<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg019.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Οἱ δὲ λέγοντες ὡς ἕν ἐστιν ὥνθρωπος, δοκέουσί μοι ταύτῃ τῇ <lb/>γνώμῃ
                        κεχρῆσθαι· ὁρέοντες τοὺς πίνοντας τὰ φάρμακα καὶ ἀπολλυμένους <lb/>ἐν τῇσιν
                        ὑπερκαθάρσεσι, τοὺς μὲν χολὴν ἐμέοντας, τοὺς δέ <lb/>τινας φλέγμα, τοῦτο
                        ἕκαστον αὐτέων ἐνόμισαν εἶναι τὸν ἄνθρωπον, <lb/>ὅ τι καθαιρόμενον εἶδον
                        αὐτὸν ἀποθανόντα· καὶ οἱ τὸ αἷμα φάντες <lb/>εἶναι τὸν ἄνθρωπον τῇ αὐτέῃ
                        γνώμῃ χρέονται· ὁρέοντες ἀποσφαζομένους <lb/>τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸ αἷμα ῥέον
                        ἐκ τοῦ σώματος, τοῦτο νομίζουσιν <lb/>εἶναι τὴν ψυχὴν τῷ ἀνθρώπῳ· καὶ
                        μαρτυρίοισι τουτέοισι <lb/>πάντες χρέονται ἐν τοῖσι λόγοισιν. Καίτοι τὸ μὲν
                        πρῶτον ἐν τῇσιν <lb/>ὑπερκαθάρσεσιν οὐδείς πω ἀπέθανε χολὴν μοῦνον
                        καθαρθείς· ἀλλ’ <lb/>ὁκόταν τις πίῃ φάρμακον ὅ τι χολὴν ἐμέει, <lb/>ἔπειτα
                        δὲ φλέγμα· ἔπειτα δὲ ἐπὶ τούτοισιν ἐμέουσί χολὴν μέλαιναν
                        <lb/>ἀναγκαζόμενοι, τελευτῶντες δὲ καὶ αἷμα ἐμέουσι καθαρόν. Τὰ <lb/>αὐτὰ δὲ
                        πάσχουσι καὶ ὑπὸ τῶν φαρμάκων τῶν τὸ φλέγμα ἀγόντων· <lb/>πρῶτον μὲν γὰρ
                        φλέγμα ἐμέουσιν, ἔπειτα χολὴν ξανθὴν, ἔπειτα μέλαιναν, <lb/>τελευτῶντες δὲ
                        αἷμα καθαρὸν, καὶ ἐν τῷδε ἀποθνήσκουσιν. Τὸ <lb/>γὰρ φάρμακον, ὁκόταν ἐσέλθῃ
                        ἐς τὸ σῶμα, πρῶτον μὲν ἄγει ὃ ἂν αὐτέῳ <lb/>κατὰ φύσιν μάλιστα ᾖ τῶν ἐν τῷ
                        σώματι ἐνεόντων, ἔπειτα δὲ <lb/>καὶ τἄλλα ἕλκει τε καὶ καθαίρει. Ὡς γὰρ τὰ
                        φυόμενά τε καὶ σπειρόμενα, <lb/>ὁκόταν ἐς τὴν γῆν ἔλθῃ, ἕλκει ἕκαστον τὸ
                        κατὰ φύσιν αὐτῷ <lb/>ἐνεὸν ἐν τῇ γῇ, ἔνι δὲ καὶ ὀξὺ καὶ πικρὸν καὶ γλυκὺ καὶ
                        ἁλμυρὸν <pb n="46"/> καὶ παντοῖον· πρῶτον μὲν οὖν πλεῖστον τουτέου εἵλκυσεν
                        ἐς ἑωυτὸ, ὁ <lb/>τι ἂν ᾖ αὐτῷ κατὰ φύσιν μάλιστα, ἔπειτα δὲ ἕλκει καὶ τἄλλα·
                        τοιοῦτον <lb/>δέ τι καὶ τὰ φάρμακα ποιέει ἐν τῷ σώματι· ὁκόσα ἂν χολὴν ἄγῃ,
                        <lb/>πρῶτον μὲν ἀκρητεστάτην ἐκάθηρε τὴν χολὴν, ἔπειτα δὲ μεμιγμένην·
                        <lb/>καὶ πάλιν τὰ τοῦ φλέγματος φάρμακα πρῶτον μὲν ἀκρητέστατον <lb/>τὸ
                        φλέγμα ἄγει, ἔπειτα δὲ μεμιγμένον· καὶ τοῖσιν ἀποσφαζομένοισι <lb/>πρῶτον
                        μὲν τὸ αἷμα ῥέει θερμότατόν τε καὶ ἐρυθρότατον, ἔπειτα <lb/>δὲ ῥέει
                        φλεγματωδέστερον καὶ χολωδέστερον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Αὔξεται δὲ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τὸ μὲν φλέγμα τοῦ χειμῶνος· <lb/>τοῦτο γὰρ τῷ
                        χειμῶνι κατὰ φύσιν ἐστὶ μάλιστα τῶν ἐν τῷ σώματι <lb/>ἐνεόντων, ψυχρότατον
                        γάρ ἐστιν. Τεκμήριον δὲ τουτέου, ὅτι τὸ μὲν <lb/>φλέγμα ψυχρότατον, εἰ
                        ἐθέλεις ψαῦσαι φλέγματος καὶ χολῆς καὶ αἵματος, <lb/>τὸ φλέγμα εὑρήσεις
                        ψυχρότατον ἐόν· καίτοι γλισχρότατόν ἐστι <lb/>καὶ βίῃ μάλιστα ἄγεται μετὰ
                        χολὴν μέλαιναν· ὁκόσα δὲ βίῃ ἔρχεται, <lb/>θερμότερα γίνεται, ἀναγκαζόμενα
                        ὑπὸ τῆς βίης· ἀλλ’ ὅμως <lb/>καὶ πρὸς πάντα ταῦτα ψυχρότατον ἐὸν τὸ φλέγμα
                        φαίνεται ὑπὸ <lb/>τῆς φύσιος τῆς ἑωυτοῦ. Ὅτι δὲ ὁ χειμὼν πληροῖ τὸ σῶμα
                        φλέγματος, <lb/>γνοίης ἂν τοῖσδε· οἱ ἄνθρωποι πτύουσί τε καὶ ἀπομύσσονται
                        φλεγματωδέστατον <lb/>τοῦ χειμῶνος, καὶ τὰ οἰδήματα αὐτέοισι λευκὰ γίνεται
                        <lb/>μάλιστα ταύτην τὴν ὥρην, καὶ τἄλλα νοσήματα φλεγματώδεα. Τοῦ <lb/>δὲ
                        ἦρος τὸ φλέγμα ἔτι μένει ἰσχυρὸν ἐν τῷ σώματι, καὶ τὸ αἷμα αὔξεται· <lb/>τά
                        τε γὰρ ψύχεα ἐξανίει, καὶ τὰ ὕδατα ἐπιγίνεται, τὸ δὲ αἷμα <pb n="48"/> κατὰ
                        ταῦτα αὔξεται ὑπό τε τῶν ὄμβρων καὶ τῶν θερμημεριῶν· <lb/>κατὰ φύσιν γὰρ
                        αὐτέῳ ταῦτά ἐστι μάλιστα τοῦ ἐνιαυτοῦ· ὑγρόν τε <lb/>γάρ ἐστι καὶ θερμόν.
                        Γνοίης δ’ ἂν τοῖσδε· οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἦρος καὶ <lb/>τοῦ θέρεος μάλιστα ὑπό τε
                        τῶν δυσεντεριῶν ἁλίσκονται, καὶ ἐκ <lb/>τῶν ῥινέων τὸ αἷμα ῥεῖ αὐτέοισι, καὶ
                        θερμότατοί εἰσι καὶ ἐρυθροί· <lb/>τοῦ δὲ θέρεος τό τε αἷμα ἰσχύει ἔτι, καὶ ἡ
                        χολὴ ἀείρεται ἐν τῷ <lb/>σώματι καὶ παρατείνει ἐς τὸ φθινόπωρον· ἐν δὲ τῷ
                        φθινοπώρῳ τὸ <lb/>μὲν αἷμα ὀλίγον γίνεται, ἐναντίον γὰρ αὐτέου τὸ φθινόπωρον
                        τῇ φύσει <lb/>ἐστίν· ἡ δὲ χολὴ τὴν θερίην κατέχει τὸ σῶμα καὶ τὸ φθινόπωρον.
                        <lb/>Γνοίης δ’ ἂν τοῖσδε· οἱ ἄνθρωποι αὐτόματοι ταύτην τὴν ὥρην χολὴν
                        <lb/>ἐμέουσι, καὶ ἐν τῇσι φαρμακοποσίῃσι χολωδέστατα καθαίρονται, <lb/>δῆλον
                        δὲ καὶ τοῖσι πυρετοῖσι καὶ τοῖσι χρώμασι τῶν ἀνθρώπων. Τὸ <lb/>δὲ φλέγμα τῆς
                        θερίης ἀσθενέστατόν ἐστιν αὐτὸ ἑωυτοῦ· ἐναντίη γὰρ <lb/>αὐτέου τῇ φύσει
                        ἐστὶν ἡ ὥρη, ξηρή τε γάρ ἐστι καὶ θερμή. Τὸ δὲ <lb/>αἷμα τοῦ φθινοπώρου
                        ἐλάχιστον γίνεται ἐν τῷ ἀνθρώπῳ, ξηρόν τε γάρ <lb/>ἐστι τὸ φθινόπωρον καὶ
                        ψύχειν ἤδη ἄρχεται τὸν ἄνθρωπον· ἡ δὲ μέλαινα <lb/>χολὴ τοῦ φθινοπώρου
                        πλείστη τε καὶ ἰσχυροτάτη ἐστίν. Ὁκόταν <lb/>δὲ ὁ χειμὼν καταλαμβάνῃ, ἥ τε
                        χολὴ ψυχομένη ὀλίγη γίνεται, <lb/>καὶ τὸ φλέγμα αὔξεται πάλιν ὑπό τε τῶν
                        ὑετῶν τοῦ πλήθεος καὶ <lb/>τῶν νυκτῶν τοῦ μήκεος. Ἔχει μὲν οὖν ταῦτα πάντα
                        αἰεὶ τὸ σῶμα <lb/>τοῦ ἀνθρώπου, ὑπὸ δὲ τῆς περιισταμένης ὥρης ποτὲ μὲν πλείω
                        <lb/>γίνεται αὐτὰ ἑωυτέων, ποτὲ δὲ ἐλάσσω, ἕκαστα κατὰ μέρος καὶ κατὰ
                        <lb/>φύσιν. Ὡς γὰρ ὁ ἐνιαυτὸς μετέχει μὲν πᾶς πάντων καὶ τῶν θερμῶν <lb/>καὶ
                        τῶν ψυχρῶν καὶ τῶν ξηρῶν καὶ τῶν ὑγρῶν, οὐ γὰρ ἂν <pb n="50"/> μείνειε
                        τουτέων οὐδὲν οὐδένα χρόνον ἄνευ πάντων τῶν ἐνεόντων <lb/>ἐν τῷδε τῷ κόσμῳ,
                        ἀλλ’ εἰ ἕν τί γε ἐκλίποι, πάντ’ ἂν ἀφανισθείη· <lb/>ἀπὸ γὰρ τῆς αὐτέης
                        ἀνάγκης πάντα ξυνέστηκέ τε καὶ τρέφεται <lb/>ὑπ’ ἀλλήλων· οὕτω δὲ καὶ εἴ τι
                        ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκλίποι τουτέων <lb/>τῶν ξυγγεγονότων, οὐκ ἂν δύναιτο ζῇν
                        ὥνθρωπος. Ἰσχύει δὲ ἐν τῷ <lb/>ἐνιαυτῷ τοτὲ μὲν ὁ χειμὼν μάλιστα, τοτὲ δὲ τὸ
                        ἦρ, τοτὲ δὲ τὸ θέρος, <lb/>τοτὲ δὲ τὸ φθινόπωρον· οὕτω δὲ καὶ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ
                        τοτὲ μὲν τὸ <lb/>φλέγμα ἰσχύει, τοτὲ δὲ τὸ αἷμα, τοτὲ δὲ ἡ χολὴ, πρῶτον μὲν
                        ἡ <lb/>ξανθὴ, ἔπειτα δ’ ἡ μέλαινα καλεομένη. Μαρτύριον δὲ σαφέστατον, εἰ
                        <lb/>ἐθέλεις τῷ αὐτέῳ ἀνθρώπῳ δοῦναι τὸ αὐτὸ φάρμακον τετράκις τοῦ
                        <lb/>ἐνιαυτοῦ, ἐμέεταί σοι τοῦ μὲν χειμῶνος φλεγματωδέστατα, τοῦ δὲ
                        <lb/>ἦρος ὑγρότατα, τοῦ δὲ θέρεος χολωδέστατα, τοῦ δὲ φθινοπώρου μελάντατα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ὀφείλει οὖν, τουτέων ὧδε ἐχόντων, ὁκόσα μὲν τῶν νουσημάτων <lb/>χειμῶνος
                        αὔξεται, θέρεος λήγειν, ὁκόσα δὲ θέρεος αὔξεται, χειμῶνος <lb/>λήγειν, ὁκόσα
                        μὴ αὐτέων ἐν περιόδῳ ἡμερέων ἀπαλλάσσεται· <lb/>τὴν δὲ περίοδον αὖθις φράσω
                        τὴν τῶν ἡμερέων. Ὁκόσα δὲ ἦρος γίνεται <lb/>νουσήματα, προσδέχεσθαι χρὴ
                        φθινοπώρου τὴν ἀπάλλαξιν ἔσεσθαι <lb/>αὐτέων· ὁκόσα δὲ φθινοπωρινὰ
                        νουσήματα, τουτέων τοῦ ἦρος ἀνάγκη <lb/>τὴν ἀπάλλαξιν γενέσθαι· ὅ τι δ’ ἂν
                        τὰς ὥρας ταύτας ὑπερβάλλῃ νούσημα, <pb n="52"/> εἰδέναι χρὴ ὡς ἐνιαύσιον
                        αὐτὸ ἐσόμενον. Καὶ τὸν ἰητρὸν οὕτω <lb/>χρὴ ἰῆσθαι τὰ νουσήματα ὡς ἑκάστου
                        τουτέων ἰσχύοντος ἐν τῷ <lb/>σώματι κατὰ τὴν ὥρην τὴν αὐτῷ κατὰ φύσιν ἐοῦσαν
                        μάλιστα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Εἰδέναι δὲ χρὴ καὶ τάδε πρὸς ἐκείνοισιν, ὅτι ὁκόσα πλησμονὴ <lb/>τίκτει
                        νουσήματα, κένωσις ἰῆται, ὁκόσα δὲ ἀπὸ κενώσιος γίνεται <lb/>νουσήματα,
                        πλησμονὴ ἰῆται, ὁκόσα δὲ ἀπὸ ταλαιπωρίης γίνεται, <lb/>ἀνάπαυσις ἰῆται,
                        ὁκόσα δ’ ὑπ’ ἀργίης τίκτεται, ταλαιπωρίη ἰῆται. <lb/>Τὸ δὲ ξύμπαν γνῶναι,
                        δεῖ τὸν ἰητρὸν ἐναντίον ἵστασθαι τοῖσι καθεστεῶσι <lb/>καὶ νουσήμασι καὶ
                        εἴδεσι καὶ ὥρῃσι καὶ ἡλικίῃσι, καὶ τὰ <lb/>ξυντείνοντα λύειν, καὶ τὰ
                        λελυμένα ξυντείνειν· οὕτω γὰρ ἂν μάλιστα <lb/>τὸ κάμνον ἀναπαύοιτο, ἥ τε
                        ἴησις τοῦτό μοι δοκέει εἶναι. Αἱ δὲ <lb/>νοῦσοι γίνονται, αἱ μὲν ἀπὸ τῶν
                        διαιτημάτων, αἱ δὲ ἀπὸ τοῦ πνεύματος, <lb/>ὃ ἐσαγόμενοι ζῶμεν. Τὴν δὲ
                        διάγνωσιν χρὴ ἑκατέρου ὧδε ποιέεσθαι· <lb/>ὁκόταν μὲν ὑπὸ νουσήματος ἑνὸς
                        πολλοὶ ἄνθρωποι ἁλίσκωνται <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον, τὴν αἰτίην χρὴ
                        ἀνατιθέναι τουτέῳ ὅ τι κοινότατόν <lb/>ἐστι καὶ μάλιστα αὐτέῳ πάντες
                        χρεώμεθα· ἔστι δὲ τοῦτο ὃ <lb/>ἀναπνέομεν. Φανερὸν γὰρ δὴ ὅτι τά γε
                        διαιτήματα ἑκάστου ἡμέων <lb/>οὐκ αἴτιά ἐστιν, ὅτε ἅπτεται πάντων ἡ νοῦσος
                        ἑξῆς καὶ τῶν νεωτέρων <pb n="54"/> καὶ τῶν πρεσβυτέρων, καὶ γυναικῶν καὶ
                        ἀνδρῶν ὁμοίως, καὶ τῶν <lb/>θωρησσομένων καὶ τῶν ὑδροποτεόντων, καὶ τῶν
                        μάζαν ἐσθιόντων καὶ <lb/>τῶν ἄρτον σιτευμένων, καὶ τῶν πολλὰ ταλαιπωρεόντων
                        καὶ τῶν <lb/>ὀλίγα· οὐκ ἂν οὖν τά γε διαιτήματα αἴτια εἴη, ὁκόταν
                        διαιτεύμενοι <lb/>πάντας τρόπους οἱ ἄνθρωποι ἁλίσκωνται ὑπὸ τῆς αὐτέης
                        νούσου. <lb/>Ὁκόταν δὲ αἱ νοῦσοι γίνωνται παντοδαπαὶ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον,
                        <lb/>δῆλον ὅτι τὰ διαιτήματά ἐστιν αἴτια ἕκαστα ἑκάστοισι, καὶ τὴν
                        <lb/>θεραπείην χρὴ ποιέεσθαι ἐναντιούμενον τῇ προφάσει τῆς νούσου, ὥσπερ
                        <lb/>μοι πέφρασται καὶ ἑτέρωθι, καὶ τῇ τῶν διαιτημάτων μεταβολῇ. <lb/>Δῆλον
                        γὰρ ὅτι οἷσί γε χρέεσθαι εἴωθεν ὥνθρωπος διαιτήμασιν, οὐκ <lb/>ἐπιτήδειά οἵ
                        ἐστιν ἢ πάντα, ἢ τὰ πλείω, ἢ ἕν γέ τι αὐτέων· ἃ δεῖ <lb/>καταμαθόντα
                        μεταβάλλειν, καὶ σκεψάμενον τοῦ ἀνθρώπου τὴν φύσιν <lb/>τήν τε ἡλικίην καὶ
                        τὸ εἶδος καὶ τὴν ὥρην τοῦ ἔτεος καὶ τῆς νούσου <lb/>τὸν τρόπον, τὴν
                        θεραπείην ποιέεσθαι, ποτὲ μὲν ἀφαιρέοντα, ποτὲ <lb/>δὲ προστιθέντα, ὥσπερ
                        μοι καὶ πάλαι εἴρηται, πρὸς ἕκαστα τῶν ἡλικιέων <lb/>καὶ τῶν ὡρέων καὶ τῶν
                        εἰδέων καὶ τῶν νούσων ἔν τε τῇσι φαρμακείῃσι <lb/>προτρέπεσθαι καὶ ἐν τοῖσι
                        διαιτήμασιν. Ὁκόταν δὲ νουσήματος <lb/>ἑνὸς ἐπιδημίη καθεστήκῃ, δῆλον ὅτι οὐ
                        τὰ διαιτήματα αἴτιά <lb/>ἐστιν, ἀλλ’ ὃ ἀναπνέομεν, τοῦτο αἴτιόν ἐστι, καὶ
                        δῆλον ὅτι τοῦτο <lb/>νοσηρήν τινα ἀπόκρισιν ἔχον ἀνίει. Τοῦτον οὖν χρὴ τὸν
                        χρόνον τὰς <pb n="56"/> παραινέσιας ποιέεσθαι τοῖσιν ἀνθρώποισι τοιάσδε· τὰ
                        μὲν διαιτήματα <lb/>μὴ μεταβάλλειν, ὅτι γε οὐκ αἴτιά ἐστι τῆς νούσου, τὸ δὲ
                        σῶμα <lb/>ὁρῆν, ὅκως ἔσται ὡς ἀογκότατον καὶ ἀσθενέστατον, τῶν τε σιτίων
                        <lb/>ἀφαιρέοντα καὶ τῶν ποτῶν, οἷσιν εἰώθει χρέεσθαι, κατ’ ὀλίγον (ἢν γὰρ
                        <lb/>μεταβάλλῃ ταχέως τὴν δίαιταν, κίνδυνος καὶ ἀπὸ τῆς μεταβολῆς νεώτερόν
                        <lb/>τι γενέσθαι ἐν τῷ σώματι, ἀλλὰ χρὴ τοῖσι μὲν διαιτήμασιν <lb/>οὕτω
                        χρέεσθαι, ὅτε γε φαίνεται μηδὲν ἀδικέοντα τὸν ἄνθρωπον)· <lb/>τοῦ δὲ
                        πνεύματος ὅκως ἡ ῥύσις ὡς ἐλαχίστη ἐς τὸ στόμα ἐσίῃ καὶ <lb/>ὡς ξενωτάτη
                        ἔσται, προμηθέεσθαι, τῶν τε χωρίων τοὺς τόπους μεταβάλλοντα <lb/>ἐς δύναμιν,
                        ἐν οἷσιν ἂν ἡ νοῦσος καθεστήκῃ, καὶ τὰ σώματα <lb/>λεπτύνοντα· οὕτω γὰρ ἂν
                        ἥκιστα πολλοῦ τε καὶ πυκνοῦ πνεύματος <lb/>χρῄζοιεν οἱ ἄνθρωποι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ὁκόσα δὲ τῶν νουσημάτων γίνεται ἀπὸ τοῦ σώματος τῶν μελέων <lb/>τοῦ
                        ἰσχυροτάτου, ταῦτα δεινότατά ἐστιν· καὶ γὰρ ἢν αὐτοῦ <lb/>μένῃ ἔνθα ἂν
                        ἄρξηται, ἀνάγκη, τοῦ ἰσχυροτάτου τῶν μελέων πονεομένου, <lb/>ἅπαν τὸ σῶμα
                        πονέεσθαι· καὶ ἢν ἐπί τι τῶν ἀσθενεστέρων <lb/>ἀφίκηται ἀπὸ τοῦ ἰσχυροτέρου,
                        χαλεπαὶ αἱ ἀπολύσιες γίνονται. <lb/>Ὁκόσα δ’ ἂν ἀπὸ τῶν ἀσθενεστέρων ἐπὶ τὰ
                        ἰσχυρότερα ἔλθῃ, εὐλυτώτερά <lb/>ἐστιν, ὑπὸ γὰρ τῆς ἰσχύος ἀναλώσεται
                        ῥηϊδίως τὰ ἐπιῤῥέοντα. </p></div></div></body></text></TEI>