<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg019.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΦΥΣΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.</head><p>1. Ὅστις μὲν εἴωθεν ἀκούειν λεγόντων ἀμφὶ τῆς φύσιος τῆς ἀνθρωπίνης
                        <lb/>προσωτέρω ἢ ὁκόσον αὐτέης ἐς ἰητρικὴν ἐφήκει, τουτέῳ· <lb/>μὲν οὐκ
                        ἐπιτήδειος ὅδε ὁ λόγος ἀκούειν· οὔτε γὰρ τὸ πάμπαν ἠέρα <lb/>λέγω τὸν
                        ἄνθρωπον εἶναι, οὔτε πῦρ, οὔτε ὕδωρ, οὔτε γῆν, οὔτ’ ἄλλο <lb/>οὐδὲν, ὅ τι μὴ
                        φανερόν ἐστιν ἐνεὸν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ· ἀλλὰ τοῖσι βουλομένοισι <lb/>ταῦτα λέγειν
                        παρίημι. Δοκέουσι μέντοι μοι οὐκ ὀρθῶς γινώσκειν <lb/>οἱ τὰ τοιαῦτα
                        λέγοντες· γνώμῃ μὲν γὰρ τῇ αὐτέῃ πάντες <lb/>χρέονται, λέγουσι δὲ οὐ ταὐτά·
                        ἀλλὰ τῆς μὲν γνώμης τὸν ἐπίλογον <lb/>τὸν αὐτὸν ποιέονται. Φασί τε γὰρ ἕν τι
                        εἶναι, ὅ τί ἐστι, καὶ <lb/>τοῦτ’ εἶναι τὸ ἕν τε καὶ τὸ πᾶν, κατὰ δὲ τὰ
                        οὐνόματα οὐχ ὁμολογέουσιν· <lb/>λέγει δ’ αὐτέων ὁ μέν τις φάσκων ἠέρα εἶναι
                        τοῦτο τὸ ἕν τε <lb/>καὶ τὸ πᾶν, ὁ δὲ πῦρ, ὁ δὲ ὕδωρ, ὁ δὲ γῆν, καὶ ἐπιλέγει
                        ἕκαστος τῷ <lb/>ἑωυτοῦ λόγῳ μαρτύριά τε καὶ τεκμήρια, ἅ γέ ἐστιν οὐδέν. Ὅτε
                        γὰρ <lb/>τῇ μὲν αὐτέῃ γνώμῃ πάντες χρέονται, λέγουσι δ’ οὐ τὰ αὐτὰ, δῆλον
                        <lb/>ὅτι οὐδὲ γινώσκουσιν αὐτά. Γνοίη δ’ ἄν τις τόδε μάλιστα παραγενόμενος
                        <lb/>αὐτέοισιν ἀντιλέγουσιν· πρὸς γὰρ ἀλλήλους ἀντιλέγοντες οἱ <lb/>αὐτοὶ
                        ἄνδρες τῶν αὐτέων ἐναντίον ἀκροατέων οὐδέποτε τρὶς ἐφεξῆς ὁ <lb/>αὐτὸς
                        περιγίνεται ἐν τῷ λόγῳ, ἀλλὰ ποτὲ μὲν οὗτος ἐπικρατέει, <pb n="34"/> ποτὲ δὲ
                        οὗτος, ποτὲ δὲ ᾧ ἂν τύχῃ μάλιστα ἡ γλῶσσα ἐπιῤῥυεῖσα <lb/>πρὸς τὸν ὄχλον.
                        Καίτοι δίκαιόν ἐστι τὸν φάντα ὀρθῶς γινώσκειν <lb/>ἀμφὶ τῶν πρηγμάτων
                        παρέχειν αἰεὶ ἐπικρατέοντα τὸν λόγον τὸν <lb/>ἑωυτοῦ, εἴπερ ἐόντα γινώσκει
                        καὶ ὀρθῶς ἀποφαίνεται. Ἀλλ’ ἐμοί γε <lb/>δοκέουσιν οἱ τοιοῦτοι ἄνθρωποι
                        αὐτοὶ ἑωυτοὺς καταβάλλειν ἐν τοῖσιν <lb/>ὀνόμασι τῶν λόγων αὐτέων ὑπὸ
                        ἀσυνεσίης, τὸν δὲ Μελίσσου λόγον <lb/>ὀρθοῦν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Περὶ μὲν οὖν τουτέων ἀρκέει μοι τὰ εἰρημένα. Τῶν δὲ ἰητρῶν <lb/>οἱ μέν
                        τινες λέγουσιν, ὡς ὥνθρωπος αἷμα μοῦνόν ἐστιν, οἱ δ’ αὐτέων <lb/>χολήν φασιν
                        εἶναι τὸν ἄνθρωπον, ἔνιοι δέ τινες φλέγμα· ἐπίλογον <lb/>δὲ ποιεῦνται καὶ
                        οὗτοι πάντες τὸν αὐτόν· ἓν γάρ τι εἶναί <lb/>φασιν, ὅ τι ἕκαστος αὐτέων
                        βούλεται ὀνομάσας, καὶ τοῦτο ἓν ἐὸν <lb/>μεταλλάσσειν τὴν ἰδέην καὶ τὴν
                        δύναμιν, ἀναγκαζόμενον ὑπό τε τοῦ <lb/>θερμοῦ καὶ τοῦ ψυχροῦ, καὶ γίνεσθαι
                        καὶ γλυκὺ καὶ πικρὸν καὶ <lb/>λευκὸν καὶ μέλαν καὶ παντοῖόν τι ἄλλο. Ἐμοὶ δὲ
                        οὐδὲ ταῦτα δοκέει <lb/>ὧδε ἔχειν· οἱ μὲν οὖν πλεῖστοι τοιαῦτά τινα καὶ ἔτι
                        ἐγγύτατα τουτέων <lb/>ἀποφαίνονται. Ἐγὼ δέ φημι, εἰ ἓν ἦν ὁ ἄνθρωπος,
                        οὐδέποτ’ ἂν <lb/>ἤλγεεν· οὐδὲ γὰρ ἂν ἦν ὑφ’ ὅτου ἀλγήσειεν ἓν ἐών· εἰ δ’ οὖν
                        καὶ <pb n="36"/> ἀλγήσειεν, ἀνάγκη καὶ τὸ ἰώμενον ἓν εἶναι· νυνὶ δὲ πολλά·
                        πολλὰ <lb/>γάρ ἐστιν ἐν τῷ σώματι ἐνεόντα, ἃ, ὁκόταν ὑπ’ ἀλλήλων παρὰ φύσιν
                        <lb/>θερμαίνηταί τε καὶ ψύχηται, καὶ ξηραίνηταί τε καὶ ὑγραίνηται, νούσους
                        <lb/>τίκτει· ὥστε πολλαὶ μὲν ἰδέαι τῶν νουσημάτων, πολλὴ δὲ καὶ <lb/>ἡ ἴησις
                        αὐτέων ἐστίν. Ἀξιῶ δὲ ἔγωγε τὸν φάσκοντα αἷμα εἶναι μοῦνον <lb/>τὸν
                        ἄνθρωπον, καὶ ἄλλο μηδὲν, δεικνύναι αὐτὸν μὴ μεταλλάσσοντα <lb/>τὴν ἰδέην
                        μηδὲ γίνεσθαι παντοῖον, ἀλλ’ ἢ ὥρην τινὰ τοῦ ἐνιαυτοῦ <lb/>ἢ τῆς ἡλικίης τῆς
                        τοῦ ἀνθρώπου, ἐν ᾗ αἷμα ἐνεὸν φαίνεται μοῦνον <lb/>ἐν τῷ ἀνθρώπῳ· εἰκὸς γὰρ
                        εἶναι μίαν γέ τινα ὥρην, ἐν ᾗ φαίνεται <lb/>αὐτὸ ἐφ’ ἑωυτοῦ ἐνεόν· τὰ αὐτὰ
                        δὲ λέγω καὶ περὶ τοῦ φάσκοντος <lb/>φλέγμα μοῦνον εἶναι τὸν ἄνθρωπον, καὶ
                        περὶ τοῦ χολὴν φάσκοντος <lb/>εἶναι. Ἐγὼ μὲν γὰρ ἀποδείξω, ἃ ἂν φήσω τὸν
                        ἄνθρωπον εἶναι, καὶ <lb/>κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὴν φύσιν, ἀεὶ τὰ αὐτὰ
                        ἐόντα ὁμοίως, καὶ <lb/>νέου ἐόντος καὶ γέροντος, καὶ τῆς ὥρης ψυχρῆς ἐούσης
                        καὶ θερμῆς, <lb/>καὶ τεκμήρια παρέξω, καὶ ἀνάγκας ἀποφανῶ, δι’ ἃς ἕκαστον
                        αὔξεταί <lb/>τε καὶ φθίνει ἐν τῷ σώματι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Πρῶτον μὲν οὖν ἀνάγκη τὴν γένεσιν γίνεσθαι μὴ ἀφ’ ἑνός· <lb/>πῶς γὰρ ἂν ἕν
                        γ’ ἐόν τι γεννήσειεν, εἰ μή τινι μιχθείη; ἔπειτα οὐδ’, <pb n="38"/> ἐὰν μὴ
                        ὁμόφυλα ἐόντα μίσγηται καὶ τὴν αὐτὴν ἔχοντα δύναμιν, γεννᾷ, <lb/>οὐδ’ ἂν
                        ταῦτα ἡμῖν ξυντελέοιτο. Καὶ πάλιν, εἰ μὴ τὸ θερμὸν τῷ ψυχρῷ <lb/>καὶ τὸ
                        ξηρὸν τῷ ὑγρῷ μετρίως πρὸς ἄλληλα ἕξει καὶ ἴσως, ἀλλὰ <lb/>θάτερον θατέρου
                        πουλὺ προέξει καὶ τὸ ἰσχυρότερον τοῦ ἀσθενεστέρου, <lb/>ἡ γένεσις οὐκ ἂν
                        γένοιτο. Ὥστε πῶς εἰκὸς ἀπὸ ἑνός τι γεννηθῆναι, <lb/>ὅτε γε οὐδ’ ἀπὸ τῶν
                        πλειόνων γεννᾶται, ἢν μὴ τύχῃ καλῶς ἔχοντα <lb/>τῆς κρήσιος τῆς πρὸς ἄλληλα;
                        Ἀνάγκη τοίνυν, τῆς φύσιος τοιαύτης <lb/>ὑπαρχούσης καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων καὶ
                        τῆς τοῦ ἀνθρώπου, μὴ <lb/>ἓν εἶναι τὸν ἄνθρωπον, ἀλλ’ ἕκαστον τῶν
                        ξυμβαλλομένων ἐς τὴν γένεσιν <lb/>ἔχειν τὴν δύναμιν ἐν τῷ σώματι, οἵην περ
                        ξυνεβάλετο. Καὶ <lb/>πάλιν γε ἀνάγκη ἀποχωρέειν ἐς τὴν ἑωυτοῦ φύσιν ἕκαστον,
                        τελευτῶντος <lb/>τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου, τό τε ὑγρὸν πρὸς τὸ ὑγρὸν καὶ
                        <lb/>τὸ ξηρὸν πρὸς τὸ ξηρὸν καὶ τὸ θερμὸν πρὸς τὸ θερμὸν καὶ τὸ ψυχρὸν
                        <lb/>πρὸς τὸ ψυχρόν. Τοιαύτη δὲ καὶ τῶν ζώων ἐστὶν ἡ φύσις, καὶ <lb/>τῶν
                        ἄλλων πάντων· γίνεταί τε ὁμοίως πάντα καὶ τελευτᾷ ὁμοίως <lb/>πάντα·
                        ξυνίσταταί τε γὰρ αὐτέων ἡ φύσις ἀπὸ τουτέων τῶν προειρημένων <lb/>πάντων,
                        καὶ τελευτᾷ κατὰ τὰ εἰρημένα ἐς τωὐτὸ ὅθεν περ <lb/>ξυνέστη ἕκαστον, ἐνταῦθα
                        οὖν καὶ ἀπεχώρησεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Τὸ δὲ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐν ἑωυτῷ αἷμα καὶ φλέγμα <pb n="40"/> καὶ
                        χολὴν ξανθήν τε καὶ μέλαιναν, καὶ ταῦτ’ ἐστὶν αὐτέῳ ἡ φύσις <lb/>τοῦ
                        σώματος, καὶ διὰ ταῦτα ἀλγέει καὶ ὑγιαίνει. Ὑγιαίνει μὲν οὖν <lb/>μάλιστα,
                        ὁκόταν μετρίως ἔχῃ ταῦτα τῆς πρὸς ἄλληλα κρήσιος καὶ <lb/>δυνάμιος καὶ τοῦ
                        πλήθεος, καὶ μάλιστα μεμιγμένα ᾖ· ἀλγέει δὲ <lb/>ὁκόταν τι τουτέων ἔλασσον ἢ
                        πλέον ᾖ ἢ χωρισθῇ ἐν τῷ σώματι καὶ <lb/>μὴ κεκρημένον ᾖ τοῖσι ξύμπασιν.
                        Ἀνάγκη γὰρ, ὁκόταν τι τουτέων <lb/>χωρισθῇ καὶ ἐφ’ ἑωυτοῦ στῇ, οὐ μόνον
                        τοῦτο τὸ χωρίον, ἔνθεν ἐξέστη, <lb/>ἐπίνοσον γίνεσθαι, ἀλλὰ καὶ ἔνθα ἂν
                        ἐπιχυθῇ, ὑπερπιμπλάμενον <lb/>ὀδύνην τε καὶ πόνον παρέχειν. Καὶ γὰρ ὅταν τι
                        τουτέων ἔξω τοῦ σώματος <lb/>ἐκρυῇ πλέον τοῦ ἐπιπολάζοντος, ὀδύνην παρέχει ἡ
                        κένωσις. <lb/>Ἤν τ’ αὖ πάλιν ποιήσηται ἔσω τὴν κένωσιν καὶ τὴν μετάστασιν
                        <lb/>καὶ τὴν ἀπόκρισιν ἀπὸ τῶν ἄλλων, πολλὴ αὐτέῳ ἀνάγκη διπλῆν τὴν
                        <lb/>ὀδύνην παρέχειν κατὰ τὰ εἰρημένα, ἔνθεν τε ἐξέστη καὶ ἔνθα ὑπερέβαλεν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Εἶπον δὴ, ἃ ἂν φήσω τὸν ἄνθρωπον εἶναι, ἀποφανεῖν αἰεὶ <lb/>ταὐτὰ ἐόντα
                        καὶ κατὰ νόμον καὶ κατὰ φύσιν· φημὶ δὴ εἶναι αἷμα <lb/>καὶ φλέγμα καὶ χολὴν
                        ξανθήν τε καὶ μέλαιναν. Καὶ τουτέων πρῶτον <lb/>μὲν κατὰ νόμον τὰ οὐνόματα
                        διωρίσθαι φημὶ καὶ οὐδενὶ αὐτέων <pb n="42"/> τωὐτὸ οὔνομα εἶναι, ἔπειτα
                        κατὰ φύσιν τὰς ἰδέας κεχωρίσθαι, καὶ <lb/>οὔτε τὸ φλέγμα οὐδὲν ἐοικέναι τῷ
                        αἵματι, οὔτε τὸ αἷμα τῇ χολῇ, <lb/>οὔτε τὴν χολὴν τῷ φλέγματι. Πῶς γὰρ ἂν
                        ἐοικότα εἴη ταῦτα ἀλλήλοισιν, <lb/>ὧν οὔτε τὰ χρώματα ὅμοια φαίνεται
                        προσορώμενα, οὔτε τῇ <lb/>χειρὶ ψαύοντι ὅμοια δοκέει εἶναι; οὔτε γὰρ θερμὰ
                        ὁμοίως ἐστὶν, <lb/>οὔτε ψυχρὰ, οὔτε ξηρὰ, οὔτε ὑγρά. Ἀνάγκη τοίνυν, ὅτε
                        τοσοῦτον <lb/>διήλλακται ἀλλήλων τὴν ἰδέην τε καὶ τὴν δύναμιν, μὴ ἓν αὐτὰ
                        εἶναι, <lb/>εἴπερ μὴ πῦρ τε καὶ ὕδωρ ἕν τε καὶ ταὐτόν ἐστιν. Γνοίης δ’ ἂν
                        <lb/>τοῖσδε, ὅτι οὐχ ἓν ταῦτα πάντα ἐστὶν, ἀλλ’ ἕκαστον αὐτέων ἔχει
                        <lb/>δύναμίν τε καὶ φύσιν τὴν ἑωυτέου· ἢν γάρ τινι διδῷς ἀνθρώπῳ
                        <lb/>φάρμακον ὅ τι φλέγμα ἄγει, ἐμέεταί σοι φλέγμα, καὶ ἢν διδῷς
                        <lb/>φάρμακον ὅ τι χολὴν ἄγει, ἐμέεταί σοι χολή. Κατὰ ταὐτὰ δὲ καὶ <lb/>χολὴ
                        μέλαινα καθαίρεται, ἢν διδῷς φάρμακον ὅ τι χολὴν μέλαιναν <lb/>ἄγει· καὶ ἢν
                        τρώσῃς αὐτοῦ τοῦ σώματος μέρος τι ὥστε ἕλκος γενέσθαι, <lb/>ῥυήσεται αὐτέῳ
                        αἷμα. Καὶ ταῦτα ποιήσει σοι πάντα πᾶσαν ἡμέρην <lb/>καὶ νύκτα καὶ χειμῶνος
                        καὶ θέρεος, μέχρις ἂν δυνατὸς ᾖ τὸ πνεῦμα <lb/>ἕλκειν ἐς ἑωυτὸν καὶ πάλιν
                        μεθιέναι, δυνατὸς δὲ ἔσται ἔστ’ ἄν τινος <lb/>τουτέων στερηθῇ τῶν
                        ξυγγεγονότων. Ξυγγέγονε δὲ ταῦτα τὰ εἰρημένα· <lb/>πῶς γὰρ οὐ ξυγγέγονε;
                        Πρῶτον μὲν φανερός ἐστιν ὥνθρωπος <lb/>ἔχων ἐν ἑωυτῷ ταῦτα πάντα αἰεὶ ἕως ἂν
                        ζῇ, ἔπειτα δὲ γέγονεν ἐξ <pb n="44"/> ἀνθρώπου ταῦτα πάντα ἔχοντος,
                        τέθραπταί τε ἐν ἀνθρώπῳ ταῦτα <lb/>πάντα ἔχοντι, ὁκόσα ἐγώ γε νῦν φημί τε
                        καὶ ἀποδείκνυμι. </p></div></div></body></text></TEI>