<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg017.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>VI. 185. Ὠτὸς πόνος σύντονος, μετὰ πυρετοῦ ὀξέος, καὶ ἄλλου <lb/>του σημείου
                        τῶν ὑποδυσκόλων, τοὺς μὲν νέους ἑβδομαίους κτείνει <lb/>καὶ συντομώτερον,
                        παραφρονήσαντας, μὴ ῥυέντος πολλοῦ πύον <lb/>ἐκ τοῦ ὠτὸς, ἢ ἐκ ῥινῶν
                        αἵματος, μηδὲ ἄλλου του σημείου χρηστοῦ <lb/>γενομένου· τοὺς δὲ πρεσβυτέρους
                        βραδύτερον καὶ ἧσσον ἀναιρεῖ <lb/>τά τε γὰρ ὦτα φθάνει ἐκπυέειν, καὶ
                        παραφρονέουσιν ἧσσον· ὑποστρέφουσι <lb/>δὲ οἱ πολλοὶ τουτέων, καὶ οὕτως
                        ἀπόλλυνται. 186. Κωφωσις <lb/>ἐν ὀξέσι καὶ ταραχώδεσι παρακολουθοῦσα, κακόν·
                        κακὸν δὲ <lb/>καὶ ἐν τοῖσι μακροῖσιν· ἄγει δ᾿ ἐν τουτέοισι καὶ ἐς ἰσχία
                        πόνους. <lb/>187. Ἐν πυρετοῖσι κώφωσις κοιλίην ἐφίστησιν. 188. Ὦτα ψυχρὰ
                        <lb/>καὶ διαφανέα καὶ συνεσταλμένα, ὀλέθριον. 189. Βόμβος <lb/>ἐν ὀξέσι, καὶ
                        ἦχος ἐν ὠσὶ, θανάσιμον. 190. Ἦχοι μετὰ ἀμβλυωσμοῦ, <pb n="626"/> καὶ κατὰ
                        ῥῖνας βάρεος, παρακρουστικὸν, καὶ αἱμοῤῥαγέει. <lb/>191. Οἷσι κώφωσις μετὰ
                        καρηβαρίης, καὶ ὑποχονδρίου <lb/>ἐντάσιος, καὶ πρὸς αὐγὰς ἐνοχλεῖν,
                        αἱμοῤῥοεῖ. 192. Ἐν <lb/>ὀξεῖ πυρετῷ ὦτα κωφοῦσθαι, μανικόν. 193. Οἱ
                        δύσκωφοι, ἐν τῷ <lb/>λαμβάνειν τρομώδεες, γλῶσσαν παραλελυμένοι, νωθροὶ,
                        κακόν. <lb/>194. Προηκούσης ἀῤῥωστίης, κώφωσις, καὶ οὖρον ὑπέρυθρον,
                        <lb/>ἀκατάστατον, ἐναιωρεύμενον, παρακρουστικόν· τὸ ἰκτεροῦσθαι ἐν
                        <lb/>τούτοισι κακόν· κακὸν δὲ καὶ ἐπὶ ἰκτέρῳ μώρωσις· τούτους ἀφώνους,
                        <lb/>αἰσθανομένους δὲ, ξυμβαινει γίνεσθαι· τάχα δὲ καὶ κοιλίη
                        <lb/>πονηρεύεται τούτοισι. 195. Τὰ ὀδυνηρῶς παρ᾿ οὖς ἀνιστάμενα,
                        <lb/>ὀλέθρια. 196. Τὰ παρ᾿ οὖς ἐκ τοῦ ἔμπροσθεν ἀλγήματος <lb/>ἐρυθήματα ἐν
                        πυρετοῖσι γινόμενα, σημεῖον μὲν ἐρυσιπέλατος ἐπὶ προσώπου <lb/>ἐσομένου·
                        ἀτὰρ καὶ σπασμοὶ ἐκ τῶν τοιουτέων γίνονται <lb/>μετὰ ἀφωνίης καὶ ἐκλύσιος.
                        197. Τὰ παρ᾿ οὖς ἐπὶ εἰλέοισι δυσώδεσι, <lb/>πυρετῷ ὀξεῖ, ὑποχονδρίῳ συντόνῳ
                        χρονιωτέρως, ἀρθέντα, κτείνει. <lb/>198. Τὰ παρ᾿ οὖς, φαῦλα τοῖσι
                        παραπληκτικοῖσιν. 199. Τὰ παρ᾿ <lb/>οὖς ἐν μακροῖσι, μὴ ἐκπυεῦντα,
                        θανάσιμον· κοιλίαι δὲ τοῖσι τουτέοισι <lb/>κάτω φέρονται. 200. Ἦρά γε οἷσι
                        τὰ παρ᾿ ὦτα, κεφαλαλγικοί; <lb/>ἦρά τι ἐφιδροῦσι τὰ ἄνω; ἦρά τι καὶ
                        ἐπιῤῥιγέουσιν; ἦρά γε <pb n="628"/> αἱ κοιλία: καταῤῥήγνυνται; καί τι καὶ
                        κωματώδεες; ἆρα καὶ τὸ ὑδατῶδες <lb/>οὖρον, ἐναιωρεύμενον λευκοῖσι, καὶ τὰ
                        ὑποποίκιλα, ἔκλευκα, <lb/>δυσώδεα; 201. Τὰ παρ᾿ οὖς λαπάσσει βηχία μετὰ
                        πτυαλισμῶν <lb/>ἰόντα. 202. Οὖρα τοῖσι παρ᾿ ὦτα ταχὺ καὶ ἐπ᾿ ὀλίγον
                        πεπαινόμενα, <lb/>φλαῦρα· καὶ τὸ καταψύχεσθαι ὧδε, πονηρόν. 203. Τὰ παρ᾿
                        <lb/>οὖς ἐν τοῖσι χρονίοισιν ἐκπυεύμενα μὴ λευκῷ σφόδρα καὶ ἀνόδμῳ,
                        <lb/>κτείνει, καὶ μάλιστα γυναῖκας. 204. Τὰ παρ᾿ οὖς μάλιστα <lb/>τῶν ὀξέων
                        ἐν τοῖσι καυσώδεσι γίνεται· κἢν μὴ κρίσιν ποιήσῃ, <lb/>καὶ ἐκπεπαίνηται, ἢ
                        ἐκ ῥινῶν αἷμα ῥυῇ, ἢ οὖρα ὑπόστασιν παχεῖαν <lb/>λάβῃ, ἀπόλλυνται· τὰ πολλὰ
                        δὲ τῶν τοιούτων οἰδημάτων προαποκαθίσταται· <lb/>προσεπιθεωρέειν δὲ καὶ τοὺς
                        πυρετοὺς ἤν τε ἐπιτείνωσιν, <lb/>ἤν τε ἀνιῶσι, καὶ οὕτως ἀποφαίνεσθαι. 205.
                        Ἐπὶ κωφώσει <lb/>καὶ νωθρίῃ ἐκ ῥινῶν ἀποστάζειν, ἔχει τι δύσκολον· ἔμετος
                        τουτέοισιν <lb/>ἁρμόσει καὶ κοιλίης ταραχή. 206. Ἐκ κωφώσιος ἐπιεικέως
                        <lb/>τὰ παρ᾿ ὦτα, ἄλλως τε καὶ ἢν ἀσῶδές τι γίνηται· ἀτὰρ καὶ <lb/>τοῖσι
                        κωματώδεσιν ἐπὶ τουτέοισι καὶ μᾶλλόν τι τὰ παρ᾿ ὦτα. <lb/>207. Κώφωσιν ἐν
                        πυρετῷ ῥύσις ἐκ ῥινῶν λύει καὶ κοιλίης ταραχή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>VII. 208. Πρόσωπον ἐκ μετεώρου ταπεινούμενον, καὶ φωνὴ λειοτέρη <lb/>καὶ
                        ἀσθενεστέρη γινομένη, καὶ πνεῦμα μανότερον καὶ λεπτότερον, <lb/>ἄνεσιν ἐς
                        τὴν ἐπιοῦσαν σημαίνει. 209. Προσώπου διαφθορὴ, <lb/>θανάσιμον· ἧσσον δ᾿ ἢν
                        δι᾿ ἀγρυπνίην, ἢ λιμὸν, ἢ κοιλίης ἐκτάραξιν <pb n="630"/> γένηται·
                        καθίσταται δὲ ἐν ἡμέρῃ καὶ νυκτὶ τὸ διὰ ταῦτα διαφθαρέν· <lb/>γένοιτο δ᾿ ἂν
                        τοιοῦτον, ὀφθαλμοὶ κοῖλοι, ῥὶς ὀξεῖα, κρόταφοι συμπεπτωκότες, <lb/>ὦτα ψυχρὰ
                        καὶ συνεσταλμένα, δέρμα σκληρὸν, χρῶμα <lb/>ὠχρὸν ἢ μέλαν· πελιαινόμενον δὲ
                        ἐπὶ τουτέοισι βλέφαρον, ἢ χεῖλος, <lb/>ἢ ῥὶς, συντόμως θανάσιμον. 210.
                        Προσώπου εὔχροια καὶ σκυθρωπότης <lb/>ἐν ὀξεῖ, κακόν· μετώπου ξυναγωγὴ ἐπὶ
                        τουτέοισι, φρενιτικόν. <lb/>211. Περὶ πρόσωπον εὔχροια καὶ ἱδρῶτες
                        ἀπυρέτοισι, κόπρανα <lb/>παλαιὰ ὑπεόντα σημαίνει, ἢ διαίτης ἀταξίην. 212. Τὰ
                        κατὰ <lb/>ῥῖνας ἐρυθήματα, κοιλίης ὑγραινομένης σημεῖα· τοῖσι κατὰ τὰ
                        <lb/>ὑποχόνδρια ἢ τὸν πλεύμονα πόνοισι [ἢ] ἐμπυομένοισι κακόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>VIII. 213. Ὀφθαλμῶν καθαρότης καὶ τὰ λευκὰ αὐτέων ἐκ μελάνων <lb/>ἢ πελίων
                        καθαρὰ γίνεσθαι, κρίσιμον· ταχέως μὲν οὖν <lb/>καθαιρομένων, ταχεῖαν
                        σημαίνει κρίσιν, βραδέως δὲ βραδυτέρην. <lb/>214. Τὸ ἀχλυῶδες τῶν ὀφθαλμῶν,
                        ἢ τὸ λευκὸν ἐρυθραινόμενον, <lb/>ἢ πελιαινόμενον, ἢ φλεβίων μελάνων
                        πληρούμενον, <lb/>οὐκ ἀστεῖον· φλαῦρον δὲ καὶ τὸ τὴν αὐγὴν φεύγειν, ἢ
                        δακρύειν, <lb/>ἢ διαστρέφεσθαι, καὶ τὸν ἕτερον ἐλάσσω γίνεσθαι· πονηρὸν, καὶ
                        <lb/>τὸ τὰς ὄψιας πυκνὰ διαῤῥίπτειν, ἢ λημία σμικρὰ περὶ αὐτὰς, ἢ <pb n="632"/> αἰγίδα λεπτὴν ἴσχειν, ἢ τὸ λευκὸν μέζον γίνεσθαι, τὸ δὲ μέλαν
                        ἔλασσον, <lb/>ἢ κρύπτεσθαι τὸ μέλαν ὑπὸ τὸ ἄνω βλέφαρον· πονηρὸν δὲ καὶ
                        <lb/>κοιλότης ὀμμάτων, καὶ ἔκθλιψις ἔξω σφοδρὴ, καὶ λαμπηδόνος ἔκθλιψις,
                        <lb/>ὥστε μὴ δύνασθαι τὴν κόρην ἐκτείνεσθαι, καὶ βλεφαρίδων <lb/>καμπυλότης
                        καὶ πῆξις ὀμμάτων, συνεχέως τε μύειν, καὶ χρώματα <lb/>μεταβάλλειν· καὶ
                        βλέφαρα μὴ συμβάλλειν ἐν τῷ καθεύδειν, ὀλέθριον· <lb/>κακὸν δὲ καὶ ἰλλαίνων
                        ὀφθαλμός. 215. Ὀφθαλμῶν ἔρευθος <lb/>ἐν πυρετῷ γενόμενον, κοιλίης πονηρίην
                        χρονίην σημαίνει. <lb/>216. Αἱ παρ᾿ ὀφθαλμὸν ἐπαναστάσιες ἐν τῇσιν
                        ἀνακομιδῇσι, κοιλίην <lb/>καταῤῥηγνύουσιν. 217. Ἐπὶ ὀμμάτων διαστροφῇ,
                        κοπιώδει, <lb/>πυρετώδει, ῥῖγος, ὀλέθριον· καὶ οἱ κωματώδεες ἐν τουτέοισι,
                        κακόν. <lb/>218. Ὀφθαλμιῶντι ἀνδρὶ, πυρετοῦ ἐπιγενομένου, λύσις <lb/>εἰ δὲ
                        μὴ, κίνδυνος τυφλωθῆναι, ἢ ἀπολέσθαι, ἢ ἀμφότερα <lb/>219. Οἷσιν ὀφθαλμιῶσι
                        κεφαλαλγίη προσγίνεται, καὶ παρακολουθεῖ <lb/>χρόνον πουλὺν, κίνδυνος
                        τυφλωθῆναι. 220. Ὀφθαλμιῶντι διάῤῥοια <lb/>ἀπὸ ταυτομάτου, χρήσιμον. 221.
                        Ὀμμάτων ἀμαύρωσις, καὶ <lb/>τὸ πεπηγὸς, ἀχλυῶδες, κακόν. 222. Ὀμμάτων
                        ἀμαύρωσις ἅμα <lb/>ἀψυχίῃ, σπασμῶδες συντόμως. 223. Ὀμμάτων ὀρθότης ἐν
                        <lb/>ὀξεῖ, ἢ κίνησις ὀξείη, καὶ ὕπνος ταραχώδης, ἢ ἀγρυπνίη, ποτὲ <lb/>δὲ
                        καὶ στάξιες ἐκ ῥινῶν, οὐδὲν ἀγαθόν· πρὸς τὴν ἁφὴν μὴ περικαέες,
                        <lb/>φρενιτικοὶ γίνονται, καὶ μᾶλλον ἢν αἷμα ῥυῇ. </p></div><pb n="634"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>ΙΧ. 224. Γλῶσσα κατ᾿ ἀρχὰς μὲν πεφρικυῖα, τῷ δὲ χρώματι διεμένουσα,
                        <lb/>προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου τρηχυνομένη, καὶ πελιαινομένη, καὶ
                        <lb/>ῥηγνυμένη, θανάσιμον· σφόδρα δὲ μελαινομένη, ἐν τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ
                        <lb/>κρίσιν γενέσθαι δηλοῖ χαλεπωτάτη δέ ἐστιν ἡ μέλαινα καὶ χλωρή.
                        <lb/>225. Γλώσσης παρὰ τὸ δικροῦν ὥσπερ σιάλῳ λευκῷ καταλείφεσθαι.
                        <lb/>σημεῖον ἀνέσεως πυρετοῦ· παχέος μὲν ἐόντος τοῦ ἐπιγεννήματος,
                        <lb/>αὐθημερόν· λεπτοτέρου δὲ, ἐς τὴν ὑστεραίην· ἔτι λεπτοτέρου.
                        <lb/>τριταίην· τὰ δὲ αὐτὰ σημαίνει καὶ ἐπ᾿ ἄκρην τὴν γλῶσσαν <lb/>γινόμενα,
                        ἧσσον δέ. 226. Γλῶσσα τρομώδης, μετὰ ἐρυθήματος <lb/>κατὰ ῥῖνας καὶ κοιλίης
                        ὑγρῆς, τὰ δὲ ἄλλα ἀσήμως ἔχοντα κατὰ <lb/>πλεύμονα, πονηρὰ, καὶ ὀξείας
                        καθάρσιας ὀλεθρίους σημαίνει. <lb/>227. Γλῶσσα παρὰ λόγον ἁπαλυνομένη, καὶ
                        ἀσώδης, μεθ᾿ ἱδρῶτος <lb/>ψυχροῦ, ἐπὶ κοιλίῃ ὑγρῇ, μελάνων ἐμέτων ἐστὶ
                        σημεῖον· τὸ <lb/>κοπιῶδες ἐν τουτέοισι κακόν. 228. Αἱ τρομώδεες γλῶσσαί τισι
                        καὶ <lb/>κοιλίην ὑγρήν ποτε ποιέουσιν· μελανθεῖσαι δὲ ἐν τουτέοισι, ταχὺν
                        <lb/>θάνατον σημαίνουσιν· ἦρά γε τρομώδης γλῶσσα σημαίνει οὐχ ἱδρυμένην
                        <lb/>γνώμην; 229. Αἱ δασεῖαι, κατάξηροι, φρενιτικαί. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Χ. 230. Ὀδόντας συνερίζειν ἢ πρίειν, ᾧ μὴ σύνηθες ἐκ παιδίου, <lb/>μανικὸν
                        καὶ θανάσιμον· ἤδη δὲ παραφρονέων ἢν ποιέῃ τοῦτο, παντελῶς <lb/>ὀλέθριον·
                        ὀλέθριον δὲ καὶ ξηραίνεσθαι τοὺς ὀδόντας. 231. Ὀδόντος <lb/>σφακελισμὸς
                        ἀπόστημα παρὰ οὖλον γενόμενον λύει. 232. Ἐπὶ <lb/>ὀδόντος σφακελισμῷ πυρετὸς
                        ἐπιγενόμενος σφοδρὸς, καὶ παραφροσύνη, <pb n="636"/> θανάσιμον· ἢν δὲ
                        σώζωνται, ἕλκεα ἐκπυήσει, καὶ ὀστέα ἀφίσταται. <lb/>233. Οἷσι περὶ τὴν
                        ὑπερῴην ὑγροῦ σύστασις γίνεται, ὡς τὰ <lb/>πολλὰ πυοῦται. 234. Τὰ περὶ
                        γένυας ἀλγήματα σφοδρὰ κίνδυνος <lb/>εἰς ὀστέου ἀνάπλευσιν ἐλθεῖν. 235.
                        Χεῖλος συσπώμενον σημαίνει <lb/>κοιλίης χολώδεος κατάῤῥηξιν. 236. Τὰ ἀπὸ
                        οὔλων αἵματα <lb/>ἐπὶ κοιλίῃ ὑγρῇ, ὀλέθρια. </p></div></div></body></text></TEI>