<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg021.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Πρῶτον δὲ ἀπὸ τοῦ κοινοτάτου νοσήματος ἄρξομαι, πυρετοῦ· <lb/>τοῦτο γὰρ τὸ
                        νόσημα πᾶσιν ἐφεδρεύει τοῖσιν ἄλλοισιν νουσήμασι, <lb/>μάλιστα δὲ φλεγμονῇ·
                        δηλοῖ δὲ τὰ γινόμενα προσκόμματα· ἅμα <lb/>γὰρ τῇ φλεγμονῇ εὐθὺς βουβὼν καὶ
                        πυρετὸς ἕπεται. Ἔστι δὲ δισσὰ <lb/>εἴδεα πυρετῶν, ὡς ταύτῃ διελθεῖν· ὁ μὲν
                        κοινὸς ἅπασι καλεόμενος <pb n="98"/> λοιμός· ὁ δὲ διὰ πονηρὴν δίαιταν ἰδίῃ
                        τοῖσι πονηρῶς διαιτεομένοισι <lb/>γινόμενος· ἀμφοτέρων δὲ τουτέων αἴτιος ὁ
                        ἀήρ. Ὁ μὲν οὖν κοινὸς <lb/>πυρετὸς διὰ τοῦτο τοιοῦτός ἐστιν, ὅτι πνεῦμα
                        τωὐτὸ πάντες ἕλκουσιν· <lb/>ὁμοίου δὲ ὁμοίως τοῦ πνεύματος τῷ σώματι
                        μιχθέντος, ὅμοιοι καὶ <lb/>οἱ πυρετοὶ γίνονται. Ἀλλ’ ἴσως φήσει τις· διὰ τί
                        οὖν οὐχ ἅπασι <lb/>τοῖσι ζώοισι, ἀλλ’ ἔθνει τινὶ αὐτέων ἐπιπίπτουσιν αἱ
                        τοιαῦται νοῦσοι; <lb/>Διότι, φαίην ἂν, διαφέρει σῶμα σώματος, καὶ φύσις
                        φύσιος, <lb/>καὶ τροφὴ τροφῆς· οὐ γὰρ πᾶσι τοῖσιν ἔθνεσι τῶν ζώων ταὐτὰ οὔτ’
                        <lb/>ἀνάρμοστα οὔτ’ εὐάρμοστά ἐστιν, ἀλλ’ ἕτερα ἑτέροισι ξύμφορα, <lb/>καὶ
                        ἕτερα ἑτέροισιν ἀξύμφορα. Ὁκόταν μὲν οὖν ὁ ἀὴρ τοιουτέοισι <lb/>χρωσθῇ
                        μιάσμασιν, ἃ τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει πολέμιά ἐστιν, ἄνθρωποι <lb/>τότε νοσέουσιν·
                        ὅταν δὲ ἑτέρῳ τινὶ ἔθνει ζώων ἀνάρμοστος ὁ ἠὴρ <lb/>γένηται, κεῖνα τότε
                        νοσέουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Αἳ μὲν οὖν δημόσιαί εἰσι τῶν νούσων, εἴρηται, καὶ ὅτε καὶ <lb/>ὅκως, καὶ
                        οἷσι, καὶ ἀπὸ τεῦ γίνονται· τὸν δὲ διὰ πονηρὴν δίαιταν <lb/>γινόμενον
                        πυρετὸν διέξειμί σοι. Πονηρὴ δέ ἐστιν ἡ τοιήδε δίαιτα, <lb/>τοῦτο μὲν ὅταν
                        τις πλέονας τροφὰς ἢ ὑγρὰς ἢ ξηρὰς διδῷ τῷ σώματι <lb/>ἢ τὸ σῶμα δύναται
                        φέρειν, καὶ πόνον μηδένα τῷ πλήθει τῶν <lb/>τροφῶν ἀντιτιθῇ, τοῦτο δὲ ὅταν
                        ποικίλας καὶ ἀνομοίους ἀλλήλῃσιν <lb/>ἐσπέμπῃ τροφάς· τὰ γὰρ ἀνόμοια
                        στασιάζει, καὶ τὰ μὲν θᾶσσον, τὰ <lb/>δὲ σχολαίτερον πέσσεται. Μετὰ δὲ
                        πολλῶν σιτίων ἀνάγκη καὶ πολλὸν <pb n="100"/> πνεῦμα ἐσιέναι· μετὰ πάντων
                        γὰρ τῶν ἐσθιομένων καὶ πινομένων <lb/>ἀπέρχεται πνεῦμα ἐς τὸ σῶμα, ἢ πλέον,
                        ἢ ἔλασσον. Φανερὸν δὲ <lb/>τοῦτο τῷδέ ἐστιν· ἐρυγαὶ γὰρ γίνονται μετὰ τὰ
                        σιτία καὶ τὰ ποτὰ <lb/>τοῖσι πλείστοισιν· ἀνατρέχει γὰρ ὁ κατακλεισθεὶς ἀὴρ,
                        ὁκόταν ἀναῤῥήξῃ <lb/>τὰς πομφόλυγας, ἐν ᾗσι κρύπτεται. Ὅταν οὖν τὸ σῶμα
                        σιτίων <lb/>πλησθῇ, καὶ πνεύματος πλησμονὴ ἐπὶ πλέον γίνεται, τῶν σιτίων
                        <lb/>χρονιζομένων· χρονίζεται δὲ τὰ σιτία, διὰ τὸ πλῆθος οὐ δυνάμενα
                        <lb/>διελθεῖν· ἐμφραχθείσης δὲ τῆς κάτω κοιλίης, ἐς ὅλον τὸ σῶμα διέδραμον
                        <lb/>αἱ φῦσαι· προσπεσοῦσαι δὲ πρὸς τὰ ἐναιμότατα τοῦ σώματος <lb/>ἔψυξαν·
                        τουτέων δὲ τῶν τόπων ψυχθέντων, ὅκου αἱ πηγαὶ καὶ αἱ ῥίζαι <lb/>τοῦ αἵματός
                        εἰσι, διὰ παντὸς τοῦ σώματος ἡ φρίκη διῆλθεν· ἅπαντος <lb/>δὲ τοῦ αἵματος
                        ψυχθέντος, ἅπαν τὸ σῶμα φρίσσει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Διὰ τοῦτο μὲν οὖν πρῶτον αἱ φρῖκαι γίνονται πρὸ τῶν πυρετῶν· <lb/>ὅκως δ’
                        ἂν ὁρμήσωσιν αἱ φῦσαι πλήθει καὶ ψυχρότητι, τοιοῦτον <lb/>γίνεται καὶ τὸ
                        ῥῖγος, ἀπὸ μὲν πλεόνων καὶ ψυχροτέρων ἰσχυρότερον, <lb/>ἀπὸ δὲ ἐλασσόνων καὶ
                        ἧσσόν τι ψυχρῶν ἀνισχυρότερον. Ἐν <lb/>δὲ τῇσι φρίκῃσι καὶ οἱ τρόμοι τοῦ
                        σώματος κατὰ τόνδε γίνονται τὸν <lb/>τρόπον· τὸ αἷμα φοβεόμενον τὴν παροῦσαν
                        φρίκην ξυντρέχει καὶ <lb/>διαΐσσει διὰ παντὸς τοῦ σώματος ἐς τὰ θερμότατα.
                        Αὗται μὲν οὖν αἱ <lb/>ἄλαι· καθαλλομένου δὲ τοῦ αἵματος ἐκ τῶν ἀκρωτηρίων
                        τοῦ σώματος, <lb/>τὰ σπλάγχνα τρομέουσι καὶ αἱ σάρκες· τὰ μὲν γὰρ τοῦ
                        σώματος <lb/>γίνεται πολύαιμα, τὰ δὲ ἄναιμα· τὰ μὲν οὖν ἄναιμα διὰ τὴν ψύξιν
                            <pb n="102"/> οὐκ ἀτρεμέουσιν, ἀλλὰ πάλλονται, τὸ γὰρ θερμὸν ἐξ αὐτέων
                        ἐκλέλοιπεν· <lb/>τὰ δὲ πολύαιμα διὰ τὸ πλῆθος τοῦ αἵματος τρέμουσι, καὶ
                        <lb/>φλεγμονὰς ἐμποιέει, οὐ γὰρ δύναται πολλὸν γινόμενον ἀτρεμίζειν.
                        <lb/>Χασμῶνται δὲ πρὸ τῶν πυρετῶν, ὅτε πολὺς ἀὴρ ἀθροισθεὶς, ἀθρόον <lb/>ἄνω
                        διεξιὼν, ἐξεμόχλευσε καὶ διέστησε τὸ στόμα· ταύτῃ γὰρ εὐδιέξοδός <lb/>ἐστιν·
                        ὡς γὰρ ἀπὸ τῶν λεβήτων ἀτμὸς ἀνέρχεται πολὺς ἑψομένου <lb/>τοῦ ὕδατος, οὕτω
                        καὶ τοῦ σώματος θερμαινομένου δίεισι διὰ <lb/>τοῦ στόματος ὁ ἀὴρ
                        ξυνεστραμμένος καὶ βίῃ φερόμενος. Τά τε ἄρθρα <lb/>διαλύεται πρὸ τῶν
                        πυρετῶν· χλιαινόμενα γὰρ τὰ νεῦρα διίσταται. <lb/>Ὁκόταν δὲ ξυναλισθῇ
                        ἀθροισθὲν τὸ πλεῖστον τοῦ αἵματος, ἀναθερμαίνεται <lb/>πάλιν ὁ ἀὴρ ὁ ψύξας
                        τὸ αἷμα, κρατηθεὶς ὑπὸ τῆς θερμότητος· <lb/>διάπυρος δὲ καὶ μύδρος γενόμενος
                        ὅλῳ τῷ σώματι τὴν θερμασίην <lb/>ἐνειργάσατο. Συνεργὸν δὲ αὐτῷ τὸ αἷμά ἐστι,
                        τήκεται γὰρ <lb/>πυρούμενον, καὶ γίνεται πνεῦμα ἐξ αὐτοῦ· τοῦ δὲ πνεύματος
                        προσπίπτοντος <lb/>πρὸς τοὺς πόρους τοῦ σώματος, οἱ ἱδρῶτες γίνονται· τὸ
                        <lb/>γὰρ πνεῦμα ξυνιστάμενον ἐς ὕδωρ χεῖται, καὶ διὰ τῶν πόρων διεξελθὸν
                        <lb/>ἔξω περαιοῦται τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅνπερ ἀπὸ τῶν ἑψομένων ὑδάτων <lb/>ὁ
                        ἀτμὸς ἐπανιὼν, ἢν ἔχῃ στερέωμα πρὸς ὅ τι χρὴ προσπίπτειν, <lb/>παχύνεται καὶ
                        πυκνοῦται, καὶ σταγόνες ἀποπίπτουσιν ἀπὸ τῶν πωμάτων, <lb/>οἷσιν ἂν ὁ ἀτμὸς
                        προσπίπτῃ. Πόνοι δὲ τῆς κεφαλῆς ἅμα τῷ <lb/>πυρετῷ γίνονται διὰ τόδε·
                        στενοχωρίη τῇσι διεξόδοισιν ἐν τῇ κεφαλῇ <lb/>τοῦ αἵματος γίνεται· πέπληνται
                        γὰρ αἱ φλέβες ἠέρος, πλησθεῖσαι δὲ <lb/>καὶ πρησθεῖσαι, τὸν πόνον
                        ἐμποιέουσιν ἐν τῇ κεφαλῇ· βίῃ γὰρ τὸ <pb n="104"/> αἷμα βιαζόμενον διὰ
                        στενῆς ὁδοῦ θερμὸν ἐὸν οὐ δύναται περαιοῦσθαι <lb/>ταχέως, πολλὰ γὰρ ἐμποδών
                        ἐστιν αὐτῷ κωλύματα καὶ ἐμφράγματα· <lb/>διὸ δὴ καὶ οἱ σφυγμοὶ γίνονται ἀμφὶ
                        τοὺς κροτάφους. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Οἱ μὲν οὖν πυρετοὶ διὰ τοῦτο γίνονται καὶ τὰ μετὰ τῶν πυρετῶν
                        <lb/>ἀλγήματα καὶ νοσήματα· τῶν δὲ ἄλλων ἀῤῥωστημάτων, ὁκόσοι <lb/>μὲν ἂν
                        εἰλεοὶ εἶεν, ἢ ἀνειλήματα, ἢ ἕτερα ἀποστηρίγματα, φύσας <lb/>εἶναι αἴτια
                        ἅπασιν ἡγέομαι φανερὸν εἶναι· πάντων γὰρ τῶν τοιουτέων <lb/>αἰτίη τοῦ
                        πνεύματος ἡ διόδευσις· τοῦτο γὰρ ὁκόταν προσπέσῃ <lb/>πρὸς τόπους ἁπαλοὺς
                        καὶ ἀήθεας καὶ ἀθίκτους, ὥσπερ τόξευμα ἐγκείμενον <lb/>διαδύνει διὰ τῆς
                        σαρκός· προσπίπτει δὲ ποτὲ μὲν πρὸς τὰ <lb/>ὑποχόνδρια, ποτὲ δὲ πρὸς τὰς
                        λαπάρας, ποτὲ δὲ ἐς ἀμφότερα· διὸ <lb/>δὴ καὶ θερμαίνοντες ἔξωθεν πυριήμασι
                        πειρέονται μαλθάσσειν τὸν <lb/>πόνον· ἀραιούμενον γὰρ ὑπὸ τῆς θερμασίης τοῦ
                        πυριήματος διέρχεται <lb/>τὸ πνεῦμα διὰ τοῦ σώματος, ὥστε παῦλάν τινα
                        γενέσθαι τῶν <lb/>πόνων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ἴσως δ’ ἄν τις εἴποι· πῶς οὖν τὰ ῥεύματα γίνεται διὰ τὰς <lb/>φύσας; ἢ
                        τίνα τρόπον τῶν αἱμοῤῥαγιῶν τῶν περὶ τὰ στέρνα τοῦτο <lb/>αἴτιόν ἐστιν;
                        οἶμαι δὲ καὶ ταῦτα δηλώσειν διὰ τωὐτὸ γινόμενα. <lb/>Ὅταν αἱ περὶ τὴν
                        κεφαλὴν φλέβες γεμισθῶσιν ἠέρος, πρῶτον μὲν ἡ <lb/>κεφαλὴ βαρύνεται τῶν
                        φυσέων ἐγκειμένων· ἔπειτα εἰλεῖται τὸ αἷμα, <lb/>οὐ διαχέειν δυναμένων διὰ
                        τὴν στενότητα τῶν ὁδῶν· τὸ δὲ λεπτότατον <lb/>τοῦ αἵματος διὰ τῶν φλεβῶν
                        ἐκθλίβεται· τοῦτο δὴ τὸ ὑγρὸν ὅταν <lb/>ἀθροισθῇ, ῥεῖ δι’ ἄλλων πόρων· ὅποι
                        δ’ ἂν ἀθρόον ἀφίκηται τοῦ σώματος, <pb n="106"/> ἐνταῦθα ξυνίσταται ἡ
                        νοῦσος· ἢν μὲν οὖν ἐπὶ τὴν ὄψιν ἔλθῃ, <lb/>ταύτης ὁ πόνος· ἢν δὲ ἐς τὰς
                        ἀκοὰς, ἐνταῦθ’ ἡ νοῦσος· ἢν δὲ ἐς τὰς <lb/>ῥῖνας, κόρυζα γίνεται· ἢν δὲ ἐς
                        τὰ στέρνα, βράγχος καλέεται. Τὸ <lb/>γὰρ φλέγμα δριμέσι χυμοῖσι μεμιγμένον,
                        ὅποι ἂν προσπέσῃ ἐς ἀήθεας <lb/>τόπους, ἑλκοῖ· τῇ δὲ φάρυγγι ἁπαλῇ ἐούσῃ
                        ῥεῦμα προσπῖπτον <lb/>τρηχύτητας ἐμποιέει· τὸ γὰρ πνεῦμα τὸ διαπνεόμενον διὰ
                        τῆς φάρυγγος <lb/>ἐς τὰ στέρνα βαδίζει, καὶ πάλιν ἐξέρχεται διὰ τῆς ὁδοῦ
                        ταύτης· <lb/>ὅταν οὖν ἀπαντήσῃ τῷ ῥεύματι τὸ πνεῦμα κάτωθεν ἰὸν κάτω
                        <lb/>ἰόντι, βὴξ ἐπιγίνεται, καὶ ἀναῤῥίπτεται ἄνω τὸ φλέγμα· τουτέων δὲ
                        <lb/>τοιουτέων ἐόντων, ἡ φάρυγξ ἑλκοῦται, καὶ τρηχύνεται, καὶ θερμαίνεται,
                        <lb/>καὶ ἕλκει τὸ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑγρὸν θερμὴ ἐοῦσα· ἡ δὲ κεφαλὴ πάλιν
                        <lb/>παρὰ τοῦ ἄλλου σώματος λαμβάνουσα ταύτῃ διδοῖ· ὁκόταν γοῦν ἐθισθῇ
                        <lb/>τὸ ῥεῦμα ταύτῃ ῥέειν καὶ χαραδρωθέωσιν οἱ πόροι, διαδιδοῖ ἤδη καὶ
                        <lb/>ἐς τὰ στέρνα, δριμὺ δὲ ἐὸν τὸ φλέγμα προσπῖπτόν τε τῇ σαρκὶ ἑλκοῖ
                        <lb/>καὶ ἀναῤῥηγνύει τὰς φλέβας. Ὁκόταν δὲ ἐκχυθῇ τὸ αἷμα ἐς ἀλλότριον
                        <lb/>τόπον, χρονιζόμενον καὶ σηπόμενον γίνεται πῦον, καὶ οὔτε <lb/>ἄνω
                        δύναται ἀνελθεῖν, οὔτε κάτω ὑπελθεῖν· ἄνω γὰρ οὐκ εὔπορος ἡ <lb/>πορείη
                        προσάντης τις οὖσα ὑγρῷ χρήματι καὶ ἑτέρῳ παντὶ βάρος <lb/>ἔχοντι· κάτω δὲ
                        κωλύει φραγμὸς ὁ τῶν φρενῶν. Διὰ τί δὲ δήποτε τὸ <lb/>ῥεῦμα ἀναῤῥήγνυται τὸ
                        μὲν αὐτόματον, τὸ δὲ διὰ πόνους; αὐτόματον <pb n="108"/> μὲν οὖν, ὅταν
                        αὐτόματος ὁ ἀὴρ ἐλθὼν ἐς τὰς φλέβας στενοχωρίην <lb/>ποιήσῃ τῇσι τοῦ αἵματος
                        διεξόδοισιν· τότε γὰρ πιεζεύμενον τὸ αἷμα <lb/>πουλὺ γενόμενον ἀναῤῥηγνύει
                        τοὺς πόρους, ᾗ ἂν ὡς τὰ μάλιστα <lb/>βρίσῃ· ὅσοι δὲ διὰ πόνων πλῆθος
                        ᾑμοῤῥάγησαν, καὶ τούτοισιν οἱ πόνοι <lb/>πνεύματος ἐνέπλησαν τὰς φλέβας,
                        ἀνάγκη γὰρ τὸν πονέοντα τόπον <lb/>κατέχειν τὸ πνεῦμα, τὰ δὲ ἄλλα τοῖσιν
                        εἰρημένοισιν ὅμοια <lb/>γίνεται. </p></div></div></body></text></TEI>