<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg019.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Αἱ παχύταται δὲ τῶν φλεβῶν ὧδε πεφύκασιν· τέσσαρα ζεύγεά <lb/>ἐστιν ἐν τῷ
                        σώματι, καὶ ἓν μὲν αὐτέων ἀπὸ τῆς κεφαλῆς <lb/>ὄπισθεν διὰ τοῦ αὐχένος,
                        ἔξωθεν ἐπὶ τὴν ῥάχιν ἔνθεν τε καὶ ἔνθεν <lb/>παρὰ τὰ ἰσχία ἀφικνέεται καὶ ἐς
                        τὰ σκέλεα, ἔπειτα διὰ τῶν κνημέων <lb/>ἐπὶ τῶν σφυρῶν τὰ ἔξω καὶ ἐς τοὺς
                        πόδας διήκει. Δεῖ οὖν τὰς <lb/>φλεβοτομίας τὰς ἐπὶ τῶν ἀλγημάτων τῶν ἐν τῷ
                        νώτῳ καὶ τοῖσιν <lb/>ἰσχίοισιν ἀπὸ τῶν ἰγνύων ποιέεσθαι καὶ ἀπὸ τῶν σφυρῶν
                        ἔξωθεν. Αἱ <lb/>δ’ ἕτεραι φλέβες ἐκ τῆς κεφαλῆς παρὰ τὰ οὔατα διὰ τοῦ
                        αὐχένος, αἱ <lb/>σφαγίτιδες καλεόμεναι, ἔσωθεν παρὰ τὴν ῥάχιν ἑκατέρωθεν
                        φέρουσι <lb/>παρὰ τὰς ψόας ἐς τοὺς ὄρχιας καὶ ἐς τοὺς μηροὺς, καὶ διὰ τῶν
                        <lb/>ἰγνύων ἐκ τοῦ ἔσωθεν μέρεος, ἔπειτα διὰ τῶν κνημέων παρὰ τὰ <lb/>σφυρὰ
                        τὰ ἔσωθεν καὶ ἐς τοὺς πόδας. Δεῖ οὖν τὰς φλεβοτομίας πρὸς τὰς <lb/>ὀδύνας
                        ποιέεσθαι τὰς ἀπὸ τῶν ψοῶν καὶ τῶν ὀρχίων, ἀπὸ τῶν ἰγνύων <lb/>καὶ ἀπὸ τῶν
                        σφυρῶν ἔσωθεν. Αἱ δὲ τρίται φλέβες ἐκ τῶν κροτάφων <lb/>διὰ τοῦ αὐχένος ὑπὸ
                        τὰς ὠμοπλάτας, ἔπειτα ξυμφέρονται ἐς τὸν <lb/>πλεύμονα καὶ ἀφικνέονται ἡ μὲν
                        ἀπὸ τῶν δεξιῶν ἐς τὰ ἀριστερὰ, ἡ <lb/>δὲ ἀπὸ τῶν ἀριστερῶν ἐς τὰ δεξιὰ, καὶ
                        ἡ μὲν δεξιὴ ἀφικνέεται ἐκ <lb/>τοῦ πλεύμονος ὑπὸ τὸν μαζὸν καὶ ἐς τὸν σπλῆνα
                        καὶ ἐς τὸν νεφρὸν, ἡ <lb/>δὲ ἀπὸ τῶν ἀριστερῶν ἐς τὰ δεξιὰ ἐκ τοῦ πλεύμονος
                        ὑπὸ τὸν <lb/>μαζὸν καὶ ἐς τὸ ἧπαρ καὶ ἐς τὸν νεφρὸν, τελευτῶσι δὲ ἐς τὸν
                        ἀρχὸν <pb n="60"/> αὗται ἑκάτεραι. Αἱ δὲ τέταρται ἀπὸ τοῦ ἔμπροσθεν τῆς
                        κεφαλῆς <lb/>καὶ τῶν ὀφθαλμῶν ὑπὸ τὸν αὐχένα καὶ τὰς κληῗδας, ἔπειτα δὲ
                        <lb/>ὑπὲρ τῶν βραχιόνων ἄνωθεν ἐς τὰς ξυγκαμπὰς, ἔπειτα δὲ διὰ τῶν
                        <lb/>πήχεων ἐπὶ τοὺς καρποὺς καὶ τοὺς δακτύλους, ἔπειτα ἀπὸ τῶν δακτύλων
                        <lb/>πάλιν διὰ τῶν στηθέων τῶν χειρῶν καὶ τῶν πήχεων ἄνω ἐς <lb/>τὰς
                        ξυγκαμπὰς, καὶ διὰ τῶν βραχιόνων τοῦ κάτωθεν μέρεος ἐς τὰς <lb/>μασχάλας,
                        καὶ ἀπὸ τῶν πλευρέων ἄνωθεν ἡ μὲν ἐς τὸν σπλῆνα <lb/>ἀφικνέεται, ἡ δὲ ἐς τὸ
                        ἧπαρ, ἔπειτα ὑπὲρ τῆς γαστρὸς ἐς τὸ αἰδοῖον <lb/>τελευτῶσιν ἀμφότεραι. Καὶ
                        αἱ μὲν παχέαι τῶν φλεβῶν ὧδε <lb/>ἔχουσιν. Εἰσὶ δὲ καὶ ἀπὸ τῆς κοιλίης
                        φλέβες ἀνὰ τὸ σῶμα πάμπολλαί <lb/>τε καὶ παντοῖαι, καὶ δι’ ὧν ἡ τροφὴ τῷ
                        σώματι ἔρχεται. Φέρουσι <lb/>δὲ καὶ ἀπὸ τῶν παχεῶν φλεβῶν ἐς τὴν κοιλίην καὶ
                        ἐς τὸ ἄλλο σῶμα <lb/>καὶ ἀπὸ τῶν ἔξω καὶ ἀπὸ τῶν εἴσω, καὶ ἐς ἀλλήλας
                        διαδιδόασιν αἵ <lb/>τε εἴσωθεν ἔξω καὶ αἱ ἔξωθεν εἴσω. Τὰς οὖν φλεβοτομίας
                        δεῖ ποιέεσθαι <lb/>κατὰ τουτέους τοὺς λόγους· ἐπιτηδεύειν δὲ χρὴ τὰς τομὰς
                        ὡς <lb/>προσωτάτω τάμνειν ἀπὸ τῶν χωρίων, ἔνθα ἂν αἱ ὀδύναι μεμαθήκωσι
                        <lb/>γίνεσθαι καὶ τὸ αἷμα ξυλλέγεσθαι· οὕτω γὰρ ἂν ἥ τε μεταβολὴ <lb/>ἥκιστα
                        μεγάλη γίνοιτο ἐξαπίνης, καὶ τὸ ἔθος μεταστήσαις ἂν ὥστε <lb/>μηκέτι ἐς τὸ
                        αὐτὸ χωρίον ξυλλέγεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὁκόσοι πῦον πολλὸν πτύουσιν ἄτερ πυρετοῦ ἐόντες, καὶ <pb n="62"/>
                        ὁκόσοισιν ὑπὸ τὸ οὖρον πῦον ὑφίσταται πολλὸν ἄτερ ὀδύνης ἐούσης, καὶ
                        <lb/>ὁκόσοισι τὰ ὑποχωρήματα αἱματώδεα ὥσπερ ἐν τῇσι δυσεντερίῃσι <lb/>καὶ
                        χρόνιά ἐστιν ἐοῦσι πέντε καὶ τριήκοντα ἐτέων καὶ γεραιτέροισι,
                        <lb/>τουτέοισι πᾶσιν ἀπὸ τοῦ αὐτέου τὰ νουσήματα γίνεται· ἀνάγκη γὰρ
                        <lb/>τουτέους ταλαιπώρους τε γενέσθαι καὶ φιλοπόνους τῷ σώματι καὶ
                        <lb/>ἐργάτας νεηνίσκους ἐόντας, ἔπειτα δὲ ἐξανεθέντας τῶν πόνων σαρκωθῆναι
                        <lb/>μαλθακῇ σαρκὶ καὶ πουλὺ διαφερούσῃ τῆς προτέρης, καὶ πολλὸν
                        <lb/>διακεκριμένον ἔχειν τὸ σῶμα τό τε προϋπάρχον καὶ τὸ ἐπιτραφὲν,
                        <lb/>ὥστε μὴ ὁμονοεῖν. Ὁκόταν οὖν νόσημά τι καταλάβῃ τοὺς οὕτω
                        <lb/>διακειμένους, τὸ μὲν παραχρῆμα διαφεύγουσιν, ὕστερον δὲ μετὰ τὴν
                        <lb/>νοῦσον χρόνῳ τήκεται τὸ σῶμα, καὶ διαῤῥέει διὰ τῶν φλεβῶν, ᾗ ἂν
                        <lb/>εὐρυχωρίης μάλιστα τύχῃ, ἰχωροειδές· ἢν μὲν οὖν ὁρμήσῃ ἐς τὴν
                        <lb/>κοιλίην τὴν κάτω, σχεδόν τι οἷόν περ ἐν τῷ σώματι ἂν ἐνέῃ τοιοῦτον
                        <lb/>καὶ τὸ διαχώρημα γίνεται· ἅ τε γὰρ τῆς ὁδοῦ κατάντεος ἐούσης, <lb/>οὐχ
                        ἵσταται πολλὸν χρόνον ἐν τῷ ἐντέρῳ. Ὁκόσοισι δ’ ἂν ἐς τὸ στῆθος <lb/>ἐσρυῇ,
                        ὑπόπυοι γίνονται· ἅτε γὰρ τῆς καθάρσιος ἀνάντεος ἐούσης, <lb/>καὶ χρόνον
                        ἐναυλιζόμενον πουλὺν ἐν τῷ στήθει, κατασήπεται <lb/>καὶ γίνεται πυοειδές.
                        Ὁκόσοισι δ’ ἂν ἐς τὴν κύστιν ἐξερεύγηται, ὑπὸ <lb/>τῆς θερμότητος τοῦ χωρίου
                        τοῦτο καὶ θερμὸν καὶ λευκὸν γίνεται, καὶ <lb/>διακρίνεται· καὶ τὸ μὲν
                        ἀραιότατον ἐφίσταται ἄνω, τὸ δὲ παχύτατον <lb/>κάτω, ὃ δὴ πῦον καλέεται.
                        Γίνονται δὲ καὶ οἱ λίθοι τοῖσι παιδίοισι <pb n="64"/> διὰ τὴν θερμότητα τοῦ
                        χωρίου τε τουτέου καὶ τοῦ ὅλου σώματος, <lb/>τοῖσι δὲ ἀνδράσιν οὐ γίνονται
                        λίθοι διὰ τὴν ψυχρότητα τοῦ <lb/>σώματος. Εὖ γὰρ χρὴ εἰδέναι, ὅτι ὁ ἄνθρωπος
                        τῇ πρώτῃ τῶν ἡμερέων <lb/>θερμότατός ἐστιν αὐτὸς ἑωυτοῦ, τῇ δὲ ὑστάτῃ
                        ψυχρότατος· <lb/>ἀνάγκη γὰρ αὐξανόμενον καὶ χωρέον τὸ σῶμα πρὸς βίην θερμὸν
                        <lb/>εἶναι· ὁκόταν δὲ ἄρχηται μαραίνεσθαι τὸ σῶμα, καταῤῥέον πρὸς
                        <lb/>εὐπέτειαν, ψυχρότερον γίνεται· καὶ κατὰ τοῦτον τὸν λόγον, ὁκόσον
                        <lb/>τῇ πρώτῃ τῶν ἡμερέων πλεῖστον αὔξεται ὁ ἄνθρωπος, τοσοῦτον
                        <lb/>θερμότερος γίνεται, καὶ τῇ ὑστάτῃ τῶν ἡμερέων, ὁκόσον πλεῖστον
                        <lb/>καταμαραίνεται, τοσοῦτον ἀνάγκη ψυχρότερον εἶναι. Ὑγιέες δὲ
                        <lb/>γίγνονται αὐτόματοι οἱ οὕτω διακείμενοι, πλεῖστοι μὲν ἐν τῇ ὥρῃ, <lb/>ᾗ
                        ἂν ἄρξωνται τήκεσθαι, πεντεκαιτεσσαρακονθήμεροι· ὁκόσοι <lb/>δ’ ἂν τὴν ὥρην
                        ταύτην ὑπερβάλλωσιν, ἐνιαυτῷ αὐτόματοι ὑγιέες γίνονται, <lb/>ἢν μή τι ἄλλο
                        κακουργῆται ὥνθρωπος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ὁκόσα τῶν νουσημάτων ἐξ ὀλίγου γίνεται, καὶ ὁκόσων αἱ προφάσιες
                        <lb/>εὔγνωστοι, ταῦτα δὲ ἀσφαλέστατά ἐστι προαγορεύεσθαι· τὴν <lb/>δὲ ἴησιν
                        χρὴ ποιέεσθαι αὐτὸν ἐναντιούμενον τῇ προφάσει τῆς νούσου· <lb/>οὕτω γὰρ ἂν
                        λύοιτο τὸ τὴν νοῦσον παρασχὸν ἐν τῷ σώματι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ὁκόσοισι ψαμμοειδέα ὑφίσταται ἢ πῶροι ἐν τοῖσιν οὔροισι, <pb n="66"/>
                        τουτέοισι τὴν ἀρχὴν φύματα ἐγένετο πρὸς τῇ φλεβὶ τῇ παχείῃ, καὶ
                        <lb/>διεπύησεν, ἔπειτα δὲ, ἅτε οὐ ταχέως ἐκραγέντων τῶν φυμάτων, πῶροι
                        <lb/>ξυνετράφησαν ἐκ τοῦ πύου, οἵτινες ἔξω θλίβονται διὰ τῆς φλεβὸς <lb/>σὺν
                        τῷ οὔρῳ ἐς τὴν κύστιν. Ὁκόσοισι δὲ μοῦνον αἱματώδεα τὰ οὐρήματα,
                        <lb/>τουτέοισι δὲ αἱ φλέβες πεπονήκασιν· ὁκόσοισι δὲ ἐν τῷ οὐρήματι
                        <lb/>παχεῖ ἐόντι σαρκία σμικρὰ τριχοειδέα συνεξέρχεται, ταῦτα <lb/>δὲ ἀπὸ
                        τῶν νεφρῶν εἰδέναι χρὴ ἐόντα καὶ ἀπὸ ἀρθριτικῶν· ὁκόσοισι <lb/>δὲ καθαρὸν τὸ
                        οὖρον ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε, ὁκοῖον δὲ πίτυρα ἐπιφέρεται <lb/>ἐν τῷ οὐρήματι,
                        τουτέων δὲ ἡ κύστις ψωριᾷ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Οἱ πλεῖστοι τῶν πυρετῶν γίνονται ἀπὸ χολῆς· εἴδεα δὲ <lb/>σφέων ἐστὶ
                        τέσσαρα, χωρὶς τῶν ἐν τῇσιν ὀδύνῃσι γινομένων τῇσιν <lb/>ἀποκεκριμένῃσιν·
                        οὐνόματα δ’ αὐτέοισίν ἐστι ξύνοχος, ἀμφημερινὸς, <lb/>τριταῖος, τεταρταῖος.
                        Ὁ μὲν οὖν ξύνοχος καλεόμενος γίνεται ἀπὸ <lb/>πλείστης χολῆς καὶ
                        ἀκρητεστάτης, καὶ τὰς κρίσιας ἐν ἐλαχίστῳ <lb/>χρόνῳ ποιέεται· τὸ γὰρ σῶμα
                        οὐ διαψυχόμενον οὐδένα χρόνον συντήκεται <lb/>ταχέως, ἅτε ὑπὸ πολλοῦ τοῦ
                        θερμοῦ θερμαινόμενον. Ὁ δὲ <lb/>ἀμφημερινὸς μετὰ τὸν ξύνοχον ἀπὸ πλείστης
                        χολῆς γίνεται, καὶ <lb/>ἀπαλλάσσεται τάχιστα τῶν ἄλλων, μακρότερος δέ ἐστι
                        τοῦ ξυνόχου, <lb/>ὁκόσῳ ἀπὸ ἐλάσσονος γίνεται χολῆς, καὶ ὅτι ἔχει ἀνάπαυσιν
                        τὸ <lb/>σῶμα, ἐν δὲ τῷ ξυνόχῳ οὐκ ἀναπαύεται οὐδένα χρόνον. Ὁ δὲ τριταῖος
                        <lb/>μακρότερός ἐστι τοῦ ἀμφημερινοῦ, καὶ ἀπὸ χολῆς ἐλάσσονος γίνεται·
                        <lb/>ὁκόσῳ δὲ πλείονα χρόνον ἐν τῷ τριταίῳ ἢ ἐν τῷ ἀμφημερινῷ τὸ <pb n="68"/> σῶμα διαναπαύεται, τοσούτῳ χρονιώτερος οὗτος ὁ πυρετὸς τοῦ ἀμφημερινοῦ
                        <lb/>ἐστιν. Οἱ δὲ τεταρταῖοι τὰ μὲν ἄλλα κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον,
                        <lb/>χρονιώτεροι δὲ μάλα τῶν τριταίων εἰσὶν, ὁκόσῳ ἔλασσόν τι <lb/>μέρος
                        μετέχουσι χολῆς τῆς τὴν θερμασίην παρεχούσης, τοῦ τε διαψύχεσθαι <lb/>τὸ
                        σῶμα πλέον μετέχουσιν· προσγίνεται δὲ αὐτέοισιν ἀπὸ <lb/>μελαίνης χολῆς τὸ
                        περισσὸν τοῦτο καὶ δυσαπάλλακτον· μέλαινα <lb/>γὰρ χολὴ τῶν ἐν τῷ σώματι
                        ἐνεόντων χυμῶν γλισχρότατον, καὶ τὰς <lb/>ἕδρας χρονιωτάτας ποιέεται. Γνώσῃ
                        δὲ ἐν τῷδε, ὅτι οἱ τεταρταῖοι <lb/>πυρετοὶ μετέχουσι τοῦ μελαγχολικοῦ·
                        φθινοπώρου γὰρ μάλιστα οἱ <lb/>ἄνθρωποι ἁλίσκονται ὑπὸ τῶν τεταρταίων καὶ ἐν
                        τῇ ἡλικίῃ τῇ ἀπὸ <lb/>πέντε καὶ εἴκοσιν ἐτέων ἕως τῶν πέντε καὶ
                        τεσσαράκοντα, ὅτι καὶ ἡ <lb/>ἡλικίη αὕτη ὑπὸ μελαίνης χολῆς κατέχεται
                        μάλιστα πασέων τῶν <lb/>ἡλικιῶν, ἥ τε φθινοπωρινὴ ὥρη μάλιστα πασέων τῶν
                        ὡρέων ἐπιτηδειοτάτη. <lb/>Ὁκόσοι δ’ ἂν ἁλῶσιν ἔξω τῆς ὥρης ταύτης καὶ τῆς
                        ἡλικίης <lb/>ὑπὸ τεταρταίου, εὖ χρὴ εἰδέναι μὴ χρόνιον ἐσόμενον τὸν πυρετὸν,
                        ἢν <lb/>μὴ ἄλλο τι κακουργῆται ὥνθρωπος. </p></div></div></body></text></TEI>