<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg021.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΦΥΣΩΝ.</head><p>1. Εἰσί τινες τῶν τεχνέων, αἳ τοῖσι μὲν κεκτημένοισίν εἰσιν <lb/>ἐπίπονοι,
                        τοῖσι δὲ χρεομένοισιν ὀνηισταὶ, καὶ τοῖσι μὲν ἰδιώτῃσι <lb/>ξυνὸν ἀγαθὸν,
                        τοῖσι δὲ μεταχειριζομένοισι σφᾶς λυπηραί. Τῶν δὴ <lb/>τοιουτέων ἐστὶ
                        τεχνέων, καὶ ἣν οἱ Ἕλληνες καλέουσιν ἰητρικήν· ὁ μὲν <lb/>γὰρ ἰητρὸς ὁρῇ τε
                        δεινὰ, θιγγάνει τε ἀηδέων, ἐπ’ ἀλλοτρίῃσί τε <lb/>ξυμφορῇσιν ἰδίας καρποῦται
                        λύπας· οἱ δὲ νοσέοντες ἀπαλλάσσονται <lb/>τῶν μεγίστων κακῶν διὰ τὴν τέχνην,
                        νούσων, πόνων, λύπης, θανάτου· <lb/>πᾶσι γὰρ τουτέοισιν ἄντικρυς ἰητρικὴ
                        εὑρίσκεται ἀκεστορίς. <lb/>Ταύτης δὲ τῆς τέχνης τὰ μὲν φλαῦρα χαλεπὸν
                        γνῶναι, τὰ δὲ σπουδαῖα <lb/>ῥηΐδιον· καὶ τὰ μὲν φλαῦρα τοῖσιν ἰητροῖσι
                        μούνοισίν ἐστιν <lb/>εἰδέναι, καὶ οὐ τοῖσιν ἰδιώτῃσιν· οὐ γὰρ σώματος, ἀλλὰ
                        γνώμης <lb/>ἐστὶν ἔργα. Ὅσα μὲν γὰρ χειρουργῆσαι δεῖ, χρὴ ξυνεθισθῆναι· τὸ
                        <lb/>γὰρ ἔθος τῇσι χερσὶ κάλλιστον διδασκάλιον γίνεται· περὶ δὲ τῶν
                        <lb/>ἀφανεστάτων καὶ χαλεπωτάτων νουσημάτων δόξῃ μᾶλλον ἢ τέχνῃ
                        <lb/>κρίνεται· διαφέρει δὲ ἐν αὐτέοισι πλεῖστον ἡ πείρη τῆς ἀπειρίης. <pb n="92"/> Ἓν δὲ δή τι τῶν τοιουτέων ἐστὶ τόδε, τί ποτε τὸ αἴτιόν ἐστι τῶν
                        <lb/>νούσων, καὶ τίς ἀρχὴ καὶ πηγὴ γίνεται τῶν ἐν τῷ σώματι κακῶν; <lb/>εἰ
                        γάρ τις εἰδείη τὴν αἰτίην τοῦ νοσήματος, οἷός τ’ ἂν εἴη προσφέρειν <lb/>τὰ
                        ξυμφέροντα τῷ σώματι, ἐκ τῶν ἐναντίων ἐπιστάμενος τὰ <lb/>βοηθήματα. Αὕτη
                        γὰρ ἡ ἰητρικὴ μάλιστα κατὰ φύσιν ἐστίν· αὐτίκα <lb/>γὰρ λιμὸς νοῦσός ἐστιν·
                        ὅ τι γὰρ ἂν λυπέῃ τὸν ἄνθρωπον, τοῦτο <lb/>καλέεται νοῦσος· τί οὖν λιμοῦ
                        φάρμακον; ὃ παύει λιμόν· τοῦτο <lb/>δ’ ἐστὶ βρῶσις· τούτῳ ἄρα ἐκεῖνο ἰητέον.
                        Αὖθις αὖ δίψαν ἔπαυσε <lb/>πόσις· πάλιν αὖ πλησμονὴν ἰῆται κένωσις· κένωσιν
                        δὲ πλησμονή· <lb/>πόνον δὲ ἀπονίη· ἀπονίην δὲ πόνος. Ἑνὶ δὲ συντόμῳ λόγῳ, τὰ
                        ἐναντία <lb/>τῶν ἐναντίων ἐστὶν ἰήματα· ἰητρικὴ γάρ ἐστι πρόσθεσις καὶ
                        <lb/>ἀφαίρεσις, ἀφαίρεσις μὲν τῶν ὑπερβαλλόντων, πρόσθεσις δὲ τῶν
                        ἐλλειπόντων· <lb/>ὁ δὲ τοῦτ’ ἄριστα ποιέων ἄριστος ἰητρός· ὁ δὲ τουτέου
                        <lb/>πλεῖστον ἀπηλλαγμένος πλεῖστον ἀπήλλακται καὶ τῆς τέχνης. Τὰ <lb/>μὲν
                        οὖν ἐν παρέργῳ τοῦ λόγου τοῦ μέλλοντος εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Τῶν δὲ δὴ νούσων ἁπασέων ὁ μὲν τρόπος ὁ αὐτὸς, ὁ δὲ τόπος <lb/>διαφέρει·
                        δοκέει μὲν οὖν τὰ νουσήματα οὐδὲν ἀλλήλοισιν ἐοικέναι <lb/>διὰ τὴν
                        ἀλλοιότητα καὶ ἀνομοιότητα τῶν τόπων. Ἔστι δὲ μία ἁπασέων <lb/>νούσων καὶ
                        ἰδέη καὶ αἰτίη ἡ αὐτή· ταύτην δὲ, ἥ τις ἐστὶ, διὰ <lb/>τοῦ μέλλοντος λόγου
                        φράσαι πειρήσομαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Τὰ γὰρ σώματα τῶν τε ἀνθρώπων καὶ τῶν ἄλλων ζώων ὑπὸ <lb/>τρισσέων τροφῶν
                        τρέφεται· ἔστι δὲ τῇσι τροφῇσι ταύτῃσι ταῦτα τὰ <pb n="94"/> οὐνόματα, σῖτα,
                        ποτὰ, πνεύματα. Πνεύματα δὲ τὰ μὲν ἐν τοῖσι <lb/>σώμασι φῦσαι καλέονται, τὰ
                        δὲ ἔξω τῶν σωμάτων ἀήρ. Οὗτος δὲ <lb/>μέγιστος ἐν τοῖσι πᾶσι τῶν πάντων
                        δυνάστης ἐστίν· ἄξιον δὲ αὐτοῦ <lb/>θεήσασθαι τὴν δύναμιν. Ἄνεμος γάρ ἐστιν
                        ἠέρος ῥεῦμα καὶ χεῦμα· <lb/>ὅταν οὖν πολὺς ἀὴρ ἰσχυρὸν τὸ ῥεῦμα ποιήσῃ, τά
                        τε δένδρεα ἀνασπαστὰ <lb/>πρόῤῥιζα γίνεται διὰ τὴν βίην τοῦ πνεύματος, τό τε
                        πέλαγος <lb/>κυμαίνεται, ὁλκάδες τε ἄπειροι τῷ μεγέθει ἐς ὕψος
                        διαῤῥιπτεῦνται. <lb/>Τοιαύτην μὲν οὖν ἐν τουτέοισιν ἔχει δύναμιν· ἀλλὰ μήν
                        ἐστί γε τῇ <lb/>μὲν ὄψει ἀφανὴς, τῷ δὲ λογισμῷ φανερός· τί γὰρ ἄνευ τουτέου
                        γένοιτο <lb/>ἄν; ἢ τίνος οὗτος ἄπεστιν; ἢ τίνι οὐ ξυμπάρεστιν; ἅπαν γὰρ
                        <lb/>τὸ μεταξὺ γῆς τε καὶ οὐρανοῦ πνεύματος ἔμπλεον ἐστιν. Τοῦτο καὶ
                        <lb/>χειμῶνος καὶ θέρεος αἴτιον, ἐν μὲν τῷ χειμῶνι πυκνὸν καὶ ψυχρὸν
                        <lb/>γινόμενον, ἐν δὲ τῷ θέρει πρηῢ καὶ γαληνόν. Ἀλλὰ μὴν ἡλίου τε καὶ
                        <lb/>σελήνης καὶ ἄστρων ὁδὸς διὰ τοῦ πνεύματός ἐστιν· τῷ γὰρ πυρὶ τὸ
                        <lb/>πνεῦμα τροφή· τοῦ δὲ πνεύματος τὸ πῦρ στερηθὲν οὐκ ἂν δύναιτο <lb/>ζῇν·
                        ὥστε καὶ τὸν τοῦ ἡλίου δρόμον ἀένναον ὁ ἀὴρ ἀένναος καὶ λεπτὸς <lb/>ἐὼν
                        παρέχεται. Ἀλλὰ μὴν ὅτι καὶ τὸ πέλαγος μετέχει πνεύματος, <lb/>φανερόν· οὐ
                        γὰρ ἄν ποτε τὰ πλωτὰ ζῶα ζῇν ἠδύνατο, μὴ <lb/>μετέχοντα πνεύματος· μετέχοιεν
                        δὲ πῶς ἂν ἄλλως, ἀλλ’ ἢ διὰ <lb/>τοῦ ὕδατος, κἀκ τοῦ ὕδατος ἕλκοντα τὸν
                        ἠέρα; καὶ μὴν ἥ τε γῆ <lb/>τουτέου βάθρον, οὗτός τε τῆς γῆς ὄχημα, κενεόν τε
                        οὐδέν ἐστιν <lb/>τούτου. </p></div><pb n="96"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Διότι μὲν οὖν ἐν τοῖσιν ἄλλοισιν ὁ ἀὴρ ἔῤῥωται, εἴρηται· τοῖσι <lb/>δ’ αὖ
                        θνητοῖσιν οὗτος αἴτιος τοῦ τε βίου, καὶ τῶν νούσων τοῖσι νοσέουσι·
                        <lb/>τοσαύτη δὲ τυγχάνει πᾶσιν ἡ χρείη τοῖσι σώμασι τοῦ πνεύματος
                        <lb/>ἐοῦσα, ὥστε τῶν μὲν ἄλλων ἁπάντων ἀποσχόμενος ὥνθρωπος <lb/>καὶ σιτίων
                        καὶ ποτῶν δύναιτ’ ἂν ἡμέρας δύο καὶ τρεῖς καὶ πλέονας <lb/>διάγειν· εἰ δέ
                        τις ἀπολάβοι τὰς τοῦ πνεύματος ἐς τὸ σῶμα διεξόδους, <lb/>ἐν βραχεῖ μέρει
                        ἡμέρης ἀπόλοιτο ἂν, ὡς μεγίστης τῆς χρείης <lb/>ἐούσης τῷ σώματι τοῦ
                        πνεύματος. Ἔτι τοίνυν τὰ μὲν ἄλλα πάντα <lb/>διαλείπουσιν οἱ ἄνθρωποι
                        πρήσσοντες, ὁ γὰρ βίος μεταβολέων πλέως <lb/>ἐστί· τοῦτο δὲ μοῦνον ἀεὶ
                        διατελέουσιν ἅπαντα τὰ θνητὰ ζῶα πρήσσοντα, <lb/>τοτὲ μὲν ἐμπνέοντα, τοτὲ δὲ
                        ἐκπνέοντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ὅτι μὲν οὖν μεγάλη κοινωνίη ἅπασι τοῖσι ζώοισι τοῦ ἠέρος <lb/>ἐστὶν,
                        εἴρηται· μετὰ τοῦτο τοίνυν εὐθέως ῥητέον, ὅτι οὐκ ἄλλοθέν <lb/>ποθεν εἰκός
                        ἐστι γίνεσθαι τὰς ἀῤῥωστίας μάλιστα, ἢ ἐντεῦθεν, ὅταν <lb/>τοῦτο ἢ πλέον, ἢ
                        ἔλασσον, ἢ καὶ ἀθροώτερον, ἢ μεμιασμένον <lb/>νοσεροῖσι μιάσμασιν, ἐς τὸ
                        σῶμα ἐσέλθῃ. Περὶ μὲν οὖν ὅλου τοῦ <lb/>πρήγματος ἀρκέει μοι ταῦτα· μετὰ δὲ
                        ταῦτα πρὸς αὐτὰ τὰ ἔργα <lb/>τῷ λόγῳ πορευθεὶς, ἐπιδείξω τὰ νοσήματα τούτου
                        ἀπόγονά τε καὶ <lb/>ἔκγονα πάντα ἐόντα. </p></div></div></body></text></TEI>