<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg017.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>XXVI. 466. Νάρκαι καὶ ἀναισθησίαι γινόμεναι παρὰ τὸ ἔθος, <lb/>ἀποπληκτικῶν
                        συμβησομένων σημεῖον. 467. Ὅσοι ἐκ τρώματος <lb/>ἀκρατέες γίνονται τοῦ
                        σώματος, πυρετοῦ μὲν ἐπιγενομένου <lb/>χωρὶς ῥίγεος, ὑγιάζονται· μὴ
                        γενομένου δὲ, ἀποπληκτικοὶ γίνονται <lb/>τὰ δεξιὰ ἢ τὰ ἀριστερά. 468.
                        Ἀποπληκτικοῖσιν αἱμοῤῥοΐδες <lb/>ἐπιγενόμεναι, χρήσιμον· ψύξιες δὲ καὶ
                        ναρκώσιες, πονηρόν. <lb/>469. Ἐν τοῖσιν ἀποπληκτικοῖσιν ἐπὶ τῇ δυσφορίῃ τοῦ
                        πνεύματος <lb/>ἱδρὼς ἐπιγενόμενος, θανάσιμον· ἐν αὐτοῖσι δὲ πάλιν τούτοισιν
                        ἢν <lb/>πυρετὸς ἐπιγένηται, λύσις. 470. Τὰ ἐξαίφνης ἀποπληκτικὰ λελυμένως
                        <lb/>ἐπιπυρετήναντα, χρόνῳ ὀλέθρια. 471. Οἷσιν ἔκ τινος <lb/>ἀῤῥωστίης ἐς
                        ὕδερον περιίσταται, τούτοισι κοιλίαι ξηραὶ σκυραθώδεες <pb n="690"/>
                        ἔρχονται μετὰ περιτήξιος μυξώδεος καὶ οὔρου οὐ καλοῦ· διατάσιές <lb/>τε περὶ
                        ὑποχόνδρια, καὶ πόνοι καὶ ἐπάρματα περὶ κοιλίην, καὶ <lb/>πόνοι περὶ
                        κενεῶνας, καὶ περὶ τοὺς ῥαχιαίους μύας προσπίπτουσι, <lb/>πυρετοί τε καὶ
                        δίψαι καὶ βῆχες ξηραὶ παρακολουθοῦσι, καὶ δύσπνοια <lb/>περὶ τὰς κινήσιας,
                        καὶ σκελέων βαρύτης, σιτίων τε ἀφιστᾶσι, καὶ <lb/>προσενεγκάμενοι μικρὰ
                        πληροῦνται. 472. Τοὺς λευκοφλεγματοῦντας <lb/>διάῤῥοια παύει· αἱ μετὰ σιγῆς
                        ἀθυμίαι καὶ ἀπανθρωπίαι, <lb/>ἐπιεικῶς αὐτῶν κατεργαστικαί. 473. Ὅσοι ἐκ
                        φόβου μετὰ καταψύξιος <lb/>ἐξίσταντα, πυρετοὶ μεθ᾿ ἱδρώτων, καὶ ὕπνοι οἱ
                        πάννυχοι <lb/>ταῦτα λύουσιν. 474. Ἐκ μανίης ἐς βράγχον μετὰ βηχὸς
                        <lb/>ἀπόστασις. 475. Ἐν τοῖσι μανιώδεσι σπασμὸς προσγινόμενος <lb/>ἀμαύρωσιν
                        ἴσχει. 476. Αἱ σιγῶσαι ἐκστάσιες, οὐχ ἡσυχάζουσαι, <lb/>ὄμμασι
                        περιβλέπουσαι, πνεῦμα ἔξω ἀναφέρουσαι, ὀλέθριαι· <lb/>ποιοῦσαι δὲ
                        παραπληκτικὰ χρόνια· ἀτὰρ καὶ ἐκμαίνονται οὗτοι· <lb/>ὅσοι δὲ ἐπὶ ταραχῇ
                        κοιλίης οὕτω παροξύνονται, περὶ κρίσιν μέλανα <lb/>διέρχεται. 477. Οἷσιν
                        ὑγιαίνουσι, χειμῶνος ἐόντος, περὶ τὴν <lb/>ὀσφὺν ψυχρότης καὶ βάρος ἀπὸ
                        βραχείης προφάσιος, καὶ κοιλίης <pb n="692"/> ἐπίστασις, τῆς ἄνω καλῶς
                        ὑπηρετούσης, ἰσχιὰς, ἢ νεφρῶν πόνος ἢ <lb/>στραγγουρίης τάχα ἂν συμβαιη.
                        478. Οἷσι τὰ κάτω κακοῦται, <lb/>κνησμῶν ἐγγενομένων ἔμπροσθεν ἰσχυρῶν,
                        τούτοισιν ἀμμῶδες <lb/>οὖρον γίνεται, καὶ ἐφίσταται· τοῖσι δὲ ὀλεθρίοισιν
                        αὐτῶν ἡ <lb/>διάνοια ἀποναρκοῦται. 479. Οἱ τὰ ἄρθρα φλυκταινούμενοι
                        ἐξερύθροισιν <lb/>ἐπιπολαίοις, ἐπιῤῥιγώσαντες, οὗτοι κοιλίας καὶ βουβῶνας
                        <lb/>διαφοινίσσονται, οἷα πληγῇσιν ἐπωδύνοισι, καὶ ἀποθνήσκουσιν <lb/>480.
                        Τὰ ἰκτερώδεα, οὐ πάνυ τι ἐπαισθανόμενα, οἷσι λύγγες, κοιλίαι
                        <lb/>καταῤῥήγνυνται· ἴσως δὲ καὶ ἐπίστασις· οὗτοι ἐκχλοιοῦνται. <lb/>481. Τὰ
                        κατὰ πλευρὸν ἀλγήματα ἐν πυρετοῖσιν ἰσχνῶς ἑστηκότα, <lb/>ἄσημα, φλεβοτομίη
                        βλάπτει, κἢν ἀπόσιτος ᾖ, κἢν ὑποχόνδριον μετέωρον· <lb/>καὶ ἐν καταψύξει οὐκ
                        ἀπύρους νενωθρευμένους αἵματος ἀφαίρεσις <lb/>βλάπτει· καὶ δοκέοντες δὲ
                        ἐπιεικέστερον ἔχειν, οὗτοι θνήσκουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>XXVII. 482. Κεφαλὴν καὶ πόδας καὶ χεῖρας κατεψῦχθαι, κοιλίης <lb/>καὶ πλευρῶν
                        θερμῶν ἐόντων, κακόν· βέλτιστον δὲ πᾶν ὁμοίως τὸ <lb/>σῶμα θερμόν τε εἶναι
                        καὶ μαλθακόν. 483. Στρέφεσθαι δὲ ῥηϊδίως <lb/>χρὴ τὸν νοσέοντα, καὶ ἐν τοῖσι
                        μετεωρισμοῖσιν ἐλαφρὸν εἶναι· βαρύτης <lb/>δὲ ὅλου τοῦ σώματος καὶ χειρῶν
                        καὶ ποδῶν, πονηρόν· εἰ δὲ καὶ <lb/>πρὸς τῷ βάρει πέλιοι γίγνονται οἱ
                        δάκτυλοι καὶ οἱ ὄνυχες, πλησίον <lb/>ὁ θάνατος· μελαινόμενα δὲ παντελῶς,
                        ἧσσον ὀλέθρια τῶν πελίων· <lb/>ἀλλὰ τὰ λοιπὰ θεωρεῖν· ἢν γὰρ εὐπετέως φέρῃ
                        τὸ νόσημα, καὶ ἄλλο <pb n="694"/> τι τῶν χρησίμων ὑποδεικνύῃ, τὸ νόσημα ἐς
                        ἀπόστασιν τρέπεται, <lb/>καὶ τὰ μελανθέντα τοῦ σώματος ἀποπίπτει. 484.
                        Ὄρχιες καὶ <lb/>αὶδοῖον ἀνεσπασμένα πονηρὸν σημαίνει. 485. Φῦσαν δὲ ἄνευ
                        <lb/>ψόφου καὶ περδήσιος διεξιέναι, βέλτιστον· κρέσσον δὲ καὶ σὺν <lb/>ψόφῳ
                        διελθεῖν, ἢ αὐτοῦ ἀνειλέεσθαι· καίτοι τὸν τοιοῦτον τρόπον διελθοῦσα
                        <lb/>σημαίνει πονηρὸν καὶ παραφροσύνην, ἢν μὴ ἑκὼν οὕτω <lb/>ποιέηται τὴν
                        ἄφεσιν τῆς φύσης. 486. Ἕλκος πέλιον καὶ ξηρὸν <lb/>ἢ χλωρὸν γινόμενον,
                        θανάσιμον. 487. Ἀνάκλισις βελτίστη μὲν, <lb/>ὡς εἴθισταί τις ὑγιαίνων·
                        ὕπτιον δὲ κεῖσθαι, τὰ σκέλεα ἐκτεταμένον, <lb/>οὐκ ἀστεῖον· εἰ δὲ καὶ
                        καταῤῥέοι προπετὴς ἐπὶ πόδας, χεῖρον· θανάσιμον <lb/>δὲ καὶ κεχηνέναι καὶ
                        καθεύδειν ἀεί· καὶ τὰ σκέλεα ὑπτίου <lb/>κειμένου συγκεκαμμένα τε εἶναι
                        ἰσχυρῶς καὶ διαπεπλεγμένα· τὸ <lb/>δ᾿ ἐπὶ γαστέρα κεῖσθαι οἷσι μὴ σύνηθες,
                        παραφροσύνην σημαίνει καὶ <lb/>πόνους περὶ κοιλίην· πόδας δὲ γυμνοὺς ἔχειν
                        καὶ χεῖρας, μὴ θερμὸν <lb/>ἐόντα ἰσχυρῶς, καὶ τὰ σκέλεα διεῤῥῖφθαι, κακὸν,
                        ἀλυσμὸν γὰρ σημαίνει· <lb/>ἀνακαθίζειν δὲ βούλεσθαι, κακὸν ἐν τοῖσιν ὀξέσι,
                        κάκιστον δὲ <lb/>ἐν περιπλευμονικοῖσι καὶ πλευριτικοῖσιν. Καθεύδειν δὲ χρὴ
                        τὴν <lb/>νύκτα, τὴν δὲ ἡμέρην ἐγρηγορέναι· τὸ δ᾿ ἐναντίον, πονηρόν· ἥκιστα
                        <lb/>δ᾿ ἂν βλάπτοι τὸ πρωῒ κοιμώμενος ἕως τοῦ τρίτου τῆς ἡμέρης· οἱ δὲ
                        <lb/>μετὰ ταῦτα ὕπνοι, πονηροί· κάκιστον δὲ μὴ καθεύδειν μήτε ἡμέρης,
                        <lb/>μήτε νυκτὸς, ἢ γὰρ ὑπὸ ὀδύνης τε καὶ πόνου ἀγρυπνοίη ἂν, ἢ
                        <lb/>παραφρονήσει ἀπὸ τούτου τοῦ σημείου. </p></div><pb n="696"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>XXVIII. 488. Ὁκόσοισι κρόταφος τάμνεται, σπασμὸς ἐκ τῶν <lb/>ἐναντίων τῆς
                        τομῆς ἐπιγίνεται. 489. Ὅσοισιν ἂν ὁ ἐγκέφαλος <lb/>σεισθῇ, καὶ πονέσῃ
                        πληγεῖσιν ἢ ἄλλως, πίπτουσι παραχρῆμα, <lb/>ἄφωνοι γίνονται, καὶ οὔτε
                        ὁρῶσιν, οὔτε ἀκούουσι, καὶ τὰ πολλὰ <lb/>θνήσκουσιν. 490. Οἷς ὁ ἐγκέφαλος
                        τιτρώσκεται, πυρετὸς ὡς ἐπιτοπολὺ <lb/>καὶ χολῆς ἔμετος ἐπιγίνεται, καὶ
                        ἀποπληξίη σώματος, καὶ <lb/>ὀλέθριοι οἱ τοιοῦτοι. 491. Τῶν ῥηγνυμένων ἐν
                        κεφαλῇ ὀστέων, <lb/>χαλεπώτατον γνῶναι τὰ κατὰ τὰς ῥαφὰς ῥηγνύμενα· ῥήγνυται
                        δὲ <lb/>ὑπὸ τῶν βαρέων καὶ στρογγύλων βελέων μάλιστα, καὶ ἐκ τῶν ἐξ
                        <lb/>ὑπεναντίου φερομένων, καὶ μὴ ἐξ ἰσοπέδου. Τὰ δ᾿ ἀπορεύμενα, πότερον
                        <lb/>ἔῤῥωγεν ἢ οὒ, κρίνειν δεῖ, διαμασᾶσθαι διδόντα ἐφ᾿ ἑκατέρην <lb/>τὴν
                        σιηγόνα ἀνθέρικον ἢ νάρθηκα, καὶ προσέχειν κελεύειν, εἴ τι <lb/>ψοφεῖν αὐτῷ
                        δοκέει τὸ ὀστέον· τὰ γὰρ κατεηγότα δοκέει ψοφεῖν. <lb/>Προϊόντος δὲ τοῦ
                        χρόνου, τὰ ἐῤῥωγότα μὲν ἑβδομαῖα, τὰ δὲ τεσσαρεσκαιδεκαταῖα, <lb/>τὰ δὲ καὶ
                        ἄλλως διασημαίνει· τῆς τε γὰρ σαρκὸς <lb/>ἀπόστασις ἀπὸ τοῦ ὀστέου γίνεται,
                        καὶ τὸ ὀστέον πελιὸν, καὶ πόνοι, <lb/>ἰχώρων ὑποῤῥεόντων· γίνεται δὲ ταῦτα
                        ἤδη δυσβοήθητα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>XXIX. 492. Ὅσοισιν ἐπίπλοον ἐκπίπτει, ἀνάγκη ἀποσαπῆναι. <lb/>493. Ἢν ἔντερον
                        διακοπῇ τῶν λεπτῶν, οὐ συμφύεται. 494. Νεῦρον <lb/>διακοπὲν, ἢ γνάθου τὸ
                        λεπτὸν, ἢ ἀκροποσθίη, οὐ συμφύεται. 495. Ὅ <lb/>τι ἂν ἐν τῷ σώματι ὀστέον
                        ἀποκοπῇ, ἢ χόνδρος, οὐκ αὔξεται. <pb n="698"/> 496. Ἐπὶ τρώματι σπασμὸς
                        ἐπιγενόμενος, κακόν. 497. Ἐπὶ <lb/>τρώματι χολῆς ἔμετος ἐπιγενόμενος, κακὸν,
                        καὶ μάλιστα ἐπὶ τοῖσι <lb/>κεφαλικοῖσιν. 498. Νεῦρα ὅσα παχέα τιτρώσκεται,
                        ὡς ἐπιτοπολὺ <lb/>χωλοῦνται, καὶ λοξὰ τιτρωσκόμενα μάλιστα, καὶ τῶν μυῶν αἱ
                        κεφαλαὶ, <lb/>μάλιστα τῶν ἐν μηροῖσιν. 499. Ἀποθνήσκουσι δὲ μάλιστα ἐκ
                        <lb/>τῶν τρωμάτων, ἤν τις ἐγκέφαλον τρωθῇ ἢ ῥαχίτην μύελον ἢ ἧπαρ ἢ
                        <lb/>φρένας ἢ καρδίην ἢ κύστιν ἢ φλέβα τῶν παχειῶν· θνήσκει δὲ, κἢν <lb/>ἐς
                        ἀρτηρίην καὶ πλεύμονα μεγάλαι σφόδρα αἱ πληγαὶ γένωνται, ὥστε, <lb/>τοῦ
                        πλεύμονος πληγέντος, ἔλασσον προερχόμενον πνεῦμα κατὰ <lb/>στόμα γίνεσθαι, ἢ
                        τὸ ἐκπῖπτον ἐκ τοῦ τρώματος· θνήσκουσι δὲ καὶ <lb/>οἱ ἐς τὰ ἔντερα, ἤν τέ τι
                        τῶν λεπτῶν τρωθῶσιν, ἤν τε τῶν παχέων, <lb/>ἢν ἐπικάρσιος ἡ πληγὴ γένηται
                        καὶ μεγάλη· εἰ δὲ μικρὴ καὶ εὐθεῖα, <lb/>περιγίνονται ἔνιοι. Ἥκιστα δὲ
                        θνήσκουσιν οἱ τιτρωσκόμενοι, ἐν οἷσι <lb/>ταῦτα μὴ ἔνι τῶν τοῦ σώματος
                        μερῶν, ἢ τούτων προσωτάτω. <lb/>500. Τὴν δὲ ὄψιν ἀμαυροῦνται ἐν τοῖσι
                        τρώμασι τοῖσιν ἐς τὴν <lb/>ὀφρὺν καὶ μικρὸν ἐπάνω· ὅσῳ δ᾿ ἂν τὸ τρῶμα
                        νεώτερον ᾖ, μάλιστα <lb/>βλέπουσι, χρονιζομένης δὲ τῆς οὐλῆς, ἀμαυροῦσθαι
                        μᾶλλον συμπίπτει. <lb/>501. Αἱ σύριγγες χαλεπώταταί εἰσιν, ὅσαι ἐν τοῖσι
                        χονδρώδεσί <lb/>τε καὶ ἀσάρκοισι τόποισι πεφύκασιν, εἰσί τε κοῖλαι,
                        μολοῦνταί <lb/>τε καὶ ἰχωροροοῦσιν αἰεὶ, σαρκίον τε ἐπὶ τῷ στόματι ἔπεστιν
                        <lb/>αὐταῖς· εὐθεραπευτότεραι δὲ, ὅσαι ἐν τοῖσι μαλθακοῖσι τόποισι καὶ
                        <lb/>σαρκώδεσί τε καὶ ἀνεύροισι πεφύκασιν. </p></div><pb n="700"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>XXX. 502. Τὰ δὲ πρὸ ἥβης οὐ γίνεται νοσήματα, περιπλευμονικὰ,
                        <lb/>πλευριτικὰ, ποδαγρικὰ, νεφρῖτις, κιρσὸς περὶ κνήμην, ῥοῦς
                        <lb/>αἱματηρὸς, καρκίνος μὴ σύμφυτος, λεύκη μὴ συγγενὴς, κατάῤῥους
                        <lb/>νωτιαῖος, αἱμοῤῥοῒς, μὴ σύμφυτος χορδαψός· τούτων τῶν νοσημάτων
                        <lb/>πρὸ ἥβης οὐ χρὴ προσδέχεσθαι γενησόμενον οὐδέν. Ἀπὸ
                        <lb/>τεσσαρεσκαίδεκα μέχρι δύο καὶ τεσσαράκοντα ἐτέων πάμφορος ἡ <lb/>φύσις
                        νοσημάτων ἤδη τοῦ σώματος γίνεται. Πάλιν δὲ ἀπὸ ταύτης <lb/>τῆς ἡλικίης
                        μέχρι ξγ ἐτέων οὐ γίνονται χοιράδες, οὐδὲ λίθος ἐν <lb/>κύστει, ἢν μὴ τύχῃ
                        πρότερον ὑπάρχων, οὐδὲ κατάῤῥους νωτιαῖος, <lb/>οὐδὲ νεφρῖτις, ἢν μὴ
                        παρακολουθῶσιν ἐξ ἄλλης ἡλικίης, οὐδὲ αἱμοῤῥοΐδες, <lb/>οὐδὲ ῥοῦς αἱματηρὸς,
                        ἢν μὴ πρότερον τύχῃ γεγενημένος· <lb/>ταῦτα μέχρι γήρως ἀπέχεται νοσήματα.
                    </p></div></div></body></text></TEI>