν περικέηται, <lb/>διείρειν τὴν ῥάβδον
                            ἐς τὸ στόμα, καὶ λαβὼν ἕλκειν τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον, τῆς χηλῆς
                            ὑπερειδούσης· ἐπὴν δὲ ἐξελκύσῃς, ἰῆσθαι ὥσπερ <lb/>τὸν πρόσθεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="36"><p>36. Ἕτερος πώλυπος· ἔσωθεν παρὰ τὸν χόνδρον ἀπό τευ σκληρὸν <lb/>φύεται,
                            καὶ δοκέει μὲν εἶναι κρέας· ἢν δὲ ψαύσῃς αὐτοῦ, ψοφέει <lb/>οἷον λίθος.
                            Ὅταν οὕτως ἔχῃ, σχίσαντα τὴν ῥῖνα σμίλῃ ἐκκαθῆραι, <lb/>ἔπειτα
                            ἐπικαῦσαι· τοῦτο δὲ ποιήσας, συῤῥάψαι πάλιν τὴν ῥῖνα, καὶ <lb/>ἰῆσθαι τὸ
                            ἕλκος τῷ χρίσματι ἐναλείφων, ῥάκος ἐντιθέναι, καὶ ἐπὴν <lb/>περισαπῇ,
                            ἐγχρίειν τὸ ἄνθος τὸ ἐν τῷ μέλιτι· ἀλθίσκειν δὲ τῷ <lb/>μολύβδῳ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><p>37. Ἄλλος· φύεται ἐκ πλαγίου τοῦ χόνδρου ἐν ἄκρῳ οἷον καρκίνια·
                            <lb/>πάντα δὲ ταῦτα καίειν χρή· ὅταν δὲ καύσῃς, ἐπιπάσαι τοῦ
                            <lb/>ἑλλεβόρου· ἐπὴν δὲ σαπῇ, καθαίρειν τῷ ἄνθει τῷ σὺν τῷ μέλιτι·
                            <lb/>ἀλθίσκειν δὲ τῷ μολίβδῳ. </p></div><pb n="54"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="38"><p>38. Ἴκτερος· ἡ χροιὴ μέλαινα γίνεται κατὰ τὸ πρόσωπον, μάλιστα <lb/>δὲ τὰ
                            ἐσκιασμένα, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ χλωροὶ καὶ ἡ γλῶσσα κάτωθεν, <lb/>καὶ αἱ
                            φλέβες αἱ ὑπὸ τῇ γλώσσῃ παχεῖαι καὶ μέλαιναι, καὶ <lb/>ἄπυρος γίνεται,
                            καὶ οὐρέει παχὺ χολῶδες. Ὅταν οὕτως ἔχῃ, πρῶτον <lb/>μὲν τὰς φλέβας τὰς
                            ὑπὸ τῇ γλώσσῃ ἀποσχᾷν, ἔπειτα λούοντα πολλῷ <lb/>καὶ θερμῷ, διδόναι
                            πίνειν νήστει τοῦ ἀσφοδέλου τὰς ῥίζας, ἀποκαθαίρων, <lb/>ἑψῶν ἐν οἴνῳ
                            ὅσον πέντε ῥίζας, καὶ σέλινα συμμίξας ὅσον χεῖρα <lb/>πλήρεα τῶν φύλλων·
                            ἐπιχεῖν δὲ οἴνου γλυκέος τρία ἡμικοτύλια αἰγιναῖα, <lb/>καὶ λείπειν
                            ἡμικοτύλιον· τοῦτο κιρνὰς, ἕκτον αὐτῷ διδόναι <lb/>πίνειν· ἐπὴν δὲ
                            οὐρήσῃ, σιτίοισι χρῆσθαι διαχωρητικοῖσι, καὶ μετὰ <lb/>τὸ σιτίον
                            ἐρεβίνθους λευκοὺς τρωγέτω, καὶ πινέτω οἶνον λευκὸν, πολὺν, <lb/>ὑδαρέα,
                            καὶ σέλινα τρωγέτω ἐπὶ τῷ σιτίῳ καὶ πράσα. Ποιεέτω <lb/>δὲ ταῦτα ἑπτὰ
                            ἡμέρας, καὶ ἢν μέν οἱ δοκέῃ ἐν ταύτῃσιν ἡ χροιὴ κεκαθάρθαι
                            <lb/>ἐπιεικῶς· ἢν δὲ μὴ, καὶ ἑτέρας τρεῖς ταῦτα ποιεέτω· μετὰ <lb/>δὲ,
                            ἐπισχὼν μίαν ἢ δύο ἡμέρας, πρόσθες φάρμακον πρὸς τὰς ῥῖνας· <lb/>μετὰ
                            δὲ, φάρμακον πῖσον κάτω, ὑφ’ οὗ χολὴν καθαρεῖται, καὶ ἢν <lb/>μὴ
                            σπληνώδης ἔῃ, ὄνου γάλα ἢ ὀῤῥὸν μετάπισον. Ταῦτα ποιέων ὑγιὴς
                            <lb/>γίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>39. Ἕτερος ἴκτερος· πυρετὸς λαμβάνει βληχρὸς, καὶ τὴν κεφαλὴν <lb/>βάρος
                            ἔχει, καὶ οἱ πυρετοὶ ἐπαύσαντο ἐνίοισιν· αὐτὸς δὲ γίνεται <lb/>χλωρὸς,
                            οἵ τε ὀφθαλμοὶ μάλιστα, καὶ ἀσθενείη, καὶ ἀκρησίη τοῦ <lb/>σώματος, καὶ
                            οὐρέει παχὺ καὶ χλωρόν. Τοῦτον θερμῷ λούειν, καὶ <lb/>διδόναι πίνειν
                            διουρητικά· ἐπὴν δέ σοι δοκέῃ καθαρώτερος εἶναι καὶ <lb/>ἡ χροιὴ βελτίων
                            γένηται, πρόσθες φάρμακον πρὸς τὰς ῥῖνας, καὶ <pb n="56"/> μετάπισον
                            κάτω· σιτίοισι δὲ ὡς μαλθακωτάτοισι χρῆσθαι· οἶνον δὲ <lb/>πινέτω
                            λευκὸν, γλυκὺν, ὑδαρέα. Ταῦτα ποιέων ὑγιὴς γίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="40"><p>40. Πυρετοὶ ἀπὸ χολῆς· ἢν χολᾷ ὁ ἄνθρωπος, πυρετὸς αὐτὸν λαμβάνει
                            <lb/>καθημέρην καὶ ἀφίει, ἔχει δὲ μάλιστα τὸ μέσον τῆς ἡμέρης, καὶ
                            <lb/>τὸ στόμα πικρὸν, καὶ ὅταν ἄσιτος ᾖ, λυπέει αὐτόν· ἐπὴν δὲ φάγῃ,
                            <lb/>πνίγεται, καὶ ὑπὸ ὀλίγων τινῶν ἐμπίπλαται, καὶ βδελύττεται, καὶ
                            <lb/>ἐμεσίαι μιν λαμβάνουσιν, καὶ ἐς τὴν ὀσφῦν βάρος ἐμπίπτει καὶ ἐς
                            <lb/>τὰ σκέλεα, καὶ ὑπνώσσει πολλά. Τούτου, ἢν μετὰ τὸ πῦρ ἐξιδρῷ,
                            <lb/>καί οἱ ψυχρὸς καὶ πουλὺς ᾖ, καὶ τοῦ πυρετοῦ μὴ ἀπαλλάσσηται, ἡ
                            <lb/>νοῦσος χρονίη γίνεται· ἢν δὲ μὴ ἱδρῷ, θᾶσσον κρίνεται. Ὅταν οὕτως
                            <lb/>ἔχῃ, ἐπὴν γένηται ἐνναταῖος, φάρμακον διδόναι· ἢν γὰρ αὐτίκα
                            ἀρχομένου <lb/>τοῦ πυρετοῦ διδῷς, ἐπὴν καθαρθῇ, ἐπανέλαβε πυρετὸς, καὶ
                            <lb/>αὖθις φαρμάκου δεῖται. Ἐπὴν δὲ τὸ μὲν στόμα μὴ πονέῃ, ἐς δὲ
                            <lb/>τὴν νειαίρην γαστέρα στρόφος ἐμπίπτῃ, φάρμακον πῖσαι κάτω, καὶ
                            <lb/>μεταπῖσαι γάλα ὄνου ἢ ὀῤῥὸν ἢ τῶν χυλῶν τινά· ἢν δ’ ἀσθενὴς ἔῃ,
                            <lb/>ὑποκλύσαι. Πρὸ δὲ τοῦ φαρμάκου τῆς πόσιος, ἢν πυρεταίνῃ, ἕωθεν
                            <lb/>μὲν διδόναι μελίκρητον ὑδαρές· τὴν δὲ ἄλλην ἡμέρην ἐφ’ ἣν ὁ πυρετὸς
                            <lb/>ἔχει, ὕδωρ ὁπόσον ἂν θέλῃ διδόναι ψυχρὸν πίνειν· ἐπὴν δὲ ἀνῇ <lb/>ὁ
                            πυρετὸς, ῥοφᾷν διδόναι πτισάνης χυλὸν ἢ κέγχρον λεπτὸν, καὶ ἐπιπίνειν
                            <lb/>οἶνον λευκὸν, οἰνώδεα, ὑδαρέα. Ἢν δὲ ἔμπυρος ἔῃ καὶ μὴ <lb/>ἀνίῃ
                            μήτε τῆς νυκτὸς μήτε τῆς ἡμέρης, ψαυόμενος δὲ ἢν τὰ μὲν ἄνω <pb n="58"/>
                            θερμὰ, ἡ κοιλίη δὲ καὶ οἱ πόδες ψυχροὶ καὶ ἡ γλῶσσα τρηχείη, <lb/>τούτῳ
                            μὴ δῷς φάρμακον, ἀλλ’ ὑποκλύζειν μαλθακῷ κλύσματι, καὶ <lb/>διδόναι
                            ῥοφάνειν τὸν χυλὸν τῆς πτισάνης ψυχρὸν δὶς τῆς ἡμέρης, <lb/>καὶ
                            ἐπιπίνειν οἶνον ὑδαρέα, τὸν δὲ ἄλλον χρόνον πίνειν ὕδωρ ὡς
                            <lb/>ψυχρότατον. Οὗτος ἢν μὲν ἑβδομαῖος ἐξιδρώσῃ καὶ τὸ πῦρ αὐτὸν
                            <lb/>μεθῇ· ἢν δὲ μὴ, τεσσαρεσκαιδεκαιταῖος ἀποθνήσκει ὡς τὰ πολλά. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="41"><p>41. Ἄλλος πυρετός· ἔξωθεν ἀφασσόμενος ἐστὶ βληχρὸς, ἔσωθεν <lb/>δὲ
                            καίεται, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ τρηχείη, καὶ πνεῖ διὰ τῶν ῥινῶν <lb/>καὶ τοῦ
                            στόματος θερμόν· ὅταν δὲ πεμπταῖος γένηται, τὰ ὑποχόνδρια <lb/>σκληρὰ,
                            καὶ ὀδύνη ἔνεστι, καὶ ἡ χροιὴ οἷον ὑπὸ ἰκτέρου ἐχομένου <lb/>φαίνεται,
                            καὶ οὐρέει παχὺ καὶ χολῶδες. Τοῦτον ἢν μὲν ἑβδομαῖον ὄντα <lb/>ῥῖγος
                            λάβῃ καὶ πυρετὸς ἰσχυρὸς καὶ ἐξιδρώσῃ· ἢν δὲ μὴ, ἀποθνήσκει
                            <lb/>ἑβδομαῖος ἢ ἐνναταῖος· λαμβάνει δὲ μάλιστα, ἢν μὴ τὸ ἔτος αὐχμηρὸν
                            <lb/>γένηται, αὕτη ἡ νοῦσος. Ὅταν οὕτως ἔχῃ, λούειν θερμῷ ἑκάστης
                            <lb/>ἡμέρης, καὶ πίνειν διδόναι μελίκρητον ὑδαρὲς πολλὸν, καὶ ῥοφάνειν
                            <lb/>τὸν χυλὸν τῆς πτισάνης ψυχρὸν δὶς τῆς ἡμέρης· ἐπὶ δὲ τῷ ῥοφήματι
                            <lb/>πίνειν οἶνον ὑδαρέα, λευκὸν, ὀλίγον· ἢν δὲ ἡ γαστὴρ μὴ
                            <lb/>ὑποχωρέῃ, ὑποκλύσαι, ἢ βάλανον προσθεῖναι· σιτίον δὲ μὴ προσφέρειν,
                            <lb/>ἕως ἂν ὁ πυρετὸς ἀνῇ· ἐπὴν δὲ παύσηται, φάρμακον πῖσαι <lb/>κάτω·
                            ὑποστρέφει γὰρ ἔστιν ὅτε ἡ νοῦσος, ἢν ἀκάθαρτος διαφέρηται. <lb/>Ἡ
                            νοῦσος αὕτη λαμβάνει, ἢν ὑπερχολήσῃ τὸ αἷμα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="42"><p>42. Ἢν τριταῖος πυρετὸς ἔχῃ· ἢν μὲν οὖν μὴ παρεὶς τρεῖς λήψιας <lb/>τῇ
                            τετάρτῃ λάβῃ, φάρμακον πῖσαι κάτω· ἢν δέ σοι δοκέῃ φαρμάκου <lb/>μὴ
                            δεῖσθαι, τρίψας τοῦ πενταφύλλου τῶν ῥιζῶν ὅσον ὀξύβαφον ἐν ὕδατι,
                            <lb/>δοῦναι πιεῖν. Ἢν δὲ μηδὲ ἐν τούτῳ παύηται, λούσας αὐτὸν πολλῷ <pb n="60"/> θερμῷ, πῖσαι τὸ τρίφυλλον καὶ ὀπὸν σιλφίου ἐν οἴνῳ
                            ἰσοκρατεῖ, καὶ <lb/>κατακλίνας ἐπιβαλέειν ἱμάτια πολλὰ ἕως ἱδρώσῃ· ἐπὴν
                            δὲ ἐξιδρώσῃ, ἢν <lb/>διψῇ, δοῦναι πιεῖν ἄλφιτον καὶ ὕδωρ· ἐς ἑσπέρην δὲ
                            κέγχρον ἑψήσας <lb/>λεπτὸν, ῥοφησάτω, καὶ οἶνον ἐπιπινέτω· ἕως δ’ ἂν
                            διαλείπῃ, σιτίοισιν <lb/>ὡς μαλθακωτάτοισι χρήσθω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="43"><p>43. Πυρετὸς τεταρταῖος· τεταρταῖος πυρετὸς ὅταν ἔχῃ, ἢν μὲν <lb/>ἐξ ἄλλης
                            νούσου λάβῃ ἀκάθαρτον, φάρμακον πῖσαι κάτω· ἔπειτα τὴν <lb/>κεφαλὴν
                            καθῆραι, ἔπειτα φάρμακον πῖσαι κάτω· ἢν δὲ μὴ ταῦτα <lb/>ποιήσαντι
                            παύηται, διαλείπων δύο λήψιας μετὰ τὴν κάτω κάθαρσιν, <lb/>λούσας αὐτὸν
                            πολλῷ θερμῷ, πῖσον τοῦ καρποῦ τοῦ ὑοσκυάμου ὅσον <lb/>κέγχρον, καὶ
                            μανδραγόρου ἴσον, καὶ ὀποῦ τρεῖς κυάμους, καὶ τριφύλλου <lb/>ἴσον, ἐν
                            οἴνῳ ἀκρήτῳ πιέειν. Ἢν δὲ ἐῤῥωμένος καὶ ὑγιαίνειν <lb/>δοκέων, ἐκ κόπου
                            ἢ ἐξ ὁδοιπορίης πυρετήνας, καταστῇ αὐτῷ ἐς τεταρταῖον, <lb/>πυριήσας
                            αὐτὸν, σκόροδα δίδου ἐς μέλι βάπτων· ἔπειτα <lb/>ἐπιπινέτω φάκιον, μέλι
                            καὶ ὄξος μίξας· ἐπὴν δ’ ἐμπλησθῇ, ἐμεσάτω· <lb/>ἔπειτα λουσάμενος θερμῷ,
                            ἐπὴν ψυχθῇ, πιέτω κυκεῶνα ἐφ’ ὕδατι· <lb/>ἑσπέρης δὲ σιτίοισι μαλθακοῖσι
                            καὶ μὴ πολλοῖσι διαχρήσθω· τῇ δὲ <lb/>ἑτέρῃ λήψει λούσας θερμῷ πολλῷ,
                            ἱμάτια ἐπιβαλὼν ἕως ἐξιδρώσῃ, <lb/>πῖσαι παραχρῆμα λευκοῦ ἑλλεβόρου τῶν
                            ῥιζέων ὅσον τριῶν δακτύλων <lb/>μῆκος, καὶ τοῦ τριφύλλου ὅσον δραχμὴν
                            μέγεθος, καὶ ὀποῦ δύο <lb/>κυάμους, ἐν οἴνῳ ἀκρήτῳ· καὶ ἢν ἐμεσίαι μιν
                            ἔχωσιν, ἐμεσάτω· ἢν <lb/>δὲ μὴ, ὁμοίως, μετὰ δὲ τὸ καθῆραι τὴν κεφαλήν·
                            σιτίοισι δὲ χρήσθω <lb/>ὡς μαλθακωτάτοισιν· ὅταν δὲ ἡ λῆψίς μιν ἔχῃ, μὴ
                            νῆστις ἐὼν <lb/>τὸ φάρμακον πινέτω. </p></div><pb n="62"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="44"><p>44. Πλευρῖτις· πλευρῖτις ὅταν λάβῃ, πυρετὸς καὶ ῥῖγος ἔχει, <lb/>καὶ
                            ὀδύνη διὰ τῆς ῥάχιος ἐς τὸ στῆθος, καὶ ὀρθοπνοίη, καὶ βὴξ, καὶ <lb/>τὸ
                            σίαλον λεπτὸν καὶ ὑπόχολον, καὶ ἀποβήσσεται οὐ ῥηϊδίως, καὶ διὰ <lb/>τῶν
                            βουβώνων ὀδύνη, καὶ οὐρέει αἱματῶδες. Ὅταν οὕτως ἔχῃ, ἢν μὲν <lb/>τὸ πῦρ
                            ἀνῇ ἑβδομαῖον ἐόντα, ὑγιὴς γίνεται· ἢν δὲ μὴ ἀνῇ, ἀφικνέεται <lb/>ἡ
                            νοῦσος ἐς τὰς ἕνδεκα ἡμέρας ἢ τὰς τεσσαρεσκαίδεκα· οἱ μὲν <lb/>οὖν
                            πολλοὶ ἐν ταύτῃσιν ἀπόλλυνται· ἢν δὲ ὑπερβάλῃ τὴν τεσσαρεσκαιδεκάτην,
                            <lb/>ἐκφυγγάνει. Ὅταν οὕτως ἡ ὀδύνη ἔχῃ, χλιάσματα προστιθέναι·
                            <lb/>πινέτω δὲ μέλι, ἀναζέσας, ἐπιχέας ὄξος ἴσον τῷ μέτρῳ <lb/>τοῦ
                            μέλιτος, ἔπειτα ὁπόσον ἂν γένηται μέτρον τοῦ ἑφθοῦ μέλιτος <lb/>καὶ τοῦ
                            ὄξους, ἐπιχέας ὕδατος ἑνὸς δέοντος εἴκοσι, τοῦτο διδόναι πίνειν
                            <lb/>κατ’ ὀλίγον πυκνὰ, καὶ μεταμίσγειν ὕδωρ, ὄξος ὀλίγον παραχέων·
                            <lb/>ῥοφεέτω δὲ καὶ κέγχρου χυλὸν, μέλι ὀλίγον παραστάζων, ψυχρὸν,
                            <lb/>ὅσον τεταρτημόριον κοτύλης ἐφ’ ἑκατέρῳ σιτίῳ, καὶ πινέτω οἶνον
                            <lb/>λευκὸν, οἰνώδεα, ὑδαρέα, ὀλίγον· ὁ δὲ οἶνος ἔστω ὡς μαλθακώτατος
                            <lb/>ὀδμὴν μὴ ἔχων. Ὅταν δὲ ὁ πυρετὸς ἀφῇ, ἡμέρας μὲν δύο τὸν κέγχρον
                            <lb/>ῥοφεέτω δὶς τῆς ἡμέρης, καὶ τεῦτλα ἡδύτατα ἐσθιέτω· ἔπειτα
                            <lb/>μετὰ ταῦτα σκύλακα ἢ ὀρνίθιον κάθεφθον ποιήσας, τοῦ ζωμοῦ ῥοφεέτω,
                            <lb/>καὶ τῶν κρεῶν φαγέτω ὀλίγα· τὸν δὲ λοιπὸν χρόνον μάλιστα ὅσον
                            <lb/>ὑπὸ τῆς νούσου ἔχοιτο, ἀριστιζέσθω μὲν τὸν κέγχρον, ἐς ἑσπέρην
                            <lb/>δὲ σιτίοισιν ὡς ἐλαχίστοισι χρήσθω καὶ μαλθακωτάτοισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="45"><p>45. Ἑτέρη πλευρῖτις· πυρετὸς ἔχει καὶ βὴξ καὶ ῥῖγος καὶ ὀδύνη <lb/>ἐς τὸ
                            πλευρὸν καὶ ἐς τὴν κληῗδα ἐνίοτε, καὶ τὸ σίελον πτύει ὑπόχολον <pb n="64"/> καὶ ὕφαιμον, ὅταν τύχῃ ῥηγματίας ὤν. Τούτῳ ᾗ ἂν ὀδύνη ἔχῃ
                            <lb/>μάλιστα, προστιθέναι χλιάσματα, καὶ λούειν θερμῷ, ἢν μὴ ὁ πυρετὸς
                            <lb/>πουλὺς ἔχῃ· ἢν δὲ μὴ, μή· πίνειν δὲ διδόναι κηρίον ἐν ὕδατι
                            ἀποβρέχων, <lb/>ἄρτι ὑπόγλυκυ ποιέων, καὶ μεταμίσγειν ὕδωρ, ῥοφάνειν δὲ
                            <lb/>τὸν χυλὸν τοῦ κέγχρου δὶς τῆς ἡμέρης, καὶ ἐπιπινέτω οἶνον λευκὸν
                            <lb/>ὑδαρέα, καὶ ἢν ὑπερφύγῃ τὰς τεσσαρεσκαίδεκα ἡμέρας, ὑγιὴς
                            <lb/>γίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="46"><p>46. Ἄλλη πλευρῖτις· πυρετὸς ἴσχει καὶ βρυγμὸς καὶ βὴξ ξηρὴ. <lb/>καὶ
                            ἐκβήσσεται χλωρὰ, ἔστι δ’ ὅτε καὶ πελιδνὰ, καὶ τὸ πλευρὸν <lb/>ὀδύνη
                            λαμβάνει, καὶ τὸ μετάφρενον ὑπέρυθρον γίνεται, χλιαίνεται <lb/>δὲ τὴν
                            κεφαλὴν καὶ τὰ στήθεα, ποτὲ δὲ τὴν κοιλίην καὶ τοὺς πόδας <lb/>καὶ τὰ
                            σκέλεα, καὶ ἀνακαθήμενος μᾶλλον βήσσει, καὶ ἡ γαστὴρ ταράσσεται,
                            <lb/>καὶ τὸ ἀποπάτημα πάνυ χλωρὸν καὶ κάκοδμον. Οὗτος ἐν <lb/>εἴκοσιν
                            ἡμέρῃσιν ἀποθνήσκει· ἢν δὲ ταύτας ἐκφύγῃ, ὑγιὴς γίνεται. <lb/>Τούτῳ,
                            ἔστ’ ἂν τεσσαρεσκαίδεκα ἡμέραι παρέλθωσι, διδόναι πίνειν <lb/>τὸ ἀπὸ τοῦ
                            κρίμνου, καὶ μεταπίνειν οἶνον λευκὸν, οἰνώδεα, ὑδαρέα· <lb/>ῥοφέειν δὲ
                            τὸν χυλὸν τῆς πτισάνης ψυχρὸν δὶς τῆς ἡμέρης· ἀντὶ δὲ <lb/>τοῦ μέλιτος
                            ὑπὸ τὸν χυλὸν μίσγειν ῥοιῆς χυλὸν οἰνώδεος, ὅταν ἤδη <lb/>ὁ χυλὸς ἑφθὸς
                            ᾖ, καὶ λούειν μὴ πολλῷ· ἐπὴν δὲ τεσσαρεσκαίδεκα <lb/>ἡμέραι παρέλθωσιν,
                            ἔπειτα ἀριστιζέσθω τὸν κέγχρον, ἐς ἑσπέρην δὲ <lb/>τοῖσι κρέασι τοῖσιν
                            ὀρνιθίοισι καὶ τῷ ζωμῷ καὶ σιτίοισιν ὀλίγοισι <lb/>χρήσθω. Τὴν δὲ
                            τοιαύτην νοῦσον ὀλίγοι ἐκφυγγάνουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="47"><p>47. Περιπλευμονίη· πυρετὸς ἴσχει ἡμέρας τεσσαρεσκαίδεκα τὸ
                            <lb/>ἐλάχιστον· τὸ δὲ μακρότατον δύο δεούσας εἴκοσι, καὶ βήσσει ταύτας
                            <lb/>τὰς ἡμέρας ἰσχυρῶς, καὶ ἀποχρέμπτεται τὸ μὲν πρῶτον σίαλον παχὺ
                            <lb/>καὶ καθαρὸν ἑβδόμῃ καὶ ὀγδόῃ, ἐπὴν δὲ ὁ πυρετὸς λάβῃ, ἐννάτη
                            <lb/>καὶ δεκάτῃ ὑπόγλυκυ καὶ πυῶδες, ἔστ’ ἂν αἱ τεσσαρεσκαίδεκα ἡμέραι
                                <pb n="66"/> παρέλθωσιν· καὶ ἢν μὲν ἐν τῇ πεντεκαιδεκάτῃ ἡμέρῃ
                            ξηρανθῇ ὁ <lb/>πλεύμων καὶ ἐκβήξῃ, ὑγιάζεται· ἢν δὲ μὴ, δύο δεούσαις
                            εἴκοσι προσέχειν· <lb/>καὶ ἢν μὲν ἐν ταύτῃσι παύσηται τοῦ βήγματος,
                            ἐκφεύγει· <lb/>ἢν δὲ μὴ παύηται, εἴρεσθαι αὐτὸν, εἰ γλυκύτερον τὸ
                            σίαλον, καὶ ἢν <lb/>φῇ, ἡ νοῦσος ἐνιαυσίη γίνεται· ὁ γὰρ πλεύμων ἔμπυος
                            γίνεται. Τούτῳ <lb/>χρὴ τὰς μὲν πρώτας ἡμέρας οἶνον διδόναι γλυκὺν,
                            λευκὸν, ὑδαρέα, <lb/>κατ’ ὀλίγον πίνειν πυκινά· ῥοφάνειν δὲ τῆς πτισάνης
                            τὸν χυλὸν διδόναι, <lb/>μέλι παραμίσγων, τρὶς τῆς ἡμέρης, ἔστ’ ἂν αἱ
                            ὀκτωκαίδεκα <lb/>ἡμέραι παρέλθωσι καὶ ὁ πυρετὸς παύσηται. Κινδυνεύει δὲ
                            μάλιστα <lb/>ἐν τῇσιν ἑπτὰ ἢ ἐν τῇσι τεσσαρεσκαίδεκα· ἐπὴν δὲ τὰς
                            ὀκτωκαίδεκα <lb/>ἡμέρας ὑπερβάλῃ, οὐκ ἔτι ἀποθνήσκει, ἀλλὰ πτύει πῦον,
                            καὶ τὰ <lb/>στήθεα πονέει, καὶ βήσσει. Ὅταν οὕτως ἔχῃ, πιπίσκειν νῆστιν
                            τὸ <lb/>σὺν τῷ ἐλελισφάκῳ, καὶ ῥοφάνειν ἔτνος, στέαρ συμμίσγων πλέον,
                            <lb/>ἢν μὴ θάλπος ᾖ· ἢν δ’ ᾖ, μὴ ῥοφανέτω, ἀλλὰ σιτίοισι χρήσθω ἁλυκοῖσι
                            <lb/>καὶ λιπαροῖσι καὶ τοῖσι θαλασσίοισι μᾶλλον ἢ κρέασι· καὶ ἢν <lb/>μή
                            σοι δοκέῃ καθαίρεσθαι κατὰ λόγον, ἐγχεῖν καὶ πυριᾷν· ἢν μὲν <lb/>παχὺ ᾖ
                            τὸ πῦον, πυριᾷν· ἢν δὲ λεπτὸν, ἐγχεῖν· καὶ τῶν σιτίων ἔχεσθαι <lb/>ὡς
                            μάλιστα, καὶ τῶν δριμέων ἀπέχεσθαι καὶ κρεῶν βοείων καὶ <lb/>οἰείων καὶ
                            χοιρείων. Ὅταν ἐκ περιπλευμονίης ἔμπυος γένηται, πυρετὸς <lb/>ἴσχει καὶ
                            βὴξ ξηρὴ καὶ δυσπνοίη, καὶ οἱ πόδες οἰδέουσι, καὶ οἱ <lb/>ὄνυχες
                            ἕλκονται τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν. Τοῦτον, ὅταν οὕτως <lb/>ἔχῃ, ἐπὴν
                            δεκαταῖος γένηται, ἀφ’ ἧς ἂν ἄρξηται ἔμπυος γίνεσθαι, <lb/>λούσας πολλῷ
                            θερμῷ, τρίψας ἄρου ῥιζᾶν, ὅσον ἀστράγαλον μέγεθος, <lb/>καὶ ἁλὸς
                            χόνδρον, καὶ μέλι καὶ ὕδωρ, καὶ ἄλειφα ὀλίγον, ἐξειρύσας <lb/>τὴν
                            γλῶσσαν, ἐγχέαι χλιαρόν· ἔπειτα κινῆσαι τὸν ὦμον, καὶ <pb n="68"/> ἢν
                            μὲν ὑπὸ τούτου τὸ πῦον ῥαγῇ· εἰ δὲ μὴ, ἕτερον ποιῆσαι· σίδια δριμέα
                            <lb/>ἐκχυμώσας καὶ κυκλάμινον, ὅσον ὀξύβαφον τῶν σμικρῶν ἑκατέρου
                            <lb/>ἔστω, ἔπειτα ὀπὸν σιλφίου τρίψας ὅσον κύαμον, διεῖναι, καὶ συμμῖξαι
                            <lb/>γάλακτος ὅσον ὀξύβαφον αἴγειον ἢ ὄνειον, τοῦτο χλιαρὸν ἐγχεῖν·
                            <lb/>ἢν δὲ ὑπὸ τούτου μὴ ῥαγῇ, ῥαφάνου φλοιὸν καὶ ἄνθος χαλκοῦ ὅσον
                            <lb/>τρεῖς κυάμους τρίψας λεῖον, διπλάσιον δὲ ἔστω τῆς ῥαφάνου, ἐλαίῳ
                            <lb/>διεῖναι, ὅσον τεταρτημόριον κοτύλης, τοῦτο ἐγχεῖν χλιαρὸν, καὶ ἢν
                            <lb/>ῥαγῇ τὸ πῦον, σιτίοισιν ὡς ἁλμυρωτάτοισι καὶ λιπαρωτάτοισι χρῆσθαι,
                            <lb/>καὶ ἢν μὴ ἴῃ τὸ πῦον, κατ’ ὀλίγον πυριᾷν κατὰ τὸ στόμα σίου
                            <lb/>χυλῷ, οἴνῳ τορνίῳ, γάλακτι βοείῳ ἢ αἰγείῳ, ἴσον ἑκάστου συμμίξας·
                            <lb/>ἔστω δὲ ὅσον τρεῖς κοτύλαι· ἔπειτα ἐμβάλλειν ἰπνοῦ ὄστρακα
                            διαφήνας, <lb/>τοῦτο ἑλκέτω διὰ τοῦ αὐλοῦ φυλασσόμενος ὅκως μὴ
                            κατακαίηται. <lb/>Ἐπὴν δὲ καθαρώτερον πτύῃ, ἐγχεῖν αὐτῷ κνίδης σπέρμα,
                            λιβανωτὸν, <lb/>ὀρίγανον, ἐν οἴνῳ λευκῷ καὶ μέλιτι καὶ ἐλαίῳ ὀλίγῳ,
                            ἐγχεῖν <lb/>δὲ διὰ τρίτης ἡμέρης· μετὰ δὲ, βούτυρον, ῥητίνην ἐν μέλιτι
                            διατήκων· <lb/>καὶ σιτίοισι μηκέτι χρῆσθαι ἁλμυροῖσι μηδὲ λιπαροῖσι·
                            πινέτω <lb/>δὲ νῆστις τὰς ἐν μέσῳ ἡμέρας τῶν ἐγχύτων, ἐλελίσφακον,
                            πήγανον, <lb/>θύμβραν, ὀρίγανον, ἴσον ἐν οἴνῳ ἀκρήτῳ, ὅσον ὀξύβαφον μετὰ
                            <lb/>πάντων ἐπιπάσσων. Ἢν δὲ μὴ ῥαγῇ ὑπὸ τῶν ἐγχύτων, οὐδὲν θαυμαστόν·
                            <lb/>πολλάκις γὰρ ἐκρήγνυται ἐς τὴν κοιλίην, καὶ αὐτίκα δοκέει <lb/>ῥάων
                            εἶναι, ὅταν ἐκ στενοῦ ἐς εὐρυχωρίην ἔλθῃ. Ὁκόταν ὁ χρόνος <pb n="70"/>
                            πλείων γένηται, ὅ τε πυρετὸς ἰσχυρότερος καὶ ἡ βὴξ ἐπιλαμβάνει, <lb/>καὶ
                            τὸ πλευρὸν ὀδυνᾶται, καὶ ἐπὶ μὲν τὸ ὑγιὲς οὐκ ἀνέχεται κατακείμενος,
                            <lb/>ἐπὶ δὲ τὸ ἀλγέον, καὶ οἱ πόδες οἰδέουσι καὶ τὰ κοῖλά τῶν
                            <lb/>ὀμμάτων. Τοῦτον, ὅταν ἡμέρη πέμπτη καὶ δεκάτη γένηται ἀπὸ τῆς
                            <lb/>ἐκρήξιος, λούσας πολλῷ θερμῷ, καθίσας ἐπὶ ἐφέδρου, ὅ τι μὴ
                            ὑποκινήσει, <lb/>ἕτερος μὲν τὰς χεῖρας ἐχέτω, σὺ δὲ τῶν ὤμων σείων,
                            ἀκροάζεσθαι <lb/>ἐς ὁκότερον ἂν ψοφέῃ· βούλεσθαι δὲ ἐς τὸ ἀριστερὸν
                            ταμέειν <lb/>ἧσσον γὰρ θανατῶδες. Ἢν δέ ὅσοι ὑπὸ τοῦ πάχεος καὶ τοῦ
                            πλήθεος <lb/>μὴ ψοφέῃ, ποιέει γὰρ τοῦτο ἐνίοτε, ὁκότερον ἂν ἀποιδέῃ καὶ
                            ὀδυνᾶται <lb/>μᾶλλον, τοῦτο τάμνειν ὡς κατωτάτω ὄπισθεν τοῦ οἰδήματος
                            <lb/>μᾶλλον ἢ ἔμπροσθεν, ὅκως σοι ἡ ἔξοδος τοῦ πύου εὔροος ᾖ· τάμνειν
                            <lb/>δὲ μεταξὺ τῶν πλευρέων στηθοειδέι μαχαιρίδι τὸ πρῶτον δέρμα,
                            <lb/>ἔπειτα ὀξυβελέϊ, ἀποδήσας ῥάκει, τὸ ἄκρον τῆς μαχαιρίδος λιπὼν
                            <lb/>ὅσον τὸν ὄνυχα τοῦ δακτύλου τοῦ μεγάλου, καθεῖναι ἔσω· ἔπειτα
                            <lb/>ἀφεὶς τὸ πῦον ὅσον ἄν σοι δοκέῃ, μοτοῦν ὠμολίνῳ μοτῷ, λίνον
                            ἐκδήσας· <lb/>ἀφεῖναι δὲ τὸ πῦον ἑκάστης ἡμέρης ἅπαξ· ἐπὴν δὲ γένηται
                            <lb/>δεκαταῖος, ἀφεὶς ἅπαν τὸ πῦον, ὀθονίῳ μοτοῦν· ἔπειτα ἐγχεῖν οἶνον
                            <lb/>καὶ ἔλαιον χλιαίνων αὐλίσκῳ, ὡς μήτε ὁ πλεύμων ἐξαπίνης ἐωθὼς
                            <lb/>βρέχεσθαι τῷ πύῳ ἀποξηρανθῇ· ἐξιέναι δὲ τὸ ἔγχυμα τὸ μὲν ἕωθεν ἐς
                            <lb/>ἑσπέρην, τὸ δ’ ἑσπερινὸν ἕωθεν· ἐπὴν δὲ τὸ πῦον λεπτὸν οἷον ὕδωρ
                            <lb/>ἦ, καὶ γλίσχρον τῷ δακτύλῳ ψαυόμενον, καὶ ὀλίγον, ἐντιθέναι μοτὸν
                            <lb/>κασσιτέρινον κοῖλον· ἐπὴν δὲ παντάπασι ξηρανθῇ ἡ κοιλίη, ἀποτάμνων
                            <lb/>τοῦ μοτοῦ κατὰ μικρὸν, συμφύειν τὸ ἕλκος, ἔστ’ ἂν ἐξέλῃς <pb n="72"/> τὸν μοτόν. Σημήϊον δὲ ἢν μέλλῃ ἐκφεύξεσθαι, ἢν μὲν τὸ πῦον ᾖ λευκὸν
                            <lb/>καὶ καθαρὸν καὶ ἶνες αἵματος ἐνέωσιν, ὡς τὰ πολλὰ ὑγιὴς γίνεται·
                            <lb/>ἢν δὲ οἷον λεκιθοειδὲς ἀποῤῥυῇ τῇ πρώτῃ, ἢ τῇ ὑστεραίῃ <lb/>ἀποῤῥυῇ
                            παχὺ, ὑπόχλωρον, ὄζον, ἀποθνήσκουσιν, ἐπειδὰν ἐκρυῇ <lb/>τὸ πῦον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="48"><p>48. Ἄλλη νοῦσος· ὅταν πλευμᾷ, τὸ σίαλον παχὺ, ὑπόχλωρον, <lb/>γλυκὺ
                            βήσσεται, καὶ βρυγμὸς, καὶ ὀδύνη ἐς τὸ στέρνον καὶ ἐς τὸ
                            <lb/>μετάφρενον, καὶ συρίζει ἐν τῇ φάρυγγι λεπτὸν, καὶ ἡ φάρυγξ ξηρὴ
                            <lb/>γίνεται, καὶ τὰ κύλα ἐρυθρὰ, καὶ ἡ φωνὴ βαρέη, καὶ οἱ πόδες
                            <lb/>οἰδίσκονται, καὶ οἱ ὄνυχες ἕλκονται, καὶ καταλεπτύνονται τὰ ἄνω,
                            <lb/>καὶ μινύθει, καὶ μυσάσσεται τὸ σίαλον, ἐπὴν ἀποχρεμψάμενος ἔχῃ
                            <lb/>ἐν τῷ στόματι, καὶ βήσσει τοὺς ὄρθρους καὶ μεσονύκτιον μάλιστα·
                            <lb/>βήσσει δὲ καὶ τὸν ἄλλον χρόνον· καὶ λαμβάνει μᾶλλον γυναῖκα
                            νεωτέρην <lb/>ἢ πρεσβυτέρην. Τούτῳ ἢν μὲν αἱ τρίχες ἤδη ἐκ τῆς κεφαλῆς
                            <lb/>ῥέωσι καὶ ψιλῶται ἤδη ἡ κεφαλὴ ὡς ἐκ νούσου, καὶ πτύοντι ἐπ’
                            ἄνθρακας <lb/>βαρὺ ὄζῃ τὸ σίαλον, φάναι αὐτὸν ἀποθανεῖσθαι ἐντὸς ὀλίγου
                            <lb/>χρόνου, τὸ δὲ κτεῖνον ἔσεσθαι διάῤῥοιαν· ἐπὴν γὰρ ἤδη τὸ πῦον τὸ
                            <lb/>περὶ τὴν καρδίην σήπηται, τοῦτο ὄζει κνίσης ἐπὶ τοῖσιν ἄνθραξι,
                            <lb/>καὶ ξυνθερμαινόμενος ὁ ἐγκέφαλος ῥεῖ ἅλμην, ἣ κινεῖ τὴν κοιλίην·
                            <lb/>σημήϊον δὲ τούτου, ῥέουσιν ἐκ τῆς κεφαλῆς τρίχες. Τοῦτον μὴ ἰᾶσθαι
                            <lb/>ὅταν οὕτως ἔχῃ· ἢν δὲ καταρχὰς ἐπιτύχῃς τῇ νούσῳ, φάκιον δὸς
                            <lb/>πιεῖν· εἶτα διαλιπὼν μίην ἡμέρην ἐλλέβορον δοῦναι κεκρημένον ὅκως
                            <lb/>τὴν κάτω κοιλίην μὴ κινήσῃ, καὶ ἐπὴν ἐς τὸ στόμα τῆς νυκτὸς
                            <lb/>αὐτῷ φοιτᾷ ἅλμη, πρὸς τὰς ῥῖνας αὐτῷ προστίθει φάρμακα πυκνότερα·
                            <lb/>ἢν δὲ μὴ ῥέῃ, προστίθει μὲν, διὰ πλέονος δὲ χρόνου, καὶ τοῦ <pb n="74"/> μηνός ἅπαξ προσπιπίσκοντα ἐλλέβορον, ὅσον τοῖσι δυσὶ
                            δακτύλοισιν <lb/>ἆραι, ἐν οἴνῳ γλυκεῖ κεκρημένον· φάκιον δὲ αὐτίκα
                            δοῦναι ἐπιπίνειν <lb/>φάρμακα δὲ ὡς ἐλάχιστα πινέτω· ἢν μὲν οἱ πυρετοὶ
                            ὀξύτεροι <lb/>ἐπιλαμβάνωσι, τὴν ῥίζαν τὴν λευκὴν καὶ τοῦ ἐλλεβόρου
                            λείχειν <lb/>ἐν μέλιτι δίδου· οὕτω γὰρ ἥκιστα τὴν κοιλίην κινήσει· ἢν δὲ
                            στρόφος <lb/>ἐγγένηται ἐν τῇ κάτω κοιλίῃ, πρῶτον μὲν κλύσαι κείνῳ ἐς ὃ ὁ
                            <lb/>κόκκος συμμίσγεται· ἢν δὲ μηδ’ οὕτω παύηται, γάλακτι ὀνείῳ ἑφθῷ
                            <lb/>κάθηρον· φάρμακον δὲ μὴ δίδου κατωτερικόν. Ἢν δὲ πρὸ τοῦ φαρμακίου
                            <lb/>προπίνων τὸν ἐλλέβορον χολὴν ἐμέῃ, αὐτῷ τῷ φακίῳ ἐμεέτω.
                            <lb/>Σιτίοισι δὲ χρήσθω, ἢν μὴ οἱ πυρετοὶ ὀξέες ἔχωσι, κρέασι μηλείοισιν
                            <lb/>ἑφθοῖσι καὶ ὀρνιθίοισι καὶ κολοκύνθῃ καὶ τεύτλοισι· ζωμὸν δὲ μὴ
                            <lb/>ῥοφεέτω, μηδὲ βάπτεσθαι· ἰχθύσι δὲ χρήσθω σκορπίοισι καὶ σελάχεσιν
                            <lb/>ἑφθοῖσι· θερμὸν δὲ μηδὲν ἐσθιέτω· μηδὲ λουέσθω ἢν ὁ πυρετὸς
                            <lb/>ἔχῃ πολύς· μηδὲ λαχάνοισι δριμέσι χρήσθω, ὅτι μὴ θύμβρῃ ἢ ὀριγάνῳ·
                            <lb/>οἶνον δὲ λευκὸν πινέτω. Ἢν δὲ ἄπυρος ᾖ, θέρμαι δὲ λαμβάνωσιν
                            <lb/>ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε, ἐσθιέτω ἰχθῦς ὡς ἀρίστους καὶ πιοτάτους,
                            <lb/>καὶ λιπαρὰ καὶ γλυκέα καὶ ἁλμυρὰ ὡς μάλιστα, καὶ περιπάτοισι
                            <lb/>χρήσθω μήτε ἐν ἀνέμω μήτε ἐν ἡλίῳ, καὶ ἐμεέτω ἀπὸ τῶν σιτίων,
                            <lb/>ὅταν οἱ δοκέῃ καιρὸς εἶναι, καὶ λοῦσθαι χλιαρῷ πλὴν τῆς κεφαλῆς·
                            <lb/>σιτίων δὲ ἰατρὸς ἀμείνων, ὅσοι μὴ μαζοφάγοι εἰσί· τούτοισι δὲ
                            ἀμφότερα <lb/>συμμίσγειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="49"><p>49. Ἑτέρη νοῦσος, ἥτις καλέεται φθόη· βὴξ ἔχει, καὶ τὸ πτύσμα <lb/>πολλὸν
                            καὶ ὑγρὸν, καὶ ἐνίοτε ῥηϊδίως ἀναβήσσεται, καὶ τὸ πῦον οἷον,
                            <lb/>χάλαζα, καὶ διατριβόμενον ἐν τοῖσι δακτύλοισι σκληρὸν καὶ κάκοδμον
                                <pb n="76"/> γίνεται· ἡ δὲ φωνὴ καθαρὴ καὶ ἀνώδυνος, καὶ οἱ πυρετοὶ
                            οὐ <lb/>λαμβάνουσι, θέρμη δὲ ἐνίοτε, ἄλλως τε καὶ ἀσθενής. Τοῦτον χρὴ
                            <lb/>ἐλλέβορον πιπίσκειν καὶ φάκιον, καὶ εὐωχέειν ὡς μάλιστα, ἀπεχόμενον
                            <lb/>τῶν δριμέων καὶ κρεῶν βοείων καὶ χοιρείων καὶ οἰείων, καὶ
                            <lb/>γυμνάζεσθαι ὀλίγα καὶ περιπατέειν, καὶ ἀπὸ σιτίων ἐμέτοισι χρῆσθαι,
                            <lb/>καὶ λαγνείης ἀπέχεσθαι. Αὕτη ἡ νοῦσος γίνεται ἑπτὰ ἔτεα ἢ
                            <lb/>ἐννέα· οὗτος ἢν ἐξ ἀρχῆς θεραπευθῇ, ὑγιὴς γίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="50"><p>50. Ἢν ἀφθήσῃ ἡ σύριγξ τοῦ πλεύμονος, πυρετὸς ἴσχει βληχρὸς, <lb/>καὶ
                            ὀδύνη μέσον τὸ στῆθος, καὶ τοῦ σώματος κνησμὸς, καὶ ἡ <lb/>φωνὴ
                            βραγχώδης, καὶ τὸ σίαλον ὑγρὸν καὶ λεπτὸν πτύει, ἐνίοτε δὲ <lb/>παχὺ καὶ
                            οἷον πτισάνης χυλόν· καὶ ἐν τῷ στόματι ὀδμή οἱ ἐγγίνεται <lb/>βαρέη οἷον
                            ἀπὸ ἰχθύων ὠμῶν· καὶ ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε ἐν τῷ σιάλῳ <lb/>ἐμφαίνεται
                            σκληρὰ, οἷον μύκης ἀφ’ ἕλκεος· καὶ τὰ ἄνω λεπτύνεται, <lb/>μάλιστα δὲ
                            ἅπας· καὶ οἱ κύκλοι τοῦ προσώπου ἐρυθριῶσι, καὶ οἱ <lb/>ὄνυχες τῷ χρόνῳ
                            ἕλκονται καὶ ξηροὶ καὶ χλωροὶ γίνονται. Τελευτᾷ <lb/>δὲ αὐτίκα, ἢν μὴ
                            θεραπευθῇ, αἷμα πτύων καὶ πῦον· ἔπειτα καὶ πυρετοὶ <lb/>ἰσχυροὶ
                            ἐπιγινόμενοι κατ’ οὖν ἔκτειναν· ἢν δὲ θεραπευθῇ, <lb/>ἐκφυγγάνει ἐκ
                            ταύτης τῆς φθίσιος. Θεραπεύειν δὲ χρὴ, φάκια πιπίσκοντα <lb/>ἐμέειν· ἢν
                            δέ σοι καιρὸς δοκέῃ εἶναι ἐλλέβορον πίνειν, ἢν <lb/>μὲν δυνατὸς ἔῃ
                            ὥνθρωπος, αὐτόθεν· ἢν δὲ μὴ, παραμίσγειν τῷ φακίῳ <lb/>ἥμισυ πόσιος,
                            διαλείπων ἐν πέμπτῃ ἢ ἐν ἕκτῃ πόσει· τὴν δὲ κάτω <lb/>κοιλίην μὴ κινέειν
                            φαρμάκῳ, ἢν μὴ οἱ πυρετοὶ λαμβάνωσιν ἰσχυροί· <lb/>ἢν δὲ λαμβάνωσι,
                            γάλακτι ὄνου ὑποκαθαίρειν. Ἢν δὲ ἀσθενὴς ᾖ <lb/>ὥστε πίνειν, ὑποκλύσαι·
                            ἧττον δὲ κεφαλήν· καὶ ἢν μὲν τὸ σίαλον <lb/>ἐς τὸ στόμα ἴῃ πολλὸν καὶ
                            ἁλμυρὸν, πρὸς τὰς ῥῖνας προσθεῖναι ὅ τι <lb/>χολὴν μὴ ἄξει· ἢν δὲ μὴ ἴῃ
                            τὸ ῥεῦμα ἐς τὸ στόμα, μὴ προστιθέναι <pb n="78"/> πρὸς τὴν κεφαλήν·
                            ἐπὴν. δὲ τὸ σίαλον δυσῶδες ᾖ, τὰς μεταξὺ τῶν <lb/>φακίων ἐγχεῖν ἐς τὸν
                            πλεύμονα φάρμακον· μίην δὲ διαλιπὼν ἐπὴν <lb/>ἔχῃς ἡμέρην, θυμιᾷν.
                            Σιτίοισι δὲ χρῆσθαι κρέασι μηλείοισι καὶ ὀρνιθίοισι, <lb/>καὶ ἰχθύσι
                            σελάχεσι καὶ σκορπίοισιν ἑφθοῖσι· διὰ τετάρτης <lb/>ἡμέρης τάριχον
                            ἐσθιέτω ὡς ἄριστον καὶ πιότατον, καὶ ἀριστάτω <lb/>μὲν μᾶζαν, δειπνείτω
                            δὲ ταύτῃ συμμίσγων καὶ ἄρτον· καὶ μήτε <lb/>ῥοφανέτω μηδὲν, μήτε κυκεῶνα
                            πινέτω, ἢν ἐσθίειν δυνατὸς ᾖ· τὰ <lb/>δ’ ὀψὰ ἡδύνειν σησάμῳ ἀντὶ τοῦ
                            τυροῦ, καὶ κοριάνῳ καὶ ἀνήθῳ· <lb/>σιλφίῳ δὲ μηδὲν χρῆσθαι μηδέ τινι
                            ἄλλῳ λαχάνῳ δριμέϊ, ὅ τι μὴ <lb/>ὀριγάνῳ ἢ θύμῳ ἢ πηγάνῳ. Περιπάτοισι δὲ
                            χρήσθω καὶ πρὸ τοῦ <lb/>σιτίου καὶ μετὰ τὸ σιτίον, φυλασσόμενος τὸν
                            ἄνεμον καὶ τὸν ἥλιον· <lb/>θωρηξίων ἀπεχέσθω καὶ ἀφροδισίων· λούσθω δὲ
                            χλιαρῷ, πλὴν τῆς <lb/>κεφαλῆς, ταύτην δὲ ὡς διὰ πλείστου χρόνου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="51"><p>51. Φθίσις νωτιάς· ἡ νωτιὰς φθίσις ἀπὸ τοῦ μυελοῦ γίνεται· <lb/>λαμβάνει
                            δὲ μάλιστα νεογάμους καὶ φιλολάγνους· γίνονται δὲ ἄπυροι, <lb/>καὶ
                            ἐσθίειν ἀγαθοὶ, καὶ τήκονται· καὶ ἢν ἐρωτᾷς αὐτὸν, φήσει οἱ <lb/>ἄνωθεν
                            ἀπὸ τῆς κεφαλῆς κατὰ τὴν ῥάχιν κατέρχεσθαι δοκεῖν οἷον <lb/>μύρμηκας,
                            καὶ ἐπὴν οὐρέῃ ἢ ἀποπατέῃ, προέρχεταί οἱ θορὸς πουλὺς <lb/>καὶ ὑγρὸς,
                            καὶ γενεὴ οὐκ ἐγγίνεται, καὶ ὀνειρώσσει, κᾂν συγκοιμηθῇ <lb/>γυναικὶ,
                            κᾂν μή· καὶ ὅταν ὁδοιπορήσῃ ἢ δράμῃ, ἄλλως τε <lb/>καὶ πρὸς αἶπος, ἆσθμά
                            μιν καὶ ἀσθενείη ἐπιλαμβάνει, καὶ τῆς κεφαλῆς <lb/>βάρος, καὶ τὰ ὧτα
                            ἠχέει. Τοῦτον χρόνῳ ὅταν ἐπιλάβωσι <lb/>πυρετοὶ ἰσχυροὶ, ἀπ’ οὖν ὤλετο
                            ὑπὸ λιπυρίου. Ὅταν οὕτως ἔχῃ, ἢν <lb/>ἐξ ἀρχῆς μεταχειρίσῃ, πυριήσας
                            αὐτὸν ὅλον, φάρμακον δοῦναι πίνειν <pb n="80"/> ἄνω, καὶ μετὰ τοῦτο τὴν
                            κεφαλὴν καθῆραι, μετὰ δὲ πῖσαι κάτω· <lb/>ἐγχειρέειν δὲ βούλεσθαι
                            μάλιστα τοῦ ἦρος· καὶ μεταπῖσαι ὀῤῥὸν ἢ <lb/>γάλα ὄνειον· βόειον δὲ γάλα
                            διδόναι πιέειν τεσσαράκοντα ἡμέρας· <lb/>ἐς ἑσπέρην δὲ ἕως ἂν
                            γαλακτοποτέῃ, χόνδρον διδόναι ῥοφεῖν· σιτίων <lb/>δὲ ἀπεχέσθω. Ἐπὴν δὲ
                            παύσηται γαλακτοποτέων, σιτίοισι διακομίζειν <lb/>αὐτὸν μαλθακοῖσιν ἐξ
                            ὀλίγου ἀρχόμενος, καὶ παχύνειν ὡς μάλιστα, <lb/>καὶ ἐνιαυτοῦ θωρηξίων
                            ἀπεχέσθω καὶ ἀφροδισίων καὶ ταλαιπωριέων <lb/>ὅ τι μὴ περιπάτοισι,
                            φυλασσόμενος τὰ ψύχεα καὶ τὸν ἥλιον· <lb/>λούσθω δὲ χλιαρῷ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="52"><p>52. Πλεύμονος νοῦσος· τὸ σίαλον παχὺ καὶ λιγνυῶδες βήσσεται, <lb/>καὶ ἡ
                            χροιὴ μέλαινα καὶ ὑποιδαλέη, καὶ ὀδύναι λεπταὶ ὑπὸ τὸ στῆθος <lb/>καὶ
                            ὑπὸ τὰς ὠμοπλάτας, καὶ δυσελκέες γίνονται. Ἧσσον δ’ <lb/>ἐπικίνδυνος τοῦ
                            ἑτέρου οὗτος, καὶ ἐκφυγγάνουσι πλέονες. Τοῦτον χρὴ <lb/>ἐλλέβορον
                            πιπίσκειν καὶ αὐτὸν καὶ τοῖσι φακίοισι μίσγοντα, καὶ <lb/>ἐγχέειν ἐς τὸν
                            πλεύμονα, καὶ θυμιᾷν, καὶ εὐωχέειν ἀπεχόμενον κρεῶν <lb/>βοείων καὶ
                            οἰείων καὶ χοιρείων καὶ λαχάνων δριμέων, ὅ τι μὴ ὀριγάνῳ <lb/>ἢ θύμβρῃ·
                            καὶ περιπάτοισι χρήσθω· ἐξ ἠοῦς δὲ πρὸς αἶπος <lb/>ὁδοιπορέειν νῆστιν·
                            ἔπειτα πίνειν τῶν φύλλων ἐπ’ οἴνῳ ἐπιπάσσοντα <lb/>κεκρημένῳ· τὸ δὲ
                            λοιπὸν σιτίοισι χρήσθω τοῖσιν εἰρημένοισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="53"><p>53. Ἀρτηρίη τρωθεῖσα· ἢν τρωθῇ ἡ ἀρτηρίη, βὴξ ἔχει, καὶ αἷμα
                            <lb/>βήσσεται, καὶ λανθάνει ἡ φάρυγξ πιμπλαμένη τοῦ αἵματος, καὶ
                            ἐκβάλλει <lb/>θρόμβους, καὶ ὀδύνη γίνεται ἐκ τοῦ στήθεος ἐς τὸ
                            μετάφρενον <lb/>ὀξέη, καὶ τὸ σίαλον γλίσχρον καὶ πουλὺ, καὶ ἡ φάρυγξ
                            ξηρὴ, καὶ <pb n="82"/> πυρετὸς καὶ ῥῖγος ἐπιλαμβάνει, καὶ κέρχνεται ἡ
                            φάρυγξ οἷον ὑπὸ <lb/>λιπαροῦ· ἔς τε μὲν πεντεκαίδεκα ἡμέρας πάσχει
                            τοιαῦτα· μετὰ δὲ <lb/>πῦον πτύει, καὶ οἷα ἕλκεος κρότωνας, καὶ αὖθις
                            βὴξ, καὶ ἐῤῥάγη <lb/>οὖν τὸ αἷμα, καὶ μετὰ τὸ πῦον παχύτερον πτύει, καὶ
                            ὁ πυρετὸς ἰσχυρότερος <lb/>γίνεται, καὶ τελευτᾷ ἐς πλεύμονα, καὶ
                            καλέεται ῥηγματίας <lb/>πλεύμονος. Ἢν δὲ μετὰ τὸ πρῶτον αἷμα μὴ πτύσῃ
                            πῦον, παυσάμενον <lb/>χρὴ ταλαιπωρίης καὶ γυμνασίων ἐπ’ ὄχημα μὴ
                            ἀναβαίνειν, σιτίων <lb/>ἀπεχόμενον ἁλμυρῶν καὶ λιπαρῶν καὶ πιόνων καὶ
                            λαχάνων <lb/>δριμέων· καὶ ἐπὴν αὐτὸς ἑωυτοῦ δοκέῃ ἄριστα τοῦ σώματος
                            ἔχειν, <lb/>καῦσαι τὰ στήθεα καὶ τὸ μετάφρενον ἐν μοίρῃ ἑκάτερον· καὶ
                            ἐπὴν τὰ <lb/>ἕλκεα ὑγιὴς γένηται, ἐνιαυτὸν ἀπεχέσθω θωρηξίων, καὶ μὴ
                            ὑπερπίμπλασθαι, <lb/>μηδὲ τῇσι χερσὶ ταλαιπωρέειν, μηδὲ ἐπ’ ὄχημα
                            ἀναβαίνειν, <lb/>ἀλλὰ παχύνειν αὐτὸν ὡς μάλιστα τὸ σῶμα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="54"><p>54. Ἄορτρα τοῦ πλεύμονος σπασθέντα· ἐπὴν ἄορτρον σπασθῇ <lb/>τοῦ
                            πλεύμονος, τὸ πτύσμα λεπτὸν πτύει, ἐνίοτε δὲ αἱματῶδες, ἀφρονέει <lb/>τε
                            καὶ πυρετὸς ἴσχει, καὶ ὀδύνη τὸ στῆθος καὶ τὸ μετάφρενον καὶ <lb/>τὸ
                            πλευρὸν, καὶ ἢν στραφῇ, βήσσεται καὶ πτάρνυται. Τοῦτον ᾗ ἂν <lb/>ὀδύνη
                            ἔχῃ, χλιάσματα προστιθέναι, καὶ διδόναι προῤῥοφάνειν κενταύριον <lb/>καὶ
                            δαῦκον, καὶ ἐλελισφάκου φύλλα τρίβων, καὶ μέλι καὶ <lb/>ὄξος ἐπιχέων καὶ
                            ὕδωρ, διδόναι καταῤῥοφάνειν· καὶ πτισάνης χυλὸν <lb/>προῤῥοφανέτω, καὶ
                            ἐπιπινέτω οἶνον ὑδαρέα. Ἐπὴν δὲ τῆς ὀδύνης <lb/>παύσηται, ἐλελίσφασκον
                            κόψας καὶ σήσας, καὶ ὑπερικὸν καὶ ἐρύσιμον <lb/>λεῖα καὶ ἄλφιτον, ἴσον
                            ἑκάστου, ταῦτ’ ἐπιβαλὼν ἐπὶ οἶνον <pb n="84"/> κεκρημένον, διδόναι
                            πίνειν νήστει, καὶ ἢν μὴ νῆστις ᾖ, διδόναι δὲ <lb/>ῥοφάνειν ἔτνος
                            ἄναλτον· ἢν δὲ θάλπος ᾖ, σιτίοισι διαχρῆσθαι ὡς <lb/>μαλθακωτάτοισιν,
                            ἀνάλτοισι καὶ ἀκνίσοισιν, ἐπὴν ἤδη ἐπιεικέως ἔχη <lb/>τὸ σῶμα καὶ τὸ
                            στῆθος καὶ τὸ νῶτον. Ἢν δὲ ἀμφότερα σπασθῶσι, <lb/>βὴξ ἴσχει, καὶ τὸ
                            σίαλον πτύεται παχὺ λευκὸν, καὶ ὀδύνη ὀξέη ἴσχει <lb/>ἐς τὸ στῆθος καὶ
                            ὑπὸ τὰς ὠμοπλάτας καὶ τὸ πλευρὸν, καὶ καῦμα <lb/>ἔχει, καὶ
                            καταπίμπλαται. φῴδων, καὶ ξυσμὴ ἔχει, καὶ οὐκ ἀνέχεται <lb/>οὔτε
                            καθήμενος οὔτε κείμενος οὔτε ἑστηκὼς, ἀλλὰ δυσθενέει. Οὗτος
                            <lb/>τεταρταῖος μάλιστα ἀποθνήσκει· ἢν δὲ ταύτας ὑπερφύγῃ, ἐλπίδες
                            <lb/>μὲν οὐ πολλαί· κινδυνεύει δὲ καὶ ἐν τῇσιν ἑπτά· ἢν δὲ καὶ ταύτας
                            <lb/>διαφύγῃ, ὑγιάζεται. Τοῦτον, ὅταν οὕτως ἔχῃ, λούειν πολλῷ θερμῷ
                            <lb/>δὶς τῆς ἡμέρης, καὶ ὅταν ἡ ὀδύνη ἔχῃ, χλιάσματα προστιθέναι, καὶ
                            <lb/>διδόναι πίνειν μέλι καὶ ὄξος, ῥοφάνειν δὲ χυλὸν πτισάνης, καὶ
                            ἐπιπίνειν <lb/>οἶνον λευκὸν οἰνώδεα. Ἢν δὲ πρὸς τὸ λουτρὸν καὶ τὰ
                            χλιάσματα <lb/>πονέῃ καὶ μὴ ἀνέχηται, προσφέρειν αὐτῷ ῥάκια ἡμιτυβίου,
                            <lb/>καὶ βάπτων ἐς ὕδωρ ἐπὶ τὰ στήθεα ἐπιτιθέναι καὶ ἐπὶ τὸ νῶτον, καὶ
                            <lb/>πίνειν διδόναι κηρίον ἐν ὕδατι ἀποβρέχων ὡς ψυχρότατον, καὶ τὸν
                            <lb/>χυλὸν ψυχρὸν καὶ ὕδωρ ἐπιπίνειν, καὶ κεῖσθαι πρὸς τὸ ψῦχος. Ταῦτα
                            <lb/>ποιέειν· ἡ δὲ νοῦσος θανατώδης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="55"><p>55. Ἐρυσίπελας ἐν πλεύμονι· ἢν ἐρυσίπελας ἐν πλεύμονι γένηται, <lb/>βὴξ
                            ἔχει, καὶ τὸ σίαλον ἀποπτύει πουλὺ καὶ ὑγρὸν, οἷον ἀπὸ <lb/>βράγχου,
                            ἔστι δὲ οὐχ αἱματῶδες, καὶ ὀδύνη ἴσχει τὸ μετάφρενον καὶ <lb/>τοὺς
                            κενεῶνας καὶ τὰς λαπάρας, καὶ τὰ σπλάγχνα μύζει, καὶ ἐμέει <lb/>λάπην
                            καὶ οἷον ὄξος, καὶ τοὺς ὀδόντας αἱμωδιᾷ, καὶ πυρετὸς καὶ <pb n="86"/>
                            ῥῖγος καὶ δίψα λαμβάνει, καὶ ὅταν τι φάγῃ, ἐπὶ τοῖσι σπλάγχνοισι
                            <lb/>μύζει, καὶ ἐρεύγεται ὀξὺ, καὶ ἡ κοιλίη τρίζει, καὶ τὸ σῶμα ναρκᾷ,
                            <lb/>καὶ ὅταν ἐμέσῃ, δοκέει ῥᾴων εἶναι· ὅταν δὲ μὴ ἐμέσῃ, ἀπιούσης τῆς
                            <lb/>ἡμέρης, στρόφος καὶ ὀδύνη ἐγγίνεται ἐν τῇ γαστρὶ, καὶ ἀπόπατος
                            <lb/>ὑγρὸς γενόμενος διεχώρησεν. Ἡ δὲ νοῦσος μάλιστα γίνεται ἐκ θωρηξίων
                            <lb/>καὶ ἐκ κρεηφαγιέων καὶ ἐξ ὕδατος μεταβολῆς· ἴσχει δὲ καὶ ἄλλως.
                            <lb/>Τοῦτον φάρμακον πιπίσκειν κάτῳ, καὶ μεταπιπίσκειν γάλα <lb/>ὄνου,
                            ἢν μὴ σπληνώδης ᾖ, φύσει· ἢν δὲ σπληνώδης ᾖ, μὴ καθαίρειν <lb/>μήτε
                            χυλοῖσι μήτε γάλακτι μήτε ὀῤῥῷ, ἀλλ’ ὅ τι ὀλίγον ἐσελθὸν <lb/>πολὺ
                            ἐξάξει· ὑποκλύζειν δὲ τὰς κοιλίας, καὶ βαλάνους προστιθέναι, <lb/>ἢν μὴ
                            ἡ κοιλίη ὑποχωρέῃ, ἐν πάσῃσι τῇσι νούσοισι, καὶ ψυχρολουτέειν <lb/>ἐν
                            ταύτῃ τῇ νούσῳ, καὶ γυμνάζεσθαι, ὅταν οἱ πυρετοὶ <lb/>ἀνῶσι καὶ δοκέῃ
                            ἐπιεικέως ἔχειν τοῦ σώματος· καὶ τοῦ ἦρος καὶ τοῦ <lb/>μετοπώρου ἔμετον
                            ποιέειν· σκορόδων δὲ κεφαλὰς τρεῖς καὶ ὀριγάνου <lb/>δραχμίδα ὅσην τρισὶ
                            δακτύλοισι περιλαβεῖν, ἑψεῖν ἐπιχέαντα δύο, <lb/>κοτύλας οἴνου γλυκέος
                            καὶ κοτύλην ὄξεος ὡς ὀξυτάτου καὶ μέλιτος ὅσον <lb/>τεταρτημόριον, ἑψεῖν
                            δὲ ἕως ἂν ἡ τρίτη μοῖρα λειφθῇ· κἄπειτα <lb/>γυμνάσας τὸν ἄνθρωπον καὶ
                            λούσας ὕδατι χλιαρῷ πῖσαι θερμὸν, καὶ <lb/>πιπίσκειν φάκιον, μέλι, καὶ
                            ὄξος συμμίσγων, ἔστ’ ἂν ἐμπλησθῇ· <lb/>ἔπειτα ἐμεέτω, καὶ τὴν ἡμέρην
                            ταύτην πιὼν ἄλφιτον καὶ ὕδωρ <lb/>ἐκνηστευέτω· ἐς ἑσπέρην. δὲ τεῦτλον
                            φαγέτω καὶ μάζης σμικρὸν, καὶ <lb/>πινέτω οἶνον ὑδαρέα· ἀνὰ δὲ τὸν ἄλλον
                            χρόνον ἐμεέτω τοῖσι φακίοισι <lb/>καὶ ἀπὸ σιτίων. Καὶ ἢν ἀφίστηται ἡ
                            ὀδύνη ὑπὸ τὰς ὠμοπλάτας, <lb/>σικύην προσβάλλειν, καὶ τὰς φλέβας
                            ἀποτύψαι τὰς ἐν τῇσι χερσί· <lb/>σιτίοισι δὲ χρῆσθαι ἀνάλτοισι καὶ μὴ
                            λιπαροῖσι μηδὲ πίοσι· δριμέα <lb/>δὲ καὶ ὀξέα ἐσθιέτω καὶ ψυχρὰ πάντα,
                            καὶ περιπάτοισι χρήσθω. <lb/>Ταῦτα ποιέων ἄριστα ἂν διαιτῷτο, καὶ διὰ
                            πλείστου χρόνου ἡ νοῦσος <pb n="88"/> γίνοιτο· ἔστι δὲ οὐ θανατώδης,
                            ἀλλ’ ἀπογηράσκοντας ἀπολείπει. <lb/>Εἰ δὲ βούλοιο νεώτερον ἐόντα θᾶσσον
                            ἀπαλλάξαι τῆς νούσου, καθήρας <lb/>αὐτὸν, καῦσον τά τε στήθεα καὶ τὸ
                            μετάφρενον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="56"><p>56. Νωτιάς· ῥῖγος καὶ πυρετὸς καὶ βὴξ καὶ δύσπνοια λαμβάνει, <lb/>καὶ τὸ
                            σίαλον πτύει χλωρὸν, ἔστι δ’ ὅτε καὶ ὕφαιμον, καὶ πονέει <lb/>μάλιστα τὸ
                            μετάφρενον καὶ τοὺς βουβῶνας, καὶ ἡμέρῃ τρίτῃ ἢ τετάρτῃ <lb/>οὐρέει
                            αἱματῶδες, καὶ ἀποθνήσκει ἑβδομαῖος· ἐπὴν δὲ τὰς <lb/>τεσσαρασκαίδεκα
                            ἐκφύγῃ, ὑγιὴς γίνεται· ἐκφυγγάνει δ’ οὐ μάλα. <lb/>Τούτῳ διδόναι
                            μελίκρητον ἀναζέσας ἐν καινῇ χύτρῃ, ψύχων, σελίνου <lb/>φλοιὸν ἀποτέγγων
                            ἢ μαράθρου· τοῦτο διδόναι πίνειν, καὶ πτισάνης <lb/>χυλὸν δὶς τῆς
                            ἡμέρης, καὶ ἐπιπίνειν οἶνον λευκὸν ὑδαρέα· ᾗ δ’ ἂν <lb/>ὀδύνη
                            προσίστηται, χλιαίνειν, καὶ λούειν θερμῷ, ἢν μὴ ὁ πυρετὸς <lb/>πολὺς
                            ἔχῃ· ἐπὴν δὲ αἱ τεσσαρεσκαίδεκα ἡμέραι παρέλθωσιν, ἀριστίζεσθαι <lb/>μὲν
                            τὸν κέγχρον, ἐς ἑσπέρην δὲ κρέα σκυλακίου ἢ ὀρνίθεια <lb/>ἑφθὰ ἐσθίειν,
                            καὶ τοῦ ζωμοῦ ῥοφάνειν· σιτίοισι δὲ ὡς ἐλαχίστοισι <lb/>χρῆσθαι τὰς
                            πρώτας ἡμέρας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="57"><p>57. Φῦμα ἐν τῷ πλεύμονι· ἐπὴν φῦμα φυῇ ἐν τῷ πλεύμονι, <lb/>βὴξ ἔχει καὶ
                            ὀρθοπνοίη καὶ ὀδύνη ἐς τὸ στῆθος ὀξέη καὶ ἐς τὰ πλευρὰ, <lb/>καὶ ἕως μὲν
                            τῶν τεσσαρεσκαίδεκα ἡμερῶν πάσχει· τοῖσι γὰρ πλείστοισι <lb/>τοσαύτας
                            ἡμέρας μάλιστα φλεγμαίνει τὸ πάθος τοῦ φύματος· <lb/>καὶ τὴν κεφαλὴν
                            διαλγέει καὶ τὰ βλέφαρα, καὶ ὁρᾷν οὐ δύναται, καὶ <lb/>τὸ σῶμα ὑπόπυῤῥον
                            γίνεται καὶ φῴδων ἐμπίπλαται. Τοῦτον λούειν <lb/>πολλῷ θερμῷ, καὶ
                            μελίκρητον διδόναι πίνειν ὑδαρὲς, καὶ τῆς πτισάνης <lb/>τὸν χυλὸν
                            ῥοφάνειν, καὶ οἶνον ὑδαρέα ἐπιπίνειν· ἢν δὲ ἡ ὀδύνη <lb/>πιέζῃ,
                            χλιαίνειν· ἐπὴν δὲ παύσηται, σιτίοισιν ὡς μαλθακωτάτοισι <lb/>χρῆσθαι.
                            Ἢν δὲ ἀπηλλαγμένον τῆς νούσου δυσπνοίη λαμβάνῃ, <pb n="90"/> ἐπὴν πρὸς
                            ὀρθὸν χωρίον ἴῃ ἢ σπεύσῃ πη ἄλλως, φάρμακον διδόναι, <lb/>ὑφ’ οὗ ἡ
                            κοιλίη ἡ κάτω μὴ κινήσεται· καὶ ἢν ἅμα τῷ ἐμέσματι <lb/>πῦον ἕπηται, ἢν
                            μὲν τὸ πῦον ᾖ λευκὸν καὶ ἶνες ἐν αὐτῷ ὕφαιμοι ἔωσιν, <lb/>ἐκφυγγάνει· ἢν
                            δὲ πελιδνὸν καὶ χλωρὸν καὶ κάκοδμον, ἀποθνήσκει. <lb/>Καθαίρονται δὲ ἐν
                            τεσσαράκοντα ἡμέρῃσιν ἀφ’ ἧς ἂν ῥαγῇ, <lb/>πολλοῖσι δὲ καὶ ἐνιαυσίη
                            γίνεται ἡ νοῦσος· ποιέειν δὲ χρὴ τοῦτον <lb/>ἅπερ τὸν ἔμπυον. Ἢν δὲ μὴ
                            ῥαγῇ, ἐνίοισι γὰρ τῷ χρόνῳ ἀφίσταται <lb/>ὡς τὸ πλευρὸν καὶ
                            ἐξοιδίσκεται, τοῦτον χρὴ, ἢν τοιοῦτο γένηται, <lb/>τάμνειν ἢ καίειν.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="58"><p>58. Πλεύμων πλησθείς· ἢν πλησθῇ ὁ πλεύμων, βὴξ ἴσχει καὶ <lb/>ὀρθοπνοίη
                            καὶ ἆσθμα, καὶ τὴν γλῶσσαν ἐκβάλλει, καὶ πίμπλαται <lb/>φῴδων, καὶ
                            ξυσμὸς ἔχει, καὶ ὀδύνη ὀξέη ἴσχει ἐς τὸ στῆθος καὶ κατὰ <lb/>τὰς
                            ὠμοπλάτας, καὶ οὐκ ἀνέχεται οὔτε καθήμενος οὔτ’ ἀνακείμενος <lb/>οὔθ’
                            ἑστηκὼς, ἀλλὰ δυσθενεῖ. Οὗτος τεταρταῖος μάλιστα ἀποθνήσκει· <lb/>ἢν δὲ
                            καὶ ταύτας ὑπερφύγῃ, ἐλπίδες μὲν οὐ πολλαί <lb/>κινδυνεύει δὲ καὶ ἐν
                            τῇσιν ἑπτά· ἢν δὲ ταύτας ὑπερεκφύγῃ, ὑγιάζεται. <lb/>Τοῦτον ὅταν οὕτως
                            ἔχῃ, λούειν πολλῷ καὶ θερμῷ δὶς τῆς ἡμέρης, <lb/>καὶ ὅταν ὀδύνη ἔχῃ,
                            χλιάσματα προστιθέναι, καὶ πίνειν διδόναι <lb/>μέλι καὶ ὄξος ἑφθὸν, καὶ
                            ῥοφάνειν χυλὸν πτισάνης καὶ ἐπιπίνειν <lb/>οἶνον· ἢν δὲ πρὸς τὸ λουτρὸν
                            καὶ τὰ χλιάσματα πονέῃ καὶ μὴ ἀνέχηται, <lb/>προσφέρειν αὐτῷ ψύγματα,
                            καὶ πίνειν διδόναι κηρίον ἐν ὕδατι <lb/>ἀποβρέχων ὡς ψυχρότατον, καὶ
                            κεῖσθαι πρὸς τὸ ψῦχος ταῦτα ποιέειν· <lb/>ἡ δὲ νοῦσος χαλεπὴ καὶ
                            θαναπώδης. </p></div><pb n="92"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="59"><p>59. Ὁ πλεύμων προσπεσὼν ἐς τὸ πλευρόν· ἢν ὁ πλεύμων πρὸς <lb/>τὸ πλευρὸν
                            προσπέσῃ, βὴξ ἴσχει καὶ ὀρθοπνοίη, καὶ σίαλον βήσσεται <lb/>λευκὸν, καὶ
                            ὀδύνη τὸ στῆθος καὶ τὸ μετάφρενον ἴσχει, καὶ ὠθέει <lb/>προσκείμενος,
                            καὶ δοκέει τι ἐγκέεσθαι βαρὺ ἐν τοῖσι στήθεσι, καὶ <lb/>κεντέουσιν
                            ὀδύναι ὀξεῖαι, καὶ τρίζει οἷον μάσθλης, καὶ τὴν πνοιὴν <lb/>ἐπέχει· καὶ
                            ἐπὶ μὲν τὸ πονέον ἐνέχεται κατακείμενος, ἐπὶ δὲ τὸ <lb/>ὑγιὲς οὒ, ἀλλὰ
                            δοκέει τι αὐτῷ οἷον ἐκκρέμασθαι βαρὺ ἐκ τοῦ πλευροῦ, <lb/>καὶ διαπνέειν
                            δοκέει διὰ τοῦ στήθεος. Τοῦτον λούειν θερμῷ <lb/>πολλῷ δὶς τῆς ἡμέρης,
                            καὶ μελίκρητον πιπίσκειν, καὶ ἐκ τοῦ λουτροῦ, <lb/>οἶνον λευκὸν κεραννὺς
                            καὶ μέλι ὀλίγον, καὶ δαύκου καρπὸν <lb/>τρίψας καὶ τῆς κενταυρίης, διεὶς
                            τούτοισι, διδόναι χλιαρὸν καταῤῥοφάνειν· <lb/>καὶ προστιθέναι πρὸς τὸ
                            πλευρὸν ἐς ἀσκεῖον ἢ ἐς βοείην κύστιν <lb/>ὕδωρ χλιαρὸν ἐγχέων, καὶ
                            ταινίῃ συνδεῖν τὰ στήθεα, καὶ κεῖσθαι <lb/>ἐπὶ τὸ ὑγιὲς, καὶ τὸν χυλὸν
                            διδόναι τῆς πτισάνης χλιαρὸν, καὶ ἐπιπίνειν <lb/>οἶνον ὑδαρέα. Ἢν δὲ ἐκ
                            τρώματος τοῦτο γένηται ἢ τμηθέντι <lb/>ἐμπύῳ, γίνεται γὰρ, τούτῳ κύστιν
                            πρὸς σύριγγα προσδήσας, ἐμπιπλάναι <lb/>τῆς φύσης καὶ εἰσιέναι ἔσω, καὶ
                            μοτὸν στερεὸν κασσιτέρινον <lb/>ἐντιθέναι, καὶ ἀπωθέειν πρόσω. Οὕτω
                            διαιτῶν τυγχάνοις ἂν μάλιστα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="60"><p>60. Τοῦ πλευροῦ φῦμα· ἐπὴν ἐν πλευρῷ φῦμα ᾖ, βὴξ ἴσχει <lb/>σκληρὴ καὶ
                            ὀδύνη καὶ πυρετὸς, καὶ ἔγκειται βαρὺ ἐν τῷ πλευρῷ, καὶ <lb/>ὀδύνη ὀξέη
                            ἐς τὸ αὐτὸ ἀεὶ χωρίον λαμβάνει, καὶ δίψα ἰσχυρὴ, καὶ <lb/>ἀπερεύγεται τὸ
                            πόμα θερμὸν, καὶ ἐπὶ μὲν τὸ ἀλγέον οὐκ ἀνέχεται <lb/>κατακείμενος, ἐπὶ
                            δὲ τὸ ὑγιές· ἀλλ’ ἐπὴν κατακλίνῃ, δοκέει οἷόν <pb n="94"/> περ λίθος
                            ἐκκρέμασθαι, καὶ ἐξοιδέει, καὶ ἐξερεύθει, καὶ οἱ πόδες οἰδέουσιν.
                            <lb/>Τοῦτον τάμνειν ἢ καίειν· ἔπειτα ἀφιέναι τὸ πῦον, ἔστ’ ἂν
                            <lb/>γένηται δεκαταῖος, καὶ μοτοῦν ὠμολίνῳ· ἐπὴν δὲ γένηται δεκαταῖος,
                            <lb/>ἐξιεὶς τὸ πῦον πᾶν, ἐσιέναι οἶνον καὶ ἔλαιον χλιήνας, ὡς μὴ
                            ἐξαπίνης <lb/>ἀποξηρανθῇ, καὶ μοτοῦν ὀθονίῳ· ἐξιεὶς δὲ τὸ ἐγκεχυμένον,
                            ἐγχέειν <lb/>ἕτερον· ποιέειν δὲ ταῦτα πέντε ἡμέρας· ἐπὴν δὲ τὸ πῦον
                            λεπτὸν <lb/>ἀποῤῥέῃ οἷον πτισάνης χυλὸς καὶ ὀλίγον, καὶ κολλῶδες ἔν τῇ
                            χειρὶ <lb/>ψαυόμενον ᾖ, κασσιτέρινον μοτὸν ἐντιθέναι, καὶ ἐπὴν παντάπασι
                            <lb/>ξηρανθῇ, ἀποτάμνων τε τοῦ μοτοῦ ὀλίγον, ἀεὶ ξυμφύειν τὸ ἕλκος
                            <lb/>πρὸς τὸν μοτόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="61"><p>61. Ὕδερος πλεύμονος· ἢν ὕδερος ἐν τῷ πλεύμονι γένηται, <lb/>πυρετὸς καὶ
                            βὴξ ἴσχει, καὶ ἀναπνέει ἀθρόον, καὶ οἱ πόδες οἰδέουσι, <lb/>καὶ οἱ
                            ὄνυχες ἕλκονται πάντες, καὶ πάσχει οἷά περ ἔμπυος γενόμενος,
                            <lb/>βληχρότερον δὲ καὶ πολυχρονιώτερον· καὶ ἢν ἐγχέῃς ἢ πυριᾷς ἢ
                            θυμιᾷς, <lb/>οὐχ ὁμαρτέει πῦον· τούτῳ ἂν γνοίης ὅτι οὐ πῦον, ἀλλὰ ὕδωρ
                            <lb/>ἐστί· καὶ ἢν πολλὸν χρόνον προσέχων τὸ οὖς ἀκουάζῃ πρὸς τὰ πλευρὰ,
                            <lb/>ζέει ἔσωθεν οἷον ὄξος. Καὶ ἕως μέν τινος ταῦτα πάσχει, ἔπειτα δὲ
                            <lb/>ῥήγνυται πρὸς τὴν κοιλίην· καὶ αὐτίκα μὲν δοκέει ὑγιὴς εἶναι καὶ
                            <lb/>τῆς νούσου ἀπηλλάχθαι, τῷ δὲ χρόνῳ ἡ κοιλίη ἐμπίπραται, καὶ τά
                            <lb/>τε αὐτὰ κεῖνα πάσχει καὶ μᾶλλον· ἔνιοι δὲ καὶ οἰδίσκονται τὴν
                            γαστέρα <lb/>καὶ τὴν ὄσχην καὶ τὸ πρόσωπον, καὶ ἔνιοι δοκέουσιν εἶναι
                            ἀπὸ <lb/>τῆς κοιλίης τῆς κάτω, ὁρῶντες τὴν γαστέρα μεγάλην καὶ τοὺς
                            πόδας <lb/>οἰδέοντας· οἰδίσκεται δὲ ταῦτα, ἢν ὑπερβάλῃς τὸν καιρὸν τῆς
                            τομῆς. <lb/>Τοῦτον χρὴ, ἢν μὲν ἀποιδήσῃ ἔξω, ταμόντα διὰ τῶν πλευρέων
                            ἰῆσθαι· <pb n="96"/> ἢν δὲ μὴ ἀποιδέῃ, λούσαντα πολλῷ θερμῷ, καθίσαι
                            ὥσπερ τοὺς <lb/>ἐμπύους, καὶ ὅπη ἂν ψοφέῃ, ταύτῃ τάμνειν· βούλεσθαι δὲ
                            ὡς κατωτάτω, <lb/>ὅκως τοι εὔροον ἔῃ. Ἐπὴν δὲ τάμῃς, μοτοῦν ὠμολίνῳ,
                            <lb/>παχὺν καὶ ἔπακρον ποιήσας τὸν μοτὸν, καὶ ἀφιέναι τοῦ ὕδατος
                            φειδόμενος <lb/>ὡς ἐλάχιστα. Καὶ ἢν μέν σοι ἐν τῷ μοτῷ πῦον περιγένηται
                            <lb/>πεμπταίῳ ἐόντι ἢ ἑκταίῳ, ὡς τὰ πολλὰ ἐκφυγγάνει· ἢν δὲ μὴ
                            περιγένηται, <lb/>ἐπὴν ἐξεράσῃς τὸ ὕδωρ, δίψα ἐπιλαμβάνει καὶ βήξ, καὶ
                            <lb/>ἀποθνήσκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="62"><p>62. Στῆθος ἢ μετάφρενον ῥαγέν· ἢν τὸ στῆθος ἢ τὸ μετάφρενον <lb/>ῥαγῇ,
                            ὀδύναι ἴσχουσι τὸ στῆθος καὶ τὸ μετάφρενον διαμπερὲς, καὶ <lb/>θέρμη
                            ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε ἐπιλαμβάνει, καὶ τὸ σίαλον ὕφαιμον βήσσεται, <lb/>τὸ
                            δ’ οἷον θρὶξ διατρέχει διὰ τοῦ σιάλου αἱματώδης· μάλιστα δὲ <lb/>ταῦτα
                            πάσχει, ἢν τῇσι χερσί τι πονήσῃ ἢ ἐφ’ ἄμαξαν ἐπιβῇ ἢ ἐφ’ <lb/>ἵππον.
                            Τοῦτον καίειν καὶ ἔμπροσθεν καὶ ἐξόπισθεν μοίρῃ ἴσῃ ἑκάτερον, <lb/>καὶ
                            οὕτως ὑγιὴς γίνεται· ἐπισχεῖν δὲ τῶν πόνων ἐνιαυτὸν, καὶ <lb/>παχῦναι ἐκ
                            τῆς καύσιος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="63"><p>63. Πυρετὸς καυσώδης· πυρετὸς ἴσχει καὶ δίψα ἰσχυρὴ, καὶ ἡ <lb/>γλῶσσα
                            τρηχείη καὶ μέλαινα καὶ χλωρὴ καὶ ξηρὴ καὶ ἐξέρυθρος <lb/>ἰσχυρῶς, καὶ
                            οἱ ὀφθαλμοὶ χλωροὶ, καὶ ἀποπατέει ἐρυθρὸν καὶ χλωρὸν, <lb/>καὶ οὐρέει
                            τοιοῦτο, καὶ πτύει πολλόν· πολλάκις δὲ καὶ μεθίσταται <lb/>ὡς ἐπὶ
                            περιπλευμονίην, καὶ παρακόπτει· τούτῳ ἂν γνοίης ὅτι <lb/>περιπλευμονίη
                            γίνεται. Οὗτος ἢν μὲν γένηται περιπλευμονικὸς, <lb/>ἢν τεσσαρεσκαίδεκα
                            ἡμέρας ὑπερφύγῃ, ὑγιὴς γίνεται· ἢν δὲ γένηται <pb n="98"/> ἐν
                            ὀκτωκαίδεκα ἡμέρῃσιν, ἢν μὲν ἀκάθαρτος γενόμενος ἔμπυος <lb/>γένηται,
                            τοῦτον χρὴ πίνειν τὸ ἀπὸ τοῦ κρίμνου, καὶ μεταπίνειν ὄξος <lb/>ὡς
                            εὐωδέστατον λευκὸν, καὶ ῥοφάνειν τὸν χυλὸν τῆς πτισάνης δὶς τῆς
                            <lb/>ἡμέρης, ἢν δὲ ἀσθενὴς ᾖ, τρὶς, καὶ ἐπιπίνειν οἶνον οἰνώδεα, λευκὸν,
                            <lb/>ὑδαρέα, καὶ λούειν ὡς ἐλάχιστα· ἢν δὲ ἔμπυος γένηται, διαιτᾷν ὡς
                            <lb/>ἔμπυον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="64"><p>64. Πυρετὸς λυγγώδης· πυρετὸς ἴσχει σπερχνὸς, καὶ ῥῖγος, καὶ <lb/>βὴξ,
                            καὶ λὺγξ, καὶ βήσσει ἅμα τῷ σιάλῳ θρόμβους αἵματος, καὶ <lb/>ἑβδομαῖος
                            ἀποθνήσκει· ἢν δὲ δέκα ἡμέρας ὑπερφύγῃ, ῥᾴων γίνεται· <lb/>εἰκοστῇ δὲ
                            ἡμέρῃ ἐμπυΐσκεται, καὶ βήσσει τὰς πρώτας ἡμέρας πῦον <lb/>ὀλίγον, ἔπειτα
                            ἐπιπλέον· καθαίρεται δὲ ἐν τεσσαράκοντα ἡμέρῃσι. <lb/>Τοῦτον τὰς μὲν
                            πρώτας ἡμέρας πιπίσκειν τὸ ὄξος καὶ τὸ μέλι ἑφθὸν, <lb/>καὶ μεταμίσγειν
                            ὄξος καὶ ὕδωρ ὑδαρὲς ποιέων· ῥοφάνειν δὲ χυλὸν <lb/>πτισάνης μέλι ὀλίγον
                            παραμίσγων, καὶ οἶνον ἐπιπίνειν λευκὸν οἰνώδεα· <lb/>ἐπὴν δὲ δέκα ἡμέραι
                            παρέλθωσιν, ἢν τὸ πῦρ παύσηται καὶ τὸ <lb/>πτύαλον καθαρὸν ᾖ, τὴν
                            πτισάνην ὅλην ῥοφανέτω ἢ τὸν κέγχρον· ἢν <lb/>δὲ εἰκοσταῖος τὸ πῦον
                            πτύσῃ, πινέτω, κόψας καὶ σήσας τὸν ἐλελίσφακον <lb/>καὶ πήγανον καὶ
                            θύμβρην καὶ ὀρίγανον καὶ ὑπερικὸν, ἴσον ἑκάστου <lb/>ξυμμίσγων, ὅσον
                            σκαφίδα σμικρὴν ξυμπάντων, καὶ ἀλφίτων <lb/>τὸ αὐτὸ ἐπὶ οἴνῳ γλυκεῖ
                            κεκρημένῳ, νήστει πίνειν· καὶ ῥοφανέτω <lb/>ἢν χειμὼν ᾖ ἢ μετότωρον ἢ
                            ἔαρ· ἢν δὲ θέρος ᾖ, μή· ἀλλ’ ἀμυγδάλια <lb/>τρίβων καὶ σικύου σπέρμα
                            πεφωσμένον καὶ σήσαμον ἴσον ἑκάστου, <lb/>σύμπαν δὲ ὅσον σκαφίδα,
                            ἐπιχέας ὕδατος ὅσον κοτύλην αἰγιναίαν, <lb/>ἄλητον ἐπιπάσσων καὶ κηρίον,
                            τοῦτο ῥοφανέτω μετὰ τὸ πόμα· <lb/>σιτίοισι δὲ χρήσθω λιπαροῖσι καὶ
                            ἁλμυροῖσι καὶ θαλασσίοισι μᾶλλον <lb/>ἢ κρέασι· λούσθω δὲ θερμῷ, τὴν
                            κεφαλὴν ὡς ἐλάχιστα. Ταῦτα <lb/>ποιέων ἀπαλλάσσεται τῆς νούσου. </p></div><pb n="100"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="65"><p>65. Νοῦσος ἡ καλουμένη λήθαργος· βὴξ ἴσχει, καὶ τὸ σίαλον <lb/>πτύει
                            πουλὺ καὶ ὑγρὸν, καὶ φλυηρέει, καὶ ὅταν παύσηται φλυηρέων, <lb/>εὕδει,
                            καὶ ἀποπατέει κάκοδμον. Τοῦτον πιπίσκειν τὸ ἀπὸ τοῦ κρίμνου, <lb/>καὶ
                            μεταπιπίσκειν οἶνον λευκὸν οἰνώδεα, καὶ ῥοφάνειν τὸν χυλὸν <lb/>τῆς
                            πτισάνης· ξυμμίσγειν δὲ σίδης χυλὸν· καὶ οἶνον ἐπιπίνειν οἰνώδεα
                            <lb/>λευκὸν, καὶ μὴ λούειν. Οὗτος ἐν ἑπτὰ ἡμέρῃσιν ἀποθνήσκει· ἢν
                            <lb/>δὲ ταύτας ὑπερφύγῃ, ὑγιὴς γίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="66"><p>66. Ἑτέρη νοῦσος ἡ λεγομένη αὐαντή· οὐκ ἀνέχεται ἄσιτος <lb/>οὐδὲ
                            βεβρωκὼς, ἀλλ’ ὅταν μὲν ἄσιτος ᾖ, τὰ σπλάγχνα μύζει, καὶ
                            <lb/>καρδιώσσει, καὶ ἐμέει ἄλλοτε ἀλλοῖα, καὶ χολὴν καὶ σίαλα καὶ λάπην
                            <lb/>καὶ δριμὺ, καὶ ἐπὴν ἐμέσῃ, ῥᾴων δοκέει εἶναι ἐπ’ ὀλίγον· ἐπὴν
                            <lb/>δὲ φάγῃ, ἐρύγματά οἱ γίνεται, καὶ φλογιᾷ, καὶ ἀποπατήσειν αἰεὶ
                            <lb/>οἴεται πουλύ· ἐπὴν δὲ καθίζηται, φῦσα ὑποχωρέει· καὶ τὴν κεφαλὴν
                            <lb/>ὀδύνη ἔχει, καὶ τὸ σῶμα πᾶν ὥσπερ ῥαφὶς κεντέειν δοκέει ἄλλοτε
                            <lb/>ἄλλῃ, καὶ τὰ σκέλεα βαρέα καὶ ἀσθενέα, καὶ μινύθει καὶ ἀσθενὴς
                            <lb/>γίνεται. Τοῦτον φάρμακον πιπίσκειν, πρῶτον μὲν κάτω, ἔπειτα δὲ
                            <lb/>ἄνω, καὶ τὴν κεφαλὴν καθαίρειν· καὶ σιτίων ἀπέχεσθαι γλυκέων καὶ
                            <lb/>ἐλαιηρῶν καὶ πιόνων καὶ θωρηξίων· ἐμέειν δὲ τοῖσι χυλοῖσι καὶ ἀπὸ
                            <lb/>σιτίων, καὶ τὴν ὥρην ὄνου γάλα ἢ ὀῤῥὸν πιπίσκων, φάρμακον
                            προσπῖσαι, <lb/>ὁκοτέρου ἄν σοι δοκέῃ μᾶλλον δεῖσθαι· ψυχρολουτέειν δὲ
                            τὸ <lb/>θέρος καὶ τὸ ἔαρ, τὸ φθινόπωρον δὲ καὶ τὸν χειμῶνα ἀλείμματι
                            χρῆσθαι, <lb/>καὶ περιπατέειν, καὶ γυμνάζεσθαι ὀλίγα· ἢν δὲ ἀσθενέστερος
                            <lb/>ᾖ ἢ ὥστε γυμνάζεσθαι, ὁδοιπορίῃ χρῆσθαι· καὶ σιτίοισι ψυχροῖσι <pb n="102"/> καὶ διαχωρητικοῖσι χρήσθω· καὶ ἢν ἡ γαστὴρ μὴ ὑποχωρέῃ,
                            ὑποκλύζειν <lb/>κλύσματι μαλθακῷ. Ἡ δὲ νοῦσος χρονίη καὶ ἀπογηράσκοντας,
                            <lb/>ἢν μέλλῃ, ἀπολείπει· ἢν δὲ μὴ, συναποθνήσκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="67"><p>67. Πυρετὸς ὁ φονώδης λεγόμενος· πυρετὸς ἴσχει καὶ ῥῖγος, καὶ <lb/>αἱ
                            ὀφρύες ἐπικρέμασθαι δοκέουσι, καὶ τὴν κεφαλὴν ἀλγέει, καὶ <lb/>ἐμέει
                            σίαλον θερμὸν καὶ χολὴν πολλήν· ἐνίοτε καὶ κάτω ὑποχωρέει· <lb/>καὶ τοὺς
                            ὀφθαλμοὺς αἱ χῶραι οὐ χωρέουσι, καὶ ὀδύνη ἐς τὸν αὐχένα <lb/>καὶ ἐς τοὺς
                            βουβῶνας ἴσχει· καὶ δυσθενεῖ καὶ φλυηρέει, Οὗτος <lb/>ἑβδομαῖος ἢ καὶ
                            πρότερον ἀποθνήσκει· ἢν δὲ ταύτας ὑπερφύγῃ, ὡς τὰ <lb/>πολλὰ ὑγιαίνει· ἡ
                            δὲ νοῦσος θανατώδης. Τούτῳ ψύγματα χρὴ προσίσχειν <lb/>πρὸς τὰ σπλάγχνα
                            καὶ πρὸς τὴν κεφαλὴν, καὶ πίνειν διδόναι <lb/>ἐρείξαντα τὰς κάχρυς σὺν
                            τοῖσιν ἀχύροισιν, ἀποβρέχοντα, ἀπηθέοντα <lb/>τὸ ὕδωρ, ἐν τούτῳ
                            μελίκρητον ποιέοντα, ὑδαρὲς τοῦτο διδόναι· σιτίον <lb/>δὲ μὴ προσφέρειν
                            μηδὲ ῥόφημα ἑπτὰ ἡμερέων ἄχρις, ἢν μὴ <lb/>ἀσθενής σοι δοκέῃ εἶναι· ἢν
                            δὲ ᾖ, χυλὸν πτισάνης ψυχρὸν καὶ λεπτὸν <lb/>ὀλίγον διδόναι δὶς τῆς
                            ἡμέρης, καὶ ἐπιπίνειν ὕδωρ· ἐπὴν δὲ ἑπτὰ <lb/>ἡμέραι παρέλθωσι καὶ τὸ
                            πῦρ μεθῇ, κέγχρον λείχειν· ἐς ἑσπέρην δὲ <lb/>κολοκύνθην ἢ τεῦτλα
                            διδόναι ὀλίγα, καὶ οἶνον λευκὸν ὑδαρέα ἐπιπίνειν, <lb/>ἔστ’ ἂν γένηται
                            ἐνναταῖος· ἔπειτα σιτίῳ ὡς ἐλαχίστῳ διαχρήσθω, <lb/>ἀριστιζόμενος
                            κέγχρον· λουτρῷ δὲ, ἔστ’ ἂν ἡ ὀδύνη ἔχῃ καὶ ὁ <lb/>πυρετὸς, μὴ χρήσθω·
                            ἐπὴν δὲ παύσηται, λούσθω πολλῷ· ἢν δὲ <lb/>ἡ γαστὴρ μὴ ὑποχωρέῃ,
                            ὑποκλύζειν κλύσματι μαλθακῷ, ἢ βαλάνους <lb/>προστιθέναι. Ἐπὴν δὲ
                            ἰσχύσῃ, προσθεὶς πρὸς τὰς ῥῖνας φάρμακον <lb/>μαλθακὸν, τὴν κοιλίην κάτω
                            κάθηρον· ἔπειτα γάλα ὄνου μετάπισον. </p></div><pb n="104"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="68"><p>68. Πελίη νοῦσος· πυρετὸς ἴσχει ξηρὸς καὶ φρὶξ ἄλλοτε καὶ <lb/>ἄλλοτε,
                            καὶ τὴν κεφαλὴν ἀλγέει, καὶ τὰ σπλάγχνα ὀδύνη ἔχει, καὶ <lb/>ἐμέει
                            χολὴν, καὶ ὅταν ἡ ὀδύνη ἔχῃ, οὐ δύναται ἐνορᾷν, ἀλλὰ βαρύνεται· <lb/>καὶ
                            ἡ γαστὴρ σκληρὴ γίνεται, καὶ ἡ χροιὴ πελιδνὴ, καὶ τὰ χείλεα <lb/>καὶ τῶν
                            ὀφθαλμῶν τὰ λευκὰ πελιδνὰ, καὶ ἐξορᾷ ὡς ἀγχόμενος· <lb/>ἐνίοτε καὶ τὴν
                            χροιὴν μεταβάλλει, καὶ ἐκ πελιδνοῦ ὑπόχλωρος γίνεται. <lb/>Τοῦτον
                            φάρμακον πιπίσκειν καὶ κάτω καὶ ἄνω, καὶ ὑποκλύζειν, <lb/>καὶ ἀπὸ τῆς
                            κεφαλῆς ἀποκαθαίρειν, καὶ θερμῷ ὡς ἥκιστα λούειν, <lb/>ἀλλὰ ἐπὴν
                            λούηται, εἱληθερεῖν, καὶ ὀῤῥὸν τὴν ὥρην καὶ γάλα ὄνου <lb/>πιπίσκειν,
                            καὶ σιτίοισιν ὡς μαλθακωτάτοισι χρῆσθαι καὶ ψυχροῖσιν, <lb/>ἀπεχόμενον
                            τῶν δριμέων καὶ τῶν ἁλμυρῶν· λιπαρωτέροισι δὲ καὶ <lb/>γλυκυτέροισι καὶ
                            πιοτέροισι χρήσθω. Ἡ δὲ νοῦσος ὡς τὰ πολλὰ συναποθνήσκει <lb/>τῷ
                            κάμνοντι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="69"><p>69. Νοῦσος ἐρυγματώδης· ὀδύνη λάζεται ὀξέη, καὶ πονέει ἰσχυρῶς, <lb/>καὶ
                            ῥιπτάζει αὐτὸς ἑωυτὸν, καὶ βοᾷ, καὶ ἐρεύγεται θαμινὰ, καὶ <lb/>ἐπὴν
                            ἀπερύγῃ, δοκέει ῥᾴων εἶναι· πολλάκις δὲ καὶ χολὴν ἀπεμέει ὀλίγην
                            <lb/>ὅσον βρόχθον· καὶ ὀδύνη λαμβάνει ἀπὸ τῶν σπλάγχνων ἐς τὴν
                            <lb/>νειαίρην γαστέρα καὶ τὴν λαπάρην, καὶ ἐπὴν τοῦτο γένηται, ῥᾴων
                            <lb/>δοκέει εἶναι, καὶ ἡ γαστὴρ φυσᾶται καὶ σκληρὴ γίνεται καὶ ψοφέει,
                            <lb/>καὶ ἡ φῦσα οὐ διαχωρέει οὐδὲ ὁ ἀπόπατος. Τοῦτον ἢν ὀδύνη ἔχῃ,
                            <lb/>λούειν πολλῷ θερμῷ, καὶ χλιάσματα προστιθέναι· ὅταν δὲ ἐν τῇ
                            <lb/>γαστρὶ ἡ ὀδύνη ᾖ καὶ ἡ φῦσα, ὑποκλύζειν, καὶ τῆς λινοζώστιος ἑψῶν
                            <lb/>τὸν χυλὸν ξυμμίσγειν τῆς πτισάνης τῷ χυλῷ, καὶ ἐπιπίνειν οἶνον <pb n="106"/> γλυκὺν ὑδαρέα· σιτίον δὲ μὴ προσφέρειν ἔστ’ ἂν ἡ ὀδύνη
                            χαλάσῃ· <lb/>πινέτω δὲ ἓξ ἡμέρας, ἐκ νυκτὸς στέμφυλα βρέχων γλυκέα, τὸ
                            ὕδωρ <lb/>τὸ ἀπὸ τούτων· ἢν δὲ μὴ ἔχῃ στέμφυλα, μέλι καὶ ὄξος ἑφθόν·
                            ἐπὴν <lb/>δὲ τῆς ὀδύνης ἀποκινήσῃ, φαρμάκῳ κάτω τὴν κοιλίην καθαίρειν·
                            <lb/>σιτίοισι δὲ χρήσθω μαλθακοῖσι καὶ ὑποχωρητικοῖσι, καὶ θαλασσίοισι
                            <lb/>μᾶλλον ἢ κρέασι, κρέασι δὲ ὀρνιθείοισι καὶ μηλείοισιν ἑφθοῖσι, καὶ
                            <lb/>τεῦτλα καὶ κολοκύνθην, τῶν δ’ ἄλλων ἀπέχεσθαι. Ἡ δὲ νοῦσος
                            <lb/>ὅταν μὲν νέον λάβῃ, χρόνῳ ἐξέρχεται· ἢν δὲ πρεσβύτερον,
                            <lb/>συναποθνήσκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="70"><p>70. Νοῦσος φλεγματώδης· λάζεται μὲν καὶ ἄνδρα, μᾶλλον δὲ <lb/>γυναῖκα·
                            καὶ παχείη μέν ἐστι καὶ εὔχρως, ὁδοιπορέουσα δὲ ἀσθενέει, <lb/>μάλιστα
                            δὲ ἐπὴν πρὸς αἶπος ἴῃ· καὶ πυρετὸς λεπτὸς λαμβάνει, <lb/>ἐνίοτε καὶ
                            πνίγμα· καὶ ἀπεμέει μὲν, ὅταν ἄσιτος ᾖ, χολὴν καὶ <lb/>σίαλα πολλὰ,
                            πολλάκις δὲ καὶ ὅταν φάγῃ, τοῦ δὲ σιτίου οὐδέν· καὶ <lb/>ὅταν πονήσῃ,
                            ὀδυνᾶται ἄλλοτε ἄλλῃ τὸ στῆθος καὶ τὸ μετάφρενον, <lb/>καὶ καταπίμπλαται
                            πομφῶν ὡς ὑπὸ κνίδης. Τοῦτον φάρμακον πιπίσκειν, <lb/>καὶ ὀῤῥὸν καὶ γάλα
                            ὄνου πινέτω ἢν δὲ ὀῤῥοποτέῃ, προπῖσαι <lb/>φάρμακον κάτω ὡς πλείστας
                            ἡμέρας· καὶ ἢν ἀπολήγῃ τῆς ὀῤῥοποτίης, <lb/>μεταπιέτω γάλα ὄνειον· ἐπὴν
                            δὲ πίνῃ, σιτίων μὲν ἀπεχέσθω· <lb/>οἶνον δὲ πινέτω ὡς ἥδιστον, ἐπὴν
                            παύσηται καθαιρόμενος· ἐπὴν <lb/>δὲ ἀπολήξῃ τῆς πόσιος, ἀριστιζέσθω μὲν
                            κέγχρον, ἐς ἑσπέρην δὲ <lb/>σιτίῳ ὡς μαλθακωτάτῳ χρήσθω καὶ ἐλαχίστῳ·
                            ἀπεχέσθω δὲ πιόνων <lb/>καὶ γλυκέων καὶ ἐλαιηρῶν· καὶ ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε,
                            μάλιστα τοῦ <pb n="108"/> χειμῶνος. ἀπεμεέτω τῷ φακίῳ, λάχανα προτρώγων·
                            καὶ θερμῷ <lb/>ὡς ἥκιστα λούσθω, ἀλλὰ εἱληθερεέτω. Ἡ δὲ νοῦσος
                            <lb/>συναποθνήσκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="71"><p>71. Φλέγμα λευκόν· οἰδέει ἅπαν τὸ σῶμα λευκῷ οἰδήματι, καὶ <lb/>ἡ γαστὴρ
                            παχέη ψαυομένη, καὶ οἱ πόδες καὶ οἱ μηροὶ οἰδέουσι καὶ <lb/>αἱ κνῆμαι
                            καὶ ἡ ὄσχη, καὶ ἀναπνεῖ ἀθρόον, καὶ τὸ πρόσωπον ἐνερευθὲς, <lb/>καὶ τὸ
                            στόμα ξηρὸν, καὶ δίψα ἴσχει, καὶ ἐπὴν φάγῃ, τὸ πνεῦμα <lb/>πυκνὸν
                            ἐπιπίπτει· οὗτος τῆς αὐτῆς ἡμέρης τοτὲ μὲν ῥᾴων γίνεται, <lb/>τοτὲ δὲ
                            κάκιον ἴσχει. Τούτῳ ἢν μὲν ἡ γαστὴρ ταραχθῇ αὐτομάτη <lb/>ἀρχομένης τῆς
                            νούσου, ἐγγυτάτω ὑγιὴς γίνεται· ἢν δὲ μὴ ταραχθῇ, <lb/>φάρμακον διδόναι
                            κάτω, ὑφ’ οὗ ὕδωρ καθαρεῖται, καὶ θερμῷ μὴ <lb/>λούειν, καὶ πρὸς τὴν
                            αἰθρίην κομίζειν, καὶ τὴν ὄσχην ἀποτύπτειν, <lb/>ἐπὴν πίμπρηται·
                            σιτίοισι δὲ χρήσθω ἄρτῳ καθαρῷ ψυχρῷ καὶ τεύτλῳ <lb/>καὶ σκορπίοισιν
                            ἑφθοῖσι καὶ σελάχεσι καὶ κρέασι τετριμμένοισι μηλείοισιν <lb/>ἑφθοῖσι·
                            τῷ δὲ ζωμῷ ὡς ἐλαχίστῳ, καὶ ψυχρὰ πάντα, καὶ <lb/>μὴ γλυκέα μηδὲ λιπαρὰ,
                            ἀλλὰ τετριμμένα καὶ ὀξέα καὶ δριμέα, <lb/>πλὴν σκορόδου ἢ κρομύου ἢ
                            πράσου· ὀρίγανον δὲ καὶ θύμβρην πολλὴν <lb/>ἐσθίειν, καὶ οἶνον ἐπιπίνειν
                            οἰνώδεα, καὶ ὁδοιπορέειν πρὸ τοῦ <lb/>σιτίου. Ἢν δ’ ὑπὸ τῶν φαρμάκων
                            οἰδίσκηται, κλύζειν, καὶ τῷ σιτίῳ <lb/>πιέζειν καὶ περιπάτοισι καὶ
                            ἀλουσίῃ· φάρμακα δὲ ὡς ἐλάχιστα δοῦναι, <lb/>ἄνω δὲ μηδ’ ἔμπροσθεν ἢ τὰ
                            οἰδήματα κατέλθῃ ἐς τὸ κάτω· ἢν <lb/>δὲ ἰσχνοῦ ἤδη ἐόντος πνίγμα ἐν
                            τοῖσι στήθεσιν ἐγγίνηται, ἑλλέβορον <lb/>δὸς πιέειν, καὶ τὴν κεφαλὴν
                            καθῆραι, κἄπειτα κάτω πῖσαι. Ἡ δὲ <lb/>νοῦσος μάλιστα διακρίνει ἐν
                            οὐδενί. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="72"><p>72. Φροντὶς νοῦσος χαλεπή· δοκέει ἐν τοῖσι σπλάγχνοισιν εἶναι <pb n="110"/> οἷον ἄκανθα καὶ κεντέειν, καὶ ἄση αὐτὸν λάζεται, καὶ τὸ φῶς φεύγει
                            <lb/>καὶ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ τὸ σκότος φιλέει, καὶ φόβος λάζυται, καὶ αἱ
                            <lb/>φρένες οἰδέουσιν ἐκτὸς, καὶ ἀλγέει ψαυόμενος, καὶ φοβεῖται, καὶ
                            δείματα <lb/>ὁρᾷ καὶ ὀνείρατα φοβερὰ καὶ τοὺς τεθνηκότας ἐνίοτε· καὶ ἡ
                            νοῦσος <lb/>ἐνίοτε τοὺς πλείστους λαμβάνει τοῦ ἦρος. Τοῦτον πιπίσκειν
                            ἑλλέβορον, <lb/>καὶ τὴν κεφαλὴν καθαίρειν, καὶ μετὰ τὴν κάθαρσιν τῆς
                            <lb/>κεφαλῆς κάτω πῖσαι φάρμακον, καὶ μετὰ ταῦτα πίνειν γάλα ὄνου·
                            <lb/>σιτίοισι δὲ χρῆσθαι ὡς ἐλαχίστοισιν, ἢν μὴ ἀσθενὴς ᾖ, καὶ ψυχροῖσι
                            <lb/>καὶ διαχωρητικοῖσι καὶ μὴ δριμέσι μηδ’ ἁλμυροῖσι μηδὲ λιπαροῖσι
                            <lb/>μηδὲ γλυκέσι· μηδὲ θερμῷ λούσθω, μηδὲ οἶνον πινέτω, ἀλλὰ μάλιστα
                            <lb/>μὲν ὕδωρ· εἰ δὲ μὴ, οἶνον ὑδαρέα· μηδὲ γυμναζέσθω, μηδὲ
                            περιπατείτω. <lb/>Ταῦτα ποιέων ἀπαλλάσσεται τῆς νούσου χρόνῳ· ἢν δὲ μὴ
                            <lb/>ἐπιμελήσῃ, ξυναποθνήσκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="73"><p>73. Μέλαινα νοῦσος· μέλαν ἐμέει οἷον τρύγα, ὁτὲ μὲν αἱματῶδες, <lb/>ὁτὲ
                            δὲ οἷον οἶνον τὸν δεύτερον, ὁτὲ δὲ οἷον πολύπου θολὸν, ὁτὲ <lb/>δὲ δριμὺ
                            οἷον ὄξος, ὁτὲ δὲ σίαλον καὶ λάπην, ὁτὲ δὲ χολὴν χλωρήν· <lb/>καὶ ὅταν
                            μὲν τὸ μέλαν τὸ αἱματῶδες ἐμέῃ, δοκέει οἷον φόνου ὄζειν, <lb/>καὶ ἡ
                            φάρυγξ καὶ τὸ στόμα καίεται ὑπὸ τοῦ ἐμέσματος, καὶ τοὺς ὀδόντας
                            <lb/>αἱμωδιᾷ, καὶ τὸ ἔμεσμα τὴν γῆν αἴρει, καὶ ἐπὴν ἀπεμέσῃ, δοκέει
                            <lb/>ῥᾴων εἶναι ἐπ’ ὀλίγον· καὶ οὐκ ἀνέχεται οὔτ’ ἄσιτος ὢν οὔτε πλέον
                            <lb/>βεβρωκὼς, ἀλλ’ ὁκόταν μὲν ἄσιτος ᾖ, τὰ σπλάγχνα μύζει, καὶ τὰ
                            <lb/>σίαλα ὀξέα· ὅταν δέ τι φάγῃ, βάρος ἐπὶ τοῖσι σπλάγχνοισι, καὶ τὸ
                            <lb/>στῆθος καὶ τὸ μετάφρενον δοκέει οἷον ῥαφίοισι κεντεῖσθαι, καὶ τὰ
                            <lb/>πλευρὰ ἔχει ὀδύνη, καὶ πυρετὸς βληχρὸς, καὶ τὴν κεφαλὴν ἀλγέει, <pb n="112"/> καὶ τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν οὐχ ὁρᾷ, καὶ τὰ σκέλεα βαρέα, καὶ ἡ
                            χροιὴ <lb/>μέλαινα, καὶ μινύθει, Τοῦτον φάρμακον πιπίσκειν θαμὰ καὶ
                            ὀῤῥὸν <lb/>καὶ γάλα τὴν ὥρην, καὶ σιτίων ἀπέχειν γλυκέων καὶ ἐλαιηρῶν
                            καὶ <lb/>πιόνων, καὶ χρῆσθαι ὡς ψυχροτάτοισι καὶ ὑποχωρητικωτάτοισι, καὶ
                            <lb/>τὴν κεφαλὴν καθαίρειν, καὶ μετὰ τὰς φαρμακοποσίας τὰς ἄνω ἀπὸ
                            <lb/>τῶν χειρῶν τοῦ αἵματος ἀφιέναι, ἢν μὴ ἀσθενὴς ᾖ· ἢν δὲ ἡ κοιλίη
                            <lb/>μὴ ὑποχωρέῃ, ὑποκλύζειν μαλθακῷ κλύσματι, καὶ θωρηξίων· ἀπέχεσθαι
                            <lb/>καὶ λαγνείης· ἢν δὲ λαγνεύῃ, νῆστις πυριᾶσθαι· καὶ τοῦ ἡλίου
                            <lb/>ἀπέχεσθαι, μηδὲ γυμνάζεσθαι πολλὰ, μηδὲ περιπατέειν, μηδὲ
                            θερμολουτέειν, <lb/>μηδὲ δριμέα ἐσθίειν μηδὲ ἁλυκά. Ταῦτα ποιέειν, καὶ
                            <lb/>ἅμα τῇ ἡλικίῃ ἀποφεύγει, καὶ ἡ νοῦσος καταγηράσκει σὺν τῷ σώματι·
                            <lb/>ἢν δὲ μὴ μελεδανθῇ, συναποθνήσκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="74"><p>74. Ἄλλη μέλαινα νοῦσος· ὑπόπυῤῥος καὶ ἰσχνὸς καὶ τοὺς <lb/>ὀφθαλμοὺς
                            ὑπόχλωρος γίνεται, καὶ λεπτόδερμος καὶ ἀσθενὴς τελέθει· <lb/>ὅσῳ δ’ ἂν
                            χρόνος πλείων ᾖ, ἡ νοῦσος μᾶλλον πονέει καὶ ἐμέει πᾶσαν <lb/>ὥρην οἷον
                            σταλαγμὸν ὀλίγον κατὰ δύο βρόχθους, καὶ τὸ σιτίον <lb/>θαμινὰ, καὶ σὺν
                            τῷ σιτίῳ χολὴν καὶ φλέγμα, καὶ μετὰ τὴν ἔμεσιν <lb/>ἀλγέει τὸ σῶμα πᾶν,
                            ἔστι δ’ ὅτε καὶ πρὶν ἐμέσαι· καὶ φρῖκαι λεπταὶ <lb/>καὶ πυρετὸς ἴσχει,
                            καὶ πρὸς τὰ γλυκέα καὶ ἐλαιώδεα μάλιστα ἐμέει. <lb/>Τοῦτον καθαίρειν χρὴ
                            φαρμάκοισι καὶ κάτω καὶ ἄνω, καὶ μεταπιπίσκειν <lb/>γάλα· ὄνου, καὶ
                            σιτίοισι· χρῆσθαι ὡς μαλθακωτάτοισι καὶ ψυχροῖσιν, <lb/>ἰχθύσιν
                            ἀκταίοισι καὶ σελάχεσι καὶ τεύτλοισι καὶ κολοκύντῃσι <lb/>καὶ κρέασι
                            τετριμμένοισίν, οἶνον δὲ πίνειν λευκὸν οἰνώδεα <lb/>ὑδαρέστερον·
                            ταλαιπωρίῃ δὲ ἐν περιπάτοισι χρῆσθαι, καὶ μὴ θερμολουτέειν, <lb/>καὶ τοῦ
                            ἡλίου ἀπέχεσθαι. Ταῦτα ποιέειν, ἡ δὲ νοῦσος θανατώδης <lb/>μὲν οὔ,
                            ξυγκαταγηράσκει δὲ. </p></div><pb n="114"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="75"><p>75. Σφακελώδης· τὰ ἄλλα μὲν τὰ αὐτὰ πάσχει, ἐμέει δὲ θρόμβους
                            <lb/>πεπηγότας χολῆς καὶ κάτω ὁμοίως, ἐπὴν τὰ σιτία ἀποπατήσῃ. <lb/>Δρᾷν
                            δὲ χρὴ τὰ αὐτὰ ἅπερ ἐπὶ τῆς προτέρης ἐλέχθη, καὶ ὑποκλύζειν. </p></div></div><div type="textpart" subtype="book" n="3"><pb n="118"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΝΟΥΣΩΝ ΤΟ ΤΡΙΤΟΝ.</head><p>1. Περὶ μὲν οὖν πυρετῶν ἁπάντων εἴρηταί μοι· ἀμφὶ δὲ τῶν <lb/>λοιπῶν ἐρέω
                            ἤδη. Οἴδημα ἐγκεφάλου· ὁκόταν ὁ ἐγκέφαλος οἰδήσῃ <lb/>ὑπὸ φλεγμασίης,
                            ὀδύνη ἴσχει ἅπασαν τὴν κεφαλὴν, μάλιστα δὲ ὅπη <lb/>σταίη ἡ φλεγμασίη·
                            ἵσταται δὲ ἐν τῷ κροτάφῳ· τά τε οὔατα ἠχῆς <lb/>πλήρεα γίνεται, καὶ
                            ἀμβλὺ ἀκούει, καὶ αἱ φλέβες τέτανται καὶ σφύζουσι, <lb/>πυρετός τε καὶ
                            ῥῖγος ἐνίοτε ἐπιλαμβάνει, ἥ τε ὀδύνη ἐκλείπει <lb/>οὐδέποτε, ἀλλὰ ποτὲ
                            μὲν ἀνίησι, ποτὲ δὲ μᾶλλον πιέζει· βοᾷ τε καὶ <lb/>ἀναΐσσει ὑπὸ τῆς
                            ὀδύνης, καὶ ὁκόταν ἀναστῇ, αὖθις σπεύδει ἐπὶ τὴν <lb/>κλίνην καταπεσεῖν,
                            καὶ ῥιπτάζει ἑωυτόν. Οὗτός ἐστι μὲν θανατώδης, <lb/>ὁκόσων δὲ ἡμερέων
                            ἀποθανεῖται, οὐκ ἔχει κρίσιν· ἄλλοι γὰρ ἄλλως <lb/>ἀπόλλυνται· ὡς μέντοι
                            ἐπιτοπολὺ ἐν τῇσιν ἑπτὰ ἡμέρῃσι τελευτῶσιν· <lb/>εἴκοσι δὲ καὶ μίαν
                            διαφυγόντες ὑγιέες γίνονται. Χρὴ δὲ, ὁκόταν <lb/>περιωδυνέῃ, ψύχειν τὴν
                            κεφαλὴν, μάλιστα μὲν ξύραντα, ἢ ἐς <lb/>κύστιν ἢ ἐς ἔντερα ἐγχέαντα τῶν
                            ψυκτικῶν τι, οἷον χυλὸν στρύχνου <lb/>καὶ γῆν κεραμίτιδα, τὸ μὲν
                            προστιθέναι, τὸ δὲ ἀφαιρέειν, πρὶν ἢ <lb/>χλιαρὸν γένηται, καὶ τοῦ
                            αἵματος ἀφαιρέειν, καὶ τὴν κεφαλὴν καθαίρειν <lb/>σελίνου χυλοῖσι
                            μιγνύντα εὐώδεα· ἀοινέειν δὲ τὸ πάμπαν, <lb/>ῥοφεῖν δὲ πτισάνης χυλὸν
                            ψυχρὸν, καὶ τὴν κάτω κοιλίην λύειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Πλήρωμα ὀδυνῶδες ἐγκεφάλου· ὁκόταν δὲ περιωδυνέῃ ἡ κεφαλὴ <lb/>ὑπὸ
                            πληρώσιος τοῦ ἐγκεφάλου, ἀκαθαρσίην σημαίνει, καὶ τὴν <lb/>κεφαλὴν ὅλην
                            περιωδυνίαι ἴσχουσι, καὶ παραφρονέει, καὶ ἀποθνήσκει <pb n="120"/>
                            ἑβδομαῖος, καὶ οὐκ ἂν ἐκφύγη, εἰ μὴ ῥαγείη τὸ ὑγρὸν ἑβδομαίῳ <lb/>κατὰ
                            τὰ οὔατα· οὕτω δὲ ἡ ὀδύνη παύεται, καὶ ἔμφρων γίνεται· ῥεῖ <lb/>δὲ
                            πολλὸν καὶ ἄνοσμον. Τούτου μάλιστα μὲν μὴ θεραπεύειν τὰ οὔατα, <lb/>πρὶν
                            ἂν ἐῤῥωγὸς ἴδῃς τὸ πῦον· ἢν δὲ βούλῃ καθῆραι τὴν ἄνω <lb/>καὶ τὴν κάτω
                            κοιλίην, λῦσον χωρὶς ἑκατέρην· ἔπειτα πυριᾷν τὴν <lb/>κεφαλὴν ὡς μάλιστα
                            ὅλην τε καὶ διὰ τῶν οὐάτων καὶ διὰ τῶν ῥινῶν· <lb/>ῥοφεῖν δὲ πτισάνης
                            χυλὸν, καὶ ἀοινέειν τὸ πάμπαν. Ἐπὴν δὲ ῥαγῆ <lb/>τὸ πῦον, ἐπίσχειν, ἔστ’
                            ἂν ἡ πολλὴ τῆς ῥύσιος παύσηται· ἔπειτα <lb/>κλύζειν τὰ οὔατα οἴνῳ γλυκέϊ
                            ἢ γάλακτι γυναικείῳ ἢ ἐλαίῳ παλαιῷ, <lb/>χλιαροῖσι δὲ κλύζειν, καὶ
                            πυριᾷν τὴν κεφαλὴν θαμινὰ μαλθακῇσι πυρίῃσι <lb/>καὶ εὐόδμοισιν, ἵνα
                            θᾶσσον καθαίρηται ὁ ἐγκέφαλος. Οὗτος τὰ <lb/>μὲν πρῶτα οὐκ ἀΐει.
                            προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου ἥ τε ῥύσις ἥσσων ἐστὶ, <lb/>καὶ ἡ ἀκοὴ ἅμα τῇ
                            ῥύσει παντελῶς παυομένη παραγίνεται, καὶ ὁμοιοῦται <lb/>μάλιστα ἑωυτῷ.
                            Φυλάσσεσθαι δὲ χρὴ ἡλίους, ἀνέμους, πῦρ, <lb/>καπνὸν, δριμέων ὀδμὰς καὶ
                            τὰ τοιαῦτα, καὶ ἡσυχάζειν διαίτῃ μαλθακῇ <lb/>χρώμενον, καὶ ὑπὸ
                            κενεαγγειῶν εὔλυτος ἔστω ἡ κοιλίη ἡ κάτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Βλητοί· οἱ δὲ βλητοὶ λεγόμενοι εἶναι, ὁκόταν ὁ ἐγκέφαλος <lb/>πλησθῇ
                            πολλῆς ἀκαθαρσίης, ὀδύνην παρέχει τὸ πρόσθεν τῆς κεφαλῆς <lb/>πρῶτον,
                            καὶ ἀναβλέπειν οὐ δύνανται οἱ μὲν ἀμφοῖν τοῖν ὀφθαλμοῖν, <lb/>οἱ δὲ
                            θατέρῳ, καὶ κῶμά μιν ἔχει, καὶ ἔκφρονές εἰσι, καὶ οἱ κρόταφοι
                            <lb/>πηδῶσι, καὶ πυρετὸς λεπτὸς ἔχει καὶ τοῦ σώματος ἀκρασίη. Οὗτος
                            <lb/>ἀποθνήσκει τριταῖος ἢ πεμπταῖος· ἐς δὲ τὰς ἑπτὰ οὐκ ἀφικνέεται·
                            <lb/>ἢν δὲ ἄρα ἀφίκηται, ἐξάντης γίνεται. Τοῦτον ἢν βούλῃ θεραπεύειν,
                                <pb n="122"/> πυριᾷν τὴν κεφαλὴν, καὶ ταμὼν ἀνάπνευσιν ποιέειν· ἢν
                            δὲ ὀδύνη <lb/>ἐστηριγμένη ᾖ, καὶ πταρμοὺς ἐμποιέειν χρὴ, καὶ τὴν κεφαλὴν
                            καθαίρειν <lb/>κούφοισι καὶ εὐώδεσι, καὶ τὴν κάτω κοιλίην καθαίρειν,
                            ἀοινέειν <lb/>δὲ τὸ πάμπαν, πτισάνης δὲ χυλῷ χρῆσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Σφακελισμὸς ἐγκεφάλου· ἢν δὲ σφακελίσῃ ὁ ἐγκέφαλος, ὀδύνη <lb/>ἴσχει
                            τὴν κεφαλὴν, καὶ διὰ τοῦ τραχήλου φοιτᾷ ἐς τὴν ῥάχιν, <lb/>καὶ αὐτὸν
                            ἐπιλαμβάνει ἀνηκουστίη, καὶ ψῦχος ἐπέρχεται ἐπὶ τὴν κεφαλὴν, <lb/>καὶ
                            ἰδίει ὅλος, καὶ ἐξαίφνης ἄφωνος δείκνυται, καὶ ἐκ τῶν <lb/>ῥινῶν αἷμα
                            ῥεῖ, καὶ πελιδνὸς γίνεται. Τοῦτον ἢν μὲν ἡ νοῦσος χαλαρῶς <lb/>λάβῃ, τοῦ
                            αἵματος ἀπελθόντος, ῥαΐζει· ἢν δὲ σφόδρα ἀπειλημμένος <lb/>ᾖ, ἀποθνήσκει
                            τάχα. Τούτῳ πταρμούς τε ἐμποιέειν διὰ τῶν <lb/>εὐωδέων, καὶ τὰς κοιλίας
                            ἄμφω καθαίρειν ἐν μέρει ἑκατέρην, κούφας <lb/>δὲ ὀδμὰς ἐχόντων τῇσι
                            ῥισὶν ἀείρειν, καὶ ῥόφημα λεπτόν τε καὶ χλιαρόν· <lb/>ἀοινέειν δὲ τὸ
                            πάμπαν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Λήθαργοι· οἱ δὲ λήθαργοι, στάσις μὲν ἡ αὐτὴ τοῦ κακοῦ τῇ
                            <lb/>περιπλευμονίῃ, χαλεπωτέρη δὲ καὶ οὐ πάμπαν ἀπήλλακται ὑγρῆς
                            <lb/>περιπλευμονίης· βραδυτέρη δὲ πουλὺ ἡ νοῦσος. Πάσχει δὲ τάδε·
                            <lb/>βὴξ καὶ κῶμά μιν ἔχει, καὶ τὸ σίαλον ὑγρὸν καὶ πολὺ ἀνάγει, καὶ
                            <lb/>ἀδυνατέει σφόδρα, καὶ ὁκόταν μέλλῃ ἀποθανεῖσθαι, κάτω ὑποχωρέει
                            <lb/>ἐπὶ πολὺ καὶ ὑγρόν. Τούτῳ ἐλπὶς μὲν πάνυ βραχέη περιγενέσθαι·
                            <lb/>ὅμως δὲ πτύειν τε ποιέειν ὡς πλεῖστον καὶ θερμαίνειν καὶ ἀοινέειν·
                            <lb/>ἢν δὲ ἐκφύγῃ, ἔμπυος γίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Καυσώδης· ἡ δὲ καυσώδης λεγομένη, δίψα τε ἔχει πολλὴ, <lb/>καὶ ἡ
                            γλῶσσα πέφρικε, τὸ δὲ χρῶμα αὐτῆς τὸν μὲν πρῶτον χρόνον <pb n="124"/>
                            οἷόν περ εἴωθε, ξηρὴ δὲ σφόδρα· προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου σκληρύνεται
                            <lb/>καὶ τρηχύνεται καὶ παχύνεται καὶ ἐπιμελαίνεται. Ἢν μὲν ἐν <lb/>ἀρχῇ
                            ταῦτα πάθῃ, θάσσους αἱ κρίσιες γίνονται· ἢν δὲ ὕστερον, χρονιώτεραι·
                            <lb/>τῆς δὲ ἀφέσιος ταῦτα πάντα ἡ γλῶσσα σημαίνει ἅπερ ἐν <lb/>τῇ
                            περιπλευμονίῃ· καὶ τὰ οὖρα, χολώδεα μὲν ἢ αἱματώδεα ἐόντα, <lb/>ἐπίπονα·
                            ξανθὰ δὲ, ἀπονώτερα· καὶ τὸ πτύσμα ὑπὸ θερμασίης καὶ <lb/>ξηρασίης
                            ξυγκεκαυμένον καὶ παχύ ἐστι· πολλάκις δὲ καὶ ἐς τὴν <lb/>περιπλευμονίην
                            μεθίσταται, καὶ ἢν μεταστῇ, τάχα ἀποθνήσκει. <lb/>Τοῦτον δὲ ὧδε χρὴ
                            θεραπεύειν· λούειν θερμῷ δὶς ἢ τρὶς τῆς ἡμέρης <lb/>ἑκάστης πλὴν τῆς
                            κεφαλῆς, καὶ ἐν τῇσι κρίσεσιν οὐ χρὴ λούειν, καὶ <lb/>τὰς μὲν πρώτας τῶν
                            ἡμερέων ὑποκαθαίρειν καὶ ὑδροποτέειν· καὶ <lb/>γὰρ ἔμετον ἄγει τὸ ὕδωρ
                            ὡς ἐπιτοπολύ· τὰς δὲ ὑστέρας μετὰ τὴν <lb/>κάθαρσιν ὑγραίνειν, καὶ
                            ῥοφήμασι χρῆσθαι καὶ οἴνοισι γλυκέσιν. <lb/>Ἢν δὲ μὴ ἐξ ἀρχῆς παραλάβῃς,
                            ἀλλὰ ἤδη τῶν ἐν τῇ γλώσσῃ σημηΐων <lb/>ἐνεόντων, ἐᾷν χρὴ ἕως ἂν αἱ
                            κρίσιες παρέλθωσι καὶ τὰ τῆς <lb/>γλώσσης σημήϊα ἠπιώτερα γένηται, καὶ
                            μήτε φάρμακον δῷς μήτε <lb/>κλύσῃς ἐς κάθαρσιν, πρὶν αἱ κρίσιες
                            παρέλθωσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ὁ πλεύμων οἰδέων ὑπὸ τῆς θερμασίης· ὁκόταν ὁ πλεύμων <lb/>οἰδήσῃ ὑπὸ
                            θερμασίης πλησθεὶς, βὴξ ἴσχει ἰσχυρὴ καὶ σκληρὴ, καὶ <lb/>ὀρθοπνοίη, καὶ
                            ἀναπνέει ἀθρόον, καὶ ἀσθμαίνει πυκνὸν, καὶ ἰδίει, <lb/>καὶ τοὺς μυκτῆρας
                            ἀναπετάννυσιν ὥσπερ ἵππος ἐκ δρόμου, καὶ τὴν <lb/>γλῶσσαν θαμινὰ
                            ἐκβάλλει, καὶ τὰ στήθεα αὐτῷ ἀείδειν δοκέει καὶ <lb/>βάρος ἐνεῖναι, διὸ
                            χωρέειν οὐ δύναται τὰ στήθεα, ἀλλὰ διαῤῥήγνυται <lb/>καὶ ἀδυνατέει· ἥ τε
                            ὀδύνη ὀξέη ἴσχει, καὶ τὸ νῶτον καὶ τὰ στήθεα <pb n="126"/> καὶ τὰς
                            πλευρὰς ὡς βελόναι κεντέουσι, καὶ καίεται ταῦτα ὡς πρὸς <lb/>πῦρ
                            καθήμενος, καὶ ἐρυθήματα ἐκφύει ἐς τὸ στῆθος καὶ τὸ νῶτον ὡς
                            <lb/>φλογοειδέα, καὶ δηγμὸς ἰσχυρὸς ἐμπίπτει, καὶ ἀπορέει, ὥστε οὔτε
                            <lb/>ἑστάναι οὔτε καθῆσθαι οὔτε κατακεῖσθαι οἷός τέ ἐστιν, ἀλλ’ ὧδε
                            <lb/>ἀπορέων βληστρίζει ἑωυτὸν, καὶ δοκέει ἤδη ἀποθανεῖσθαι· ἀποθνήσκει
                            <lb/>δὲ μάλιστα τεταρταῖος ἢ ἑβδομαῖος· ἢν δὲ ταύτας διαφύγῃ, οὐ
                            <lb/>μάλα ἀποθνήσκει. Τοῦτον ἢν θεραπεύῃς, χρὴ τὴν κάτω κοιλίην ὡς
                            <lb/>τάχιστα καθῆραι κλύσμασι καλῶς, καὶ ἀπὸ τῶν ἀγκώνων καὶ τῆς
                            <lb/>ῥινὸς καὶ τῆς γλώσσης καὶ πάντοθεν τοῦ σώματος αἷμα ἀφιέναι, καὶ
                            <lb/>πόματα διδόναι ψυκτικὰ καὶ ῥοφήματα τὰ αὐτὰ δυνάμενα, καὶ τῶν
                            <lb/>οὐρητικῶν, μὴ θερμαινόντων δὲ, πολλάκις διδόναι· καὶ πρὸς μὲν
                            <lb/>τὰς ὀδύνας αὐτὰς, ὁκόταν καταιγίζωσι, χλιάσματα κοῦφα καὶ ὑγρὰ
                            <lb/>χρὴ προσφέροντα χλιαίνειν καὶ ὑγραίνειν τὸν τόπον οὗ ἂν ᾖ ἡ ὀδύνη,
                            <lb/>πρὸς δὲ τὰ ἄλλα ψυκτήρια προσίσχειν τὰ μὲν ἀφαιρέοντα, τὰ δὲ
                            <lb/>προστιθέντα, καὶ ὅκου ἂν κατακαίηται, ψῦχος ποιέειν, ἀοινέειν δὲ τὸ
                            <lb/>πάμπαν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Κεφαλῆς ὀδύνη· ὁκόταν δὲ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ἀρξαμένη ὀδύνη <lb/>ὀξέη
                            ἄφωνον ποιήσῃ παραχρῆμα, ἄλλως τε καὶ ἐκ μέθης, οὗτος ἀποθνήσκει
                            <lb/>ἑβδομαῖος. Ἧσσον δὲ οἱ ἐκ τῆς μέθης τοιοῦτόν τι παθόντες <lb/>καὶ
                            ἄφωνοι μείναντες ἀποθνήσκουσιν· ἢν γὰρ ῥήξωσι φωνὴν αὐθημερὸν <lb/>ἢ τῇ
                            ὑστεραίῃ ἢ τῇ τρίτῃ, ὑγιέες γίνονται· ποιέουσι δὲ ἐκ τῆς <lb/>μέθης
                            ἔνιοι τοῦτο, οἱ δ’ ἕτεροι ἀπόλλυνται. Τούτοισι πταρμούς τε
                            <lb/>ἐμποιέειν ἰσχυροὺς, καὶ ὑποκλύσαι ὅ τι ἂν χολὴν ἄξῃ σφόδρα, καὶ <pb n="128"/> ἢν ἐπαίσθηται, ὀπὸν θαψίης δοῦναι ἐν πολλῷ τῷ ὑγρῷ καὶ
                            θερμῷ, <lb/>ἵνα ὡς τάχιστα ἀπεμέσῃ· ἔπειτα ἀπισχναίνειν, καὶ ἀοινέειν
                            ἑπτὰ <lb/>ἡμέρας· ἀφαιρέειν δὲ καὶ ἀπὸ τῆς γλώσσης αἷμα, ἢν δύνῃ λαβεῖν
                            <lb/>φλέβα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Φρενίτιδες· φρενίτιδες δὲ γίνονται καὶ ἐξ ἑτέρων νούσων. <lb/>Πάσχουσι
                            δὲ τάδε· τὰς φρένας ἀλγέουσιν, ὥστε μὴ ἐᾶσαι ἂν ἅψασθαι, <lb/>καὶ πῦρ
                            ἔχει, καὶ ἔκφρονές εἰσι, καὶ ἀτενὲς βλέπουσι, καὶ τἄλλα <lb/>παραπλήσια
                            ποιέουσι τοῖσιν ἐν τῇ περιπλευμονίῃ, ὁκόταν οἱ ἐν <lb/>τῇ περιπλευμονίῃ
                            ἔκφρονες ἔωσι. Τοῦτον χλιαίνειν δεῖ χλιάσμασιν <lb/>ὑγροῖσι καὶ πόμασι
                            πλὴν οἴνου, καὶ ἢν μὲν οἷός τε ᾖ, ἀποκαθαίρειν <lb/>ἄνω, βηχί τε καὶ
                            πτύσει ἀνάγειν χρὴ ὥσπερ ἐν τῇ περιπλευμονίῃ· <lb/>εἰ δὲ μὴ, τὴν κάτω
                            κοιλίην παρασκευάζειν ὅκως ὑποχωρέῃ· <lb/>ὑγραίνειν δὲ πόματι· ἀγαθὸν
                            γάρ. Ἡ δὲ νοῦσος θανατώδης· ἀποθνήσκουσι <lb/>δὲ τριταῖοι ἢ πεμπταῖοι ἢ
                            ἑβδομαῖοι· ἢν δὲ ἠπίως ληφθῇ, <lb/>κρίνει ὡς περιπλευμονίη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Κυνάγχη· ὑπὸ δὲ τῆς κυνάγχης καλεομένης πνίγεται ὥνθρωπος, <lb/>καὶ
                            ἐν τῇ φάρυγγι μᾶλλόν οἱ δοκέει ἐνέχεσθαι, καὶ οὔτε τὸ <lb/>σίαλον
                            κατασπᾷ οὔτε ἄλλο οὐδὲν, καὶ τὼ ὀφθαλμὼ πονέετόν τε καὶ <lb/>ἐξέχετον ὡς
                            ἀπαγχομένοισι, καὶ ἐκβλέπει αὐτοῖσιν ἀτενὲς, καὶ <lb/>ἐπιστρέφειν οὐχ
                            οἷός τέ ἐστιν αὐτοὺς, καὶ λύζει, καὶ ἀναΐσσει θαμινὰ, <lb/>καὶ τὸ
                            πρόσωπον καὶ ἡ φάρυγξ πίμπραται, ἀτὰρ καὶ ὁ τράχηλος· <lb/>ὑπὸ δὲ τοῖσιν
                            οὔασιν οὐδὲν κακὸν ἔχειν δοκέει· καὶ ὁρᾷ καὶ ἀκούει <lb/>ἀμβλύτερον, καὶ
                            ὑπὸ τοῦ πνιγμοῦ οὐκ ἔννοός ἐστιν, οὔτε ἤν τι λέγῃ, <pb n="130"/> οὔτε ἤν
                            τι ἀκούῃ ἢ ποιέῃ· ἀλλὰ κεχηνὼς κέεται σιαλοχοέων· τοιάδε <lb/>ποιέων
                            οὗτος ἀποθνήσκει πεμπταῖος ἢ ἑβδομαῖος ἢ ἐνναταῖος. <lb/>Ὅταν δὲ τούτων
                            ἀπῇ τι τῶν σημηΐων, χαλαρωτέρην δηλοῖ τὴν νοῦσον, <lb/>καὶ καλέουσιν
                            αὐτὴν παρακυνάγχην. Τοῦτον φλεβοτομέειν χρὴ, <lb/>μάλιστα μὲν ὑπὸ τὸν
                            τιτθόν· συνακολουθέει γὰρ ταύτῃ ἐκ τοῦ πλεύμονος <lb/>θερμὸν πνεῦμα· χρὴ
                            δὲ καὶ τὰ κάτω καθαίρειν φαρμάκῳ ἢ κλύσματι, <lb/>καὶ τοὺς αὐλίσκους
                            παρῶσαι ἐς τὴν φάρυγγα κατὰ τὰς γνάθους, <lb/>ὡς ἕλκηται τὸ πνεῦμα ἐς
                            τὸν πλεύμονα, καὶ ποιέειν ὡς τάχιστα <lb/>πτύσαι, καὶ ἰσχναίνειν τὸν
                            πλεύμονα, καὶ ὑποθυμιᾷν <lb/>ὕσσωπον κιλίκιον καὶ θεῖον καὶ ἄσφαλτον,
                            καὶ ἕλκειν διὰ τῶν αὐλίσκων <lb/>καὶ διὰ τῶν ῥινῶν, ὡς ἐξίῃ φλέγμα, καὶ
                            τὴν φάρυγγα καὶ τὴν <lb/>γλῶσσαν ἀνατρίβειν τοῖσι τὸ φλέγμα ἄγουσι, καὶ
                            τὰς φλέβας τὰς ὑπὸ τῇ <lb/>γλώσσῃ τάμνειν, ἀφιέναι δὲ αἷμα καὶ ἀπὸ τῶν
                            ἀγκώνων, ἢν ἰσχύῃ· <lb/>ἀοινεῖν δὲ, καὶ ῥοφεῖν πτισάνης χυλὸν λεπτόν·
                            ἐπειδὰν δὲ ἀφῇ ἡ <lb/>νοῦσος καὶ σιτίων γεύηται, ἐλατηρίῳ νέῳ καθῆραι,
                            ἵνα μὴ ἑτέρῳ <lb/>κακῷ περιπέσῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Νοῦσος ἴκτερος· ἴκτερος τοιόσδε ἐστὶν ὁ ὀξὺς καὶ διὰ τάχεος
                            <lb/>ἀποκτείνων· ἡ χροιὴ ὅλη σιδιοειδὴς σφόδρα ἐστὶν ἢ χλωροτέρη οἵη
                            <lb/>οἱ σαῦροι οἱ χλωροί· παρόμοιος δὲ καὶ ὁ χρὼς, καὶ τῷ οὔρῳ ὑφίσταται
                            <lb/>οἷον ὀρόβιον πυῤῥόν· καὶ πυρετὸς καὶ φρίκη βληχρὴ ἔχει· ἐνίοτε δὲ
                            <lb/>καὶ τὸ ἱμάτιον οὐκ ἀνέχεται ἔχων, ἀλλὰ δάκνεται, καὶ ξύεται, καὶ
                            <lb/>ἄσιτος ἐὼν τὰ ἑωθινὰ τὰ σπλάγχα ἀμύσσεται ὡς ἐπιτοπουλὺ, καὶ
                            <lb/>ὁκόταν ἐγείρῃ τις αὐτὸν ἢ προσδιαλέγηται, οὐκ ἀνέχεται. Οὗτος
                            <lb/>ὡς ἐπιτοπολὺ ἀποθνήσκει ἐντὸς τεσσαρεσκαίδεκα ἡμερέων· ταύτας δὲ
                            <lb/>διαφυγὼν ὑγιὴς γίνεται. Χρὴ δὲ θερμολουτέειν, καὶ πίνειν μελίκρητον
                                <pb n="132"/> σὺν καρύων θασίων λεπισθέντων καὶ ἀψινθίου κόμης ἴσον,
                            ἀνίσου <lb/>σεσησμένου ἥμισυ, πίνειν ὁλκῆς τριώβολον νῆστις, καὶ πάλιν
                            ἐς κοίτην <lb/>τὸ μελίκρητον τοῦτο, καὶ οἶνον παλαιὸν λεπτὸν, καὶ
                            ῥοφήματα· <lb/>ἀσιτέειν δὲ μή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Τέτανος· οἱ τέτανοι ὅταν ἐπιλάβωσιν, αἱ γένυες πεπήγασιν <lb/>ὡς
                            ξύλα, καὶ τὸ στόμα διοίγειν οὐ δύνανται, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ δακρύουσί
                            <lb/>τε καὶ ἰλλαίνονται, καὶ τὸ μετάφρενον πέπηγε, καὶ τὰ σκέλεα <lb/>οὐ
                            δύνανται συνάγειν, ὁμοίως οὐδὲ τὼ χεῖρε, καὶ τὸ πρόσωπον ἐρεύθει,
                            <lb/>καὶ σφόδρα ὀδυνᾶται, καὶ ὁκόταν ἀποθνήσκειν μέλλῃ, ἀνεμέει <lb/>διὰ
                            τῶν ῥινῶν καὶ τὸ πόμα καὶ τὸ ῥόφημα καὶ τὸ φλέγμα. Οὗτος <lb/>τριταῖος ἢ
                            πεμπταῖος ἢ ἑβδομαῖος ἢ τεσσαρεσκαιδεκαταῖος ἀπόλλυται· <lb/>ταύτας δὲ
                            διαφυγὼν ὑγιὴς γίνεται. Τούτῳ διδόναι καταπότια, <lb/>πέπερι καὶ
                            ἐλλέβορον μέλανα, καὶ ζωμὸν ὀρνιθείων πίονα θερμὸν, <lb/>καὶ πταρμοὺς
                            ἰσχυροὺς καὶ πολλοὺς ἐμποιέειν, καὶ πυριᾷν· ὁκόταν <lb/>δὲ μὴ πυριῆται,
                            τὰ χλιάσματα προστιθέναι ὑγρὰ καὶ λιπαρὰ ἐν κύστεσι <lb/>καὶ ἀσκίοισι
                            πανταχόθεν, μάλιστα δὲ πρὸς τὰ ὀδυνώδεα, καὶ <lb/>ἀλείφειν θερμῷ καὶ
                            πολλῷ καὶ πολλάκις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ὀπισθότονος· ὅταν δὲ ὀπισθότονος ἴσχῃ, τὰ μὲν ἄλλα ὡς <lb/>ἐπιτοπολὺ
                            τὰ αὐτὰ, σπᾶται δὲ ἐς τοὔπισθεν, καὶ βοᾷ ἐνίοτε, καὶ <lb/>ὀδύναι
                            ἴσχουσιν ἰσχυραὶ, καὶ συνάγειν ἐνίοτε οὐκ ἐᾷ τὰ σκέλεα οὐδὲ <lb/>τὰς
                            χεῖρας ἐκτεῖναι· ξυγκεκαμμένοι γὰρ οἱ ἀγκῶνες γίνονται, καὶ <lb/>τοὺς
                            δακτύλους πὺξ ἔχει, καὶ τὸν μέγαν δάκτυλον τοῖσιν ἄλλοισι κατέχει
                            <lb/>ὡς ἐπιτοπουλὺ, καὶ φλυηρέει ἐνίοτε, καὶ οὐ δύναται ἑωυτὸν
                            <lb/>κατέχειν, ἀλλ’ ἀναΐσσει ἐνίοτε, ὅταν ἡ ὀδύνη ἔχῃ· ὅταν δὲ ἀνῇ ἡ
                            <lb/>ὀδύνη, ἡσυχίην ἔχει· ἐνίοτε δὲ καὶ ἄφωνοι γίνονται ἅμα ἁλισκόμενοι
                                <pb n="134"/> ἢ μανικοί τε καὶ μελαγχολικοί. Οὗτοι τριταῖοι
                            ἀποθνήσκουσι τῆς <lb/>φωνῆς λυθείσης καὶ ἀνεμέουσι διὰ τῶν ῥινῶν· εἰ δὲ
                            φθάσουσι φυγεῖν <lb/>τὰς τεσσαρεσκαίδεκα, ὑγιέες γίνονται. Θεραπεύειν δὲ
                            ὡς τὸν ἄνω. <lb/>Ἢν δὲ βούλῃ, καὶ ὧδε ποιέειν· ὕδωρ ὡς πλεῖστον ψυχρὸν
                            καταχέας, <lb/>ἔπειτα ἱμάτια λεπτὰ καὶ καθαρὰ καὶ θερμὰ ἐπιβάλλειν, πῦρ
                            δὲ τότε <lb/>μὴ προσφέρειν. Οὕτω χρὴ ποιέειν καὶ τοὺς τετάνους καὶ τοὺς
                            <lb/>ὀπισθοτόνους. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Εἰλεοί· εἰλεοὶ δὲ γίνονται τῆς μὲν ἄνω κοιλίης θερμαινομένης,
                            <lb/>τῆς δὲ κάτω ψυχομένης· ξυναυαίνεται γὰρ τὸ ἔντερον, καὶ
                            <lb/>ξυμπιλέεται ὑπὸ τῆς φλεγμασίης, ὥστε μήτε τὸ πνεῦμα μήτε τὰς
                            <lb/>τροφὰς διεξιέναι, ἀλλὰ τὴν γαστέρα σκληρὴν εἶναι, καὶ ἐμέειν
                            ἐνίοτε, <lb/>πρῶτον μὲν φλεγματώδεα, ἔπειτα δὲ χολώδεα, τελευτῶν δὲ
                            κόπρον· <lb/>καὶ δίψαν ἔχει, καὶ ὀδύνη ἔχει μάλιστα μὲν περὶ τὰ
                            ὑποχόνδρια, <lb/>ἀλγέει δὲ καὶ πᾶσαν τὴν γαστέρα, καὶ πεφύσηται, καὶ
                            λύζει, καὶ <lb/>πυρετοὶ ἐπιλαμβάνουσιν. Γίνεται δὲ μάλιστα μετοπώρου·
                            ἀποθνήσκει <lb/>δὲ μάλιστα ἑβδομαῖος. Τούτους ὧδε χρὴ θεραπεύειν·
                            καθᾶραι <lb/>τὴν ἄνω κοιλίην ὡς τάχιστα, καὶ αἷμα ἀφαιρέειν ἀπὸ τῆς
                            κεφαλῆς <lb/>καὶ τῶν ἀγκώνων, ἵνα παύσηται ἡ ἄνω κοιλίη θερμαινομένη,
                            καὶ <lb/>ψύχειν τὰ ἄνω τῶν φρενῶν πλὴν τῆς καρδίης· τὰ δὲ κάτω
                            θερμαίνειν <lb/>ἐν σκάφῃ ὕδατος θερμοῦ καθίζων τὸν ἄνθρωπον καὶ ἀλείφων
                            αἰεὶ, καὶ <lb/>χλιάσματα ὑγρὰ προστιθέναι· καὶ βάλανον μέλιτος μόνου
                            ποιέων <lb/>ὡς δεκαδάκτυλον, ἐξ ἄκρου χολὴν ταύρου ἐς τὸ πρόσθεν
                            ἐπιπλάσσων, <lb/>πρόσθες καὶ δὶς καὶ τρὶς, ἕως πάντα τὰ ξυγκεκαυμένα
                            περὶ τὸν ἀρχὸν <lb/>ἐξαγάγῃς τῆς κόπρου. Κἢν μὲν οὕτως ὑπακούῃ, κλύζειν
                            ἐπὶ τούτοισιν· <pb n="136"/> ἢν δὲ μὴ, φῦσαν λαβὼν χαλκευτικὴν, ἐσιέναι
                            φῦσαν ἐς τὴν <lb/>κοιλίην, ἷνα διαστήσῃς τήν τε κοιλίην καὶ τὴν τοῦ
                            ἐντέρου σύστασιν· <lb/>εἶτα πάλιν ἐξελὼν τὴν φῦσαν κλύσαι εὐθύς· ἕτοιμον
                            δ’ ἔστω τὸ κλύσμα, <lb/>μὴ πάνυ τῶν θερμαντικῶν, ἀλλὰ τῶν διαλυόντων τὰς
                            κόπρους <lb/>καὶ τηκόντων· εἶτα βύσας τὴν ἕδρην σπόγγῳ, καθήσθω ἐν
                            <lb/>ὕδατι θερμῷ κατέχων τὸ κλύσμα, καὶ ἢν δέξηται τὸ κλύσμα καὶ
                            <lb/>πάλιν μεθῇ, ὑγιὴς γίνεται. Ἐν δὲ τῷ πρόσθεν χρόνῳ μέλι τε ὡς
                            <lb/>κάλλιστον λειχέτω, καὶ οἶνον αὐτίτην πινέτω εὔζωρον. Ἢν δὲ τοῦ
                            <lb/>εἰλεοῦ ἀφέντος πυρετὸς αὐτὸν ἐπιλάβῃ, ἀνέλπιστος· ἴσως γὰρ καὶ ἡ
                            <lb/>κάτω κοιλίη λυθεῖσα συναποκτείνειεν ἄν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Περιπλευμονίη· ἡ δὲ περιπλευμονίη τοιάδε ποιέει· πυρετός <lb/>τε ὀξὺς
                            ἔχει, καὶ τὸ πνεῦμα πυκνὸν, καὶ θερμὸν ἀναπνέει, καὶ <lb/>ἀπορίη, καὶ
                            ἀδυναμίη, καὶ ῥιπτασμὸς, καὶ ὀδύνη ὑπὸ τὴν ὠμοπλάτην <lb/>καὶ εἰς τὴν
                            κληἳδα καὶ ἐς τὸν τιτθὸν, καὶ βάρος ἐν τοῖσι στήθεσιν, <lb/>ἐνίοτε δὲ
                            καὶ παραφροσύνη. Ἔστι δ’ οἷσιν ἀνώδυνός ἐστιν, ἕως ἂν <lb/>ἄρξωνται
                            βήσσειν· πολυχρονιωτέρη δὲ καὶ χαλεπωτέρη κείνης. Τὸ <lb/>δὲ σίαλον
                            λεπτὸν καὶ ἀφρῶδες πτύει τὸ πρῶτον. Ἡ δὲ γλῶσσα <lb/>ξανθή· προϊόντος δὲ
                            τοῦ χρόνου μελαίνεται· ἢν μὲν οὖν ἐν ἀρχῇ μελαίνηται, <lb/>θάσσους αἱ
                            ἀπαλλαγαί· ἢν δὲ ὕστερον, σχολαίτεραι· τελευτῶσι <lb/>δὲ καὶ ῥήγνυται ἡ
                            γλῶσσα, καὶ ἢν προσθῇς τὸν δάκτυλον, ἔχεται· <lb/>τὴν δὲ ἀπάλλαξιν τῆς
                            νούσου σημαίνει ἡ γλῶσσα, ὥσπερ καὶ ἐν <lb/>τῇ πλευρίτιδι ὁμοίως. Ταῦτα
                            δὲ πάσχει ἡμέρας τεσσαρεσκαίδεκα <lb/>τοὐλάχιστον, τὸ πλεῖστον δὲ εἴκοσι
                            καὶ μίαν, καὶ βήσσει τοῦτον τὸν <lb/>χρόνον σφόδρα, καὶ καθαίρεται ἅμα
                            τῇ βηχὶ, τὸ μὲν πρῶτον πολὺ <pb n="138"/> καὶ ἀφρῶδες σίαλον, ἑβδόμῃ δὲ
                            καὶ ὀγδόῃ, ὁκόταν ὁ πυρετὸς ἐνακμάζῃ, <lb/>ἢν ὑγρὴ ἡ περιπλευμονίη ἔῃ,
                            παχύτερον· ἢν δὲ μὴ, οὔ· <lb/>ἐννάτῃ δὲ καὶ δεκάτῃ ὑπόχλωρον καὶ
                            ὕφαιμον, δωδεκάτῃ δὲ μέχρι <lb/>τῆς τεσσαρεσκαιδεκάτης πουλὺ καὶ πυῶδες.
                            Ὧν ὑγραί εἰσιν αἵ τε <lb/>φύσιες καὶ αἱ διαθέσιες τοῦ σώματος, αὐτὰρ καὶ
                            ἡ νοῦσος ἰσχυρή· <lb/>ὧν δὲ ἥ τε φύσις καὶ ἡ κατάστασις τῆς νούσου ξηρὴ,
                            ἧσσον οὗτοι. <lb/>Ἢν μὲν οὖν τῇ πέμπτῃ καὶ ἕκτῃ ἐπὶ δέκα ξηρανθῇ καὶ
                            μηκέτι <lb/>ἀποβήσσῃ πυῶδες, ὑγιής ἐστιν· ἢν δὲ μὴ, πρόσεχε πρὸς τὰς
                            εἴκοσι <lb/>δυοῖν δεούσας καὶ τὰς εἴκοσι καὶ μίαν τὸν νόον, καὶ ἢν μὲν
                            ἐνταῦθα <lb/>παύσηται τοῦ πτύσματος· ἢν δὲ μὴ, ἔρου αὐτὸν, εἰ γλυκύτερον
                            τὸ <lb/>σίαλον, καὶ ἢν μὲν φῇ, ἴσθι ὅτι ὁ πλεύμων αὐτῷ ἔμπυός ἐστι καὶ ἡ
                            <lb/>νοῦσος καθίσταται ἐνιαυσίη, ἢν μὴ ἐν τῇσι τεσσαράκοντα ἡμέρῃσι
                            <lb/>σπεύδων ἀναγάγῃ τὸ πῦον· ἢν δὲ φῇ ἀηδὲς εἶναι τὸ σίαλον, θανατώδης
                            <lb/>ἡ στάσις τῆς νούσου. Ἀλλ’ ἐν τῇσι πρώτῃσιν ἡμέρῃσι μάλιστα
                            <lb/>διαδηλοῖ· ἢν γὰρ ἐκπτύσῃ τὸ σαπὲν καὶ τὸ πυωθὲν ἐν ἡμέρῃσι δύο
                            <lb/>καὶ εἴκοσι καὶ μὴ ἑλκωθῇ, ἐκφεύγει· ἢν δὲ μὴ, οὔ. Αὕτη ἡ
                            περιπλευμονίη <lb/>οὐδὲν ἀπολείπει τῶν ἐκ περιπλευμονίης κακῶν· ἢν οὖν
                            <lb/>τι τούτων ἀπῇ τῶν κακῶν, εἰδέναι χρὴ τοσοῦδε δέουσαν τῷ κάμνοντι
                            <lb/>ἔχειν καὶ τῷ ἰητρῷ μεταχειρίζεσθαι· ἢν δὲ ὀλίγα ἔχῃ τούτων <pb n="140"/> τῶν σημηΐων, μὴ ἐξαπατάτω ὡς οὐ περιπλευμονίη ἐστίν· ἔστι
                            γὰρ <lb/>μαλθακή. Θεραπεύειν δὲ χρὴ τὴν περιπλευμονίην οὕτως· οὐ μέντοι
                            <lb/>ἐξαμαρτήσῃ καὶ πλευρῖτιν καὶ φρενῖτιν οὕτω μεταχειριζόμενος·
                            <lb/>ἄρχου τὸ πρῶτον κουφίζων τὴν κεφαλὴν, ἵνα μηδὲν ἐπιῤῥέῃ πρὸς τὸ
                            <lb/>στῆθος· τὰς δὲ πρώτας ἡμέρας τὰ ῥοφήματα ἔστω γλυκύτερα, οὕτω
                            <lb/>γὰρ ἂν μάλιστα τὸ ξυγκαθήμενον καὶ τὸ ξυνεστηκὸς ἀποπλύνοις
                            <lb/>καὶ κινέοις· τεταρταίοισι δὲ καὶ πεμπταίοισι καὶ ἑκταίοισι μηκέτι
                            <lb/>γλυκύτερα, ἀλλὰ λιπαρὰ, ἐς γὰρ τὴν ἄνω πτύσιν ὑποχρέμπτεσθαι
                            <lb/>ξυμφέρει· ἢν δὲ μὴ δύνηται κατὰ λόγον πτύειν, τῶν ἀναγόντων
                            φαρμάκων <lb/>διδόναι. Τὰς δὲ κοιλίας ἐν μὲν τῇσι πρώτῃσιν ἡμέρῃσι
                            τέσσαρσιν <lb/>ἢ πέντε ὑποχωρέειν χρὴ καὶ ὀλίγῳ μᾶλλον, ἵνα οἵ τε
                            πυρετοὶ <lb/>ἀμβλύτεροι ἔωσι καὶ τὰ ἀλγήματα κουφότερα· ὁκόταν δὲ
                            κεκενωμένος <lb/>ᾖ καὶ ἀσθενὴς τὸ σῶμα, τὴν κάτω κοιλίην διὰ τρίτης
                            ὑποκινέειν, <lb/>ἵνα τό τε σῶμα μὴ ἀδύνατον ᾖ καὶ τὰ ἄνω χωρία ἔνυγρα·
                            ἢν γὰρ <lb/>κάτω τὸ ὑγρὸν πολλὸν ὑποχωρέῃ ἀπὸ τῆς πέμπτης ἡμέρης,
                            θάνατον <lb/>ποιέει· κάτω γὰρ τοῦ ὑγροῦ ὑποχωρέοντος, τὰ ἄνω ξηραίνεται,
                            <lb/>καὶ ἡ κάθαρσις τοῦ πτύσματος οὐ χωρέει ἄνω. Δεῖ οὖν καὶ τὴν
                            <lb/>κάτω κοιλίην μήτε ἑστάναι λίην, ἵνα μὴ ὀξέες ἔωσιν οἱ πυρετοὶ,
                            <lb/>μήτε λίην ὑποχωρέειν, ἵνα τὸ σίαλον ἀνιέναι δύνηται καὶ ἰσχύῃ ὁ
                            <lb/>κάμνων. Φάρμακα δὲ τῆς ἀναγωγῆς ἑκταίοισι καὶ ἑβδομαίοισι καὶ
                            <lb/>ἐνναταίοισι καὶ ἔτι περαιτέρω ἐοῦσι τῆς νούσου μᾶλλον δίδου· τὸ δὲ
                            <lb/>φάρμακον ἔστω ἐλλέβορος λευκὸς, θαψίη, ἐλατήριον νέον, ἴσον
                            ἑκάστου. <lb/>Ἢν δὲ τὸ σίαλον μὴ καθαίρηται εὖ καὶ τὸ πνεῦμα πυκνὸν ᾗ
                            <lb/>καὶ τῆς καθάρσιος μὴ ἐπικρατέῃ, προειπεῖν ὅτι ἀνέλπιστός ἐστι
                            <lb/>τοῦ ζῇν, ἢν μὴ δύνηται τῇ καθάρσει ὑπουργέειν. Ποιέειν δὲ καὶ τὰ
                            <lb/>ἐν τῇ περιπλευμονίῃ, ἤν σοι τὰ τῆς κοιλίης τῆς κάτω καλῶς ὑπουργέῃ.
                                <pb n="142"/> Ποιέειν δὲ καὶ ἄλλως ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρης ἀρξάμενος·
                            δίδου <lb/>ἄρου τοῦ μεγάλου κόγχην χηραμίδα, καὶ δαύκου καὶ ἀκαλήφης
                            μίην, <lb/>καὶ νάπυος καὶ πηγάνου ὅσον τοῖσι τρισὶ δακτύλοισι λαβεῖν,
                            καὶ ὀπὸν <lb/>σιλφίου ὅσον κύαμον· ταῦτα ἐν ὀξυγλυκεῖ καὶ ὕδατι κεράσας
                            καὶ διηθήσας, <lb/>δίδου νήστει χλιαρόν. Ἐπειδὰν δὲ ἄρχηται καθαρὸν
                            ἐκπτύειν, <lb/>ἄρου χηραμίδα καὶ σήσαμον καὶ ἀμύγδαλα καθήρας ἐν
                            ὀξυγλυκεῖ <lb/>κεκρημένῳ πίνειν· ἢν δὲ μᾶλλον βούλῃ ἄγειν, καππάριος τῆς
                            ῥίζης <lb/>φλοιὸν μιγνύναι τούτοισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Πλευρῖτις· ὁκόταν δὲ πλευρῖτις λάβῃ, τάδε πάσχει· ὀδύνη <lb/>τὴν
                            πλευρὴν καὶ πυρετὸς καὶ φρίκη ἴσχει, καὶ ἀναπνέει πυκνὸν, καὶ
                            <lb/>ὀρθοπνοίη ἔχει, καὶ ἀναβήσσει ὑπόχολα οἷον ἀπὸ σιδίου, ἢν μὴ
                            ῥήγματα <lb/>ἔχῃ· ἢν δὲ ἔχῃ, καὶ αἷμα ἀπὸ τῶν ῥηγμάτων· ἐν δὲ τῇ
                            αἱματώδει <lb/>ὕφαιμον. Ἔστι δὲ ἡ μὲν χολώδης ἠπιωτέρη, ἢν μὴ ῥήγματα
                            <lb/>ἔχῃ ὁ κάμνων· εἰ δὲ μὴ, ἐπιπονωτέρη μὲν, θανατωδεστέρη δὲ οὔ· ἡ
                            <lb/>δὲ αἱματώδης ἰσχυρὴ καὶ ἐπίπονος καὶ θανατώδης; ὁκόταν οὖν
                            <lb/>προσῇ καὶ λὺγξ ἅμα καὶ αἵματος θρόμβους ἀποβήσσῃ ἅμα τῷ σιάλῳ
                            <lb/>μέλανας, οὗτος ἀποθνήσκει ἑβδομαῖος· δέκα δὲ ἡμέρας διαφυγὼν,
                            <lb/>τὴν μὲν πλευρῖτιν ὑγιὴς γίνεται, εἰκοστῇ δὲ ἐμπυΐσκεται, καὶ
                            ἀποβήσσει <lb/>πῦον, τελευτῶν δὲ καὶ ἀπεμέει, καὶ πάνυ εὐθεράπευτος οὐ
                            <lb/>γίνεται. Εἰσὶ δὲ καὶ ξηραὶ πλευρίτιδες ἄπτυστοι, χαλεπαὶ δὲ αὗται·
                            <lb/>αἱ δὲ κρίσιες ὅμοιαι τῇσιν ἄλλῃσιν· ὑγρασίης δὲ πλέονος δέονται τῶν
                            <lb/>ἄλλων ἐν τῷ ποτῷ. Αἱ δὲ χολώδεες καὶ αἱματώδεες κρίνουσιν ἐνναταῖαι
                                <pb n="144"/> καὶ ἑνδεκαταῖαι, καὶ οὗτοι ὑγιέες μᾶλλον γίνονται. Ἢν
                            δὲ κατ’ <lb/>ἀρχὰς μὲν μαλθακαί τινες ἔχωσιν ὀδύναι, ἀπὸ τῆς πέμπτης δὲ
                            καὶ <lb/>ἕκτης ὀξέαι, αὗται τελευτῶσι μέχρι δυοκαιδεκάτης, καὶ οὐ μάλα
                            ἀποθνήσκουσι· <lb/>κίνδυνος δὲ μάλιστα μὲν μέχρις ἑβδόμης, ἀτὰρ καὶ ἐς
                            <lb/>τὴν δυοκαιδεκάτην, μετὰ δὲ ταύτας ὑγιαίνονται. Αἱ δὲ ἐξ ἀρχῆς μὲν
                            <lb/>μαλθακαὶ, ἀπὸ δὲ τῆς ἑβδόμης καὶ ὀγδόης ὀξεῖαι, πρὸς τὰς
                            τεσσαρεσκαίδεκα <lb/>κρίνουσί τε καὶ ὑγιαίνονται. Ἡ δὲ ἐς τὸ νῶτον
                            πλευρῖτις <lb/>τοσόνδε διαφέρει τῶν ἄλλων· τὸ νῶτον ὀδυνᾶται ὡς ἐκ
                            πληγῆς, καὶ <lb/>στένει, καὶ ἀναπνεῖ ἀθρόον· εὐθὺς δὲ πτύει ὀλίγα, καὶ
                            κοπιᾷ τὸ σῶμα· <lb/>τρίτῃ δ’ ἢ τετάρτῃ οὐρέει ἰχῶρα ὕφαιμον· ἀποθνήσκει
                            δὲ μάλιστα <lb/>πεμπταῖος· εἰ δὲ μή γε, ἑβδομαῖος· ταύτας δὲ διαφυγὼν
                            ζώει, <lb/>καὶ ἡ νοῦσος ἠπίη καὶ ἧσσον θανατώδης· φυλάσσειν δὲ χρὴ μέχρι
                            <lb/>τῶν τεσσαρεσκαίδεκα· μετὰ δὲ ταῦτα ὑγιὴς γίνεται. Ἐνίοις δὲ τῶν
                            <lb/>πλευριτικῶν τὸ μὲν σίαλον καθαρὸν, ἡ δὲ οὔρησις αἱματώδης, οἷον
                            <lb/>ἀπὸ κρεῶν ὀπτῶν ἰχωρῶδες· ὀδύναι δὲ ὀξεῖαι διὰ τῆς ῥάχιος ἐς τὸ
                            <lb/>στῆθος καὶ ἐς τὸν βουβῶνα τείνουσιν· οὗτος τὴν ἑβδόμην διαφυγὼν
                            <lb/>ὑγιαίνει. Ὁκόταν δὲ τούτων τῶν πλευριτίδων τινὶ προσγένηται τὸ
                            <lb/>νῶτον ἐρυθριᾷν, καὶ τοὺς ὤμους θερμαίνεσθαι, καὶ ἀνακαθίζοντα
                            βαρύνεσθαι, <lb/>καὶ ἡ γαστὴρ ἐκταράσσηται χλωρῷ καὶ δυσώδεϊ σφόδρα,
                            <lb/>οὗτος διὰ τὴν ὑποχώρησιν τῆς γαστρὸς εἰκοστῇ καὶ μιῇ ἀποθνήσκει·
                            <lb/>ταύτας δὲ διαφυγὼν ὑγιαίνει. Οἷσι δὲ αἱ πτύσιες εὐθὺς παντοδαπαί
                            <lb/>εἰσι καὶ τὰ ἀλγήματα πάνυ ὀξέα, οὗτοι τριταῖοι θνήσκουσι, ταύτας
                            <lb/>δὲ διαφυγόντες ὑγιαίνουσιν· ὁ μὴ γενόμενος δὲ ὑγιὴς τῇ ἑβδόμῃ ἢ
                            <lb/>τῇ ἐννάτῃ ἢ τῇ ἑνδεκάτῃ ἄρχεται ἐμπυΐσκεσθαι· κρέσσον δὲ ἐμπυῆσαι·
                                <pb n="146"/> ἧσσον γὰρ θανατῶδες, ἐπίπονον δέ. Πρὸς δὲ τοῖσι
                            σημηΐοισι <lb/>τοῖσιν εἰρημένοισιν ἐν ἑκάστῃ τῶν πλευριτίδων καὶ τάδε
                            χρὴ σκοπέεσθαι <lb/>τὴν γλῶσσαν· πομφόλυγος γὰρ ὑποπελίδνου γινομένης
                            ἐπὶ <lb/>τῆς γλώσσης, οἷα σιδηρίου βαφέντος εἰς ἔλαιον, εἰ μὲν ἐν ἀρχῇ
                            γένοιτο <lb/>τρηχείη, χαλεπωτέρη ἡ ἀπάλλαξις τῆς νούσου, καὶ ἀνάγκῃ
                            <lb/>αἷμα ἀποβῆξαι ἐν τῇσιν ἡμέρῃσιν, ἐν ᾗσι δεῖ· εἰ δὲ καὶ
                            προκεχωρηκυίης <lb/>τῆς νούσου γένοιτο, αἱ μὲν κρίσιες ἐς τὴν τετάρτην
                            καὶ δεκάτην <lb/>ἡμέρην, ἀνάγκη δὲ πτύσαι αἷμα. Ἔχει δὲ ὧδε περὶ τῆς
                            <lb/>ἀπαλλάξιος· εἰ μὲν τριταίῳ ἄρχοιτο πεπαίνεσθαι καὶ πτύεσθαι,
                            θάσσους <lb/>αἱ ἀπαλλάξιες· εἰ δὲ ὕστερον πεπαίνοιτο, ὕστερον καὶ αἱ
                            κρίσιες <lb/>γίνονται, ὡς ἐν τοῖσι τῆς κεφαλῆς σημηΐοισι. Τὰ δὲ ἀλγήματα
                            <lb/>τὰ ἐν ἁπάσῃσι τῇσι πλευρίτισιν ὡς ἐπιτοπουλὺ κουφίζει μεθ’ ἡμέρην
                            <lb/>μᾶλλον ἢ νύκτωρ. Θεραπεύειν δὲ χρὴ τὰς πλευρίτιδας οὕτως· <lb/>τὰ
                            μὲν πολλὰ ὡς τὴν φρενῖτιν καὶ περιπλευμονίην, πλὴν λουτροῖσι
                            <lb/>χρῆσθαι θερμοῖσι καὶ οἴνοισι γλυκέσιν. Ἢν μὲν οὖν τῇ πρώτῃ ἢ τῇ
                            <lb/>ἐπιούσῃ λάβῃς τῆς ἐπιλήψιος, ἢν μὲν ὑπεληλύθῃ ἡ κόπρος καθαρὴ
                            <lb/>ἢ ἀτρέμα χολώδης καὶ ὀλίγη, ὑποκλύσαι θαψίῃ· ἢν δὲ κινηθεῖσα ἡ
                            <lb/>κοιλίη τὴν μὲν νύκτα χαλάσῃ, τῇ δὲ ὑστεραίῃ ὀδύνη καὶ στρόφος
                            <lb/>ἔχῃ, πάλιν ὑποκλύσαι. Ἢν δὲ ὁ κάμνων χολώδης ᾖ τῇ φύσει καὶ
                            <lb/>ληφθῇ τῇ νούσῳ ἀκάθαρτος ἐὼν, πρὶν ἀναπτύεσθαι τὸ σίαλον χολῶδες,
                            <lb/>καὶ τῷ φαρμάκῳ καθῆραι χολὴν εὖ· ἐκπτύοντι δὲ ἤδη χολώδεα <lb/>μὴ
                            δίδου τὸ φάρμακον· ἢν γὰρ δῷς, τὸ πτύσμα οὐ δυνήσεται <lb/>ἄνω ἀνιέναι,
                            ἀλλ’ ἑβδομαῖος ἢ ἐνναταῖος ἀποπνιγήσεται· ἢν δὲ <lb/>πρὸς τῇσιν ἐν τῇσι
                            πλευρῇσιν ὀδύνῃσι καὶ τὰ ὑποχόνδρια ἀλγέῃ, ὑποκλύσαι, <pb n="148"/> δεῖ,
                            καὶ πιέειν δοῦναι· νήστει ἀριστολοχίαν καὶ ὕσσωπον καὶ <lb/>κύμινον καὶ
                            σίλφιον καὶ μήκωνα λευκὴν καὶ ἄνθος χαλκοῦ καὶ μέλι <lb/>καὶ ὄξος καὶ
                            ὕδωρ. Πρὸς μὲν τὰ φάρμακα οὕτω δεῖ ποιέεσθαι τὰς <lb/>θεραπείας τὰς
                            πρώτας· τὰ δ’ ἄλλα ὧδε ἔχει· λούειν πολλῷ θερμῷ <lb/>πρὸς τὴν δύναμιν
                            τοῦ κάμνοντος, πλὴν τῆς κεφαλῆς, καὶ ὁκόταν αἱ <lb/>κρίσιες ὦσι, τὰ
                            ὀδυνώμενα χλιαίνειν ὑγρῇσι πυρίῃσιν ὑπαλείφων <lb/>ἐλαίῳ. Ὁκόταν δὲ
                            καταιγίζωσιν αἱ νοῦσοι, ἡσυχάζειν καὶ τὸν κάμνοντα <lb/>καὶ τὸν ἰητρὸν
                            τῇσι θεραπείῃσιν, ὅκως μὴ κατεργάσηταί τε <lb/>κακόν· πτισάνης δὲ χυλὸν
                            κάθεφθον διδόναι, ὀλίγῳ παχύτερον, μελιχροποιέων. <lb/>Μετὰ δὲ τὰ λουτρὰ
                            καὶ οἶνον γλυκὺν ὑδαρέα προπίνειν, <lb/>μὴ ψυχρὸν, ὀλίγον ἐκ βομβυλίου
                            οὐκ εὐρυστόμου· καὶ ὁκόταν βῆχες <lb/>ἐπίωσιν, ἐπιπίνειν καὶ χρέμπτεσθαι
                            ὡς μάλιστα, καὶ τῷ ποτῷ ὑγραίνειν, <lb/>ἵνα ὁ πλεύμων ὑγρότερος ἐὼν ῥᾷον
                            καὶ θᾶσσον ἀποδιδῷ τὸ <lb/>πτύσμα καὶ ἡ βὴξ ἧσσον πονέῃ· καὶ ῥοιῆς δὲ
                            γλυκείης ἢ οἰνώδεος <lb/>χυλὸν, γάλακτι αἰγείῳ ὀλίγῳ καὶ μέλιτι μιγνὺς,
                            κατὰ σμικρὸν πολλάκις <lb/>δίδου νύκτωρ τε καὶ μεθ’ ἡμέρην· καὶ ὕπνον δ’
                            ὡς μάλιστα <lb/>διακωλύειν, ἵνα κάθαρσις γένηται θάσσων τε καὶ πλείων.
                            Τὴν δὲ <lb/>αἱματώδεα πλευρῖτιν θεραπεύειν χρὴ οὕτως· μετὰ δὲ τὰς
                            κρίσιας <lb/>ἀνακομίζειν σιτίοισι κούφοισι, καὶ ἡσυχάζειν, καὶ
                            φυλάσσεσθαι περισσῶς <lb/>ἡλίους, ἀνέμους, πλησμονὰς, ὀξέα, ἁλυκὰ,
                            λιπαρὰ, καπνὸν, <lb/>φύσας τὰς ἐν τῇ κοιλίῃ, πόνους, λαγνείας· ἢν γὰρ ἡ
                            νοῦσος ὑποτροπιάσῃ, <lb/>θάνατος ἕψεται. Ἐν δὲ τῇσι πτύσεσιν, ἢν ὀδύνη
                            τε ἔχῃ καὶ <lb/>μὴ δύνηται ἀποπτύειν, νήστει δίδου ἄνθος χαλκοῦ ὅσον
                            κοτινάδα, <pb n="150"/> καὶ ὀποῦ σιλφίου ἥμισυ, καὶ τριφύλλου καρποῦ
                            ὀλίγον. ἐν μέλιτι λείχειν· <lb/>ἢ πεπέρεος κόκκους πέντε καὶ ὀποῦ
                            σιλφίου ὅσον κύαμον, καὶ <lb/>μέλι καὶ ὄξος καὶ ὕδωρ πίνειν χλιαρὸν
                            νήστει δίδου· τοῦτο καὶ τὰς <lb/>ὀδύνας παύει. Ἢν δὲ μὴ δύνηται πτύειν
                            κατὰ λόγον, ἀλλ’ ἐνίσχηται <lb/>αὐτῷ καὶ ῥέγχῃ ἐν τοῖσι στήθεσιν, ἄρου
                            τοῦ μεγάλου ῥίζης χηραμίδα <lb/>καὶ ἔλαιον σὺν μέλιτι μίξαι, ἐπιῤῥοφεῖν
                            δὲ ὄξος κεκρημένον. <lb/>Ἄλλο ἰσχυρόν· ἄνθος χαλκοῦ ὅσον κύαμον καὶ
                            νίτρον ὀπτὸν διπλάσιον <lb/>καὶ ὕσσωπον ὅσον τοῖσι τρισὶ δακτύλοισι
                            λαβεῖν, μέλιτι μίξας, <lb/>καὶ ὕδωρ καὶ ἔλαιον μικρὸν ἐπιστάξας, χλιάνας
                            ἐν χηραμίδι, ἐγχέειν <lb/>ἵνα μὴ ἀποπνιγῇ. Καὶ ἐν περιπλευμονίῃ, ἢν μὴ
                            καθαίρηται, τοῦτο <lb/>δεῖ ποιέειν. Ἢν δὲ μήτε ῥέγχῃ μήτε πτύῃ ὡς δεῖ,
                            καππάριος καρποῦ <lb/>ὅσον τοῖσι τρισὶ δακτύλοισι λαβεῖν, καὶ πέπερι καὶ
                            νίτρον ὀλίγον <lb/>καὶ μέλι καὶ ὄξος καὶ ὕδωρ μίξας τοῦτο χλιαρὸν
                            ἐπιῤῥοφεῖν· τὴν <lb/>δὲ ἄλλην ἡμέρην ὕσσωπον ἐν ὄξει καὶ μέλιτι καὶ
                            ὕδατι ἀναζέσας <lb/>ἐπιῤῥοφεΐν. Τοῦτο καὶ τοῖσι ῥέγχουσι διδόναι καὶ μὴ
                            δυναμένοισι <lb/>καθαίρεσθαι. Εἰ δὲ ἰσχυρότερον βούλοιο ποιέειν, ὑσσώπου
                            καὶ νάπυος <lb/>καὶ καρδάμου κόγχην ἢ χηραμίδα τρίψας ἐν μέλιτι καὶ
                            ὕδατι, <lb/>καὶ ἀναζέσας, καὶ διηθήσας, ἐπιῤῥοφεῖν χλιαρὸν δίδου. Οὕτω
                            ταῦτα <lb/>τὰ νουσήματα θεραπευθέντα ὑγιέα γίνεται, ἢν μή τι τοῦ
                            πτύσματος <lb/>ὑπολειφθὲν ἐν τῷ πλεύμονι πῦος γένηται, ὑφ’ οὗ βήσσουσι
                            ξηρὰ <lb/>βηχία, καὶ πῦρ καὶ φρίκη ἴσχει, καὶ ὀρθοπνοίη ἔχει, καὶ πυκνὸν
                            καὶ <lb/>ἀθρόον ἀναπνεῖ, καὶ ἡ φωνὴ βαρυτέρη ὀλίγῳ, καὶ εὐχροίη σὺν τῇ
                            <lb/>θέρμῃ τὸ πρόσωπον ἴσχει· προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου, μᾶλλον καὶ ἡ
                            <lb/>νοῦσος σάφα δηλοῦται, Τοῦτον εἰ ἐντὸς τῶν δέκα ἡμερέων λάβοις, <pb n="152"/> θερμήναντα χρὴ διαίτῃ καὶ λουτρῷ θερμῷ ἐγχέαι ἐς τὸν
                            πλεύμονα <lb/>ὅ τι πῦον ἄξει, καὶ τοῖσιν ἄλλοισι χρῆσθαι τοῖσι τὸ πῦον
                            ἄγουσι; καὶ <lb/>διαιτᾷν ὡς ἔμπυον, καὶ τὴν κεφαλὴν ἀποξηραίνειν, ἵνα μὴ
                            ἐπιῤῥέῃ. <lb/>Ἢν δ’ ἐν τῷ ἐγχύτῳ μὴ σήπηται καὶ ἀνάγηται τὸ πῦον,
                            ῥήγνυται <lb/>αὐτῷ ἐκ τοῦ πλεύμονος ἐς τὸν θώρηκα, καὶ μετὰ τὴν ῥῆξιν
                            δοκέει <lb/>ὑγιὴς εἶναι, ὅτι ἐκ τῆς στενοχωρίης ἐς τὴν εὐρυχωρίην ἦλθε
                            τὸ πῦον, <lb/>καὶ τὸ πνεῦμα ὃ ἀναπνέομεν ἕδρην ἔσχεν ἐν τῷ πλεύμονι·
                            προϊόντος <lb/>δὲ τοῦ χρόνου, τὰ στήθεα πύου πληροῦται, καὶ αἱ βῆχες καὶ
                            <lb/>οἱ πυρετοὶ καὶ τἄλλα ἀλγήματα πάντα μᾶλλον πιέζει αὐτὸν, καὶ ἡ
                            <lb/>νοῦσος διαδηλοῦται. Τοῦτον μετὰ τὴν ἔκρηξιν ἐᾶσαι δεῖ ἡμέρας
                            πεντεκαίδεκα, <lb/>ὅκως πάλιν πεπανθῇ τὸ πῦον· ἅτε γὰρ ἐς εὐρυχωρίην
                            <lb/>ἐλθὸν ἀνέψυξέ τε καὶ τὸ ὑπάρχον ὑγρὸν ἐν τῷ θώρηκι προσγάγετο
                            <lb/>πρὸς ἑωυτὸ, ὥστε αὐτὸ ἡμισαπὲς εἶναι. Ἢν μὲν οὖν αὐτόματον ἄρξηται
                            <lb/>πτύεσθαι ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ, ἢ φαρμάκοισι τιμωρέειν ἢ ποτοῖσιν,
                            <lb/>ἐν δὲ τῇσι τελευταίῃσιν ἡμέρῃσι τῶν ἡμερέων τῶν πεντεκαίδεκα
                            <lb/>σπεύδειν ἀναστῆναι πρὶν μᾶλλον τρύχεσθαι τὸ σῶμα, φυλάσσων τὴν
                            <lb/>κεφαλὴν καθαρὴν τῶν ἐπιῤῥοῶν εἵνεκεν. Ἢν δὲ μὴ πτύηται, ἀποσημήνῃ
                            <lb/>δὲ ἐς τὰς πλευρὰς, ταμέειν ἢ καῦσαι. Ἢν δὲ μήτε πτύηται <lb/>μήτε
                            ἀποσημήνῃ ἐς τὰς πλευρὰς, λούσας πολλῷ καὶ θερμῷ νῆστιν <lb/>καὶ ἄποτον,
                            καθίσας ἐπὶ ἕδρης ἀκινήτου, ἕτερος μὲν τῶν ὤμων ἀναλαβέτω, <lb/>αὐτὸς δὲ
                            σεῖε τοῦτον, τὸ οὖς παραβάλλων πρὸς τὰς πλευρὰς, <lb/>ἵν’ εἱδῇς
                            ὁκοτέρωθεν ἀποσημαίνει· βούλου δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ <pb n="154"/> ἀριστερά·
                            θανατωδέστερον γὰρ καίειν καὶ τάμνειν πρὸς τὰ δεξιά· <lb/>ὁκόσῳ γὰρ
                            ἰσχυρότερά ἐστι τὰ δεξιὰ, τόσῳ καὶ τὰ νουσήματα ἐν αὐτοῖσιν
                            <lb/>ἰσχυρότερα δείκνυται. Ἢν δὲ ὑπὸ πάχεος τὸ ὑγρὸν μὴ κλυδάζηται,
                            <lb/>μηδὲ ψόφος ᾖ ἐν τῷ στήθεϊ, πυκνὸν δὲ ἕλκῃ τὸ πνεῦμα καὶ οἱ
                            <lb/>πόδες ἐποιδέωσι, καὶ βήχιόν τι προσῇ, μὴ ἐξαπατάτω, ἀλλ’ εὖ ἴσθι
                            <lb/>πλήρη ἐόντα τὸν θώρηκα πύου· ἐς οὖν ἐρετριάδα γῆν ὑγρὴν καὶ λείην
                            <lb/>τετριμμένην καὶ χλιαρὴν ἐπιβάψας ὀθόνιον λεπτὸν, περικάλυψον κύκλῳ
                            <lb/>τὸν θώρηκα, καὶ ὅκου ἂν πρῶτον ξηραίνηται, ταύτῃ χρὴ τάμνειν <lb/>ἢ
                            καίειν ὡς ἐγγυτάτω τῶν φρενῶν, φυλασσόμενος αὐτῶν τῶν <lb/>φρενῶν. Ἢν δὲ
                            βούλῃ, ἀλείφων τῇ ἐρετριάδι, σκόπει ὁμοίως ὡς ἐν τῷ <lb/>ὀθονίῳ, πολλοὶ
                            δὲ ἅμα ἀλειφόντων, ἵνα μὴ τὰ πρῶτα ἀλειφόμενα ἀποξηραίνηται. <lb/>Μετὰ
                            δὲ τὴν τομὴν ἢ τὴν καῦσιν τῷ μοτῷ τῷ ἐκ τοῦ ὠμολίνου <lb/>χρῶ, καὶ ἐξίει
                            κατ’ ὀλίγον τὸ πῦον. Ὁκόταν δὲ μέλλῃς τάμνειν ἢ <lb/>καίειν, ὑποσημαίνου
                            τωὐτὸ σχῆμα ἔχοντα, ὅπερ ἂν μέλλῃς ἔχοντα <lb/>καίειν ἢ τάμνειν, ἵνα μὴ
                            ἐξαπατήσῃ ἀνωτέρω γενόμενον ἢ κατωτέρω <lb/>τὸ δέρμα, ἐν τῇ μεταβολῇ τοῦ
                            σχήματος· καὶ τὰς βῆχας φυλάσσειν ἐκ <lb/>τῆς διαίτης, ὅκως μὴ
                            ἀντισπάσουσι πάλιν ἐς τὸν πλεύμονα τὸ πῦον, <lb/>κακὸν γὰρ, ἀλλ’ ὡς
                            τάχιστα ὑποξηραίνεσθαι· ἐπειδὰν δὲ δωδεκαταῖος <lb/>ἦ, ἅπαν ἀφιέναι τὸ
                            λοιπὸν πῦον, καὶ ἀπὸ τοῦ ὀθονίου μοτοῦν, καὶ ἀφιέναι <lb/>δὶς τῆς ἡμέρης
                            τὸ πῦον, καὶ τὴν ἄνω κοιλίην ἐκ τῆς διαίτης <lb/>ὡς μάλιστα ξηραίνειν.
                            Ὧδε χρὴ καὶ τὰς ἐκ τῶν τρωμάτων καὶ <lb/>ἐκ περιπλευμονίης καὶ ἐκ
                            καταῤῥοῶν μεγάλων ἐκπυήσιας, καὶ <pb n="156"/> προσπεσόντος τοῦ
                            πλεύμονος τῇσι πλευρῇσι σκοπεῖν καὶ <lb/>θεραπεύειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ψυκτήρια δὲ τάδε δίδου ἐπὶ τοῖσι καύσοισι πίνειν, ὁκόταν <lb/>βούλῃ·
                            πολλὰ δὲ ἀπεργάζεται· τὰ μὲν γὰρ οὔρησιν ποιέει, τὰ δὲ διαχώρησιν,
                            <lb/>τὰ δὲ ἄμφω, τὰ δὲ οὐδέτερα, ἀλλὰ ψύχει μοῦνον ὡς ἄγγος <lb/>ὕδατος
                            ζέον, ἤν τις ἐπιχέῃ ψυχρὸν ὕδωρ ἢ ψυχρῷ αὐτὸ τὸ ἄγγος πνεύματι
                            <lb/>προσαγάγῃ· δίδου δὲ ἄλλα ἄλλοισιν· οὔτε γὰρ τὰ γλυκέα πᾶσι
                            <lb/>συμφέρει, οὔτε τὰ στρυφνὰ, οὔτε τὰ αὐτὰ πίνειν δύνανται. Τοῦτο
                            <lb/>μὲν, κηρίων ξηρῶν ὅσον δύο κοτύλας βρέχων ὕδατι καὶ ἀνατρίβων
                            <lb/>γευέσθω, ἕως ἂν ὑπόγλυκυ γένηται, εἶτα διηθήσας, σέλινα ἐμβαλὼν,
                            <lb/>δίδου πίνειν. Τοῦτο δὲ, λίνου καρποῦ ὀξύβαφον, ὕδατος κοτύλας
                            <lb/>δέκα ἐπιχέας, ἑψεῖν ἐν καινῇ χύτρῃ ἐπὶ ἀνθράκων ἄζεστον, ἵνα
                            <lb/>ἀναπνέῃ, ἕως ἂν ὁ χυλὸς ἁπτομένῳ λιπαρὸς γένηται. Τοῦτο δὲ,
                            <lb/>μελικρήτου ὑδαρέος καθεψήσας τὸ ἥμισυ λείπειν· ἔπειτα σέλινα
                            ἐπιβαλὼν, <lb/>τοῦτο ψυχρὸν κατ’ ὀλίγον δίδου. Τοῦτο δὲ, κριθὰς
                            ἀχιλληΐδας <lb/>κοτύλην αὐήνας, ἄρας τὸν ἀθέρα καὶ πλύνας εὖ, ἐπιχέας
                            ὕδατος <lb/>χοέα, ἕψει, καὶ τὸ ἥμισυ ἀπολείπων, ψύχων, δίδου πίνειν.
                            Τοῦτο <pb n="158"/> δὲ, Αἰθιοπικοῦ κυμίνου κοτύλης δέκατον μέρος,
                            ἐπιχέας τρία ἡμιχόεα, <lb/>ἕψε, πῃλῷ τριχώδεϊ καταλείψας, ἄζεστον, ἕως
                            τρίτον μέρος <lb/>λείπῃς, καὶ ψύχων δίδου τοῦτο πρὸς πάντα καῦσον καὶ
                            λοιπὸν πυρετόν. <lb/>Τοῦτο δὲ, ὕδωρ οὐράνιον αὐτὸ καθ’ αὑτό. Τοῦτο δὲ,
                            πτισάνης <lb/>κοτύλην χοέα ὕδατος ἐπιχέας, λείπειν τὸ ἥμισυ ἑψῶν· ἔπειτα
                            διηθήσας, <lb/>σέλινα ἐπιβαλὼν, δίδου ψυχρόν. Τοῦτο δὲ, οἱ σταφίδιοι
                            λευκοὶ <lb/>οἶνοι ὑδαρέες. Τοῦτο δὲ, τρύγες στεμφυλίτιδες σταφιδευταῖαι
                            ὑδαρέες. <lb/>Τοῦτο δὲ, ἄσταφις λευκὴ ἄνευ γιγάρτων κοτύλη, καὶ
                            πενταφύλλου <lb/>ῥιζέων χεῖρα πλέην φλάσας, εἴκοσι κοτύλας ὕδατος
                            ἐπιχέας, <lb/>ἀφεψᾐσας καὶ τὸ ἥμισυ λείπων, δίδου ψυχρὸν κατ’ ὀλίγον.
                            Τοῦτο <lb/>δὲ, κρίμνων κριθέων ἁδρῶν ἡμιχοίνικον, ὕδατος χοέα ἐπιχέας,
                            ὁκόταν <lb/>ἤδη ἀνοιδέῃ τὰ κρίμνα, τρίβειν τῇσι χερσὶν ἕως ἂν λευκὸν τὸ
                            <lb/>ὕδωρ γένηται, καὶ ἀδιάντου δραχμίδα ἐμβαλὼν, ἀπαιθριάσας δίδου.
                            <lb/>Τοῦτο δὲ, ὠῶν τὸ λευκὸν τριῶν ἢ τεσσάρων κατακυκῶν ἐν ὕδατος
                            <lb/>χοῒ πινέτω· τοῦτο ψύχει σφόδρα καὶ τὴν κοιλίην ὑπάγει· ἢν δὲ δοκέῃ
                            <lb/>μᾶλλον ὑπάγειν, τὴν λινόζωστιν προσκατακύκα. Τοῦτο δὲ, ἡμιχοίνικον
                            <lb/>καχρύων εὖ ἀποπλύνας, ἐν ὕδατος χοῒ ζέσας δὶς ἢ τρὶς, ψυχρὸν
                            <lb/>δίδου. Τοῦτο δὲ, πτισάνης χυλὸν κάθεφθον λεπτὸν καὶ οἶνον
                            <lb/>γλυκὺν δίδου· τοῦτο οὐκ ἄγει. Τοῦτο δὲ, σικύου πέπονος ἄνευ τοῦ
                            <lb/>δέρματος πάλης, ἐφ’ ὕδατι· τοῦτο οὐρέεται καὶ ψύχει καὶ τὴν δίψαν
                            <lb/>παύει. Τοῦτο δὲ, ὀρόβους ἐν ὕδατι προεψήσας, εἶτα χύτρην καινὴν <pb n="160"/> ἐν χύτρῃ μείζονι θεὶς πλέῃ ὕδατος, ἐπιχέας ἕτερον ὕδωρ
                            τοῖσιν ὀρόβοισιν, <lb/>ἕψε ὀλίγον χρόνον, εἶτα ἀποχέας τὸ τρίτον μέρος,
                            ἐπειδὰν <lb/>κάθεφθοι ἔωσιν οἱ ὄροβοι, ψύξας δίδου, κατὰ κύαθον
                            ἐπιπάσσων τῆς <lb/>τοῦ σικύου πάλης τὴν ἐκ τῶν ὀρόβων πάλην· τοῦτο δὲ
                            βεβαίως δίψαν <lb/>παύει. Τοῦτο δὲ, Θάσιον οἶνον παλαιὸν, πέντε καὶ
                            εἴκοσιν ὕδατος <lb/>καὶ ἕνα οἴνου δίδου. Τοῦτο δὲ, τρίφυλλον, τὸ
                            σικυῶδες ἐν ὕδατι <lb/>καὶ κρίμνα κριθέων βρέχων δίδου. Τοῦτο δὲ,
                            σέλινα, ὅσον τρὶς τῇ <lb/>χειρὶ περιλαβεῖν, καὶ γλήχους δραχμίδας δύο
                            ἑψῶν ἐν ὄξους κοτύλῃσι <lb/>δέκα ἕως τρίτον μέρος λείπῃς· τοῦτο μέλιτι
                            καὶ ὕδατι κεραννὺς <lb/>ὑδαρὲς πινέτω, ἀδιάντου δραχμίδα ἐμβαλών· τοῦτο
                            οὖρον ἄγει και <lb/>τὴν κοιλίην λύει. Τοῦτο δὲ, μῆλα εὐώδεα γλυκέα,
                            φλάσας, καὶ ἐν <lb/>ὕδατι ἀποβρέξας, δίδου πίνειν τὸ ὕδωρ. Τοῦτο δὲ,
                            μῆλα κυδώνια <lb/>ὡσαύτως, ἢν ἡ κοιλίη λελυμένη ᾖ, ἐν πυρετῷ καυσώδεϊ.
                            Ἰκτέρου δε <lb/>ἐπιλαβόντος, ἀστάφιδος λευκῆς ἄνευ γιγάρτων καὶ
                            ἐρεβίνθων λευκῶν, <lb/>ἡμικοτύλιον ἀμφοτέρων, καὶ κριθέων ἀχιλληΐδων
                            ἴσον, καὶ κνίκου <lb/>ἴσον, ὕδατος κοτύλας δέκα, καὶ σέλινα, καὶ μίνθην,
                            καὶ κορίανον, <lb/>ὀλίγον ἑκάστου ἀνατρίβειν, ἕως ἂν ἠρέμα γλυκανθῇ, καὶ
                            ἀδιάντου <lb/>δραχμίδα ὕστερον ἐμβαλὼν, αἰθριήσας δίδου. Τοῦτο δὲ καὶ
                            <lb/>τὰ τούτοισιν ὅμοια μιμέεσθαι· πάντα δὲ τῷ πυρέσσοντι ᾐθριασμένα
                            <lb/>δίδου, πλὴν οἷσιν αἱ κοιλίαι μᾶλλον τοῦ δέοντος ῥέουσιν. <lb/>Τοῦτο
                            δὲ, γλήχους δραχμίδας τρεῖς, σελίνου διπλάσιον, ἐν οἴνῳ <lb/>κεκρημένῳ
                            ἑψῶν δίδου· τοῦτο καὶ οὐρέεται καὶ διὰ τῆς κοιλίης χολἥν <lb/>ἄγει. </p></div></div><div type="textpart" subtype="book" n="4"><pb n="542"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><head>ΠΕΡΙ ΝΟΥΣΩΝ ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟΝ.</head><p>32. Τοῦ ἀνθρώπου ἐς τὴν γένεσιν ἀπὸ πάντων τῶν μελέων τοῦ <lb/>ἀνδρὸς καὶ
                            τῆς γυναικὸς ἐλθὸν τὸ σπέρμα καὶ ἐς τὰς μήτρας τῆς <lb/>γυναικὸς πεσὸν
                            ἐπάγη· χρόνου δὲ γενομένου φύσις ἀνθρωποειδὴς ἐγένετο <lb/>ἐξ αὐτέου.
                            Ἔχει δὲ καὶ ἡ γυνὴ καὶ ὁ ἀνὴρ τέσσαρας ἰδέας <lb/>ὑγροῦ ἐν τῷ σώματι,
                            ἀφ’ ὧν αἱ νοῦσοι γίνονται, ὑκόσα μὴ ἀπὸ βίης <lb/>νουσήματα γίνεται·
                            αὗται δὲ αἱ ἰδέαι εἰσὶ φλέγμα, αἷμα, χολὴ, <lb/>καὶ ὕδρωψ, καὶ ἀπὸ
                            τούτων ἐς τὸ σπέρμα οὐκ ἐλάχιστον οὐδὲ ἀσθενέστατον <lb/>συνέρχεται, καὶ
                            ἐπειδὴ τὸ ζῶον ἐγένετο, κατὰ τοὺς τοκῆας <lb/>τοσαύτας ἰδέας ὑγροῦ
                            ὑγιηροῦ τε καὶ νοσεροῦ ἔχει ἐν ἑωυτῷ. Ἀποφανέω <lb/>δὲ ὅκως ἐν ἑκάστῃ
                            τουτέων τῶν ἰδεῶν καὶ πλείω καὶ ἐλάσσω <lb/>ἐν τῷ σώματι γίνεται, καὶ
                            ὑπὸ τούτου νοσέουσι, καὶ ὅτι αἱ νοῦσοι <lb/>κρίνονται ἐν τῇσι περισσῇσιν
                            ἡμέρῃσι, καὶ τίνες ἀρχαὶ τῶν νούσων <lb/>εἰσὶ, καὶ ὁκοῖα αὐτέων ἑκάστη
                            ἐν τῷ σώματι ἐργασμένη τὴν νοῦσον <lb/>ἐπάγει, καὶ ὑπὸ τὸ ἀυτὸ ῥῖγος
                            πυρετῶδες γίνεται, καὶ διὰ τί <lb/>τὸ πῦρ ἐπιπίπτει μετ’ αὐτό. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Ἐθέλω δὲ ἀποφῆναι πρῶτον, πῶς ἡ χολὴ καὶ τὸ αἷμα καὶ ὁ <pb n="544"/>
                            ὕδρωψ καὶ τὸ φλέγμα πλέονα καὶ ἐλάσσονα γίνεται, ἀπὸ τῶν· βρωμάτων
                            <lb/>καὶ τῶν πομάτων τρόπῳ τοιῷδε· ἡ κοιλίη τῷ σώματι πάντων <lb/>πηγή
                            ἐστι πλέη ἐοῦσα· κενεὴ δὲ γενομένη ἐπαυρίσκεται ἀπὸ <lb/>τοῦ σώματος
                            τηκομένου. Εἰσὶ δὲ καὶ ἄλλαι πηγαὶ τέσσαρες, ἀφ’ ὧν <lb/>χωρέει τούτων
                            ἕκαστον· ἐς τὸ σῶμα, ἐπὴν αὗται ἀπὸ τῆς κοιλίης <lb/>λάβωσι, καὶ αὗται
                            ἐπὴν κενῶνται, ἀπὸ τοῦ σώματος ἐπαυρίσκονται <lb/>ἕλκει δὲ καὶ αὐτὸ τὸ
                            σῶμα, ἐπὴν ἡ κοιλίη· τι ἔχῃ ἐν ἑωυτῇ· τῷ <lb/>μὲν δὴ αἵματι ἡ καρδίη
                            πηγή ἐστι, τῷ δὲ φλέγματι ἡ κεφαλὴ, τῷ δὲ <lb/>ὕδατι ὁ σπλὴν, τῇ δὲ χολῇ
                            τὸ χωρίον τὸ ἐπὶ τῷ ἥπατι. Αὗται αἱ <lb/>τέσσαρες τουτέοισίν εἰσι πηγαὶ
                            ἄνευ τῆς κοιλίης· τουτέων δέ εἰσι <lb/>κοιλόταται ἡ κεφαλὴ καὶ ὁ σπλήν·
                            εὐρυχωρίη γὰρ ἐν αὐτῷ πλείστη <lb/>ἐστίν· ἀλλὰ περὶ τούτου ὀλίγῳ ὕστερον
                            ἀποφανέω κάλλιον. Ἔχει δὲ <lb/>καὶ τόδε ὧδε· ἐν τοῖσι βρῳτοῖσι καὶ τοῖσι
                            ποτοῖσιν ἔνεστι πᾶσι καὶ <lb/>χολώδεός τι καὶ ὑδρωποειδέος καὶ
                            αἱματώδεος καὶ φλεματώδεος, τῇ <lb/>μὲν πλέον, τῇ δὲ ἔλασσον· διότι καὶ
                            διαφέρει τὰ ἐσθιόμενα καὶ πινόμενα <lb/>ἀλλήλων ἐς τὴν ὑγιείην· καὶ
                            ταῦτά μοι ἐς τοῦτο εἴρηται. <lb/>Ἐπὴν δὲ φάγῃ ἢ πίῃ ὁ ἄνθρωπος, ἕλκει τὸ
                            σῶμα ἐς ἑωυτὸ ἐκ τῆς <lb/>κοιλίης τῆς ἰκμάδος τῆς εἰρημένης, καὶ αἱ
                            πηγαὶ ἕλκουσι διὰ τῶν <lb/>φλεβῶν ἀπὸ τῆς κοιλίης, ἡ ὁμοίη ἰκμὰς τὴν
                            ὁμοίην, καὶ διαδίδωσι <lb/>τῷ σώματι, ὥσπερ ἐπὶ τῶν φυτῶν ἕλκει ἀπὸ τῆς
                            γῆς ἡ ὁμοίη ἰκμὰς <lb/>τὴν ὁμοίην. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Ἔχει γὰρ ὧδε ἡ γῆ ἐν ἑωυτῇ δυνάμιας παντοίας καὶ ἀναρίθμους.
                            <lb/>Ὁκόσα γὰρ ἐν αὐτῇ φύεται, πᾶσιν ἰκμάδα παρέχει ὁμοίην <lb/>ἑκάστῳ,
                            οἷον καὶ αὐτὸ τὸ φυόμενον αὐτῷ ὁμοίην κατὰ ξυγγενὲς ἔχει, <lb/>καὶ ἕλκει
                            ἕκαστον ἀπὸ τῆς γῆς τροφὴν, οἷόν περ καὶ αὐτό ἐστι· τό <lb/>τε γὰρ ῥόδον
                            ἕλκει ἀπὸ τῆς γῆς ἰκμάδα τοιαύτην, οἷόν περ καὶ αὐτὸ <lb/>δυνάμει ἐστὶ,
                            καὶ τὸ σκόροδον ἕλκει ἀπὸ τῆς γῆς ἰκμάδα τοιαύτην, <pb n="546"/> οἷόν
                            περ καὶ αὐτὸ δυνάμει ἐστὶ, καὶ τἄλλα πάντα τὰ φυόμενα ἕλκει <lb/>ἐκ τῆς
                            γῆς καθ’ ἑωυτὸ ἕκαστον· εἰ γὰρ μὴ τοῦτο οὕτως εἶχεν, οὐκ <lb/>ἂν ἐγένετο
                            τὰ φυόμενα ὅμοια τοῖσι σπέρμασιν. Ὅτῳ δὲ τῶν φυομένων <lb/>ἐν τῇ γῇ
                            ἰκμὰς κατὰ συγγένειαν τοῦ δέοντος πολλῷ πλέων <lb/>ἐστὶ, νοσέει ἐκεῖνο
                            τὸ φυτόν· ὅτῳ δὲ ἐλάσσων τοῦ καιροῦ, ἐκεῖνο <lb/>αὐαίνεται. Ἢν δὲ ἐξ
                            ἀρχῆς μὴ ἐνῇ ἰκμὰς τῷ φυτῷ, ἢν ἕλκει κατὰ <lb/>τὸ συγγενὲς, οὐδ’ ἂν
                            βλαστῆσαι δύναιτο· παρέχει δὲ νοηθῆναι ὅτι, <lb/>εἰ μὴ ἔχει ἰκμάδα κατὰ
                            φύσιν τὸ φυτὸν, οὐ βλαστάνει τὴν ἀρχήν· ἡ <lb/>γὰρ Ἰωνίη χώρη καὶ ἡ
                            Πελοπόννησος τοῦ ἡλίου καὶ τῶν ὡρέων οὐ <lb/>κάκιστα κέεται, ὥστε
                            δύνασθαι ἐξαρκέειν τοῖσι φυομένοισι τὸν ἥλιον· <lb/>ἀλλ’ ὅμως οὐ
                            δυνατὸν, πολλῶν ἤδη πειρασαμένων, οὔτε ἐν Ἰωνίῃ <lb/>οὔτε ἐν Πελοποννήσῳ
                            σίλφιον φῦναι· ἐν δὲ τῇ Λιβύῃ αὐτόματον φύεται· <lb/>οὐ γάρ ἐστιν οὔτε
                            ἐν Ἰωνίῃ οὔτε ἐν Πελοποννήσῳ ἰκμὰς <lb/>τοιαύτη, ὥστε τρέφειν αὐτό. Ὅτι
                            δὲ πολλὰ καὶ ἄλλα, ὅσα τοῦ ἡλίου <lb/>ἐξαρκέοντος αἱ χῶραι οὐ δύνανται
                            τῶν θεραπευμάτων τρέφειν, ἄλλαι <lb/>δὲ φύουσιν αὐτόμαται, παρέχει καὶ
                            τοῦτο σκέψασθαι ὃ μέλλω <lb/>ἐρέειν, ὁκόσον χῶρος χώρου κάρτα πλησιάζων
                            διαφέρει ἐς τὴν ἡδυοινίην <lb/>τοῦ ἡλίου ὁμοίως ἐξαρκέοντος· ἔνθα μὲν
                            γὰρ τῆς γῆς ἰκμάς <lb/>ἐστιν ἥτις τὸν οἶνον ἡδὺν παρέξει, ἔνθα δὲ οὔ.
                            Ἔστι δὲ καὶ ἄγρια <lb/>φυόμενα ἐν χωρίῳ οὐκ ὀλίγα, μεταρθέντα δὲ ὁκόσον
                            ὀργυιὴν, οὐκ <lb/>ἂν εὕροις ἔτι φυόμενα· οὐ γὰρ ἔχει ἡ γῆ μεταρθέντι
                            τοιαύτην <lb/>ἰκμάδα οἵην τοῖσιν ἀγρίοισι φυτοῖσιν ἐκείνη παρέσχεν. Ἐστὶ
                            γὰρ <lb/>αὐτοῖσι τὰ μὲν ἰωδέστερα, τὰ δὲ ὑγρότερα, τὰ δὲ γλυκύτερα, τὰ
                            δὲ <lb/>ξηρότερα, τὰ δὲ τρηχύτερα, ἄλλα δ’ ἄλλως ἔχει μυρία· μυρίαι γὰρ
                            <lb/>ἐν αὐτῇ δυνάμιές εἰσι, καὶ διὰ ταῦτα τὰ γένεα ἐκ τῆς γῆς πρῶτον
                            <lb/>οὐδὲν ἕτερον ἑτέρῳ ὅμοιον ἔφυ, ὅ τι μὴ συγγενές. Ἄγρια δέ μοι
                            δοκέει <pb n="548"/> ταῦτα πάντα εἶναι· ἄνθρωποι δὲ αὐτὰ ἡμέρωσαν
                            ἐργαζόμενοι <lb/>καρποφορέειν κατὰ τὸ σπέρμα ἕκαστον· ἕλκει γὰρ ἐκ τῆς
                            γῆς ἡ <lb/>ὁμοίη ἰκμὰς τὴν ὁμοίην, καὶ τούτοισιν αὔξεται καὶ τρέφεται,
                            καὶ <lb/>οὐδὲν ἕτερον ἑτέρῳ ὅμοιόν ἐστι τῶν φυομένων, οὔτε ἴσην οὔτε
                            ὁμοίην <lb/>ἐκ τῆς γῆς ἰκμάδα ἕλκον. Ἕλκει δὲ ἕκαστον τῶν φυομένων
                            βρωτῶν <lb/>τε καὶ ποτῶν ἐς ἑωυτὸ πολλὰς δυνάμιας ἀπὸ τῆς γῆς· ἐν παντὶ
                            δέ <lb/>ἐστί τι φλεγματώδεος καὶ αἱματώδεος· ἀνάγκην οὖν τῷδε
                            προσηγαγόμην, <lb/>ὅτι ἀπὸ τῶν βρωμάτων καὶ τῶν ποτῶν ἐς τὴν κοιλίην
                            χωρεόντων <lb/>ἕλκει τὸ σῶμα κατὰ τὰς πηγὰς ἃς ὠνόμασα, ἡ ὁμοίη ἰκμὰς
                            <lb/>τὴν ὁμοίην διὰ φλεβῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>35. Σημήϊον δὲ ἀποφανέω ἕτερον τόδε, ὅτι ἕλκει ἕκαστον κατὰ <lb/>τὰ
                            εἰρημένα, καὶ ἅμα φράσω, ὅθεν τὸ φλέγμα γίνεται ἐν τῷ σώματι. <lb/>Ἐπήν
                            τις φάγῃ τυρὸν ἢ ὅ τι ἐστὶ δριμὺ, ἢ ἄλλο τι φάγῃ ἢ πίῃ ὅ <lb/>τι ἐστὶ
                            φλεγματῶδες, αὐτίκα οἱ ἐπιθέει ἐπὶ τὸ στόμα καὶ τὰς ῥῖνας, <lb/>καὶ
                            τοῦτο οὕτως γινόμενον πάντες ὁρέομεν· τοῦτο δὲ χρὴ ἐλπίσαι, <lb/>ὅθεν
                            ἐγὼ ἐρέω. Φημὶ δὲ ὁκόσον ἐν τῷ βρώματι ἢ πόματι φλεγματῶδες <lb/>ἔνι,
                            κείνου ἐς τὴν κοιλίην ἐλθόντος, τὸ μὲν τὸ σῶμα ἕλκει ἐς <lb/>ἑωυτὸ, τὸ
                            δὲ ἡ κεφαλὴ κοίλη ἐοῦσα καὶ ὥσπερ σικύη ἐπικειμένη <lb/>ἕλκει τὸ φλέγμα,
                            ἅτε γλίσχρον ἐόν· ἕπεται δὲ τοῦτο τὸ ἕτερον διὰ <lb/>τοῦ ἑτέρου ἐς τὴν
                            κεφαλήν· τὸ μὲν νέον φλέγμα τὸ γεννώμενον ἐκ τοῦ <lb/>βρώματος μένει ἐν
                            τῇ κεφαλῇ, τὸ δὲ παλαιὸν, ὁκόσῳ πλεῖον τὸ νέον, <lb/>ὑπ’ ἐκείνου
                            βιώμενον ἐξέρχεται, καὶ διὰ τοῦτο ἐπήν τις φάγῃ ἢ πίῃ <lb/>ὅ τι
                            φλεγματῶδες, ἀποχρέμπτεται ὁ ἄνθρωπος φλέγμα. Ἔχει δὲ καὶ <lb/>τόδε
                            οὕτως, ἢν, φαγόντος τι ἢ πιόντος τοῦ ἀνθρώπου ὅ τι ἐστὶ φλεγματῶδες,
                            <lb/>μὴ ἐξέλθῃ πάλιν ἐν ὅσῳ πλέον ἐγένετο, μήτε κατὰ τὸ <pb n="550"/>
                            στόμα μήτε κατὰ τὰς ῥῖνας, ἀνάγκη ἐστὶ μένειν αὐτὸ ἐν τῇ κεφαλῇ, <lb/>ἢ
                            ἐς τὸ σῶμα κατελθεῖν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ἢ ἐς τὴν κοιλίην ἀφικέσθαι.
                            <lb/>Καὶ ἄριστον ἄν συμβαίνοι, εἰ ἐς τὴν κοιλίην ἀφίκοιτο· ἐξέλθοι
                            <lb/>γὰρ ἂν σὺν τῇ κόπρῳ· εἰ μὲν πολλὸν εἴη καὶ ὑγρὸν, ὑγρήνειε τὴν
                            <lb/>κόπρον· εἰ δὲ ὀλίγον, οὐκ ἂν ποιήσειεν. Εἰ δὲ ἐν τῇ κεφαλῇ μείνειε,
                            <lb/>πολλὸν ἂν πόνον παράσχοι τῇ κεφαλῇ, ἐν τῇσι φλεψὶν ἐόν· εἰ δὲ
                            ὀλίγον, <lb/>οὐκ ἂν ποιήσειε τοῦτο· ἐπισημήνοι δ’ ἂν ἢ πλέον ἢ ἔλασσον.
                            <lb/>Ἢν δὲ ἐς τὸ σῶμα ἀφίκηται, κεῖσέ οἱ μέμικται τῇ ἄλλῃ ἰκμάδι· κἢν
                            <lb/>μὲν πολλὸν ἔῃ τὸ φλέγμα, ἐσάσσειεν ἂν ἐς τὸ σῶμα, αὐτίκα· ἢν δὲ
                            <lb/>ὀλίγον, οὐκ ἂν ἐσάσσειεν, ἅτε μέγα τὸ σῶμα ἐὸν, εἰ μή τις οἱ ἀρχὴ
                            <lb/>ὑπολείποιτο καὶ ἄλλη· χρόνῳ δὲ ἢν μὲν ἕτερον ἐπιγένηται φλέγμα.
                            <lb/>σίνοιτο ἄν· ἢν δὲ τὸ σῶμα τῇ κύστει καὶ τῇ κοιλίῃ διαφέρῃ, καὶ
                            <lb/>ταῦτα ἔξω διοίσῃ, οὐδὲν ἂν κακὸν ἐξ αὐτέου σχοίη. Ἐν τούτῳ μὲν οὖν
                            <lb/>τῷ λόγῳ ἀποπέφανται ὅκως ᾑ κεφαλὴ ἐκ τῆς κοιλίης φλέγμα ἕλκει,
                            <lb/>τό τε ὅμοιον ἔρχεται πρὸς τὸ ὅμοιον, καὶ ἅμα εἴρηταί μοι ὅκως τε
                            καὶ <lb/>διότι πλεῖον γίνεται τῷ ἀνθρῴπῳ ἀπὸ τῶν βρωμάτων καὶ τῶν ποτῶν.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="36"><p>36. Νῦν δὲ ἐρέω περὶ χολῆς, ὅκως τε καὶ διότι πλείων γίνεται <lb/>ἐν τῷ
                            σώματι, καὶ ὅκως ἕλκει τὸ χωρίον αὐτέην, τὸ ἐπὶ τοῦ ἥπατος. <lb/>Ἔχει δὲ
                            οὕτως· ἐπὴν φάγῃ καὶ πίῃ ὁ ἄνθρωπος ὅ τι ἐστὶ πικρὸν ἢ <lb/>ἄλλως
                            χολῶδες καὶ κοῦφον, καὶ πλείων ἡ χολὴ γίνηται ἐπὶ τῷ <lb/>ἥπατι, αὐτίκα
                            ἀλγέει τὸ ἧπαρ, ὅπερ οἱ παῖδες καρδίην καλέουσι, <lb/>καὶ τοῦτο
                            ἐσείδομεν γινόμενον, καὶ ἐμφανὲς ἡμῖν ἐστιν ὅτι ἀπὸ τοῦ <lb/>βρώματος ἢ
                            τοῦ ποτοῦ ἐγίνετο. Ἕλκει μὲν γὰρ τὸ σῶμα ἐς ἑωυτὸ <lb/>ἀπὸ τῶν βρωμάτων
                            τὴν πᾶσαν ἰκμάδα τὴν εἰρημένην· ἕλκει δὲ <lb/>καὶ τὸ χωρίον τὸ ἐπὶ τῷ
                            ἥπατι ἐς ἑωυτὸ ὅ τι ἂν αὐτόθι οἱ χολῶδες <lb/>ἐνῇ, καὶ ἢν ἐξαπίνης πολλὴ
                            γένηται ἡ χολὴ, ὀδυνᾶται τὸ <lb/>ἡπαρ ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἀπὸ τῆς νηδύος
                            πλέον γίνεται· τούτου γὰρ <pb n="552"/> γινομένου, ἔρχεται ἀπὸ τῆς
                            παλαιῆς χολῆς διὰ τὴν πληθὺν ἐς τὴν <lb/>κοιλίην, καὶ στρόφος ἐκ τούτου
                            τῇ κοιλίῃ γίνεται, καὶ ἐξέρχεται <lb/>ἐξ αὐτέης τὸ μὲν κατὰ τὴν κύστιν,
                            τὸ δὲ κατὰ τὴν κοιλίην, καὶ <lb/>οὕτως ἐλάχιστον ἐς τὸν ἄνθρωπον
                            γίνεται, καὶ παύονται οἱ πόνοι. <lb/>Ἢν δὲ τούτων μηδέτερον γένηται,
                            χωρέει τὸ πρῶτον ἀπὸ τῆς <lb/>παλαιῆς ἐς τὸ σῶμα, διαδίδοται γὰρ ἐς
                            αὐτό· κἢν μὲν πολλὴ ἔῃ, <lb/>αὐτίκα ἐπισημαίνει μιχθεῖσα τῷ ἄλλῳ ὑγρῷ·
                            ἢν δὲ ὀλίγη, οὐκ ἂν <lb/>ἐσάσσειεν, ἅτε μέγα τὸ σῶμα ἐὸν, ἢν μή τις καὶ
                            ἄλλη ἀρχὴ ὑπογένηται· <lb/>χρόνῳ δὲ ἢν μὲν ἑτέρη χολὴ ἐπιγένηται, πλείω
                            σίνεται τὸν <lb/>ἄνθρωπον· ἢν δὲ μὴ ἐπιγένηται, διηθήσειεν ἂν τὸ σῶμα,
                            ὥστε τὴν <lb/>χολὴν προϊέναι, ἅσσα τέ ἐστι χολώδεα. Ἕτερα γὰρ τῶν ἑτέρων
                            τὰ <lb/>ἐσθιόμενα καὶ πινόμενα φάρμακά ἐστιν· οὕτω δὴ καὶ τὰ ἄλλα
                            <lb/>ὁκόσα σινεόμενά ἐστιν, ὑφ’ ἑτέρου ἕτερον ἐσπεσὸν ἐς τὴν κοιλίην, τῇ
                            <lb/>ἑωυτοῦ δυνάμει τὸ αἰτίην ἔχον διηθέεται ἔξω, καὶ ἀσινὲς τοῦτο.
                            <lb/>Ἐπὴν δὲ ἐπιγένηται ἄλλη χολὴ ἐν τῷ σώματι ἀπὸ τῶν ἐς τὴν κοιλίην
                            <lb/>πιπτόντων, νόσος ἐντεῦθεν γίνεται. Ἐν τούτῳ δὲ ἐγὼ ἐπεσήμηνον,
                            <lb/>ὅκως ἡ χολὴ καὶ διότι πλείων γίνεται ἐν τῷ σώματι ἀπὸ τῶν
                            <lb/>βρωμάτων καὶ τῶν ποτῶν, καὶ ὅτι ἕλκει ἐς ἑωυτὸ τὸ χωρίον τὸ ἐπὶ τῷ
                            <lb/>ἥπατι κατὰ τὸ ὅμοιον τὸ χολῶδες ἀπὸ τῶν σιτίων καὶ τῶν ποτῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><p>37. Νῦν δὲ ἐρέω περὶ ὕδρωπος, ὥς τε καὶ διὰ τί πλείων γίνεται <lb/>ἐν τῷ
                            σώματι, καὶ ὅκως ἕλκει ὁ σπλὴν ἐς ἑωυτόν. Φημὶ δὲ, <lb/>ἐπὴν ὁ ἄνθρωπος
                            πίνῃ πλέον, ἕλκειν ἐς ἑωυτὸν ἐκ τῆς κοιλίης τοῦ <lb/>ὕδατος καὶ τὸ σῶμα
                            καὶ τὸν σπλῆνα, καὶ, ἢν πλέον εἰρύσῃ τοῦ καιροῦ, <lb/>πονέειν αὐτίκα τὸν
                            ἄνθρωπον, καὶ τοῦτο ἐσαΐουσι γινόμενον <pb n="554"/> ὁκόσοι σπληνώδεες
                            τῶν ἀνθρώπων εἰσίν. Ἐπὴν δὲ εἰρύσῃ ὁ σπλὴν, <lb/>ἄριστα μὲν, εἰ ἐν τῇ
                            κύστει διηθηείη ἀπὸ τοῦ ὕδατος τὸ παλαιὸν <lb/>τοῦ ἐνεόντος ἐν τῷ σπληνὶ
                            ἢ τῇ κοιλίῃ, καὶ ταῦτα ἐκδιηθήσειε· κατὰ <lb/>τὰ ἄνω γὰρ χωρία οὐκ
                            ἀποκαθαίρεται τὸ ὕδωρ ἀπὸ τοῦ σπληνὸς, εἰ <lb/>μὴ ὁκόσον δὴ ἐν τοῖς
                            ἀγγείοις ἐνεόν ἐστι τοῖσιν ἀπὸ τοῦ σπληνός· <lb/>ἀλλ’ ἴα ἐστὶν
                            ἀποκάθαρσις ἐς τὴν κοιλίην καὶ ἐς τὴν κύστιν. Ἢν δὲ <lb/>ταῦτα μὴ εὔροα
                            ᾖ, μηδὲ διηθῇ ἔξω, ἀπὸ τοῦ σπληνὸς ἔρχεται τὸ ὕδωρ <lb/>ἐς τὰ κάτω·
                            κεῖθι δὲ μίσγεται τῇ ἄλλῃ ἰκμάδι· κἢν μὲν ὀλίγον ἔῃ, <lb/>οὐκ ἂν
                            ἐσάσσειεν, ἀλλὰ διηθηθείη ἂν ἀπὸ τοῦ σώματος ἐς τὴν κύστιν <lb/>καὶ ἐς
                            τὴν κοιλίην διὰ φλεβῶν· εἰσὶ γὰρ ἐκ τούτου κατατείνουσαι <lb/>πολλαὶ, αἳ
                            ἕλκουσιν ἐς ἑωυτὰς ἐκ τῶν κάτωθεν χωρίων, ἐπὴν ξηρότεραι <lb/>γένωνται ἢ
                            πρὶν ἦσαν. Ἢν δὲ γίνηται ἕτερον ὕδωρ καὶ ἡ κοιλίη <lb/>καὶ ἡ κύστις μὴ
                            διηθῇ ἔξω, ἀείρεται ὁ σπλὴν, καὶ τὰ κάτω τοῦ σώματος <lb/>ἐπίπονα
                            γίνεται. Ταῦτα δὲ μοι εἴρηται, ὅκως τε καὶ διότι τὸ ὕδωρ <lb/>πλεῖον
                            γίνεται ἐν τῷ σώματι ἀπὸ τοῦ ποτοῦ, καὶ ὅκως ὁ σπλὴν ἕλκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="38"><p>38. Νῦν δὲ ἐρέω περὶ αἵματος ὅκως τε καὶ διότι πλεῖον γίνεται <lb/>ἐν τῷ
                            σώματι. Ἐπήν τι πίῃ ἢ φάγῃ ὁ ἄνθρωπος, ὅ τι ἐστὶν αἱματῶδες, <lb/>ἕλκει
                            μὲν καὶ τὸ σῶμα ἅπαν ἐς ἑωυτὸ, ἕλκει δὲ καὶ ἡ καρδίη <lb/>τὸ αἱματῶδες
                            ἐς ἑωυτὴν, καὶ ἐπὴν πλέον εἰρύσῃ, οὐ γίνεταί οἱ <lb/>τῇ καρδίῃ πόνος·
                            στερεὸν γάρ τι χρῆμα καὶ πυκνόν ἐστιν ἡ καρδίη, <lb/>καὶ διὰ τοῦτο οὐ
                            πονέει, καὶ ἐξ αὐτῆς παχεῖαι φλέβες τείνουσιν <lb/>αἱ σφάγιαι
                            καλεόμεναι, ἐς ἃς ταχέως, ἢν πλεῖον προσγένηται, διαδίδοται <lb/>τὸ
                            αἱματῶδες, καὶ πιμπλάμεναι κεῖναι τῇ κεφαλῇ καὶ τῷ <lb/>σώματι διδόασιν
                            ἐν τάχει, καὶ ἐπήν τι φάγῃ ἢ πίῃ, ὅ τι ἐστὶν αἱματῶδες, <lb/>αὐτίκα αἱ
                            σφάγιαι φλέβες ἀείρονται, καὶ τὸ πρόσωπον ἐρεύθει. <lb/>Προσγενομένου δὲ
                            τῇ καρδίῃ καὶ τῷ σώματι τοῦ αἵματος πλείονος <pb n="556"/> τοῦ ἱκανοῦ
                            ἀπὸ τῶν βρωτῶν καὶ τῶν ποτῶν καὶ μισγομένου τῷ <lb/>ἄλλῳ ὑγρῷ, ἢν μὴ ἀπ’
                            αὐτοῦ ἐξέλθῃ κατὰ τὴν κοιλίην ἢ κατὰ τὴν <lb/>κύστιν, μιγὲν τῇ ἄλλῃ
                            ἰκμάδι ἐν τῷ σώματι πόνον παρέχει· ἢν δὲ <lb/>ὀλίγον προσγένηται, οὐκ
                            ἐσάσσειεν ἂν ἐς τὸ σῶμα, χρόνῳ δὲ διαδίδοται <lb/>ἀπ’ αὐτοῦ ἐς τὴν
                            κοιλίην ἢ κατὰ τὰς ῥῖνας, τὰ δὲ διηθέει ἔξω <lb/>καὶ ἀσινέες γίνονται·
                            ἢν δὲ ἐξ ὀλίγου πλέον γένηται, ἐπίνοσον γίνεται. <lb/>Ὅκως δὲ πλέον τὸ
                            αἷμα γίνεται, ἡρμήνευταί μοι. ῾Τέσσαρα <lb/>ἐόντα τό τε αἷμα καὶ ἡ χολὴ
                            καὶ τὸ φλέγμα καὶ ὁ ὕδρωψ, ἀποπέφανται <lb/>ταῦτα πάντα ὅκως τε καὶ
                            διότι πλεῖον γίνεται ἐν τῷ σώματι ἀπὸ <lb/>τῶν βρωτῶν καὶ τῶν ποτῶν. Ὅτι
                            δὲ γίνεται ἀπὸ τούτων, σημήϊον <lb/>τόδε ἐστίν· εἰ ὁ ἄνθρωπος ὀλίγα
                            ἐσθίει καὶ ὀλίγα πίνει, οὐδεμίαν <lb/>τοῦτο νοῦσον ἐπάγει. Καὶ ταῦτα μὲν
                            ἐς τοῦτό μοι εἴρηται· παρέψαυσται <lb/>δέ μοι δηλῶσαι τῷ συνετῷ καὶ ὅκως
                            ταῦτα ἐλάσσονα γίνεται· <lb/>δηλώσω δὲ περὶ αὐτοῦ κάλλιον ὀλίγῳ ὕστερον.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>39. Τὰς δὲ πηγὰς ἃς ὠνόμασα, αὗται τῷ σώματι, ὁκόταν πλήρεες <lb/>ἔωσιν,
                            ἀεὶ ἐπιδιδόασιν· ὁκόταν δὲ κεναὶ περιίστανται, ἀπ’ αὐτοῦ· οὕτω <lb/>δὲ
                            καὶ ἡ κοιλίη ποιέει. Ἔχει γὰρ οὕτως ὥσπερ εἴ τις ἐς χαλκεῖα τρία καὶ
                            <lb/>πλείονα ὕδωρ ἐγχέας καὶ συνθεὶς ὡς ἐπὶ ὁμαλωτάτου χωρίου καὶ
                            συναρμόσας <lb/>ὡς κάλλιστα διαθείη, αὐλοὺς ἐναρμόσας ἐς τὰ τρυπήματα,
                            καὶ <lb/>ἐγχέοι ἡσυχῇ ἐς ἓν τῶν χαλκείων ὕδωρ μέχρις οὗ ἐμπλησθῇ ἀπὸ τοῦ
                            <lb/>ὕδατος πάντα· ἀπὸ γὰρ τοῦ ἑνὸς ῥεύσεται ἐς τὰ ἕτερα χαλκεῖα μέχρις
                            <lb/>ὅτου καὶ τὰ ἄλλα ἐμπλησθῇ· ἐπὴν δὲ πλήρεα γένηται τὰ χαλκεῖα,
                            <lb/>ἤν τις ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἀπαρύσῃ τοῦ ὕδατος, ἀνταποδώσειεν ὀπίσω <pb n="558"/> ῥέον τὸ ὕδωρ ἐς τὸ ἓν χαλκεῖον, καὶ κενεὰ ἔσται τὰ χαλκεῖα
                            πάλιν <lb/>ὥσπερ καὶ ἐδέξατο. Οὕτω δὴ καὶ ἐν τῷ σώματι ἔχει· ἐπὴν γὰρ ἐξ
                            <lb/>τὴν κοιλίην πέσῃ τὰ βρώματα καὶ τὰ ποτὰ, ἐπαυρίσκεται τὸ σῶμα
                            <lb/>ἀπὸ τῆς κοιλίης καὶ πληροῦται σὺν τῇσι πηγῇσιν· ἐπὴν δὲ ἡ κοιλίη
                            <lb/>κενῶται, ἀποδίδοται αὖθις ὀπίσω ἡ ἰκμὰς, ὥσπερ καὶ ἐπεδέξατο ἐκ
                            <lb/>τῶν ἄλλων τὸ ἓν χαλκεῖον. Φλέβες τε γάρ εἰσι διὰ παντὸς τοῦ σώματος
                            <lb/>τείνουσαι, αἱ μὲν λεπτότεραι, αἱ δὲ παχύτεραι, πολλαὶ καὶ πυκναί·
                            <lb/>αὗται δὲ, μέχρις οὗ ἂν ζώῃ ὁ ἄνθρωπος, ἀνεῴγασι καὶ δέχονταί
                            <lb/>τε καὶ ἀφιᾶσι νέον ὑγρόν· ἐπὴν δὲ ἀποθάνῃ, συμμύουσι καὶ γίνοντᾳι
                            <lb/>λεπταί. Μέχρι μὲν οὖν ζώῃ ὁ ἄνθρωπος, ἐπαυρίσκεται μὲν τὸ <lb/>σῶμα
                            ἀπὸ τῆς κοιλίης, ἐπήν τι ἔχῃ ἐν ἑωυτῇ· ἐπαυρίσκονται δὲ αἱ πηγαὶ
                            <lb/>καὶ πιμπλάμεναι διαδιδόασι τῷ σώματι· εἰ γὰρ τὸ σῶμα μὴ ἕλκοι
                            <lb/>ἀπὸ τῆς ἰκμάδος τῆς κοιλίης, ἀλλ’ αἱ πηγαὶ μόναι, ἢ ἐς τὸ σῶμα μὴ
                            <lb/>ἐδίδοσαν, οὐκ ἂν εἶχε τὸ σῶμα τροφὴν ἀρκέουσαν, ἀλλὰ ἐλάσσονα· οὐ
                            <lb/>γὰρ ἂν ἔτι εἶχον τῷ σώματι τὴν τροφὴν διεκδιδοῦσαι πηγαί. Αἱ δὲ
                            πηγαὶ <lb/>αὗται εἰ μὴ ἦσαν, ἐσθίοντες ἂν καὶ πίνοντες οὐκ ἂν
                            διεγινώσκομεν <lb/>ἀτρεκέως, οὔτε ὅ τι ἡδύ ἐστιν οὔτε ὅ τι ἀηδὲς, κατὰ
                            ἀνάγκην τοιήνδε <lb/>ἣν μέλλω ἐρέειν. Ταῦτα τὰ χωρία, ἅτε μικρότερα
                            ἐόντα καὶ ἔνδοθεν τοῦ <lb/>ἄλλου σώματος, ἀεὶ καὶ πρὸ τοῦ ἐσάσσαι
                            ἕκαστον κατὰ τὴν ἑωυτοῦ <lb/>δύναμιν ἑρμηνεύει τῷ ἄλλῳ σώματι τῶν
                            ἐσθιομένων καὶ πινομένων ὅ <lb/>τι χολῶδές ἐστι καὶ ὅ τι φλεγματῶδες καὶ
                            ὅ τι αἱματῶδες καὶ ὅ τι <lb/>ὑδρωποειδές. Τούτων γὰρ ἡμῖν ὅ τι ἂν
                            ἑκάστου πλεῖον τοῦ καιροῦ <lb/>γίνηται καὶ ἐν τοῖσι ποτοῖσι καὶ ἐν τοῖσι
                            βρωτοῖσι, κεῖνα οὐδὲ ἡδέα <lb/>γίνεται· ἅσσα δὲ χατίζει μάλιστα κατὰ
                            ταῦτα, κεῖνα ἡδέα ἐστίν. Εἰ <lb/>δὲ βρωτῶν καὶ ποτῶν ἐνδεήσεται τῶν
                            πηγέων τις, κατὰ τοῦτο καὶ <lb/>τὸ σῶμα ἑλκύσει ἀπ’ αὐτέων τέως καὶ τὸ
                            ὑγρὸν ἔλασσον τοῦ καιροῦ <lb/>γένηται· τότε ἱμείρεται ὁ ἄνθρωπος ἢ
                            φαγέειν ἢ πιέειν τοιοῦτον, ὅ <pb n="560"/> τι τὴν μοίρην ἐκείνην
                            ἐπιπλήσει καὶ ἰσώσει τῇσιν ἄλλῃσι· καὶ διὰ <lb/>τοῦτο βεβρωκότες πολλὰ ἢ
                            πεπωκότες, ἔστιν ὅτε ἱμειρόμεθα ἢ <lb/>βρωτοῦ ἢ ποτοῦ, καὶ ἄλλο οὐδὲν ἂν
                            ἡδέως φάγοιμεν, εἰ μὴ ὅ τι ἱμειρόμεθα· <lb/>ἐπὴν δὲ φάγωμεν καὶ ἰσωθῇ ἡ
                            ἰκμὰς κατὰ τὰ ἀνυστὰ ἐν <lb/>τῇσι πηγῇσι καὶ ἐν τῷ σώματι, τότε οἱ
                            πέπαυται ὁ ἵμερος. Καὶ <lb/>ταῦτα μὲν ἐς τοῦτό μοι εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="40"><p>40. Ἔχει δὲ καὶ τόδε, ὅτι ἐς μὲν τὸ χωρίον τὸ ἐπὶ τῷ ἥπατι ἀπὸ <lb/>τῶν
                            βρωτῶν καὶ τῶν ποτῶν ἀποκρίνεται ἡ χολὴ μοῦνον· τὰ γὰρ <lb/>φλέβια
                            ἀσθενέα καὶ λεπτὰ ὑπάρχοντα οὐ δύναται ἕλκειν τὴν ἄλλην <lb/>ἰκμάδα
                            παχυτέρην καὶ βαρυτέρην ἐοῦσαν, καὶ ἅμα εὐρυχωρίη οὐκ <lb/>ἔστι τῇ ἄλλῃ
                            ἰκμάδι, ὥστε ἐν τούτῳ τῷ χωρίῳ εἶναι· σύνηθές τέ <lb/>ἐστι τῇ χολῇ τοῦτο
                            τὸ χωρίον κατὰ φύσιν μάλιστα, καὶ διὰ τοῦτο ἐν <lb/>αὐτῷ οὐδεμία νοῦσος
                            γίνεται ἄλλη ἢ ἥντινα καρδιωγμὸν οἱ ἄνθρωποι <lb/>καλέουσιν. Ἡ δὲ κεφαλὴ
                            καὶ ἡ καρδίη καὶ ὁ σπλὴν μετέχουσι τῆς <lb/>ἰκμάδος πάσης· ἕκαστον, ἢν
                            μή τι νοσέῃ, μετέχει πλείστων κατὰ <lb/>φύσιν τὴν ἑωυτοῦ τῶν εἰρημένων,
                            ἡ μὲν κεφαλὴ τοῦ φλέγματος, ἡ <lb/>δὲ καρδίη τοῦ αἵματος, ὁ δὲ σπλὴν τοῦ
                            ὕδατος· ἕλκουσι δὲ καὶ <lb/>τῆς ἄλλης ἰκμάδος αἱ φλέβες ἑς ἑωυτὰς,
                            εὐρεῖαι καὶ παχεῖαι καὶ ἑλικοειδέες <lb/>ἐοῦσαι· ὥστ’ ἐπὴν ἕλκωσιν,
                            ἕπεσθαι ἕτερον ἑτέρῳ τῆς ἄλλης <lb/>ἰκμάδος. Καὶ τῇ μὲν καρδίῃ
                            πλησιάζουσιν αἱ σφάγιαι φλέβες, <lb/>παχεῖαι ἐοῦσαι, ἐς ἃς διαδίδοται
                            ταχέως, ἐπήν οἱ πλεῖον τοῦ καιροῦ <lb/>προσγένηται· αἱ δὲ τῷ ἄλλῳ σώματι
                            ἐκδιδόασι· καὶ ἅμα αὐτὴ ἡ <lb/>καρδίη στερεὴ καὶ πυκνή ἐστιν, ὥστε μὴ
                            νοσέειν ὑπὸ τῆς ἰκμάδος, <lb/>καὶ διὰ τοῦτο νόσημα ἐν τῇ καρδίῃ οὐδὲν
                            γίνεται. Ἡ δὲ κεφαλὴ καὶ <lb/>ὁ σπλὴν μάλιστα ἐπίνοσά ἐστι· νοσέει γὰρ
                            καὶ ἀπὸ τῶν φύσει ἐόντων, <lb/>ὅταν πλείονα προσγένηται τοῦ καιροῦ·
                            νοσέει δὲ καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης <lb/>ἰκμάδος· φλέβες γὰρ ἐς αὐτὰ παχεῖαί τε
                            καὶ πολλαί εἰσι, καὶ αὐτὰ <lb/>φλεβώδεα κάρτα ἐστὶ καὶ ἔγκοιλα, ὥστε
                            εὐρυχωρίην καὶ τῇ ἄλλῃ <lb/>ἰκμάδι ἐν αὐτοῖσιν εἶναι, χωρεούσῃ κατ’
                            ὀλίγον καὶ μισγομένῃ τῇ <pb n="562"/> φύσει ἐούσῃ· ὥσπερ ἐν ἀγγείῳ
                            μεγάλῳ εὐρυχωρίη ἐστὶ πολλὴ ἢ ἐν <lb/>μικρῷ, οὕτω δὲ καὶ ἐν τῇ κεφαλῇ ἢ
                            ἐν τῷ σπληνὶ ἔχει· εὐρυχωρίη <lb/>γὰρ τούτων τῶν χωρίων μάλιστα ἐν
                            αὐτοῖσίν ἐστιν· ἢν δ’ ἐμπλησθῶσιν <lb/>ἰκμάδος αἱ φλέβες αὐτόθι, ἀπ’
                            ἐκείνης ἐν αὐτοῖσι νοῦσος <lb/>γίνεται. Ταῦτα δέ μοι ἐς τοῦτο εἴρηται
                            νῦν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="41"><p>41. Ἐθέλω δὲ ἀποφῆναι κάλλιον, ὅκως ἑκάστη ταύτης τῆς ἰκμάδος <lb/>ἐν τῷ
                            σώματι ἐλάσσων γίνεται. Τέσσαρα μὲν δὴ ὑγρὰ ἐόντα ἀπέδειξα <lb/>τὸν
                            ἄνθρωπον σινεόμενα, τέσσαρας δέ σφι πηγάς· τέσσαρα δέ σφι <lb/>λέγω
                            εἶναι, οἷσιν ἀποκαθαίρεται ὁ ἄνθρωπος τούτων ἕκαστον· ταῦτα <lb/>δέ ἐστι
                            τό τε στόμα καὶ αἱ ῥῖνες καὶ ὁ ἀρχὸς καὶ ἡ οὐρήθρη. Καὶ ἐπήν <lb/>τις
                            πλείων γένηται τῆς ἰκμάδος τῆς πονεούσης, ἢν ἀποκαθαίρηται ὁ
                            <lb/>ἄνθρωπος ταύτῃ, οὐδεμία μιν νοῦσος πιέζει ἀπὸ ταύτης· καὶ ἢν ἡ
                            <lb/>κοιλίη μὴ πλήρης ᾖ, τηκομένου τοῦ σώματος, ἀπὸ τῆς ἰκμάδος
                            <lb/>καταῤῥέει ἐς αὐτὴν, καὶ ἔξω ἔρχεται κατά τι τῶν χωρίων τούτων,
                            <lb/>καὶ διὰ ταῦτα τὸ ὑγρὸν ἔλασσον γίνεται ἐν τῷ σώματι. Τὸ γὰρ σῶμα,
                            <lb/>ὥσπερ μοι καὶ πρότερον εἴρηται, τῇ κοιλίῃ ἐπιδιδοῖ, ἐπὴν κενεὴ
                            <lb/>ἔῃ, καὶ ἐπαυρίσκεται, ἐπὴν πλήρης ἔῃ, ἀπ’ αὐτῆς. Ταῦτα δέ μοι
                            <lb/>εἴρηται ὅκως τε καὶ διότι ἐλάσσονα γίνεται τὰ πονέοντα τὸν
                            <lb/>ἄνθρωπον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="42"><p>42. Ὅκως δὲ καὶ διὰ τί ὁ ἄνθρωπος ὑγιαίνει, ἐρέω. Ἐπὴν φάγῃ <lb/>καὶ πίῃ
                            καὶ ἀφίκηται ἡ ἱκμὰς ἐς τὸ σῶμα, τρόπῳ ὥσπερ εἴρηται <lb/>μιγεῖσα καὶ τῇ
                            ἄλλῃ τῇ ἐν τῷ σώματι καὶ τῇ ἐν τῇ πηγῇ ἐούσῃ, <lb/>τῇ μὲν ἡμέρῃ ᾗ
                            προσγένηται μένει ἐν τῷ σώματι, τῇ δὲ ὑστεραίῃ <lb/>ἄλλη οἱ ἰκμὰς
                            προσγίνεται. Αὗται δύο μὲν ἡμέραι εἰσί· δύο δὲ <lb/>ἰκμάδες ἐν τῷ
                            σώματι· τῇ μὲν ἑτέρῃ τῶν ἰκμάδων δύο ἡμέραι εἰσὶ, <lb/>τῇ δὲ ἑτέρῃ μία.
                            Ἡ μὲν δὴ ὑστέρη μένει ἐν τῷ σώματι ἅτε παχεῖα <lb/>ἐοῦσα, ἡ δὲ ἑτέρη
                            πεφθεῖσα ὑπὸ τῆς θέρμης διακέχυται, καὶ λεπτὴ <pb n="564"/> γενομένη
                            παραγίνεται ἐν τῇ ὑστεραίῃ ἡμέρῃ ἐς τὴν κοιλίην, διὰ <lb/>παντὸς τοῦ
                            χρόνου ἐξωθευμένη ὑπὸ τῆς νέης· ἐλθοῦσα δὲ ἐς τὴν κοιλίην <lb/>πέσσει τὰ
                            σιτία ἐν τῷ τόπῳ, καὶ ποιέει τὸ αἷμα ἀπ’ αὐτῆς <lb/>ἐν τῷ σώματι·
                            μείνασα δὲ ἐγένετο ὑπὸ τοῦ χρόνου κάκοδμος. Τῇ δὲ <lb/>τρίτῃ ἡμέρῃ
                            ἐξέρχεται σὺν τῇ κόπρῳ καὶ τῷ οὔρῳ, πλῆθος αὐτὴ <lb/>ἑωυτῇ πάση ἴση τε
                            καὶ παραπλησίη καὶ ἰσόῤῥοπος· καὶ ἢν ἑωυτῆς <lb/>μέρος τι ἔῃ, ὅμως ἡ
                            ἰκμὰς μένει ἐν τῷ σώματι κατὰ λόγον τὸν <lb/>εἰρημένον. Ἐπιῤῥέει δὲ καὶ
                            τῇ τρίτῃ ἡμέρῃ τῆς ἰκμάδος ἀπὸ τοῦ <lb/>σώματος ἐπὶ τὴν κοιλίην πλεῖον
                            καὶ κακοδμότερον τὸ ἐπιλειπὲς γενόμενον <lb/>ὑπὸ τῆς ἑτέρης, καὶ
                            καταφέρει τὰ βρώματα πεπεμμένα καὶ <lb/>ὅ τι ἐν τῷ σώματι νοσερόν ἐστι,
                            καὶ αὖθις συνέρχεται· σημαίνει δὲ <lb/>τὸ οὖρον ἁλμυρὸν ἐὸν, ὅτι καὶ
                            καταφέρει ἀπὸ τοῦ σώματος τὸ νοσερόν. <lb/>Τὰ σιτία δὲ ἐς τὴν ὑστεραίην
                            ἀεὶ διαχωρέει, ἡ δὲ ἰκμὰς ἐς τὴν <lb/>τρίτην. Οὕτως ἡ ὑγιείη συμβαίνει
                            γίνεσθαι. Καὶ ταῦτα μὲν εἴρηται, <lb/>ὅκως τε καὶ διότι ὑγιαίνουσιν οἱ
                            ἄνθρωποι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="43"><p>43. Ἡ δὲ ἰκμὰς αὕτη εἰ κατὰ μέρος ἔξω χωρέοι ἐς τὴν ὑστεραίην, <lb/>τὰ
                            σιτία οὐχ ὁμοίως ἂν ἡμῖν ἐκ τῆς κοιλίης κάκοδμα γενόμενα <lb/>ἔξω
                            χωρέοι, ἀλλ’ ὥσπερ ἑφθὰ, καὶ τὸ οὖρον τῷ ποτῷ παρόμοιον, <lb/>καὶ τὸ
                            σῶμα ἂν ἐκενοῦτο ἀεὶ, καὶ ἔχρῃζε διὰ παντὸς τοῦ <lb/>χρόνου ὁ ἄνθρωπος,
                            ἐπὴν ἀποπατήσειε καὶ οὐρήσειεν, αὐτίκα πόσιος <lb/>καὶ βρώσιος κατὰ τοῦ
                            ἀποπάτου πλῆθος, εἰ ἔμελλεν ἰσχύειν, ἰκμάδος <lb/>μὴ ὑπολειπομένης ἐν τῷ
                            σώματι ἀρκεούσης, ἀλλὰ χωρεούσης <lb/>σὺν τῇ κόπρῳ ἔξω τῇ ὑστεραίῃ ἢ τῇ
                            αὐτῇ ἡμέρῃ· καὶ εἰ μέν τι ἔφαγεν· <lb/>εἰ δὲ μὴ, κενωθεὶς ἄκικύς τε ἦν,
                            οὐδ’ ἂν δύναιτο παχυνθῆναι, <lb/>εἰ ἡ ἰκμὰς τῇ ὑστεραίῃ ἔξω χωρέοι· οὐ
                            γὰρ περιλιμπάνεται ἐν τῷ <pb n="566"/> σώματι ἀρκέουσα. Νῦν δὲ
                            ἐξαποπατέοντες εὐροοῦμεν, καὶ δύο ἡμερέων <lb/>μηδὲν φαγόντες καὶ εἶναι
                            καὶ πρήσσειν τι ὑπομένομεν, καὶ οὐκ <lb/>ἐξασθενέομεν τελείως ὑπὸ
                            κενώματος ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ· ἡ γὰρ <lb/>ἰκμὰς ἡ ἐν τῷ σώματι μένουσα τὴν
                            ἰσχὺν παρέχει. Καὶ ταῦτα μὲν <lb/>εἴρηταί μοι, ὅκως τε καὶ διότι οὐχ
                            οἷόν τε τὴν ἰκμάδα τὴν προσγενομένην <lb/>ἀπὸ τῆς τροφῆς ἐν τῷ σώματι
                            ἐξελθεῖν ἔξω αὐθημερὸν, ἀλλ’ <lb/>οὐδὲ τῇ ὑστεραίῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="44"><p>44. Φημὶ δὲ ἤν τε ἐμμένῃ πλείονας τῶν τριῶν ἡμερέων ἡ <lb/>ἰκμὰς ἐν τῷ
                            σώματι, ἢ ἄλλη προσγένηται πολλὴ πιμπλαμένη, τῶν <lb/>φλεβῶν
                            θερμαινομένων καὶ ἱσταμένων, ἐπισημαίνει τῷ ἀνθρώπῳ <lb/>κακὸν ἢ μεῖζον
                            ἢ ἔλασσον, χειμῶνος μὲν ἔλασσον καὶ ὕστερον, θέρεος <lb/>δὲ μεῖζον καὶ
                            πρόσθεν. Ταῦτα δέ μοι εἴρηται ὅ τι συμβαίνει γίνεσθαι, <lb/>ἢν μένῃ ἡ
                            ἰκμὰς ἐν τῷ σώματι. Εἰ δὲ τὰ βρώματα διαχωρέοι <lb/>τὸ σῶμα, οὐκ ἂν
                            ἐπαυρίσκοιτο ἡμῖν τῆς ἰκμάδος ἐπαρπέον, ἀλλ’ <lb/>ἦσαν οἱ ἄνθρωποι
                            λεπτοὶ καὶ ἀσθενέες· νῦν δὲ ἐμμενόντων τῶν βρωμάτων <lb/>καὶ τῶν ποτῶν,
                            ὁκόσον χρόνον διαμένει, τὸ σῶμα ἐπαυρίσκεται <lb/>καθ’ ἡσυχίην ἕλκον ἀπὸ
                            τῆς κοιλίης, καὶ πίμπλαται. Ταῦτα δέ <lb/>μοι εἴρηται ὅκως τε καὶ διότι
                            τὰ βρώματα οὐχ οἷά τέ ἐστιν αὐθημερὸν <lb/>ἐξιέναι. Ἢν δὲ ἐμμένῃ τὰ
                            σιτία ἐν τῇ κοιλίῃ πλείονα τοῦ δέοντος <lb/>χρόνου καὶ ἕτερα ἐς αὐτὰ
                            πίπτῃ τὸ σῶμα πληρωθείη ἂν, καὶ, <lb/>πιεζευμένων τῶν φλεβῶν ὑπὸ τῆς
                            πληθώρης, θέρμη ἂν καὶ πόνος τῷ <lb/>σώματι παραγίνοιτο, θέρεος μὲν
                            θᾶσσον, χειμῶνος δὲ ὕστερον. Τοῦ <lb/>μὲν γὰρ θέρεος τὸν ἄνθρωπον θερμόν
                            ἐστι τὸ περιέχον, καὶ θερμότερον <lb/>ἕλκει τὸ πνεῦμα ἐς ἑωυτόν· κἢν ἔτι
                            θερμῆς τῆς κοιλίης ἐούσης <lb/>θερμότερον τοῦ καιροῦ τὸ πνεῦμα τῷ
                            ἀνθρώπῳ προσγίνηται, οὐ <lb/>θαῦμά ἐστι τὸν ἄνθρωπον ἐκ τοῦ τοιούτου
                            πυρετῆναι· χειμῶνος δὲ <pb n="568"/> ψοχρὸν ἕλκοντος τὸ πνεῦμα ἐς
                            ἑωυτὸν, μᾶλλον πολλῷ δύναιτ’ ἂν τὴν <lb/>πληθώρην ἀναφέρειν τὸ σῶμα τοῦ
                            ἀνθρώπου ἀποπατέοντος ὀλίγον. <lb/>Ταῦτα δέ μοι εἴρηται ὅ τι συμβαίνει
                            γίνεσθαι, ἢν μὲν μείνῃ τὰ σιτία <lb/>πλείονα χρόνον ἐν τῇ κοιλίῃ, καὶ
                            παρέψαυσταί μοι ἀποφῆναι <lb/>ἄπαντα περὶ τῆς ἰκμάδος καὶ τῆς βρώσιος,
                            τοῦ χρόνου τοῦ πλείονος <lb/>καὶ τοῦ ἐλάσσονος τὸ διαφέρον, διότι
                            νοσέουσιν οἱ ἄνθρωποι· δηλώσω <lb/>δὲ περὶ τούτου κάλλιον τοῦ χρόνου
                            προϊόντος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="45"><p>45. Ἀνβήσομαι δ’ αὖθις ὀπίσω περὶ τῆς ὑγιείης ἐρέων, ὅτι δὴ <lb/>τὸ σῶμα
                            τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τῶν βρωτῶν καὶ τῶν ποτῶν τῆς ἰκμάδος <lb/>ἐπαυρίσκεται,
                            καὶ χωρέει ἔξω τῷ ὑγιεϊ κατὰ τὸν εἰρημένον λόγον <lb/>τά τε βρώματα καὶ
                            ἡ ἰκμάς. Καὶ ἢν μὲν ἔξω χωρέῃ τῆς ἰκμάδος <lb/>πλεῖον ἢ ὅσον προσεγένετο
                            ἀπὸ τῶν σιτίων καὶ τῶν ποτῶν, λεπτὸς <lb/>γίνεται ὁ ἄνθρωπος. Πλείω δὲ
                            χωρέει ἔξω τῆς προσγενομένης διὰ <lb/>τόδε· ἢν μὲν δι’ ἡσυχίης ᾖ ὁ
                            ἄνθρωπος καὶ μὴ ταλαιπωρέῃ, κακόν <lb/>τί οἱ ἐν τῷ σώματι ἔνεστιν, ὑπὸ
                            δὲ τῆς ἄλλης ὑγιείης πολλῆς ἐούσης <lb/>οὐκ ἐσάσσει κάρτα· τὸ δὲ κακὸν
                            τοιόνδε ἐστίν· ἐπὴν τούτων τι τῶν <lb/>τεσσάρων τῶν γινομένων τῷ σώματι
                            ἐπέλθῃ πλέον τι μὴ πολλῷ, τὸ <lb/>σῶμα θερμαίνεται καθ’ ἡσυχίην, ὡς μὴ
                            ἐσάσσειν κάρτα, καὶ τήκεται <lb/>ἐς τὴν κοιλίην, καὶ τὸν σῖτον ἀηδέα τῷ
                            ἀνθρώπῳ ποιέει· ἢν δὲ <lb/>πλέων ἔῃ ἰκμὰς ἡ ἑτέρη τῆς ἑτέρης, πυρετὸς ἐκ
                            τούτου τῷ ἀνθρώπῳ <lb/>προσγίνεται· ἀλλὰ περὶ τούτου ἀτρεκέστερον ὀλίγῳ
                            ὕστερον ἀποφανέω. <lb/>Ἔστι δ’ ὅτε καὶ τοῦ σίτου ἐόντος ἡδέος λεπτὸς
                            γίνεται ὁ ἄνθρωπος, <lb/>αἴτιον δὲ τὸ αὐτό. Τούτων δὲ γενομένων
                            ἐξέρχεται τῆς ἰκμάδος <lb/>πλέον ἢ κατατάσσεται· καὶ διὰ ταῦτα τῷ μὲν
                            ἡσυχάζοντι συμβαίνει <lb/>λεπτῷ γίνεσθαι. Ταλαιπωρεόντων δὲ τῶν ἀνθρώπων
                            καὶ τὸ σῶμα <lb/>θερμαίνεται· καὶ γὰρ ἀπὸ τῆς ταλαιπωρίης τούτου
                            θερμαινομένου καὶ <pb n="570"/> ἡ ἰκμὰς ἐν αὐτῷ διαχέεται, καὶ γίνεται
                            λεπτή· ἀχρεῖος δὲ γενομένη <lb/>καταῤῥέει καὶ ἐς τὴν κοιλίην καὶ ἐς τὴν
                            κύστιν, ταῦτα δὲ διηθέει <lb/>ἔξω· τὸ δέ τι αὐτῆς διατμέει ἔξω, διὰ τοῦ
                            ἔνδον ἀραιώματος· τὸ δέ <lb/>τι καὶ ἐμμένον ἱδρὼς γενόμενος ἔξω χωρέει
                            κατὰ τὸ σῶμα. Ὡσαύτως <lb/>δὲ καὶ τὰ γυμνάσια τῶν νέων τὸ αὐτὸ τῇ
                            ταλαιπωρίῃ προσεξεργάζεται. <lb/>Ἢν δὲ ἔῃ ἐλάσσων ἡ ἰκμὰς τῆς πρότερον
                            ἐξιούσης, μὴ <lb/>προσγίνηται δὲ ἔτι ἄλλη ἀπὸ τῶν ποτῶν καὶ προσέτι ἀπὸ
                            τῶν βρωτῶν, <lb/>λεπτὸς γίνεται διὰ ταῦτα ὁ ἄνθρωπος· ἐλάσσων δὲ
                            προσγίνεται, ἢν μὴ <lb/>ἄλλο τι δύνηται ἐσθίειν. Καὶ πρὸς μὲν τὸ πονέειν
                            κατὰ τὴν προτέρην <lb/>ταλαιπωρίην ἢ γυμνασίην ἄλλοισιν ἄλλα ἐλάσσων
                            γίνεται. <lb/>Ἐπιγίνεται δὲ κατὰ τὴν βρῶσιν εὐεξίη διὰ τόδε· ἐπὴν
                            αὐαίνηται ἐν <lb/>τῷ τῆς ἰκμάδος χρόνῳ, καὶ ἐν τῇ προτέρῃ ταλαιπωρίῃ
                            ἐξέλθῃ πρότερον <lb/>ἑτέρη τῆς ἑτέρης ἔστιν ὅτε πλείων, καὶ κρατέῃ μίη
                            ἄλλη τῶν <lb/>ἄλλων κάρτα, πληθώρης ἐστίν· ἢν μὲν δὴ ὑπὸ πολλῶν κάρτα
                            κρατέηται, <lb/>πῦρ ἐκ τοῦ τοιούτου τρόπου γίνεται· ἢν δὲ ὑπὸ ὀλίγων,
                            <lb/>ὀλίγα· καὶ τὸ σῶμα δὲ οὕτως ἀναφέρειν δύναται, τῆς ὑγρότητος
                            <lb/>πλείονος αὐτῷ ἐνεούσης, [ὥστε αὐθημερὸν] τὴν θέρμην ἀπολύεται·
                            <lb/>θερμαίνεται γὰρ τὸ σῶμα τῷ πυρί. Κἢν μὲν ὀλίγον ἔῃ τὸ λυπέον, τῇ
                            <lb/>τρίτῃ ἡμέρῃ μεθῆκε τρόπῳ τῷ αὐτῷ, τὰς δὲ δύο ἔχει συνεχέως· ἢν
                            <lb/>δὲ πλεῖον, πέμπτῃ ἡμέρῃ· τὰς δὲ τέσσαρας ἔχει κατὰ λόγον· οὕτω
                            <lb/>τῶν ἡμερέων αἱ νοῦσοι κρίνονται, ἢν μεθῇ τὸ πῦρ. </p></div><pb n="572"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="46"><p>46. Ἐν δὲ τῇσι περισσῇσι τῶν ἡμερέων καὶ ὑγιὴς γίνεται ὁ ἄνθρωπος
                            <lb/>καὶ θνήσκει διὸ δὲ, ὀλίγον ὕστερον ἀποφανέω· νῦν δὲ ἐρέω <lb/>διότι
                            μεθίει τὸ πῦρ. Φημὶ δὲ ὅτι, ἂν ἀπὸ τοῦ σώματος πῦρ λάβῃ τὸν
                            <lb/>ἄνθρωπον, ἀνάγκη ἐστὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρῃ ἐξιέναι τὴν ἰκμάδα τὴν
                            λυπέουσαν <lb/>ἀπὸ τοῦ σώματος ἢ ἐν ἄλλῃ τινὶ τῶν περισσῶν ἡμερέων κατὰ
                            <lb/>τὸν πρότερον εἰρημένον λόγον· οὐ γὰρ ἐξέρχεται πρὶν ἤ οἱ ἑτέρη
                            προσγένηται <lb/>ἀπὸ τῆς κοιλίης ἀγαθή· τῇ γὰρ μέσῃ καὶ τῇ ὑστεραίῃ
                            ἕλκει <lb/>τὸ σῶμα ἀπὸ τῆς κοιλίης, ὅ τι ἂν αὐτὸ ἐς αὐτὴν ἀφῇ τῇ προτέρῃ
                            <lb/>ἡμέρῃ, ἢν μὴ ἡ κοιλίη διηθήσῃ καὶ ἑτέρην σχῇ ἰκμάδα, καὶ τοῦτο
                            <lb/>πονηρὸν τῷ ἀνθρώπῳ γίνεται. Ἢν δὲ μεθῇ τὸ πῦρ τριταῖον, τῷ
                            <lb/>αὐτῷ τρόπῳ μεθίει, ᾧ περ καὶ αὐθημερὸν εἴρηται· καὶ οὕτω μὲν
                            <lb/>συμβαίνει τὸ πῦρ γινόμενον ἀπὸ τοῦ σώματος ἐν τῇ τρίτῃ ἡμέρῃ
                            <lb/>ἀνιέναι. Φηυὶ δὲ, καὶ ἢν πέμπτῃ ἡμέρῃ καὶ ἢν ἑβδόμη καὶ ἢν ἐννάτῃ
                            <lb/>μεθῇ, τρόπῳ τῷ αὐτῷ μεθιέναι ὥσπερ καὶ τὸ τριταῖον ἐξέρχεται.
                            <lb/>Καὶ γὰρ ἡ τροφὴ τῷ πυρὶ κατὰ τὰ χωρία, ὁκοῖα ὀλίγῳ πρότερον
                            <lb/>εἴρηκα· ἐπικρατήσαντος γὰρ μᾶλλον τοῦ ὑγροῦ πλείονος ἐόντος,
                            <lb/>ἀνέθη ὁ ἄνθρωπος. Μεθίει δὲ τὸ πῦρ ἐν τῇσι περισσῇσι διὰ τόδε, ὅτι
                            <lb/>ἐν μὲν τῇσιν ἀρτίοισι τῶν ἡμερέων ἕλκει τὸ σῶμα ἀπὸ τῆς κοιλίης,
                            <lb/>ἐν δὲ τῇσι περισσῇσιν ἀφίει, ἡ δὲ κοιλίη διηθέει ἔξω τῷ ὑγιέϊ. Κατ’
                            <lb/>ἀνάγκην τοιήνδε αἱ νοῦσοι κρίνονται ἐν τῇσι περισσῇσι τῶν ἡμερέων·
                            <lb/>καὶ ἐν τούτῳ μὲν τῷ λόγῳ ὁ ἄνθρωπος πυρετήνας ὑγιὴς ἐγένετο.
                            <lb/>Φημὶ δὲ καὶ τὸ πονέεσθαι μάλιστα τοὺς νοσέοντας ἐν τῇσι περισσῇσιν
                            <lb/>ἡμέρῃσι διὰ τόδε καὶ κατὰ λόγον γίνεσθαι. Τετάρακται μὲν δὴ <lb/>ὁ
                            ἄνθρωπος, ὁκόταν πυρετήνῃ· σημήϊον δὲ τοῦτο, ὅτι φρίκη διαΐσσει <lb/>διὰ
                            τοῦ σώματος ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε· τοῦτο δὲ οὐκ ἂν ἐγίνετο οὕτως, <lb/>εἰ μὴ
                            ἐταράσσετο τὸ ὑγρὸν καὶ ἀπεκρίνετο ἀπ’ αὐτοῦ ἢ πλέον <pb n="574"/> ἢ
                            ἔλασσον, καὶ ἐκράτει ἄλλου. Μάλιστα δὲ τετάρκαται ἐν <lb/>τῇσι περισσῇσι
                            τῶν ἡμερέων, ὁκόταν νοσέῃ, καὶ ἡ φρίκη δὲ μάλιστα <lb/>τότε γίνεται.
                            Ἔχει γὰρ ὧδε· ἀπὸ τοῦ ὑγροῦ τοῦ πονέοντος ἐξωθέεταί <lb/>τι ἐκ τοῦ
                            σώματος ὑπὸ τῆς νεωτάτης ἰκμάδος νικώμενον, καὶ χωρέει <lb/>ἐς τὴν κάτω
                            κοιλίη, καὶ ἡ κοιλίη προσσυνθερμαίνεται τοῦ πονέοντος <lb/>δεχομένη ἐς
                            ἑωυτὴν μᾶλλον ἢ τῷ πρὶν χρόνῳ. Τοῦτο δὲ γίνεται μάλιστα <lb/>ἐν τῇ
                            κρίσει τῆς νούσου· καὶ ἢν κατ’ ὀλίγον τὸ σῶμα ἐς τὴν <lb/>κοιλίην ἀφίῃ
                            καὶ μὴ πολλὸν ἔῃ τὸ λυπέον τὸν ἄνθρωπον, ἀναφέρειν <lb/>τὴν θέρμην ἡ
                            κοιλίη καὶ τὸ σῶμα δύναται ἐν τῇ κρίσει, καὶ γίνεται <lb/>ὑγιὴς ὁ
                            ἄνθρωπος, ἐπὴν ἐξέλθῃ. ἡ ἰκμὰς ἡ πονέουσα, καὶ ἢν ἡ τροφὴ <lb/>τῷ πυρὶ
                            ἐοῦσα ἐξαναλωθῇ, ἡ δὲ ὑγιηρὴ ἐπικρατήσῃ· ἐν τούτῳ τῷ <lb/>λόγῳ νοσήσας ὁ
                            ἄνθρωπος ὑγιὴς ἐγένετο δι’ αἰτίας τὰς προειρημένας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="47"><p>47. Νῦν δὲ ἐρέω διότι θνήσκουσιν ἐν. τῇσι περισσῇσι τῶν ἡμερέων.
                            <lb/>Φημὶ δὲ, ἢν πολλὸν ἔῃ τὸ πονέον ἐν τῷ σώματι, μᾶλλον τοῦ
                            <lb/>καιροῦ τετάρακται, καὶ ἅλες χωρέει ἐς τὴν κοιλίην, καὶ μὴ δυνάμενον
                            <lb/>ἀνφέρειν τὴν θέρμην τὸ σῶμα ἐπαυρίσκεται, καὶ δυσωδίαν <lb/>δεῖ
                            γενέσθαι περὶ τὸ πνεῦμα, καὶ οὐ δυνάμενον τὸ σῶμα ὑπὸ ἀσθενείης,
                            <lb/>ἅτε τοῦ ὑγροῦ παντὸς νοσεροῦ γινομένου, τὴν πνοὴν ἕλκειν, <lb/>ὡς
                            διαψύχηται τὰ ἐν τῇ κοιλίῃ, ἐξατμιῇ ἔξω τοῦ ὑγροῦ πᾶν τὸ <lb/>ζωτικὸν,
                            καὶ οὕτω θνήσκει ὁ ἄνθρωπος. Οὐ γὰρ ἐπικρατέει ἑτέρη ἡ <lb/>ὑγιηρὴ
                            ἰκμὰς, ἀλλὰ πᾶσα ὑπὸ τῆς νοσερῆς πολλῆς ἐούσης ἐπαιρομένη,
                            <lb/>ἐξαναλωμένη ὑπὸ τοῦ πυρὸς, διεξήτμισεν. Οὕτω δή περ ἐν <lb/>τῇσι
                            περισσῇσιν ἡμέρῃσι μάλιστα ὁ πόνος γίνεται· τοῦτο πᾶς οἶδεν <lb/>ὅς τίς
                            ποτε. Καὶ μὴν ὅτι γε τὸ ὑγρὸν τετάρακται ἐν αὐτῇσι τῇσιν <lb/>ἡμέρῃσι,
                            σημήϊόν ἐστι τόδε· ὁκόσοι ᾔδη ὑπὸ πυρὸς ξυνεχέος ἐχόμενοι
                            <lb/>ἐφαρμακεύθησαν ἐν τῇσιν ἀρτίῃσι τῶν ἡμερέων, οὗτοι οὐ μὴν <pb n="576"/> ὑπερεκαθάρθησαν· ὁκόσοι δὲ ἐν τῇσι περισσῇσιν
                            ἐφαρμακεύθησαν <lb/>ἰσχυρῇ φαρμακείῃ, ὑπερεκαθάρθησαν, πολλοὶ δὲ καὶ
                            ἀπώλοντο ὑπερκαθαρθέντες. <lb/>Οἱ γοῦν πρόσθεν ἰητροὶ ἐν τούτῳ μάλιστα
                            ἡμάρτανον, <lb/>ἐφαρμάκευον γὰρ ἐν τῇσι περισσῇσιν ἡμέρῃσι καὶ ἀπώλλυον
                            τοὺς <lb/>ἀνθρώπους, οὐ γινώσκοντες ὅτι τοῦθ’ οὕτως ἔχει. Τὸ γὰρ ὑγρὸν
                            ἐν <lb/>τῷ σώματι τοῦ νοσέοντος τετάρακται μᾶλλον ἐν τῇσι περισσῇσι τῶν
                            <lb/>ἡμερέων, οἷα τοῦ σώματος ἐς τὴν κοιλίην μεθιέντος τῆς ἰκμάδος· καὶ
                            <lb/>ἤν τις ἐπιτεταραγμένῳ ἐόντι ἔτι μᾶλλον ταράξῃ, φάρμακον ἐμβαλὼν,
                            <lb/>οὐ θαῦμά ἐστιν ἐκ τῶν τοιούτων ἀπολέσθαι τὸν ἄνθρωπον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="48"><p>48. Καὶ τὰ ἕλκεα φλεγμαίνει μάλιστα ἐν ταύτῃσι τῇσιν ἡμέρῃσιν,
                            <lb/>ἔρχεται γὰρ τὸ ὑγρὸν ἐς ἁπάσας τὰς φλέβας, ὁκόταν ταράσσηται,
                            <lb/>καὶ πληροῖ, ἐπὴν ἔλθῃ ἐς τὸ ἕλκος ἡ νοῦσος· καὶ ἢν μὲν
                            <lb/>μελεδαίνηται καὶ ἔχῃ ἔξοδον τὸ πῦος ἐξωθεόμενον ὑπὸ τοῦ ὑγροῦ τοῦ
                            <lb/>ἐλθόντος ἐν τῇ ταραχῇ, ἔξω ἀποκαθαίρεται τὸ ἕλκος· ἢν δὲ μὴ
                            <lb/>μελεδαίνηται, οὐκ ἔχον ἔξοδον τὸ πῦος, αὐτοῦ καταμένον σὺν τῷ
                            <lb/>κατελθόντι, πόνον παρέχει καὶ ἀείρει τὴν σάρκα τὴν περὶ τὸ ἕλκος·
                            <lb/>καὶ ἀπ’ ἐκείνου, ἢν μὲν ἐν τοῖσι σκέλεσιν ἔχῃ τὸ ἕλκος, ἀείρονται
                            <lb/>αἱ φλέβες αἱ ἐν τῇσι προσφύσεσι τῶν σκελέων ἐοῦσαι· ἢν δὲ ἐν τῇσι
                            <lb/>χερσὶν, αἱ ἐν τῶν χειρῶν τῇσι προσφύσεσιν ἐοῦσαι· καὶ ἐκ τούτου
                            <lb/>βουβῶνες γίνονται. Ὁκόσοισι δὲ τῶν ἀνθρώπων πῦρ ἐμπίπτει, ἄλλο
                            <lb/>μηδὲν τοῦ ἀνθρώπου κακὸν ἔχοντος, ἀπὸ τῆς πιοτέρης ἐούσης τοῦ
                            <lb/>καιροῦ ἐμπίπτει, καὶ πληρεύμεναι αἱ φλέβες πόνον καὶ θέρμην τῷ
                            <lb/>ἕλκει παρέχουσι· τὸ δὲ θερμανθὲν καὶ τὸ ἄλλο σῶμα θερμαίνει, καὶ
                            <lb/>ἡ θερμασίη οὕτως ἐς τὰ ἕλκεα γίνεται· θερμαίνεται γὰρ τὸ σῶμα
                            <lb/>καὶ τὰ ἕλκεα ὑπὸ τῆς κλονήσεως τοῦ ὑγροῦ, καὶ ἡ ταλαιπωρίη
                            <lb/>τοιοῦτον ἐργάζεται. Ἀποφλεγμαίνει δὲ τὰ ἕλκεα πεμπταῖα, καὶ
                            <lb/>κατὰ λόγον τουτέων τῶν ἡμερέων, ὡς ἂν καὶ τὰ ἕλκεα μέγεθος ἔχῃ, <pb n="578"/> καὶ τριταῖα καὶ πεμπταῖα· καὶ ἑβδομαῖα καὶ ἐνναταῖα καὶ
                            ἑνδεκαταῖα· <lb/>εἶτα· ἀπηρτισμένης, πρώτης περιόδου, πάλιν δευτέρας
                            ἀρχὴ <lb/>ἡ τρίτη, ἥτις ἐστὶν ἀπὸ τῆς πρώτης τεσσαρεσκαιδεκάτη· τὰ δὲ
                            μέγιστα <lb/>αὐτῶν τεσσαρεσκαιδεκαταῖα ἀποφλεγμαίνει. Οὗτος, ὁ λόγος
                            <lb/>ἐρεῖ τὰ γουσήματα κρίνεσθαι ἐν τῇσι περισσῇσι, τῶν ἡμερέων, καὶ
                            <lb/>τὴν ἰκμάδα τῷ ὑγιεῖ τριταίην ἐξιέναι, τὴν δὲ κόπρον δευτεραίην;
                            <lb/>καὶ ταῦτα τριταῖα ἐόντα, ἱστορέει, ἀλλήλοισιν ὅτι οὕτως ἔχει. Οὕτω
                            <lb/>δέ μοι ὁ λόγος οὗτος πᾶς ἐκκεκορύφωται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="49"><p>49. Νῦν δὲ ἐθέλω ἀτρεκέστερον εἰπεῖν, διότι νοσέουσιν οἱ ἄνθρωποι·
                            <lb/>ἐρέω δὲ σὺν τούτῳ τῷ λόγῳ καὶ τίνες ἀρχαὶ τῶν νούσων <lb/>εἰσὶ, καὶ
                            ὁκοῖα ἑκάστη αὐτέων ἐργάζεται. Φημὶ δὲ, ἢν μὲν ἐμμείνῃ <lb/>τὰ σιτία
                            πλείονα τοῦ καιροῦ ἤδη πεπεμμένα ἐόντα, καὶ ὁ ἄνθρωπος <lb/>μὴ
                            ἀποκαθαίρηται καὶ ἕτερα σιτία. ἐπιπίπτῃ, τὸ σῶμα πληρούμενον <lb/>ὑπὸ
                            τῆς ἰκμάδος τῆς προτέρης καὶ τῇς νέης, θερμαίνεται, καὶ <lb/>πῦρ ἐκ
                            τούτου γίνεται τῷ ἀνθρώπῳ. Τὸ δὲ πῦρ οὕτως γενόμενον οὐκ <lb/>ἄπορον
                            οὐδὲ ἰσχυρόν ἐστιν, ἐν ᾧ ἡ ἰκμὰς ἰσάζει κατὰ πλῆθος ἡ <lb/>ἡμέας
                            λυπέουσα ὀλίγῳ πλέον· ἢν γὰρ τοῦθ’ οὕτως ἔχῃ καί τις κάρτα <lb/>ἰσχύῃ
                            καὶ τὰ ἐπιτήδεια προσενέγκῃ, ὑγιὴς γίνεται. Ἓν δὲ νούσημα <lb/>μόνον ἀπὸ
                            πάσης τῆς ἰκμάδος, καὶ σημήϊα ἴσχει ἑπτά· βήξ τε γὰρ <lb/>ἴσχει μιν,
                            βληχρὴ καὶ ξηρὴ ἐοῦσα, γαστήρ τε σκληρὴ γίνεται, ἅτε <lb/>τοῦ ἀποπάτοὺ
                            ἐόντος ἐντὸς, καὶ τὴν κεφαλὴν βαρέεται, καὶ ἐξερᾷ, <lb/>καὶ πυρεταίνει,
                            καὶ οὖρον οὐ χρηστῶς διέρχεται· ταῦτα δέ ἐστι <lb/>τῆς νούσου ταύτης ἀπὸ
                            πάσης τῆς ἰκμάδος γενομένης σημήϊα ἑπτά· <lb/>ἢν δὲ τοῦ ἀποπάτου μὴ
                            διαχωρέοντος κρατέῃ μία ἰκμὰς τῶν ἄλλων, <pb n="580"/> πολλῷ κάλλιον
                            ἐμπολήσει ὁ ἄνθρωπος. Καὶ ἤν τις τῷ πυρετῷ γινομένῳ <lb/>ἀπὸ πάσης τῆς
                            ἰκμάδος τὰ ἐπιτήδεια μὴ προσενέγκῃ, περιοίσεται <lb/>ἡ νοῦσος, ὅσῳ γ’ ἂν
                            αὐτὴ κρατέῃ τῶν ἰκμάδων, τρόπῳ <lb/>τοιῷδε· θερμαινομένου τοῦ σώματος
                            ἐξατμιῇ μάλιστα διὰ τούτου τὸ <lb/>ὑδρωποειδὲς, ὅ τι ἐστὶ τῷ πυρὶ
                            πολεμιώτατον· καταλείπεται δὲ τὸ <lb/>λιπαρὸν καὶ κοῦφον, ὅ τι ἐστὶ
                            χολῶδες καὶ τῷ πυρὶ τροφὴ μάλιστά <lb/>ἐστιν. Ἐξατμιᾷ δὲ τρόπῳ τοιῷδε·
                            ὥσπερ εἴ τις ὕδωρ καὶ ἄλειφα <lb/>ἐς χαλκεῖον ἐγχέας, ξύλα πουλλὰ
                            ὑποκαίοι πουλὺν χρόνον, τὸ μὲν <lb/>δὴ ὕδωρ πολλῷ ἔλασσον ἔσται·
                            ἐξατμισθήσεται γὰρ ἐκ τοῦ χαλκείου· <lb/>τὸ δὲ ἄλειφα ὀλίγῳ ἔλασσον, ὅτι
                            τὸ μὲν ὕδωρ ὑπὸ τῆς ἀραιότητος <lb/>καταλεπτύνεσθαι δύναται ὑπὸ τοῦ
                            πυρὸς καὶ κοῦφον γενόμενον <lb/>ἐξατμιᾷν, τὸ δὲ ἄλειρα ἅτε συναφὲς ἐὸν
                            καὶ πυκνὸν οὐ δύναται καταλεπτύνεσθαι, <lb/>οὐδὲ ἀτμιᾷν ὁμοίως τῷ ὕδατι.
                            Οὕτω δὴ καὶ ἐν τῷ <lb/>ἀνθρώπῳ ἔχει· ὁ μὲν γὰρ ὕδρωψ θερμαινομένου τοῦ
                            σώματος ἐξατμιᾷ <lb/>ἔξω· τὸ δὲ χολῶδες ἅτε συναφὲς ἐὸν καὶ πυκνὸν οὐ
                            δύναται <lb/>ἀτμιᾷν καταλεπτυνόμενον ὁμοίως· τὸ δὲ χολῶδες
                            καταλειπόμενον <lb/>μᾶλλον ποιεῖ θερμαίνεσθαι τὸ σῶμα· πλείων γὰρ καὶ
                            καλλίων τροφὴ <lb/>τῷ πυρὶ γίνεται, καὶ ῥακούμενον ἐν τῷ σώματι ἢ
                            στηριξάμενον, <lb/>τὴν νοῦσον ἐπεκράτυνε πρὸς τὰ πρόσθεν. Καὶ ταῦτα μὲν
                            εἴρηται ὅτι <lb/>πάσχει ὁ ἄνθρωπος, ἢν μὴ καθαίρηται καὶ μελεδαίνηται.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="50"><p>50. Ἢν δὲ μὴ αὐτῶν πλήθει κρατήσῃ, εἴτε ἐς ἅπαξ πολλὴ γενομένη <lb/>εἴτε
                            καὶ κατὰ σμικρὸν συλλέγεται, καὶ τὸ ἄλλο σῶμα ὀδυνᾶται, <lb/>τοῦτο
                            γενόμενον ὑπὸ ἰσχύος ἀναφέρει, μέχρις οὗ ἀρχή τις ἐπιγένηται, <lb/>καὶ
                            ἢν τὸ πλεῖον γενόμενον ὑγρὸν μὴ ἀποκαθαίρηται ὁ ἄνθρωπος, <pb n="582"/>
                            νοῦσος ἔνθεν γίνεται τρόπῳ τοιῷδε. Ἀρχαί εἰσι τρεῖς ἀφ’ <lb/>ὧν αἱ
                            νοῦσοι γίνονται καὶ μία μὲν ἤδη εἴρηταί μοι ὁκοῖα ἅσσα <lb/>ἐργάζεται ἐν
                            τῷ σώματι ἀπέδειξα γὰρ ὅκως τε καὶ διότι, ἢν μὴ <lb/>ἀποκαθαίρηται ὁ
                            ἄνθρωπος, νοσέει δευτέρα δέ ἐστιν ἢν συμβῇ τὰ ἐκ <lb/>τοῦ οὐρανοῦ
                            ἀνεπιτήδεια καὶ παρὰ δίαιταν εἶναι· τρίτη δὲ, ἤν τι <lb/>βίαιον
                            προσπέσῃ· βίαιον δὲ λέγω εἶναι καὶ πτῶμα καὶ τραῦμα καὶ <lb/>πλήγην καὶ
                            ταλαπωρίην καὶ εἴ τι ἄλλο ἐστὶ τοιοῦτον. Τούτων δὲ <lb/>τῶν ἀρχέων
                            μεγίστη ἐστὶ βίη, ἢν μεγάλη ἔῃ, ἢν δὲ μικρὴ, οὐ μεγίστη <lb/>δευτέρη δὲ,
                            ἢν μὴ ἀποκαθαίρηται ὁ ἄνθρωπος· τρίτη δὲ, ἢν <lb/>τὰ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ
                            ἀνεπιτήδεια ἔῃ πρὸς τὴν ὑγιείην. Τούτων τοιγαροῦν <lb/>δεῖ φυλακὴν
                            ἔχειν· ἕκαστα δ’ αὐτῶν τοιοῦτον ἐργάζεται ἐν τῷ σώματι, <lb/>ὁκοῖον ἐγὼ
                            ἐρέω. Ἢν μὲν τρῶμα γένηται, δῆλον ὅτι ή σὰρξ <lb/>διεκόπη καὶ ἕλκος
                            ἐγένετο τοῦτο δὲ νούσημα ὀνομάζω εἶναι. Ἢν δὲ <lb/>φλάσμα γένηται
                            πληγέντος ἢ πεσόντος ἤ τι ἄλλο τοιοῦτο παθόντος <lb/>καὶ οἴδημα γένηται,
                            τὸ αἷμα αὐτίκα θερμανθὲν ὑπὸ τῆς βίης καὶ <lb/>ὑποδραμὸν ἐς τὰς φλέβας
                            χανούσας, οὐκ ἔχον ἔξοδον ὑπὸ πλήθεος <lb/>ἀπελθεῖν, συνεστράφη, καὶ τὸ
                            οἴδημα διὰ τοῦτο ἐγένετο καὶ μέχρι <lb/>τούτου πάρεστι, μέχρις
                            ἀποκαθαρθῇ καθότι ἀπὸ τῶν χωρίων εἴρηται, <lb/>ἢ κατ’ αὐτὸ τὸ οἴδημα
                            εἴτε σὺν χειρουργίῃ εἴτε καὶ μὴ δίοδος <lb/>γένηται τῷ αἵματι ἢ πυωθέντι
                            ὑπὸ χρόνου ἢ καὶ μή. Καὶ ἡ ταλαιπωρίη <lb/>δὲ τοιοῦτον ἐργάζεται· ὁκόταν
                            γὰρ οἱ ἄνθρωποι ταλαιπωρέωσιν, <lb/>οἷσιν ἂν μάλιστα τοῦ αἵματος
                            ταλαιπωρίη ᾖ, κεῖθι στηρίζεται <lb/>καὶ θερμαίνεται, καὶ πόνος ἐκ τοῦ
                            τοιούτου γίνεται ἢν δὴ κρατήσῃ, <lb/>μὲν τούτων, κάρτα δὲ πλῆθος γεννήσῃ
                            ταλαιπωρίη, καὶ ἡ κοιλίη καὶ <lb/>κύστις μηδαμῶς διηθήσῃ ἐν τάχει τὸ
                            πλῆθος, πῦρ ἐπιπέσοι ἂν ἐκ <lb/>τούτου. Κἢν μὲν ἡ πρόσθεν ἰσάσῃ ἰκμὰς,
                            οὐδαμῶς· ἢν δ’ ἐν τῇ ταλαιπωρίῃ <pb n="584"/> αὐτέων πλείστη ἐν τῷ
                            σώματι καταμένῃ, κρατέει κείνη. <lb/>Ταῦτα δέ μοι εἴρηται περὶ βίης,
                            ὁκοῖα ἐν τῷ σώματι κατεργάζεται· <lb/>καὶ αὗται μὲν δύο ἀρχαὶ ἐοῦσαι, ἥ
                            τε βίη καὶ ἡ πληθώρη, ἢν μὴ <lb/>ἀποκαθαίρωνται οἱ ἄνθρωποι, θερμαίνουσι
                            τὰ σώματα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="51"><p>51. Ἡ δὲ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀνεπιτήδειος γενομένη ἐν τῷ ἀνθρώπῳ <lb/>ἐκράτησέ
                            τι τοῦ ὑγροῦ καὶ θερμαίνει ὡς ἐς νόσον καὶ ψύχει, ὁπότερον <lb/>ἂν τύχῃ
                            γενόμενον· ἐρέω δὲ πρότερον περὶ τοῦ ὡς θερμαίνει. <lb/>Φημὶ οὖν, ἢν ἐν
                            τῷ αὐτῷ· ἀνθρώπῳ ἐνέῃ τι νοσηρὸν ὁκοῖον ἐν τῷ <lb/>πρότερον εἴρηκα, καὶ
                            τὰ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀνεπιτήδεια γίνηται, καὶ <lb/>θερμαίνηται ὁ ἄνθρωπος,
                            ταράσσεσθαι τὸ ὑγρὸν πᾶν θερμαινόμενον <lb/>ἐν τῷ σώματι, τοῦτο δὲ
                            ποιέει βίη· καὶ ἢν μὲν ἀποκαθαίρηται ὁ <lb/>ἄνθρωπος, τοῦδε
                            ταρασσομένου, ἀποκρίνεται ὁκόσον ἂν πλέον ᾖ τοῦ <lb/>καιροῦ. Ἔοικε δὲ
                            τοῦτο ὥσπερ οἱ Σκύθαι ποιέουσιν ἐκ τοῦ ἱππείου <lb/>γάλακτος· ἐγχέοντες
                            γὰρ τὸ γάλα ἐς ξύλα κοῖλα σείουσι· τὸ δὲ ταρασσόμενον <lb/>ἀφριῇ καὶ
                            διακρίνεται, καὶ τὸ μὲν πῖον, ὃ βούτυρον <lb/>καλέουσιν, ἐπιπολῆς
                            διίσταται τοῦτο, ἐλαφρὸν ἐόν· τὸ δὲ βαρὺ καὶ <lb/>παχὺ κάτω ἵσταται, ὃ
                            καὶ ἀποκρίναντες ξηραίνουσιν· ἐπὴν δὲ παγῇ <lb/>καὶ ξηρανθῇ, ἱππάκην μιν
                            καλέουσιν· ὁ δὲ ὀῤῥὸς τοῦ γάλακτος ἐν <lb/>μέσῳ ἐστίν. Οὕτω δὲ καὶ ἐν τῷ
                            ἀνθρώπῳ, ταρασσομένου τοῦ ὑγροῦ <lb/>παντὸς ἐν τῷ σώματι, ὑπὸ τῶν ἀρχῶν
                            διίσταται ὧν εἴρηκά οἱ πάντα, <lb/>καὶ ἐπιπολῆς μὲν τὸ τῆς χολῆς
                            διίσταται· κουφότατον γάρ ἐστι· <lb/>δεύτερον δὲ τοῦ αἵματος· τρίτον δὲ
                            τοῦ φλέγματος· βαρύτατον δέ <lb/>ἐστι τῶν ὑγρῶν τούτων ὁ ὕδρωψ. Τούτων
                            δ’ ἐόντων, ὅ τι ἂν ἐν νούσῳ <lb/>πλεῖστον ᾖ, ἐν ἀρχῇσι γινομένης τῆς
                            ταραχῆς, ἔρχεται ἐς χωρίον <pb n="586"/> ἵνα ἂν πλεῖστον ἔῃ· ἐν δὲ τῇ
                            ταραχῇ εὐρυχωρίης· γινομένης, εἰλέεται <lb/>ἀποκεκριμένον καὶ θερμαίνει
                            τὸ σῶμα, ἢ στήριξιν ἔχον πη <lb/>τοῦ σώματος σὺν τῷ ἄλλῳ ὑγρῷ τῷ
                            συνεόντι ἐν τῷ ἄλλῳ χωρίῳ πόνον <lb/>καὶ θέρμην παρέχει. Τὸ δὲ
                            θερμαινόμενον προσξυνθερμαίνει <lb/>καὶ τὸ ἄλλο σῶμα, κἀκ τούτου ὁ
                            πυρετὸς γίνεται, καὶ γίνεται <lb/>μᾶλλον ἀπὸ τῆς χολῆς καὶ τοῦ
                            φλέγματος, καὶ ἀπὸ τοῦ αἵματος· <lb/>θερμότατα γὰρ ταῦτά ἐστι, καὶ ᾔν τι
                            τούτων ἀποστηρίξῃ πη τοῦ <lb/>σώματος, ὡς ἐπιτοπλεῖστον ὠνόμασται κεῖθεν
                            τὸ νούσημα καὶ ἐπωνυμίην <lb/>ἔχει. Ἀπὸ δὲ τοῦ ὕδρωπος οὐ γίνεται
                            πυρετὸς ἰσχυρὸς κάρτα <lb/>οὐδὲ πουλυχρόνιος· τῷ γὰρ πυρὶ οὐκ ἀγαθὴ
                            τροφὴ ὁ ὕδρωψ ἐστίν. <lb/>Καὶ ταῦτα μὲν ἐς τοῦτο εἴρηται. Πρὶν δὲ
                            ταραχθῆναι οὐκ ἔχει ἐκχωρέετν. <lb/>τὸ πλεῖον τοῦ ὑγροῦ, ἀλλ’ ἄνω καὶ
                            κάτω εἰλέεται μεμιγμένον <lb/>τῷ ἄλλῳ ὑγρῷ· πάντα γὰρ πλήρεά ἐστιν· ἐν
                            δὲ τῇ ταραχῇ κενοῦται <lb/>κενοῦται δέ τι ἕτερον ἑτέρου μᾶλλον, καὶ τὸ
                            πλεῖον ἐὸν χωρίον κατίσχει· <lb/>καὶ τὸ μὲν ἀλλότριον οὐκ ἐπιμίσγεται τῷ
                            ἄλλῳ, ἢν περιστηρίξῃ, <lb/>πρὶν ἰσωθῇ, ἐς δύναμιν· ἔστι δέ μιν ἰσοῦσθαι,
                            καὶ ὃ ἀπ’ <lb/>αὐτοῦ ἐπανέλθοι ἐς τὴν νοῦσον, ἕως οὗ ἀποκαθαρθῇ τὸ
                            χωρίον, <lb/>ὁποίη ἡ κάθαρσίς ἐστιν. Ἢν δὴ πολλὸν ἔῃ τὸ πονέον,
                            ἐπαυρίσκεται <lb/>καὶ ἐξαναλίσκεται, ἐς τὴν νοῦσον καὶ τὸ ἄλλο πρὶν
                            ὑγιηρὸν ἐὸν, καὶ <lb/>θνήσκει, ὁ ἄνθρωπος, τρόπῳ τοιῷδε·
                            προσεπαυρίσκεται, γὰρ, ἢν μηκέτι <lb/>τροφὴν ἀρκέουσαν ἔχῃ τὸ νούσημα,
                            καὶ ἐξαναλίσκεται ὑπὸ τοῦ <lb/>ὑγροῦ τοῦ ἐν τῷ ἐπιπόνῳ χωρίῳ ἐόντος·
                            πρῶτον τὸ πλησίον προσλαμβάνει, <lb/>εἶτα ἐπὶ τῷ προσωτέρω νέμεται,
                            μέχρις ἂν, ἐξαναλωθῇ <lb/>καὶ μηκέτι ἐνῇ, τῷ σώματι τροφή· τροφὴ δέ
                            ἐστιν ἀνθρώπῳ τὸ κοῦφον <lb/>ὑγρόν. Ὥσπερ οὖν δὴ τὸ πρῶτον μὲν κατὰ
                            μικρὸν σηπεδὼν <lb/>ἐγένετο, ἢν μάλιστα θερμαίνηται, ἔπειτα, ἐπὴν κεῖθι
                            τῇ σηπεδόνι <pb n="588"/> τροφὴ μηκέτι ἐξαρκέῃ, νέμεται ἀπὸ τοῦ ὑγιέος
                            τοῦ πλησίον ἀρξαμένη <lb/>πρὸς τὸ σῶμα, μέχρις ἂν ὅλον τὸ σαρκῶδες σήψῃ,
                            ἐπὴν δὲ <lb/>ἐπίπαν νέμηται, ἀναλοῦται ἡ τροφὴ τῇ σηπεδόνι· οὕτω δὴ καὶ
                            τῇ <lb/>νούσῳ, ἀπὸ τοῦ χωρίου κείνου ἀρξαμένη, ἐπὴν κεῖθι ἡ τροφὴ μηκέτι
                            <lb/>ἀρκέουσα ἐνῇ, νέμεται ἐς τὸ πρόσω ἀπὸ τοῦ πλησίον ἀρξαμένη·
                            <lb/>ἐπὴν γὰρ ἐπίπαν ἔλθῃ, ἀνήλωται ἡ τροφὴ τῇ νούσῳ, καὶ ἕτερον
                            <lb/>ὑγιηρὸν οὐκ ἐπικρατέει, κἢν τοῦτο γένηται, θνήσκει ὁ ἄνθρωπος.
                            <lb/>Ἔτι δὲ ἐν τῇ ταραχῇ, ἐπὴν τοῦτο πλέονος χωρίου λάβηται καὶ μὴ
                            <lb/>στηρίξῃ, ἀλλὰ εἰλέηται, οὐκ ἔτι τῷ ἄλλῳ μίσγεται, ἀλλ’
                            ἐξαναλίσκεται <lb/>ἐς τὴν νοῦσον, ἢν μὴ ἀποκαθαίρηται· εἶτα αἱ φλέβες
                            ὑπερπίμπλανται, <lb/>πλήθουσαι δὲ κάρτα οὐ χαλῶσιν ἐξ αὐτέων, πρὶν
                            εὐρυχωρίη <lb/>σφιν γένηται. Ὥσπερ ἐπήν τις πληγῇ καρτερῶς, ὑποτρέχει
                            <lb/>ὑπὸ τὴν πληγὴν αἷμα, ἅτε τῶν φλεβέων κενωθεισέων ὑπὸ τῆς πληγῆς·
                            <lb/>ἐπὴν δὲ αἱ σάρκες πλησθῶσιν ὅκως περ σπόγγος, οὐκ ἔτι χαλῶσιν,
                            <lb/>ἀλλὰ ἔχουσιν ἐν ἑωυτῇσι μέχρις οὗ κενωθῇ κατὰ χωρίον τι
                            <lb/>αὐτέων· ἀπολαμβάνει γὰρ, ἐπὴν ξυλλεχθῇ, τὸ αἷμα τὴν ὁδὸν ὑπὸ
                            πλήθεος. <lb/>Ὥσπερ οὖν εἴ τις λήκυθον σκυτίνην στενόστομον ἐμπλήσας
                            <lb/>ἀλείφατος καταστρέψειεν ἐπὶ τὸ στόμα κατ’ ἰθὺ, κἂν τοῦτο ποιήσειεν,
                            <lb/>οὐ δυνήσεται ἐξ αὐτῆς χωρέειν τὸ ἔλαιον, ἔπνιξε γὰρ τὴν ὁδὸν
                            <lb/>τὸ ἄλειφα, ἅτε πολλὸν καὶ ἅλες ἐπικείμενον· ἢν δὲ ἐπικλίνῃ τις τὴν
                            <lb/>λήκυθον, κενεὴ ἔσται ἡ ἀπὸ τοῦ στόματος πνὶξ, καὶ ῥεύσεται ἐξ
                            <lb/>αὐτῆς τὸ ἄλειφα· τὸ δ’ αὐτὸ ποιήσειε καὶ ἐπὶ τραπέζης ὕδωρ· οὕτω
                            <lb/>δὴ καὶ ἐπὴν τὸ πλεῖον ὑγρὸν ἐν τῷ σώματι ὑπὸ τῆς ταραχῆς χωρίου
                            <lb/>λάβηται καὶ πλήσειε τὰς φλέβας, οὐκ ἔτι ἀπέρχεται ἐξ αὐτέων πρὶν
                            <lb/>ἢ ὅκου ἐστὶ τὸ χωρίον κενεὸν, τῆς τροφῆς ἐξαναλισκομένης τῇ νούσῳ.
                                <pb n="590"/> Καὶ ταῦτα μὲν εἴρηταί μοι, ἐπήν τι ἐν τῷ σώματι ᾖ, ἀφ’
                            ὧν αἱ <lb/>νοῦσοι γίνονται, πληθυόντων καὶ τῶν ἄλλων, καὶ ὅκως
                            ἐργάζονται <lb/>αἱ ἀρχαὶ τὴν θέρμην καὶ τὴν ταραχὴν τῷ ὑγρῷ ὑπάγουσαι ἐς
                            <lb/>νοῦσον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="52"><p>52. Νῦν δὲ ἐρέω τὰ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἢν ἀνεπιτήδεια γένηται <lb/>φύντα ἐν
                            τῷ σώματι, τίνα ἐργάζεται καὶ ὁκόταν κρατέῃ ἐν τῷ σώματι <lb/>τοῦ ὑγροῦ.
                            Φημὶ δὲ τὸ μέν τι ξυστρέφεσθαι καὶ παχύνεσθαι <lb/>τῆς ἐν τῷ ἀνθρώπῳ
                            ἰκμάδος, ἐπὴν τηχθῇ ἕως νοῦσον ἀποτέκῃ, τὸ <lb/>δὲ διευρύνεσθαι καὶ
                            διακρίνεσθαι. Ἔοικε δὲ καὶ τοῦτο τὸ πάθος γάλακτι· <lb/>ἐπήν τις ὁπὸν
                            ἐμβάλῃ, ἐς τὸ γάλα, ψύξις γενομένη ἐπ’ αὐτῷ <lb/>τῷ γάλακτι συνεπάχυνε
                            τὸ γάλα καὶ ὁμοῦ ἐποίησε, περὶ δὲ τὸ παχυνθὲν <lb/>ὁ ὀῤῥός ἐστιν· οὕτω
                            δὴ καὶ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τὸ ὑγρὸν τῆς <lb/>ἐπινόσου ψύξιος γενομένης
                            ξυνεστράφη καὶ ξυνεπαχύνθη· περὶ δὲ <lb/>αὐτὸν τὸν ὕδρωπα ἔτι καὶ τὸ
                            ἄλλο ὑγρὸν, ὁκόσῳ ἂν πλεῖον ἔῃ ἐν <lb/>τῷ ἄλλῳ σώματι, ξυμμέμικται· ἄλλ’
                            ἢν μὲν ἐς τὴν κοιλίην ἔλθῃ, <lb/>διετάραξε τὴν κόπρον καὶ στρόφον ἐν τῇ
                            κοιλίῃ ἐποίησε καὶ διεξῆλθεν <lb/>ἔξω, οὐδὲν μέγα σῖνος παρασχόν· ἢν δὲ
                            μὴ ἐς τὴν κοιλίην ἔλθῃ, <lb/>στηρίζει τοῦ σώματός πη, ἵνα οἱ εὐρυχωρίη
                            πλείστη. Εἰλέεται οὖν <lb/>ἐξευρὸν ἑαυτῷ εὐρυχωρίην, καὶ τοῦ μὲν ὕδρωπος
                            τὸ ἀποκριθὲν ἀπὸ <lb/>τῆς συστροφῆς ἔρχεται, ἅτε ψυχρότατον καὶ
                            βαρύτατον ἐὸν ἐν τῷ <lb/>σώματι, ἐς τὸ κάτω, καὶ περὶ τὰ ὀστέα καὶ περὶ
                            τὰ νεῦρα εἰλούμενον <lb/>ἔτι μᾶλλον τὸ σῶμα ἐς φλεγμονὴν ἄγει, καὶ
                            δηλονότι περὶ τὰ <lb/>νεῦρα καὶ μάλιστα περὶ τὰ ὀστέα ὅ ὕδρωψ ὁ τὸν
                            κρυμὸν ποιέων <lb/>ἐστί. Τὰ γὰρ ὀστώδεα τοῦ σώματος μάλιστα ῥιγεῖ ὁ
                            ἄνθρωπος, καὶ <lb/>αἱ τρίχες ὀρθαὶ Ἵστανται ξυστραφείσης τῆς ἐπιδερμίδος
                            καὶ ξηροτέρης <pb n="592"/> γινομένης ἢ ἐν τῷ πρὶν χρόνῳ, ἅτε τοῦ
                            ὕδρωπος ἐκλείποντος <lb/>αὐτόθεν καὶ περὶ τὰ ὀστέα εἰληθέντος. Ἐντεῦθεν
                            δὴ μοῦνον τὸ χωρίον, <lb/>ὅκου ἐστὶ τὸν πρῶτον χρόνον, οὐ δύναται κρυμὸν
                            ποιέειν, ὅθεν <lb/>καὶ τὸ ῥῖγος γίνεται· τὸ δὲ ἄλλο ὑγρὸν, τὸ ἰσώτατον
                            παχυνθὲν, τὸ <lb/>μὲν ἐν τῷ σώματι παντί ἐστι· τὸ δὲ ὅσῳ πλέον, ἢν μὲν
                            μὴ τύχῃ <lb/>ἡ κοιλίη πλέη ἐοῦσα καὶ ὀλίγον ᾖ τὸ λυπέον, ἔρχεται ἔστιν
                            ὅτε ἐς <lb/>τὴν κοιλίην καὶ σῖνος οὐδὲν μέγα ἐποίησε, καὶ ποτὲ μὲν πῦρ
                            οὐκ <lb/>ἐπήγαγε, ποτὲ δὲ βληχρὸν καὶ ἀσινὲς, καὶ ἐξῆλθε τὸ πονέον ξὺν
                            τῇ <lb/>κόπρῳ. Ἢν δὲ ἡ κοιλίη πλήρης ἐοῦσα πολλὸν ἔχῃ τὸ λυπέον,
                            κίνδυνός <lb/>ἐστιν ἐξ αὐτέου νοῦσόν τινα γενέσθαι, ἤν πη στηρίζῃ τὸ
                            σινεόμενον <lb/>ἢ πρὸς πλευρὸν ἢ πρὸς σπλάγχνον τι, ἤ πη ἄλλῃ
                            ξυνθερμαίνῃ, <lb/>ἵνα ξυνετάραξε πρῶτον. Ἐκεῖνο δὲ οὐχὶ κάρτα πρὸς τῆς
                            θέρμης <lb/>ὑπὸ τοῦ ὕδρωπος νενικημένον, ἅτε περὶ τοῖσιν ὀστέοισιν
                            ἐόντος καὶ <lb/>πλησίον τοῦ μυελοῦ, χρόνῳ μᾶλλον ἐσᾴσσει, πρῶτον μὲν
                            αὐτὸ τὸ <lb/>χωρίον, ἔπειτά τὸ πλησίον αὐτοῦ, καὶ δὴ νέμεται ἐς τὸ
                            προσωτέρω, <lb/>καὶ ἡ κοιλίη οἱ προσλαμβάνει, θερμὴ ἐοῦσα· ἔπειτα ἐπὶ
                            μᾶλλον <lb/>θερμαίνει ἥ τε κοιλίη καὶ τὸ σινόμενον. Τὸ δὲ ὑγρὸν παχὺ
                            θερμαινόμενον <lb/>διαχέεται πρῶτον τὸ πλησίον τοῦ πονέοντος ἐόν·
                            διαχεόμενον <lb/>δὲ μίσγεται τῷ πονέοντι ὕδρωπι, εἶτα κενεώτερον ἐγένετο
                            τοῦ σώματος <lb/>ἐν τῇ ξυστροφῇ, καὶ μέχρι τούτου ῥῖγος ἔχει, μέχρις οὗ
                            ὁ <lb/>ὕδρωψ τῷ ἄλλῳ ὑγρῷ σύνεστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="53"><p>53. Καὶ τὸ πῦρ ὧδε γεννηθὲν γίνεται· τὰ γὰρ πονέοντα πρὸς τὸ <lb/>χωρίον
                            στηρίξαντα θερμαινόμενον τὸ σῶμα ἀναγκάζει ἐς ἑωυτὸ πῦρ <lb/>δέχεσθαι·
                            καὶ ὑπὸ τοῦ σινεομένου καὶ ὑπὸ τῆς κοιλίης θερμανθὲν <lb/>ἐπικρατέει τοῦ
                            ἄλλου ὕδρωπος, καὶ οὕτω τὸ μὲν πῦρ μετὰ τὸν κρυμὸν, <pb n="594"/> ἤν πη
                            τοῦ σώματὸς στηρίξῃ τὸ ὑγρὸν τὸ πλεῖον. Ἢν δὲ εἰλέηται, <lb/>τρόπῳ
                            τοιῷδέ γίνεται μετὰ τὸν κρυμὸν τὸ πῦρ· εἰλέεται μάλιστα <lb/>πονεόμενον
                            περὶ τὴν κοιλίην καὶ τὴν ἄνω καὶ τὴν κάτω· ἔνθεν <lb/>γὰρ ἡ εὐρυχωρίη
                            πλείστη ἐστίν· εἰλεομένου δὲ αὐτοῦ πρῶτον τὰ <lb/>πλησίον θερμαίνεται,
                            τά τε σπλάγχνα καὶ τὰ ἐν τῇ κοιλίῃ ἐς τὴν <lb/>θέρμην· ἔπειτα
                            ἐπαυρίσκεται τῆς θέρμης καὶ τὸ ἄλλο ὑγρὸν διαχεόμενον, <lb/>καὶ μίσγεται
                            τῷ ὕδρωπι, καὶ τὸ πῦρ μετὰ τὸ ῥῖγος ἐνθάδε <lb/>γίνεται, ἐπὴν εἰλέηται
                            τὸ πονέον, ἀλλὰ μὴ στηρίζῃ πρὸς τοῦ σώματός <lb/>πη. Ταῦτα δέ μοι
                            εἴρηται, ὅκως τε τὸ ῥῖγος γίνεται τὸ νοσῶδες, <lb/>καὶ ὁκότε καὶ ὅκως
                            καὶ ὁκοίης ἐξ ἀγάγκης ὁ πυρετὸς μετὰ <lb/>τοῦτο ἐπεἱσπίπτει, καὶ αἵτινες
                            αἱ ἀρχαὶ τῶν νούσων εἰσὶ, καὶ <lb/>ὁκοίην ἑκάστη αὐτέων νοῦσον ἐν τῷ
                            σώματι ἐπάγει, καὶ ὅκως τε καὶ <lb/>διότι ἐν τῇσι περισσῇσιν ἡμέρῃσιν αἱ
                            νοῦσοι κρίνονται, καὶ ὑπὸ τεῦ <lb/>ὑγιαίνουσιν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑπὸ τεῦ
                            νοσέουσι, καὶ ὅκώς ἥ τε χολὴ <lb/>καὶ τὸ φλέγμα πλέον καὶ ἔλασσον
                            γίνεται, καὶ τἄλλα ἐν αὐτῷ <lb/>φύσει ἐόντα ἀπέδειξα πολλὰ, ὁκόσα
                            ἐπεδέχετο οὗτος ὁ λόγος, καὶ <lb/>ταῦτα μὲν εἰρημένα οὕτως τέλος ἔχει.
                        </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="54"><p>54. Νῦν δὲ ἐρέω περὶ ἑλμίνθων τῶν πλατειῶν· γίνεσθαι γάρ <lb/>φημι ἐν τῷ
                            παιδίῳ ἐν τῇσι μήτρῃσιν ἐόντι· οὐ γάρ ἐστιν, ἐπὴν <lb/>ἅπαξ ἐκ τῶν
                            μητρέων ἐξέλθῃ, χρόνος τῇ κόπρῳ ἐν τῇ κοιλίῃ τοσοῦτος, <lb/>ὥστε
                            σαπείσης καὶ χρονισάσης ζῶον παγῆναι ἐν αὐτῇ, ὅ τι <lb/>τοσοῦτον μεγέθει
                            γίνεται· ἀποπατέει γὰρ ἀεὶ τὴν ἕωλον κόπρον ἀνὰ <lb/>πάσας ἡμέρας, ἢν
                            μέλλῃ ὑγιαίνειν ὁ ἄνθρωπος· γίνοιτο δ’ ἂν τοιοῦτο <lb/>ζῶον οὐδ’ ἢν
                            πολλῶν ἡμερέων μὴ ἀποπατήσῃ ὁ ἄνθρωπος. Πολλὰ <pb n="596"/> γὰρ γίνεται
                            ἐν τῇσι μήτρῃσιν ἐόντι τῷ παιδίῳ τρόπῳ τοιῷδε· ἐπὴν <lb/>γένηται πῦος
                            καυσῶδες ἀπὸ τοῦ γάλακτος καὶ τοῦ αἵματος συσσηπομένου <lb/>καὶ
                            πλεονάζοντος, ἅτε γλυκέος ἐόντος, ζῶον ἀπογεννᾶται αὐτόθι· <lb/>γίνονται
                            δὲ καὶ στρογγύλαι ἕλμινθες αὐτοῦ τρόπῳ τῷ αὐτῷ. <lb/>Σημήϊον δὲ ὅτι
                            τοῦθ’ οὕτως ἔχει, ἐπὴν τὰ παιδία γένηται, ψωμίζουσιν <lb/>αὐτὰ αἱ
                            γυναῖκες τὰ αὐτὰ φάρμακα, ὥστε ἡ κόπρος ἐξέλθῃ <lb/>ἐκ τοῦ ἐντέρου καὶ
                            μὴ ξυγκαυθῇ καὶ ἅμα τὸ ἔντερον εὐρυνθῇ· ἐπὴν <lb/>ψωμίσωσι, πολλὰ δὴ τῶν
                            παιδίων καὶ στρογγύλας καὶ πλατείας <lb/>ἕλμινθας ἀπεπάτησαν ἅμα τῇ
                            κόπρῳ τῇ πρώτῃ· ἢν δὲ μὴ ἀποπατήσῃ, <lb/>γίνονται καὶ ἐν τῇσι γαστῆρσι.
                            Καὶ αἱ μὲν στρογγύλαι τίκτουσιν, <lb/>αἱ δὲ πλατεῖαι οὐκ ἔτι. Καίτοι
                            φασὶ τίκτειν αὐτάς· ἀποπατέει <lb/>γὰρ ὁ ἄνθρωπος ἔχων τὴν ἕλμινθα τὴν
                            πλατεῖαν, ὁκοῖον <lb/>σικύου σπέρμα ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε σὺν τῇ κόπρῳ, καὶ
                            τοῦτο εἰσὶν οἱ <lb/>φήσαντες τῶν ἀνθρώπων τῆς ἕλμινθος τέκνα εἶναι· ἐμοὶ
                            δὲ δοκέουσι <lb/>λέγειν οὐκ ὀρθῶς οἱ τὰ τοιαῦτα λέγοντες· οὔτε γὰρ ἀφ’
                            ἑνὸς ζώου <lb/>γένοιτ’ ἂν τοσαῦτα νεόσσια, οὔτ’ εὐρυχωρίη ἐστὶν ἐν τῷ
                            ἐντέρῳ, <lb/>ὡς ἐκτρέφειν τέκνα. Τῷ δὲ παιδίῳ ἐκ τῶν μητρέων αὐξανομένῳ
                            <lb/>αὔξεται ἐν τῷ ἐντέρῳ καὶ ἡ ἕλμινς ἀπὸ τῶν ἐς τὴν κοιλίην ἐσιόντων,
                            <lb/>καὶ γίνεται ἴση τῷ ἐντέρῳ, τοῖσι μὲν ἅμα τῇ ἥβῃ, τοῖσι δὲ ὕστερον,
                            <lb/>τοῖσι δὲ πρόσθεν ὀλίγῳ. Καὶ ἐπὴν ἰσωθῇ τῷ ἐντέρῳ, ὁμοίως ἐπαύξεται,
                            <lb/>καὶ ὁκόσα ἂν μέζω γένηται, ἀποκρίνεται ἀπὸ τοῦ ἀρχοῦ σὺν <lb/>τῷ
                            ἀποπάτῳ, καὶ ἐκπίπτει οἷον σικύου σπέρμα, πολλάκις δὲ καὶ <lb/>μέζω·
                            ἔστι δὲ οἷσιν ὁδοιπορέουσιν ἢ ταλαιπωρέουσι καὶ τῆς κοιλίης
                            <lb/>θερμαινομένης ἔρχεται ἐς τὸ κάτω, καὶ ἐξίσχει ἐκ τοῦ ἀρχοῦ
                            <lb/>αὐτοῖσι τὸ ἐκπεφυκὸς, τὠϋτό τε ποιέει, καὶ ἀποκρίνεται ἀπὸ τοῦ <pb n="598"/> ἀρχοῦ ἢ ὀπίσω ἔρχεται. Σημήϊα δέ ἐστιν ὅτι οὐ τίκτει, ἀλλ’
                            οὕτως <lb/>ἔχες ὡς ἐγὼ λέγω· ἐπήν τις ἰῆται τὸν ἄνθρωπον τὴν ἕλμινθα
                            <lb/>καὶ φάρμακον διδῷ ποτὸν, ἢν μὲν τύχῃ ὁ ἄνθρωπος καλῶς
                            παρεσκευασμένος, <lb/>ἐξέρχεται ὅλη στρογγύλη γενομένη ὥσπερ σφαῖρα,
                            <lb/>καὶ ὑγιὴς γίνεται ὁ ἄνθρωπος· ἢν δὲ ἐς τὴν φαρμακείην ἔρχηται
                            <lb/>εὐθὺ, ἀποῤῥήγνυται ἀπὸ τῆς ἕλμινθος, ὁκόσον δύο ἢ τρεῖς πήχεας ἢ
                            <lb/>καὶ πλεῖον πολλῷ, καὶ ἐπὴν ἀποῤῥαγῇ, χρόνῳ πολλῷ οὐ γίνεται σὺν
                            <lb/>τῷ ἀποπάτῳ τὰ σημήϊα, ὕστερον δὲ αὔξεται· ταῦτα δὲ ἱστόριά
                            <lb/>ἐστιν ὅτι οὐ τίκτει ἡ ἕλμινς, ἀλλὰ περἱῤῥήγνυται· ἔστι δὲ τὸ εἶδος
                            <lb/>αὐτῆς ὁκοῖόν περ ἐντέρου ξύσμα λευκόν. Σημήϊα δὲ ἴσχει· ἀποπατέει
                            <lb/>τε ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε, οἷον σικύου σπέρμα, καὶ ἐπὴν νῆστις ὁ
                            ἄνθρωπος <lb/>ᾖ, ἀΐσσει πρὸς τὸ ἧπαρ ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε καὶ πόνον
                            παρέχει, <lb/>καὶ ἔστι μὲν ὅτε πτύαλα ἐπιῤῥέει τῷ στόματι, ἐπὴν ἀΐξῃ
                            πρὸς <lb/>τὸ ἧπαρ, ὁτὲ δὲ οὐχί· ἔστι δὲ καὶ οἷσιν ἀναυδίην ἐμβάλλει ἐπὴν
                            ἰσχυρῶς <lb/>προσπέσῃ πρὸς τὸ ἧπαρ, καὶ πτύαλά τε πολλὰ ῥέει ἐκ τοῦ
                            στόματος <lb/>κάρτα, ὀλίγῳ δὲ ὕστερον ἵσταται, καὶ στρόφος ἐγγίνεται
                            πολλὸς <lb/>ἐν τῇ κοιλίῃ ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε· ἔστι δ’ ὅτε ἐς τὸ μετάφρενον
                            ὀδύνῃ <lb/>ἐμπίπτει, στηρίζει γὰρ καὶ ἐνθάδε. Ἔστι δ’ ὅτε ταῦτα σημήϊά
                            ἐστιν <lb/>ἕλμινθος πλατείης· γίνεται δὲ καὶ τόδε· ὃς ἔχει τοῦτο τὸ
                            θηρίον, ἐν <lb/>μὲν τῷ ξύμπαντι χρόνῳ δεινόν τι κάρτα οὐκ ἂν γένοιτο,
                            ἐπειδὰν <lb/>δὲ ἀσθενήσῃ, μόλις ἀναφέρεται· καὶ γὰρ ἡ ἕλμινς μετέχει τι
                            μόριον <lb/>τῶν εἰσιόντων ἐς τὴν κοιλίην. Ἢν μὲν οὖν μελεδανθῇ κατὰ
                            τρόπον, <lb/>ὑγιαίνεται· ἢν δὲ μὴ μελεδανθῇ, αὐτομάτη οὐκ ἐξέρχεται,
                            θάνατον <lb/>μέντοι οὐκ ἐπάγει, ἀλλὰ ξυγκαταγηράσκει. Ταῦτα δέ μοι
                            εἴρηται <pb n="600"/> περὶ ἕλμινθος πλατείης, ὅθεν γίνεται, και τὰ
                            σημήϊα αὐτῆς καὶ <lb/>τοῦ νοσεύματος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="55"><p>55. Περὶ δὲ λιθίδος, ἀρχὴ μὲν ἐγγίνεται ἀπὸ τοῦ γάλακτος τῇ <lb/>νούσῳ,
                            ἐπὴν τὸ παιδίον θηλάζῃ γάλα μὴ καθαρόν· τὸ δὲ γάλα γίνεται <lb/>ἐν τῇ
                            τροφῷ οὐ καθαρὸν, ἐπὴν φλεγματώδεσι τροφῇσι καὶ σιτίοισι <lb/>καὶ
                            ποτοῖσι χρῆται μὴ καθαροῖσιν· ξυμβάλλεται γὰρ πάντα <lb/>τὰ ἐς τὴν
                            κοιλίην πίπτοντα, ἐς τὸ γάλα. Ἔχει δὲ καὶ τόδε οὕτως· <lb/>ἢν ἡ τροφὸς
                            μὴ ὑγιηρὴ ἔῃ, ἀλλὰ χολώδης ἢ ὑδρωποειδὴς ἢ αἱματώδης <lb/>ἢ φλεγματώδης,
                            καὶ γάλα γίνεται πονηρὸν τῷ παιδίῳ· συμβάλλεται <lb/>γὰρ τὸ σῶμα καὶ ἡ
                            κοιλίη· πλεῖστον δὲ ἄγει αὐτὸ ἐς τὸ γάλα <lb/>ὅ τι ἂν αὐτὸ πλεῖστον ἔχῃ
                            ἐν ἑωυτῷ. Καὶ τὸ παιδίον ἢν θηλάζῃ ἀπὸ <lb/>τῆς τροφοῦ γάλα μὴ καθαρὸν,
                            ἀλλὰ χολῶδες, ὡς ἔλεξα, ἐπίνοσον <lb/>γίνεται καὶ ἀσθενὲς, καὶ τὸ παρὸν
                            μάλιστα λυπέει, μέχρις ἂν θηλάζῃ <lb/>γάλα πονηρὸν καὶ ἐπίνοσον. Καὶ
                            ἐπὴν θηλάζῃ γάλα μὴ καθαρὸν, <lb/>ἀλλὰ γεῶδες καὶ φλεγματῶδες, καὶ ἔχῃ
                            τὸ παιδίον τὰς φλέβας <lb/>τὰς ἀπὸ τῆς κοιλίης ἐς τὴν κύστιν τεινούσας,
                            εὐρείας καὶ ὁλκοὺς, <lb/>χωρέηται δὲ καὶ τὸ ποτὸν καὶ τὸ γάλα ὑπὸ τῆς
                            τροφοῦ ἐς τὴν κοιλίην <lb/>τοῦ παιδίου, [χωρέεται] ὁκοῖον ἕλκει ἀπὸ τῆς
                            κοιλίης ἀπὸ τοῦ <lb/>γάλακτος, τὸ πᾶν ὁμοίως ὅ τι ἂν αἱ φλέβες διωθέειν
                            δύνωνται ἐς τὴν <lb/>κύστιν· καὶ ἤν τι ἐπὶ τῷ γάλακτι μὴ καθαρὸν ᾖ, τὸ
                            ἐπαυρισκόμενον <lb/>ἐν τῇ κύστει γίνεται λίθος τρόπῳ τοιῷδε. Ὥσπερ ἐφ’
                            ὕδατι μὴ <lb/>καθαρῷ ταραχθέντι ἐν κύλικι ἢ ἐν χαλκῷ καὶ καταστάντι
                            ὑποστάθμη <lb/>ἅλις γίνεται ἐν τῷ μέσῳ, οὕτω καὶ ἐν τῇ κύστει ἀπὸ τοῦ
                            οὔρου, <lb/>μὴ καθαροῦ ἐόντος· καὶ οὐκ ἐξουρέεται, ἅτε ἐν τῷ κοίλῳ
                            ἐοῦσα, καὶ <lb/>μάλιστα ἁλὴς γινομένη ὑπὸ ὀδύνης οὐ διέρχεται διὰ τῆς
                            οὐρήσιος· <pb n="602"/> πήγνυταί τε ὑπὸ τοῦ φλέγματος ὠμοῦ ἐόντος, κόλλα
                            γὰρ γίνεται τῇ <lb/>ὑποστάθμῃ τὸ φλέγμα μεμιγμένον, καὶ τὸ πρῶτον μικρὴ
                            ἄχνη ἐπιγίνεται, <lb/>ἔπειτα τὸ ἐπιὸν ψαμμῶδες προσγίνεται, κόλλης
                            γενομένης <lb/>τοῦ φλέγματος τοῦ ἐν τῇ κύστει ἐνεόντος ἀπὸ τοῦ γάλακτος,
                            καὶ αὔξεται, <lb/>καὶ ὅ τι μὲν ἂν ὑγρὸν ἐν τῇ κολλήσει ἐπιγένηται
                            ἐξουρέεται· <lb/>Αὖθις δὲ ἡ ὑποστάθμη στερεοῦται ἢ λιθοειδὴς γίνεται·
                            ὥσπερ σίδηρος <lb/>ἐκ τῶν λίθων καὶ τῆς γῆς συγκαιομένης γίνεται, καὶ ἐν
                            μὲν τῇ <lb/>πρώτῃ ἐς τὸ πῦρ ἐμβολῇ κεκόλληνται τῇ σκωρίῃ οἱ λίθοι καὶ ἡ
                            γῆ <lb/>πρὸς ἄλληλα, καὶ ἐπὴν τὸ δεύτερον καὶ τὸ τρίτον ἐς τὸ πῦρ
                            ἐμβληθῇ, <lb/>ἡ μὲν σκωρίη ἔξω ἔρχεται τηκομένη ἐκ τοῦ σιδήρου, καὶ ὄψει
                            ὁρᾶται <lb/>τὸ γενόμενον· ὁ δὲ σίδηρος λιμπάνεται ἐν τῷ πυρὶ καὶ
                            συμπίπτει <lb/>προσδιδούσης τῆς σκωρίης καὶ γίνεται στερεός τε καὶ
                            πυκνός· <lb/>οὕτω δὴ καὶ ἡ ὑποστάθμη ἐν τῇ κύστει· κόλλης γινομένης τοῦ
                            φλέγματος, <lb/>ἐξουρέεται τὸ τηκόμενον ὑπὸ τοῦ οὔρου, αὕτη δὲ συμπίπτει
                            καὶ <lb/>πυκνὴ γίνεται καὶ στερεοῦται ὥσπερ σίδηρος. Ἐπὴν δὲ συμπέσῃ καὶ
                            <lb/>στερεωθῇ, κλονέεται ἐν τῇ κύστει ἄνω καὶ κάτω, καὶ πόνον παρέχει
                            <lb/>κόπτουσα τὴν κύστιν, καὶ ἀποφέρει τι ἀπ’ αὐτῆς ἐπὴν ἰσχυρῶς κόπτῃ
                            <lb/>καὶ ἕλκῃ· τὸ δὲ ἀποφερόμενον ἔτι μᾶλλον τῷ ἐπιόντι ψαμμώδεϊ
                            <lb/>σύμπηξιν ἐργάζεται· καὶ ὁ λίθος γίνεται τρόπῳ τοιῷδε ἀπὸ τοῦ
                            γάλακτος <lb/>ἐν τῇ κύστει. Ἔστι δ’ ὅτε γίνεται πρὸς τὸ αἰδοῖον ἢ ἄλλη
                            <lb/>τις κώλυσις ἀπὸ τούτου γίνεται· ἄλλοτε γὰρ καὶ ἄλλοτε, ἐπὴν οὐρήσῃ,
                            <lb/>ταχέως ἐπιλαμβάνεται τῆς οὐρήθρης. Ἢν δὲ τοῦ παιδίου ἤδη <pb n="604"/> αὐξανομένου λίθος γένηται ἀπὸ γεωτραγίης, ὁ πόνος οὐ
                            πάρεστίν οἱ <lb/>πρὶν ἢ σῖτον αὐτὸς ἑωυτῷ αἴρηται. Καὶ ταῦτα μὲν ἐς
                            τοῦτό μοι <lb/>εἴρηται. Σημήϊα δὲ ἡ νοῦσος ἔχει πέντε· ἐπήν τε οὐρῆσαι
                            θέλῃ, <lb/>πονέεται, καὶ τὸ οὖρον κατ’ ὀλίγον ῥέει ὥσπερ
                            στραγγουρικοῖσι, καὶ <lb/>ἔστιν ὕφαιμον οἷα τῆς κύστιος ἡλκωμένης ὑπὸ
                            τοῦ λίθου, καὶ ἡ κύστις <lb/>φλεγμαίνει· ἀλλὰ τοῦτο μὲν ἀφανές· σημήϊον
                            δὲ ἀκροποσθίη· <lb/>ἔστιν ὅτε διουρέεται ψαμμώδεα. Ὑπὸ τοιούτων δὲ οἵων
                            ἐγὼ ἐρέω, <lb/>διουρέεται· ἔστιν ὅτε λίθοι δύο ἢ καὶ πλείονες ἕτεροι
                            σμικροὶ τρόπῳ <lb/>τῷ αὐτῷ, ὥσπερ καὶ τὴν μίαν εἴρηκα, γίνονται· γίνεται
                            δὲ καὶ ὑπὸ <lb/>τοιούτου· ἐπὴν ὁ λίθος ξυμπαγῇ, καὶ βάθος γένηται ἐς τὴν
                            κύστιν <lb/>τῇ ψάμμῳ τῇ γενομένῃ χωρὶς, ἐλθούσης δὲ τῆς ψάμμου ὁ λίθος
                            <lb/>μὴ προσλάβῃ πρὸς ἑωυτῷ, ἀλλὰ βαρυτέρη καὶ πλείων γένηται, [ἢ]
                            <lb/>ὥστε μὴ πήγνυσθαι αὐτὴν πρὸς ἑωυτὴν, καὶ οὕτως δύο λίθοι γίνονται·
                            <lb/>γίνονται δὲ καὶ πλείονες τρόπῳ τῷ αὐτῷ, καὶ ξυγκρουομένων <lb/>πρὸς
                            ἀλλήλους ἐν τῇ κλονήσει περιθραύεται καὶ διουρέεται τὸ ψαμμῶδες.
                            <lb/>Ἔστι δ’ ὅτε καὶ ἐπὴν κατέλθῃ ψάμμος ἐς τὴν κύστιν, καὶ <lb/>μὴ
                            προσπαγῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="56"><p>56. Λέγουσι δέ τινες ὅτι τὸ πινόμενον ἐς τὸν πλεύμονα ἔρχεται, <lb/>ἐκ δὲ
                            τούτου ἐς τὸ ἄλλο σῶμα· οὗτοι δὲ οἱ ταῦτα λέγοντες διαβάλλονται
                            <lb/>τούτῳ, ᾧ μέλλω ἐρέειν· ὅτι ὁ πλεύμων κοῖλός ἐστι καὶ πρὸς αὐτῷ
                            <lb/>ἐστι σύριγξ· ὁ δὲ πλεύμων εἰ μὴ κοῖλος ἦν καί οἱ ἡ σύριγξ
                            προσείχετο, <pb n="606"/> οὐκ ἂν ἐφώνει τὰ ζῶα· φθεγγόμεθα γὰρ ἀπὸ τοῦ
                            πλεύμονος <lb/>ὅτι κοῖλός ἐστι καί οἱ ἡ σύριγξ πρὅσεστι· διαρθροῖ δὲ τὸν
                            φθόγγον <lb/>τὰ χείλεα καὶ ἡ γλῶσσα· κάλλιον δέ μοι περὶ τούτου
                            δεδήλωται ἐν τῇ <lb/>περιπλευμονίῃ. Τοῖσιν οὖν δοκέουσιν ἀνθρώποισιν τὸ
                            ποτὸν ἐς τὸν <lb/>πλεύμονα φέρεσθαι ἐναντιώσομαι· ἔχει δὲ οὕτως· χωρέει
                            τὸ ποτὸν <lb/>ἐς τὴν κοιλίην, ἀπὸ δὲ τῆς κοιλίης τὸ ἄλλο σῶμα
                            ἀπαυρίσκεται. <lb/>Νοῆσαι δὲ χρὴ ὁκόσα μέλλω ἐρέειν· λέγω δὲ ἱστόρια,
                            ὅτι τὸ ποτὸν <lb/>οὐ χωρέει ἐς τὸν πλεύμονα, ἀλλὰ ἐς τὴν κοιλίην, τάδε.
                            Εἰ γὰρ τὸ <lb/>ποτὸν χωρέει ἐς τὸν πλεύμονα, ὁκόταν ὁ πλεύμων πλησθῇ,
                            οὐκ ἂν <lb/>ῥηϊδίως [φημὶ] τὸν ἄνθρωπον ἀναπνέειν οὐδὲ φθέγγεσθαι
                            δύνασθαι· <lb/>οὐ γὰρ ἂν εἴη τὸ ἀντηχέον τῷ πλεύμονι πλήρεϊ ἐόντι· καὶ
                            ἓν μὲν <lb/>τοῦτο ἱστόριόν ἐστιν. Ἔπειτα εἰ ἐχώρεε τὸ ποτὸν ἐς τὸν
                            πλεύμονα, <lb/>τὰ σιτία ἐν ἡμῖν ξηρὰ ἐόντα οὐκ ἂν ὁμοίως ἐπέσσετο· δύο
                            δὲ ἱστόρια <lb/>ταῦτά ἐστι. Καὶ τὰ φάρμακα δὲ τὰ ὑπήλατα ἐπὴν πίωμεν,
                            χωρέει <lb/>ἡμῖν ἔξω τῆς κοιλίης· ἔχει δὲ καὶ τόδε οὕτως· ὁκόσα φάρμακα
                            καθαρτικά <lb/>ἐστιν ἢ ἄνω ἢ κάτω ἢ καὶ ἀμφότερα, ταὐτὰ ποιέει· πάντα
                            <lb/>καίει κάρτα, καὶ τὰ μὲν ἰσχυρὰ αὐτῶν ἢν τύχῃ ἅψασθαί τι τῶν
                            <lb/>ἁπαλῶν τοῦ σώματος, ἑλκοῖ· τὰ δὲ μαλακώτερα ἄραδον ποιέει, τοῦ
                            <lb/>χρωτὸς ὅ τι ἂν ἀλειφθῇ· εἰ δὲ ἔλθοι τι τούτων τῶν φαρμάκων ἐς τὸν
                            <lb/>πλεύμονα, δοκέει ἄν μοί τι μέγα ποιῆσαι κακόν· τὸ γὰρ φλέγμα τὸ
                            <lb/>ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ἐν κάρτα ὀλίγῳ χρόνῳ ἑλκοῖ· ἁπαλὸν γὰρ καὶ
                            <lb/>ἀραιὸν χρῆμά ἐστιν ὁ πλεύμων, καὶ ἢν ἑλκωθῇ, οὐ καλῶς ἕξει κεῖνος
                            <lb/>ὁ ἄνθρωπος διά γε πολλά. Ἡ δὲ κοιλίη ὑπὸ τοῦ φαρμάκου οὐχ
                            <lb/>ἑλκοῦται, ὅτι χρῆμά ἐστιν ἰσχυρὸν ὥσπερ δέρμα· καὶ τῶν μὲν Λιβύων
                            <lb/>χρέονται οἱ πλεῖστοι τῶν κτηνέων τοῖσι μὲν δέρμασιν ἀντὶ <pb n="608"/> ἱματίων, τῇσι δὲ κοιλίῃσιν ἀντὶ θυλάκων· ἰσχυρὸν γὰρ χρἤμα
                            ἡ <lb/>κοιλίη ἐστίν. Ἔπειτα ἐπὴν ὑπὸ οἴνου μέλανος θωρηχθῶσιν οἱ
                            ἄνθρωποι, <lb/>ἀποπατέουσι μέλανα. Ταῦτα δὲ πάντα ἱστόριά ἐστι, καὶ
                            <lb/>ἐπὴν σκόροδα φάγωμεν ἤ τι ἄλλο ὀδμαλέον βρῶμα, διουρέομεν ὀζόμενον
                            <lb/>τοῦ βρώματος. Ταῦτα μὲν τὰ ἱστόριά ἐστιν· ἔξεστι δὲ σκέψασθαι
                            <lb/>καὶ τόδε ὅ τι μέλλω ἐρέειν· εἴ τις κυκεῶνα πίοι ἢ ἄλητον ἑφθὸν
                            <lb/>ῥοφοίη, ἤ τι ἄλλο τοιοῦτο, καὶ ἔλθοι ἐς τὸν πλεύμονα τοῦτο,
                            δοκέομεν <lb/>ἂν αὐτὸν οὐδὲ ζώειν οὐδὲ ὀλίγον χρόνον· ἐπὴν γάρ τι μικρὸν
                            <lb/>ἔλθῃ ἐς τὸν πλεύμονα φλέγμα ἢ ἐς τὴν σύριγγα αὐτοῦ, πολλὴ βήξ
                            <lb/>τε καὶ ἰσχυρὴ γίνεται καὶ σπασμός· εἰ δ’ οὖν ἄρα καὶ ζώει ὁ
                            ἄνθρωπος <lb/>πιὼν τὸν κυκεῶνα ἢ τὸ ἄλητον ῥοφέων, πεσσομένου τοῦ
                            ῥοφήματος, <lb/>θέρμην ἂν δοκέω πολλήν τε καὶ ἰσχυρὴν τῷ σώματι γίνεσθαι
                            <lb/>καὶ πόνον πολλὸν, ὥστε μὴ ἀποπατοίη κατὰ τρόπον εἰ ἐς <lb/>τὸν
                            πλεύμονα ἔλθοι. Ταῦτα δὲ ἱστόρια ἑπτά ἐστιν· ἔπειτα τὸ γάλα <lb/>πῶς ἂν
                            ἔτρεφε τὰ παιδία, εἴ γε χωρέοι πρὸς τὸν πλεύμονα; τοῦτο <lb/>δὲ ἱστόριον
                            ἄλλο μοι, καὶ ταῦτα οὐδ’ ἂν ἐπηγαγόμην ἔγωγε τῷ <lb/>λόγῳ τοιοῦτο
                            ἱστόριον οὐδὲν, εἰ μὴ ὅτι πολλοὶ κάρτα τῶν ἀνθρώπων <lb/>τὸ ποτὸν
                            δοκέουσιν ἐς τὸν πλεύμονα χωρέειν, καὶ ἀνάγκη ἐστὶ πρὸς <lb/>τὰ ἰσχυρῶς
                            δοκέοντα, τὰ πολλὰ ἱστόρια ἐπάγεσθαι, εἴ τις μέλλει τὸν <lb/>ἀκόντα ἐκ
                            τῆς πρὶν γνώμης μεταστρέψαι τοῖσιν ἑωυτοῦ λόγοισι πείσειν. <lb/>Καὶ διὰ
                            τόδε οὐ χωρέει τὸ ποτὸν ἐς τὸν πλεύμονα, ἀλλ’ ἐς τὴν <lb/>κοιλίην, ὅτι
                            προσαφὴς αὐτῇ ἐστιν ὁ στόμαχος τοῦ ἀνθρώπου ἀεὶ <lb/>χάσκων, καὶ χωρέει
                            ἐς ἐκεῖνον, καὶ ἅμα ἐπίκειται τῇ σύριγγι τοῦ <lb/>πλεύμονος, ὥσπερ
                            κισσοῦ φύλλον, ὥστε οὐκ ἂν παρακαθιεῖ ἐν τῇ <lb/>καταπόσει, εἰ χωρέει ἐς
                            αὐτόν. Καὶ ταῦτα ἐς τοῦτό μοι εἴρηται. </p></div><pb n="610"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="57"><p>57. Χωρέει δὲ τὸ ποτὸν ἐς τὴν κοιλίην, καὶ ἐπὴν πλησθῇ, ὁ <lb/>σπλὴν ἀπ’
                            αὐτῆς δέχεται καὶ διδοῖ ἐς τὰς φλέβας καὶ ἐς τὸ ἐπίπλοον <lb/>καὶ ἐς τὸ
                            κάταντες, ἔς τε τὴν ὄσχην καὶ ἐς τὰ σκέλεα καὶ ἐς <lb/>τοὺς πόδας, καὶ
                            ἐπὴν νοῦσος ἐπιγένηται, τῷ ὕδατι πολλῷ χωρέει <lb/>ὑπὸ τῆς κοιλίης, καὶ
                            ἐς τὸν σπλῆνα ἔρχεται ἀεὶ ἀπὸ τοῦ ποτοῦ, <lb/>ἐπὴν πίῃ ὁ ἄνθρωπος.
                            Γίνεται δὲ ἐπὶ τῆς νούσου ταύτης ὥστε μὴ <lb/>πυρεταίνειν, ἀλλ’ ἢν ἐν τῇ
                            κοιλίῃ καῦμά τι ᾖ, ἢ ὁκόταν ὁ ἄνθρωπος <lb/>διψῇ, ἡ δὲ κύστις καὶ ἡ
                            κοιλίη μὴ διηθέωσι κατὰ τρόπον, μηδὲ <lb/>ἐπιτηδείῃ διαίτῃ ὁ ἄνθρωπος
                            χρῆται. Ὁ δὲ σπλὴν ὑπονοσέων ἕλκει <lb/>ἀπὸ τῆς κοιλίης ἀπὸ τοῦ ποτοῦ, ἡ
                            δὲ νοῦσος γίνεται, καὶ ἡ ὄσχη <lb/>διαφανὴς γίνεται, καὶ αἱ κληῖδες καὶ
                            ὁ τράχηλος καὶ τὰ στήθεα καταλεπτύνεται· <lb/>τήκεται γὰρ ὑπὸ τῆς νούσου
                            ταύτης, καὶ καταῤῥέει ἐς <lb/>τὴν κοιλίην, τά τε κάτω ὕδατος πλέα ἐστὶ,
                            καὶ ἀσιτέει ἡ κοιλίη, <lb/>καὶ ὁτὲ μὲν κάρτα στέγει, ὁτὲ δὲ καταῤῥέει, ἥ
                            τε κύστις οὐ διηθέει <lb/>κατὰ τρόπον· ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖον φρίκη τε
                            διαΐσσει ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε <lb/>διὰ τοῦ σώματος, καὶ πῦρ ἔστιν ὅτε
                            ἐπιλαμβάνει, καὶ τὸ πρόσωπον <lb/>τῶν μὲν οἰδαλέον γίνεται, τῶν δὲ οὔ·
                            ἔστι δ’ οἷσι καὶ καταῤῥήγνυνται <lb/>αἱ κνῆμαι, ἐπὴν χρόνιον τὸ νούσημα
                            γένηται. καὶ <lb/>ῥεῖ αὐτόθεν ὕδωρ, καὶ ἀγρυπνίη ἐπιπίπτει καὶ ἀδυναμίη
                            τοῦ σώματος <lb/>καὶ μάλιστα τῆς ὀσφύος, καὶ ἐπήν τι φάγῃ ἢ πίῃ καὶ
                            ὀλίγῳ <lb/>πλέον, πονέεται ὁ σπλὴν, καὶ τὸ πνεῦμα πυκνὸν ἀεὶ ἀφίει.
                            Ταῦτα <lb/>δὲ σημήϊα ὕδρωπός εἰσιν. Ἔστι δὲ καὶ περὶ τὴν κοιλίην μοῦνον
                            <lb/>ἢ καὶ πυρὸς λαβόντος ἢ καὶ οὐχὶ, καὶ ἡ γαστὴρ μεγάλη γίνεται, καὶ
                            <lb/>τὰ σκέλεα οὐ πίμπλαται ὕδατος, τὰ δὲ ἄνω τοῦ σώματος λεπτὰ <pb n="612"/> γίνεται· οὕτω δ’ ἔχουσι τὰ σημήϊα ἅπαντα βληχρότερά ἐστι,
                            καὶ <lb/>ἅμα καὶ ἐν τοῖσι σκέλεσιν ὕδωρ οὐκ ἐπιγίνεται, καὶ ὁ πόνος
                            τοσούτῳ <lb/>ἐλάσσων. Περὶ δὲ τὴν κοιλίην μοῦνον διὰ τόδε ὕδρωψ γίνεται·
                            ἐπὴν <lb/>γὰρ ἁλὲς ἐπιγένηται, καὶ ὁδὸς ἐν ἀρχῇσι μὴ γίνηται ἐς τὸ κάτω,
                            <lb/>ἀλλ’ ἀποληφθῇ ἁλὲς ἐν τοῖσι φλεβίοισιν. ἅτε καὶ ἀναπνοὴν μὴ ἔχον
                            <lb/>μήτε ἄνω μήτε κάτω, ἀποστήριξιν ἔχει. Ὥσπερ εἴ τις ἄγγος μέγα
                            <lb/>μικρόστομον ἀπολαβὼν καταστρέψειεν ἐν τάχει, εἶτα καθ’ ἡσυχίην
                            <lb/>ἀπὸ τοῦ στόματος ἀφέλοι τὸ ἐπικείμενον, καὶ ἢν τοῦτο ποιήσῃ,
                            <lb/>τὸ ὕδωρ οὐκ. ἂν ῥεύσειεν ἔξω· οὐ γὰρ ἔχει πνοὴν, ἀλλ’ ἀποκέκλεισται
                            <lb/>ἀπὸ τοῦ ἐντὸς πνεύματος· ἐνεὸν γὰρ τὸ πνεῦμα πληροῖ τὸ ἄγγος
                            <lb/>καὶ ἀντιστηρίζει τῷ ἔξω πνεύματι, καὶ οὐκ ἔστι τῷ ὕδατι
                            <lb/>ἐκδρομὴ ὑπὸ τοῦ πνεύματος τοῦ πληροῦντος τὸ ἄγγος καὶ ἅμα
                            ἐπικειμένου <lb/>τοῦ ἠέρος· ἢν δέ τις κλίνειε καθ’ ἡσυχίην τὸ ἄγγος ἢ
                            κατὰ <lb/>πυθμένα τρήσειεν, ἐξελεύσεται τὸ πνεῦμα ἐκ τοῦ ἄγγεος·
                            ἐξιόντος <lb/>δὲ τοῦ πνεύματος, χωρέει καὶ τὸ ὕδωρ ἔξω. Οὕτω δὴ καὶ τῷ
                            <lb/>ὕδρωπι· ἢν μὲν παραπνοὴ ἢ ἄνω ἢ κάτω διὰ τῶν φλεβίων γένηται
                            <lb/>ἐν ἀρχῇ τῆς νούσου, ἔρχεται ἐς τὰ σκέλεα καὶ ἐς τοὺς πόδας ὁ ὕδρωψ·
                            <lb/>ἢν δὲ μὴ, αὐτοῦ μοῦνον εἰλέεται περὶ τὴν κοιλίην. Καὶ οὕτω μέν
                            <lb/>μοι περὶ τούτων εἴρηται. Γίνεται δὲ καὶ τῇσι γυναιξὶν ὁ ὕδρωψ ἐν
                            <lb/>τῇσι μήτρῃσι, καὶ τὰ ἐν τῇσι κοιλίῃσι, καὶ τὰ ἐν τοῖσι σκέλεσι,
                            <lb/>καὶ τἄλλα σημήϊα ταὐτὰ ἴσχει· ἀποπέφανται δέ μοι ἐν τοῖσι
                            γυναικείοισι <lb/>νουσήμασι περὶ αὐτοῦ. Αὗται αἱ τρεῖς ἰδέαι τῶν
                            νουσημάτων <lb/>ἀπὸ τοῦ ὕδρωπος. Γίνεται δὲ τὰ νουσήματα πάντα ταχέως
                            χαλεπὰ, <lb/>καὶ πάντα αὔξεται ταχέως· ἔτι δὲ χαλεπώτερα γίνεται, ἢν ἐξ
                            ἑτέρης <lb/>νούσου τὸ σῶμα τηχθὲν ἐς τοῦτο περιέλθῃ. Ἢν μὲν οὖν ἐν
                            <lb/>τάχει προκαταλαβηται τὸ νούσημα τὸν ἄνθρωπον, θνήσκει, ἅτε τῆς <pb n="614"/> νούσου χρονιωτάτης γενομένης· ἐπὴν δὲ καὶ ἡ κοιλίη εὔροος
                            γένηται, <lb/>κάρτα θνήσκει τάχιστα, ἐπαΐων τε καὶ διαλεγόμενος. Ταῦτα
                            <lb/>δέ μοι εἰρηται περὶ ὕδρωπος, ὅθεν τε γίνεται καὶ ὅτι τὰ σημήϊα
                            αὐτοῦ <lb/>τάδε. </p></div></div></div></body></text></TEI>