<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg020.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Τὰ δὲ παιδία χρὴ τὰ νήπια βρέχειν ἐν τῷ θερμῷ ὕδατι ἐπὶ <lb/>πουλὺν
                        χρόνον, καὶ πίνειν διδόναι ὑδαρέα τὸν οἶνον καὶ μὴ ψυχρὸν <lb/>παντάπασι,
                        τοῦτον δὲ διδόναι, ὃς ἥκιστα τὴν γαστέρα μετεωριεῖ <pb n="82"/> καὶ φῦσαν
                        παρέξει· ταῦτα δὲ ποιέειν, ὅκως οἵ τε σπασμοὶ ἧσσον <lb/>ἐπιλάβωσι, καὶ
                        μείζονα γένηται καὶ εὐχροώτερα. Τὰς δὲ γυναῖκας <lb/>χρὴ διαιτᾶσθαι τῷ
                        ξηροτέρῳ τῶν τρόπων· καὶ γὰρ τὰ σιτία τὰ <lb/>ξηρὰ ἐπιτηδειότερα πρὸς τὴν
                        μαλθακότητα τῶν γυναικείων σαρκῶν, <lb/>καὶ τὰ ἀκρητέστερα πόματα ἀμείνω
                        πρὸς τὰς ὑστέρας καὶ τὰς κυοτροφίας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Τοὺς γυμναζομένους χρὴ τοῦ χειμῶνος καὶ τρέχειν καὶ παλαίειν, <lb/>τοῦ δὲ
                        θέρεος παλαίειν μὲν ὀλίγα, τρέχειν δὲ μὴ, περιπατέειν <lb/>δὲ πολλὰ κατὰ
                        ψῦχος. Ὁκόσοι κοπιῶσιν ἐκ τῶν δρόμων, <lb/>τούτους παλαίειν χρή· ὁκόσοι δὲ
                        παλαίοντες κοπιῶσι, τούτους χρὴ <lb/>τρέχειν· οὕτω γὰρ ἂν ταλαιπωρέων τῷ
                        κοπιῶντι τοῦ σώματος διαθερμαίνοιτο <lb/>καὶ ξυνιστῷτο καὶ διαναπαύοιτο
                        μάλιστα. Ὁκόσους <lb/>γυμναζομένους διάῤῥοιαι λαμβάνουσι, καὶ τὰ ὑποχωρήματα
                        σιτώδεα <lb/>καὶ ἄπεπτα, τουτέοισι τῶν τε γυμνασίων ἀφαιρέειν μὴ ἐλάσσω τοῦ
                        <lb/>τρίτου μέρεος, καὶ τῶν σιτίων τοῖσιν ἡμίσεσι χρέεσθαι· δῆλον γὰρ
                        <lb/>δὴ ὅτι ἡ κοιλίη ξυνθάλπειν οὐ δύναται ὥστε πέσσεσθαι τὸ πλῆθος <lb/>τῶν
                        σιτίων· ἔστω δὲ τουτέοισι τὰ σιτία ἄρτος ὡς ἐξοπτότατος, ἐν <lb/>οἴνῳ
                        ἐντεθρυμμένος, καὶ τὰ ποτὰ ὡς ἐλάχιστα καὶ ἀκρητέστατα, <lb/>καὶ περιπάτοισι
                        μὴ χρεέσθωσαν ἀπὸ τοῦ σιτίου· μονοσιτέειν δὲ χρὴ <lb/>ὑπὸ τοῦτον τὸν χρόνον·
                        οὕτω γὰρ ἂν μάλιστα ξυνθάλποιτο ἡ κοιλίη, <lb/>καὶ τῶν ἐσιόντων ἐπικρατοίη.
                        Γίνεται δὲ ὁ τρόπος οὗτος τῆς διαῤῥοίης <pb n="84"/> τῶν σωμάτων τοῖσι
                        πυκνοσάρκοισι μάλιστα, ὁκόταν ἀναγκάζηται <lb/>ὥνθρωπος κρεηφαγέειν, τῆς
                        φύσιος ὑπαρχούσης τοιαύτης· <lb/>αἱ γὰρ φλέβες πυκνωθεῖσαι οὐκ
                        ἀντιλαμβάνονται τῶν σιτίων τῶν <lb/>ἐσιόντων· ἔστι δὲ αὕτη μὲν ὀξέη ἡ φύσις,
                        καὶ τρέπεται ἐφ’ ἑκάτερα, <lb/>καὶ ἀκμάζει ὀλίγον χρόνον ἡ εὐεξίη ἐν τοῖσι
                        τοιουτοτρόποισι τῶν σωμάτων. <lb/>Τὰ δὲ ἀραιότερα τῶν εἰδέων καὶ δασύτερα
                        καὶ τὴν κρεηφαγίην <lb/>δέχεται, καὶ τὰς ταλαιπωρίας μᾶλλον ὑπομένει, καὶ
                        χρονιώτεραι <lb/>γίνονται αὐτέοισιν αἱ εὐεξίαι. Καὶ ὁκόσοι τὰ σιτία
                        ἀνερεύγονται <lb/>τῇ ὑστεραίῃ, καὶ τὰ ὑποχόνδρια μετεωρίζεται αὐτέοισιν ὡς
                        ἀπέπτων <lb/>τῶν σιτίων ἐόντων, τουτέοισι καθεύδειν μὲν πλείονα χρόνον
                        ξυμφέρει, <lb/>τῇ δὲ ἄλλῃ ταλαιπωρίῃ ἀναγκάζειν χρὴ αὐτῶν τὰ σώματα,
                        <lb/>καὶ τὸν οἶνον ἀκρητεστέρον πινόντων καὶ πλείω, καὶ τοῖσι σιτίοισιν
                        <lb/>ἐλάσσοσι χρέεσθαι ὑπὸ τοῦτον τὸν χρόνον· δῆλον γὰρ δὴ ὅτι ἡ κοιλίη
                        <lb/>ὑπὸ ἀσθενείης καὶ ψυχρότητος οὐ δύναται τὸ πλῆθος τῶν σιτίων
                        <lb/>καταπέσσειν. Ὁκόσους δὲ δίψαι λαμβάνουσι, τουτέοισι τῶν τε σιτίων
                        <lb/>καὶ τῶν ταλαιπωριέων ἀφαιρέειν, καὶ τὸν οἶνον πινόντων ὑδαρέα <lb/>τε
                        καὶ ὅτι ψυχρότατον. Ὁκόσοισι δὲ ὀδύναι γίνονται τῶν σπλάγχνων <lb/>ἢ ἐκ
                        γυμνασίης ἢ ἐξ ἄλλης τινὸς ταλαιπωρίης, τουτέοισι ξυμφέρει <lb/>ἀναπαύεσθαι
                        ἀσίτοισι, πόματι δὲ χρέεσθαι ὅ τι ἐλάχιστον ἐς τὸ <lb/>σῶμα ἐσελθὸν πλεῖστον
                        οὖρον διάξει, ὅπως αἱ φλέβες αἱ διὰ τῶν <lb/>σπλάγχνων πεφυκυῖαι μὴ
                        κατατείνωνται πληρεύμεναι· ἐκ γὰρ τῶν <lb/>τοιουτέων τά τε φύματα γίνονται
                        καὶ οἱ πυρετοί. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ὁκόσοισι δὲ νοῦσοι ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου γίνονται, νάρκη πρῶτον <pb n="86"/>
                        ἴσχει τὴν κεφαλὴν, καὶ οὐρέει θαμινὰ, καὶ τἄλλα πάσχει ὁκόσα <lb/>ἐπὶ
                        στραγγουρίῃ· οὗτος ἐφ’ ἡμέρας ἐννέα τοῦτο πάσχει· καὶ ἢν μὲν <lb/>ῥαγῇ κατὰ
                        τὰς ῥῖνας ἢ κατὰ τὰ ὦτα ὕδωρ ἢ βλέννα, ἀπαλλάσσεται <lb/>τῆς νούσου, καὶ τῆς
                        στραγγουρίης παύεται· οὐρέει δὲ ἀπόνως πουλὺ <lb/>καὶ λευκὸν, ἔστ’ ἂν
                        εἴκοσιν ἡμέρας παρέλθῃ· καὶ ἐκ τῆς κεφαλῆς ἡ <lb/>ὀδύνη ἐκλείπει τῷ ἀνθρώπῳ,
                        ἐσορέοντι δὲ βλάπτεταί οἱ ἡ αὐγή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ἄνδρα δὲ χρὴ, ὅς ἐστι συνετὸς, λογισάμενον ὅτι τοῖσιν ἀνθρώποισι
                        <lb/>πλείστου ἄξιόν ἐστιν ἡ ὑγιείη, ἐπίστασθαι ἐκ τῆς ἑωυτοῦ <lb/>γνώμης ἐν
                        τῇσι νούσοισιν ὠφελέεσθαι. </p></div></div></body></text></TEI>