<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg020.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ.</head><p>1. Τοὺς ἰδιώτας ὧδε χρὴ διαιτᾶσθαι· τοῦ μὲν χειμῶνος ἐσθίειν <lb/>ὡς πλεῖστα,
                        πίνειν δ’ ὡς ἐλάχιστα, εἶναι δὲ τὸ πόμα οἶνον ὡς ἀκρητέστατον, <lb/>τὰ δὲ
                        σιτία ἄρτον καὶ τὰ ὄψα ὀπτὰ πάντα, λαχάνοισι <lb/>δὲ ὡς ἐλαχίστοισι χρέεσθαι
                        κατὰ ταύτην τὴν ὥρην· οὕτω γὰρ ἂν <lb/>μάλιστα τὸ σῶμα ξηρόν τε εἴη καὶ
                        θερμόν. Ὁκόταν δὲ τὸ ἔαρ ἐπιλαμβάνῃ, <lb/>τότε χρὴ πόμα πλέον πίνειν οἶνον
                        ὑδαρέστερον καὶ κατ’ <lb/>ὀλίγον, καὶ τοῖσι σιτίοισι μαλακωτέροισι χρέεσθαι
                        καὶ ἐλάσσοσι, καὶ <lb/>τὸν ἄρτον ἀφαιρέοντα μάζαν προστιθέναι, καὶ τὰ ὄψα
                        κατὰ τὸν αὐτὸν <lb/>λόγον ἀφαιρέειν, καὶ ἐκ τῶν ὀπτῶν πάντα ἑφθὰ ποιέεσθαι,
                        καὶ <lb/>λαχάνοισιν ἤδη χρέεσθαι τοῦ ἦρος ὀλίγοισιν, ὅκως ἐς τὴν θερίην
                        καταστήσεται <lb/>ὥνθρωπος τοῖσί τε σιτίοισι μαλακωτέροισι χρεόμενος
                        <lb/>καὶ τοῖσιν ὄψοισιν ἑφθοῖσι καὶ λαχάνοισιν ἑφθοῖσι καὶ ὠμοῖσιν·
                        <lb/>ὡσαύτως καὶ τοῖσι πόμασιν, ὡς ὑδαρεστάτοισι καὶ πλείστοισιν, ἀλλ’
                        <lb/>ὅκως μὴ μεγάλη ἡ μεταβολὴ ἔσται κατὰ μικρὸν μὴ ἐξαπίνης χρεομένῳ.
                        <lb/>Τοῦ δὲ θέρεος τῇ τε μάζῃ μαλακῇ τρέφεσθαι καὶ τῷ ποτῷ <lb/>ὑδαρέϊ καὶ
                        πολλῷ καὶ τοῖσιν ὄψοισι πᾶσιν ἑφθοῖσιν· δεῖ γὰρ χρέεσθαι <pb n="74"/>
                        τουτέοισιν, ὁκόταν τὸ θέρος ᾖ, ὅκως ψυχρὸν ᾖ τὸ σῶμα καὶ <lb/>μαλακόν· καὶ
                        γὰρ ἡ ὥρη θερμή τε καὶ ξηρὴ, καὶ ποιέει τὰ σώματα <lb/>καυματώδεα καὶ
                        αὐχμηρά· δεῖ οὖν τοῖσιν ἐπιτηδεύμασι τουτέοισιν <lb/>ἀλέξασθαι. Κατὰ δὲ τὸν
                        αὐτὸν λόγον, ὥσπερ ἐκ τοῦ χειμῶνος ἐς τὸ <lb/>ἦρ, οὕτω καὶ ἐκ τοῦ ἦρος ἐς τὸ
                        θέρος καταστήσεται, τῶν μὲν σιτίων <lb/>ἀφαιρέων, τῷ δὲ ποτῷ προστιθείς· καὶ
                        οὕτω τὰ ἐναντία ποιέοντα <lb/>καταστῆσαι ἐκ τοῦ θέρεος ἐς τὸν χειμῶνα. Ἐν δὲ
                        τῷ φθινοπώρῳ <lb/>πάλιν τὰ μὲν σιτία πλέω ποιεύμενον καὶ ξηρότερα καὶ τὰ ὄψα
                        <lb/>κατὰ λόγον, τὰ δὲ ποτὰ ἐλάσσω τε καὶ ἀκρητέστερα, ὅκως ὅ τε <lb/>χειμὼν
                        ἀγαθὸς ἔσται καὶ ὥνθρωπος διαχρήσεται τοῖσί τε πόμασιν <lb/>ἀκρητεστέροισι
                        καὶ ὀλίγοισι καὶ τοῖσι σιτίοισιν ὡς πλείστοισί τε <lb/>καὶ ξηροτάτοισιν·
                        οὕτω γὰρ ἂν καὶ ὑγιαίνοι μάλιστα καὶ ῥιγῴη <lb/>ἤκιστα· ἡ γὰρ ὥρη λίαν ψυχρή
                        τε καὶ ὑγρή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Τοῖσι δὲ εἴδεσι τοῖσι σαρκώδεσι καὶ μαλθακοῖσι καὶ ἐρυθροῖσι <lb/>ξυμφέρει
                        δὴ τὸν πλείονα χρόνον τοῦ ἐνιαυτοῦ ξηροτέροισι <lb/>διαιτήμασι χρέεσθαι·
                        ὑγρὴ γὰρ ἡ φύσις τῶν εἰδέων τουτέων. Τοὺς <lb/>δὲ στρυφνοὺς καὶ
                        προσεσταλμένους καὶ πυῤῥοὺς καὶ μέλανας τῇ <lb/>ὑγροτέρῃ διαίτῃ χρὴ τὸ
                        πλεῖον τοῦ χρόνου ἐνδιαιτᾶσθαι· τὰ γὰρ σώματα <lb/>τοιαῦτα ὑπάρχει ξηρὰ
                        ἐόντα. Καὶ τοῖσι νέοισι τῶν σωμάτων <lb/>ξυμφέρει μαλακωτέροισί τε καὶ
                        ὑγροτέροισι χρέεσθαι τοῖσι διαιτήμασιν· <lb/>ἡ γὰρ ἡλικίη ξηρὴ, καὶ τὰ
                        σώματα πέπηγεν. Τοὺς δὲ πρεσβυτέρους <lb/>τῷ ξηροτέρῳ χρὴ τρόπῳ τὸ πλέον τοῦ
                        χρόνου διάγειν· τὰ <pb n="76"/> γὰρ σώματα ἐν ταύτῃ τῇ ἡλικίῃ ὑγρὰ καὶ
                        μαλθακὰ καὶ ψυχρά. Δεῖ <lb/>οὖν πρὸς τὴν ἡλικίην καὶ τὴν ὥρην καὶ τὸ ἔθος
                        καὶ τὴν χώρην <lb/>καὶ τὰ εἴδεα τὰ διαιτήματα ποιέεσθαι ἐναντιούμενον τοῖσι
                        καθισταμένοισι <lb/>καὶ θάλπεσι καὶ χειμῶσιν· οὕτω γὰρ ἂν μάλιστα
                        ὑγιαίνοιεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Καὶ ὁδοιπορέειν τοῦ μὲν χειμῶνος ταχέως χρὴ, τοῦ δὲ θέρεος <lb/>ἡσυχῆ, ἢν
                        μὴ διὰ καύματος ὁδοιπορέῃ· δεῖ δὲ καὶ τοὺς μὲν σαρκώδεας <lb/>θᾶσσον
                        ὁδοιπορέειν, τοὺς δὲ ἰσχνοὺς ἡσυχέστερον. Λουτροῖσι δὲ <lb/>χρὴ πολλοῖσι
                        χρέεσθαι τοῦ θέρεος, τοῦ δὲ χειμῶνος ἐλάσσοσι, χρὴ <lb/>δὲ τοὺς στρυφνοὺς
                        μᾶλλον λούεσθαι τῶν σαρκωδέων. Ἠμφιέσθαι δὲ <lb/>χρὴ τοῦ μὲν χειμῶνος καθαρὰ
                        ἱμάτια, τοῦ δὲ θέρεος ἐλαιοπινέα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Τοὺς δὲ παχέας χρὴ καὶ ὅσοι βούλονται λεπτοὶ γενέσθαι, τὰς
                        <lb/>ταλαιπωρίας ἁπάσας νήστιας ἐόντας ποιέεσθαι, καὶ τοῖσι σιτίοισιν
                        <lb/>ἐπιχειρέειν ἔτι ἀσθμαίνοντας ἐκ τοῦ κόπου καὶ μὴ ἀνεψυγμένους καὶ
                        <lb/>προπεπωκότας οἶνον κεκρημένον καὶ μὴ σφόδρα ψυχρὸν, καὶ τὰ ὄψα
                        <lb/>σκευάζειν σησάμοισιν ἢ ἡδύσμασι καὶ τοῖσιν ἄλλοισι τοῖσι
                        τοιουτοτρόποισιν· <lb/>καὶ πίονα ἔστω τὰ προσαγόμενα ὄψα, οὕτω γὰρ ἂν ἀπὸ
                        <lb/>ἐλαχίστων ἐμπιπλαῖντο· ἀλλὰ καὶ μονοσιτέειν καὶ ἀλουτέειν καὶ
                        <lb/>σκληροκοιτέειν καὶ γυμνὸν περιπατέειν ὅσον οἷόν τε μάλιστ’ ἂν ᾖ.
                        <lb/>Ὁκόσοι δὲ βούλονται λεπτοὶ ἐόντες παχέες γενέσθαι, τά τε ἄλλα <pb n="78"/> ποιέειν τἀναντία κείνοισιν οἷσιν ἔφην, καὶ νήστιας μηδεμίην
                        ταλαιπωρίην ποιέεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Τοῖσι δὲ ἐμέτοισι χρὴ καὶ τοῖσι κατακλύσμασι τοῖσι τῆς κοιλίης <lb/>ὧδε
                        χρέεσθαι· ἓξ μῆνας τοὺς χειμερινοὺς ἐμέειν, οὗτος γὰρ <lb/>ὁ χρόνος
                        φλεγματωδέστερος τοῦ θερινοῦ, καὶ τὰ νουσήματα γίνεται <lb/>περὶ τὴν κεφαλὴν
                        καὶ περὶ τὸ χωρίον τὸ ὑπὲρ τῶν φρενῶν· <lb/>ὅταν δὲ ᾖ θάλπος, τοῖσι
                        κατακλύσμασι χρέεσθαι, ἡ γὰρ ὥρη <lb/>καυματώδης, καὶ τὸ σῶμα χολωδέστερόν
                        ἐστι, καὶ βαρύτητες <lb/>ἐν τῇ ὀσφύϊ καὶ ἐν τοῖσι γούνασι, καὶ θέρμαι
                        γίνονται, καὶ ἐν τῇ <lb/>γαστρὶ στρόφοι· δεῖ οὖν τὸ σῶμα ψύχειν καὶ τὰ
                        μετεωριζόμενα κάτω <lb/>ὑπάγειν ἐκ τῶν χωρίων τουτέων. Ἔστω δὲ τὰ
                        κατακλύσματα τοῖσι <lb/>μὲν παχυτέροισι καὶ ὑγροτέροισιν ἁλμυρώτερα καὶ
                        λεπτότερα, τοῖσι <lb/>δὲ ξηροτέροισι καὶ προσεσταλμένοισι καὶ ἀσθενεστέροισι
                        λιπαρώτερα <lb/>καὶ παχύτερα· ἔστι δὲ τῶν κατακλυσμάτων τὰ λιπαρὰ καὶ παχέα
                        <lb/>τὰ ἀπὸ τῶν γαλάκτων καὶ ἀπὸ ἐρεβίνθων ὕδωρ ἑφθὸν καὶ τῶν <lb/>ἄλλων
                        τοιουτέων· τὰ δὲ λεπτὰ καὶ ἁλμυρὰ, ἅλμη καὶ θάλασσα καὶ <lb/>τὰ τοιαῦτα.
                        Τοὺς δὲ ἐμέτους ὧδε χρὴ ποιέεσθαι· ὅσοι μὲν τῶν ἀνθρώπων <lb/>παχέες εἰσὶ
                        καὶ μὴ ἰσχνοὶ, νήστιες ἐμούντων δραμόντες ἢ <lb/>ὁδοιπορήσαντες διὰ τάχεος
                        κατὰ μέσον τῆς ἡμέρης· ἔστω δὲ ἡμικοτύλιον <lb/>ὑσσώπου τετριμμένης ἐν
                        ὕδατος χοέϊ, καὶ τοῦτο ἐκπιέτω, <lb/>ὄξος παραχέων καὶ ἅλας παραβάλλων, ὅκως
                        ἂν μέλλῃ ἥδιστον ἔσεσθαι, <pb n="80"/> πινέτω δὲ τὸ μὲν πρῶτον ἡσυχέστερον,
                        ἔπειτα δ’ ἐπὶ θᾶσσον. <lb/>Οἱ δὲ λεπτότεροι καὶ ἀσθενέστεροι ἀπὸ σιτίων
                        ποιεέσθωσαν τὸν ἔμετον <lb/>τρόπον τοιόνδε· λουσάμενος θερμῷ προπιέτω
                        ἀκρήτου κοτύλην, <lb/>ἔπειτα σιτία παντοδαπὰ ἐσθιέτω, καὶ μὴ πινέτω ἐπὶ τῷ
                        σιτίῳ μηδ’ <lb/>ἀπὸ τοῦ σιτίου, ἀλλ’ ἐπισχέτω ὅσον δέκα στάδια διελθεῖν,
                        ἔπειτα <lb/>δὲ ξυμμίξας οἴνους τρεῖς πίνειν διδόναι αὐστηρὸν καὶ γλυκὺν καὶ
                        <lb/>ὀξὺν, πρῶτον μὲν ἀκρητέστερόν τε καὶ κατ’ ὀλίγον καὶ διὰ πολλοῦ
                        <lb/>χρόνον, ἔπειτα δὲ ὑδαρέστερόν τε καὶ θᾶσσον καὶ κατὰ πολλόν. <lb/>Ὅστις
                        δὲ εἴωθε τοῦ μηνὸς δὶς ἐξεμέειν, ἄμεινον ἐφεξῆς ποιέεσθαι <lb/>τοὺς ἐμέτους
                        ἐν δυσὶν ἡμέρῃσι μᾶλλον, ἢ διὰ πεντεκαίδεκα· οἱ δὲ <lb/>πᾶν τοὐναντίον
                        ποιέουσιν. Ὁκόσοισι δὲ ἐπιτήδειον ἀνεμέειν τὰ σιτία, <lb/>ἢ ὁκόσοισιν αἱ
                        κοιλίαι οὐκ εὐδιέξοδοι, τουτέοισι πᾶσι ξυμφέρει <lb/>πολλάκις τῆς ἡμέρης
                        ἐσθίειν, καὶ παντοδαποῖσι βρώμασι χρέεσθαι <lb/>καὶ ὄψοισι πάντας τρόπους
                        ἐσκευασμένοισι, καὶ οἴνους πίνειν δισσοὺς <lb/>καὶ τρισσούς· ὁκόσοι δὲ μὴ
                        ἀνεμέουσι τὰ σιτία, ἢ καὶ κοιλίας ἔχουσιν <lb/>ὑγρὰς, τουτέοισι πᾶσι
                        τοὐναντίον τουτέου τοῦ τρόπου ξυμφέρει ποιέειν. </p></div></div></body></text></TEI>