<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg017.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>XXI. 426. Τῶν φθισικῶν οἷσιν ἐπὶ τοῦ πυρὸς ὄζει τὸ πτύαλον <lb/>κνίσσης βαρὺ,
                        καὶ αἱ τρίχες ἐκ τῆς κεφαλῆς ῥέουσιν, ἀπόλλυνται. <lb/>427. Τῶν φθισικῶν
                        οἷσιν ἐπὶ θάλασσαν πτύουσιν ἐς τὸν πυθμένα <lb/>βαδίζει τὸ πῦον, ὀλέθριον
                        συντόμως· ἔστω δὲ ἐν χαλκῷ ἡ θάλασσα. <lb/>428. Ὅσοισι τῶν φθισικῶν αἱ
                        τρίχες ἐκ τῆς κεφαλῆς ῥέουσιν, ὑπὸ <lb/>διαῤῥοίης ἀπόλλυνται· καὶ ὅσοισι
                        φθισικοῖσιν ἐπιγίνονται διάῤῥοιαι, <lb/>θνήσκουσιν. 429. Αἱ ἐν φθινώδεσιν
                        ἐπισχέσιες πτυάλων ἐξιστᾶσι <lb/>ληρωδῶς· αἱμοῤῥοΐδα τούτοισιν ἐλπὶς
                        ἐπιφανῆναι. 430. Φθίσιες <lb/>ἐπικινδυνόταται, αἵ τε ἀπὸ ῥήξιος φλεβῶν τῶν
                        παχειῶν, καὶ ἀπὸ <lb/>κατάῤῥου τοῦ ἀπὸ κεφαλῆς. 431. Τῶν δὲ ἡλικιῶν
                        ἐπικινδυνόταται <lb/>πρὸς φθίσιν ἀπὸ ιη ἐτέων μέχρι ε καὶ λ. 432. Τὰ
                        κνησμώδεα σώματα <lb/>μετὰ κοιλίης στάσιν ἐν φθισικοῖσι, κακόν. 433. Ἐπὶ
                        τῇσι φθινώδεσιν <pb n="682"/> ἕξεσι μετὰ πυρετοῦ ἐς οὖλα καὶ ὀδόντας ῥεύματα
                        ἐπιφαίνομενα, <lb/>κακόν. 434. Ἐπὶ πᾶσιν ὑποχόνδρια μετέωρα, κακόν· κάκιστον
                        <lb/>δὲ ἐπὶ τοῖσι φθισικοῖσι τῶν μακρῶν· ἐπὶ τοῖσι τετηκόσιν ὀλέθριον,
                        <lb/>ἔνιοι πρὸ τῶν τελευτῶν ἐπιῤῥιγοῦσιν. 435. Τὰ ἀμυχώδεα ἐξανθίσματα
                        <lb/>φθίσιν ἕξιος σημαίνει. 436. Οἱ δύσπνοοι ξηρῶς, ἢ πολλὰ <lb/>ἄπεπτα
                        ἀνάγοντες ἐν φθίσει, ὀλέθριοι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>XXII. 437. Οἷσιν ἡπατικοῖσι πολὺ πτύαλον αἱματῶδες, εἴ τε <lb/>ἐνυπόσαπρον,
                        εἴ τε χολῶδες ἄκρητον, ὀλέθριον εὐθέως. 438. Ἐφ᾿ <lb/>ἡπατικῷ τῆξις ἅμα
                        βράγχῳ, κακὸν, ἄλλως τε κἢν ὑποβήσσῃ. <lb/>439. Οἱ καθ᾿ ἧπαρ ὀδυνώδεες,
                        καρδιαλγικοὶ, καρώδεες, ῥιγώδεες, <lb/>κοιλίαι ταραχώδεες, λεπτοὶ, ἀπόσιτοι,
                        ἐφιδροῦντες πολλῷ, πυώδεα <lb/>κατὰ κοιλίην προΐενται. 440. Τοῖσιν ἧπαρ
                        ἐξαπίνης περιωδυνοῦσι <lb/>πυρετὸς ἐπιγενόμενος λύει. 441. Ὅσοι δὲ ἀφρῶδες
                        αἷμα <lb/>πτύουσι, πονέοντες ὑποχόνδριον δεξιὸν, ἀπὸ τοῦ ἥπατος πτύουσι,
                        <lb/>καὶ θνήσκουσιν. 442. Οἷσιν ἧπαρ καυθεῖσιν οἷον ἀμόργη ἔρχεται,
                        <lb/>θανάσιμον. </p></div><pb n="684"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>XXIII. 443. Οἱ δὲ ὕδρωπες οἱ ἐκ τῶν ὀξέων νοσημάτων, <lb/>ἐπίπονοι γίνονται
                        καὶ ὀλέθριοι· ἄρχονται δὲ οἱ πλεῖστοι μὲν ἀπὸ τῶν <lb/>κενεώνων, οἱ δὲ καὶ
                        ἀπὸ τοῦ ἥπατος. Τοῖσι μὲν οὖν ἀπὸ τῶν κενεώνων <lb/>ἀρχομένοισιν οἱ πόδες
                        οἰδέουσι, καὶ διάῤῥοιαι πολυχρόνιοι παρακολουθοῦσιν, <lb/>οὐ λαπάσσουσαι
                        κοιλίην, οὐδὲ τὰς ὀδύνας λύουσαι τὰς <lb/>ἐξ ὀσφύος καὶ κενεώνων. Ὅσοι δὲ
                        ἀπὸ τοῦ ἥπατος, βῆξαί τε θυμὸς <lb/>ἐγγίνεται, καὶ οἱ πόδες οἰδέουσι, καὶ ἡ
                        κοιλίη σκληρὰ διαδίδωσι <lb/>καὶ πρὸς ἀνάγκην, οἰδήματά, τε περὶ αὐτὴν
                        γίνεται, τὰ μὲν <lb/>ἐπὶ δεξιὰ, τὰ δ᾿ ἐπ᾿ ἀριστερὰ, καὶ πάλιν καταπαύεται.
                        444. Ἐπὶ <lb/>τοῖσι ξηροῖσιν ὑδρωπιώδεσι τὰ στραγγουρικὰ, μοχθηρόν· φλαῦρα
                        δὲ <lb/>καὶ τὰ μικρὰς ὑποστάσιας ἔχοντα. 445. Τοῖσιν ὑδρωπιώδεσιν
                        <lb/>ἐπιληπτικὰ ἐπιγενόμενα, ὀλέθριον, ἀλλήλων τε σημεῖον μοχθῃρὸν, <lb/>καὶ
                        κοιλίας ἐξυγραίνουσιν. 446. Ἐν τοῖσι χολώδεσι κοιλίη ταραχώδης,
                        <lb/>διαδιδοῦσα σμικρὰ γονώδεα, μυξώδεα, καὶ πόνον περὶ <lb/>ἦτρον
                        ἐμποιέοντα, καὶ οὖρα οὐκ εὐλύτως ἰόντα, ἐς ὕδρωπα ἀποτελευτᾷ <lb/>ἐκ τῶν
                        τοιούτων. 447. Ὑδεριῶντι πυρετώδει οὖρον μικρὸν <lb/>καὶ τεταραγμένον,
                        ὀλέθριον. 448. Ἐπὶ δὲ ὑδέρῳ ἀρχομένῳ <lb/>διᾴῤῥοια γεγομένη ὑδατώδης, χωρὶς
                        ἀπεψίης, λύει τὸ νόσημα. <lb/>449. Τοῖσι ξηροῖσιν, ὑδρωπιώδεσι προσημαίνουσι
                        στρόφοι περὶ τὸ <pb n="686"/> λεπτὰν ἐμπίπτοντες, κακόν. 450. Τὰ ἐξ
                        ὑδρωπικῶν ἐπιληπτικὰ, <lb/>ὀλέθρια. 451. Ὕδερος πρὸς θεραπείην ἐνδιδοὺς,
                        παλινδρομέων, <lb/>ἀνέλπιστον. 452. Τοῖσιν ὑδρωπιώδεσι, κατὰ φλέβας ἐς
                        κοιλίην <lb/>ῥαγέντος τοῦ ὕδατος, λύσις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>XXIV. 453. Δυσεντερίη ἀκαίρως ἐπιστᾶσα ἀπόστασιν ἐν πλευροῖσιν, <lb/>ἢ
                        σπλάγχνοισιν, ἢ ἐν ἄρθροισι ποιέει· ἆρα ἡ μὲν χολώδης ἐν ἄρθροισιν, <lb/>ἡ
                        δὲ αἱματώδης ἐν πλευροῖσιν, ἢ σπλάγχνοισιν; 454. Δυσεντερικοῖσιν <lb/>ἔμετος
                        χολώδης ἐν ἀρχῇ, κακόν. 455. Οἷσιν ἐκ <lb/>δυσεντερίης ὀξείης ἐς πυώδεα ἥκει
                        τὸ ὑγρὸν, τὸ ἐφιστάμενον ἔκλευκον <lb/>ἔσται καὶ πολύ. 456. Τὰ
                        δυσεντεριώδεα, ὑπέρυθρα, ἰλυώδεα, <lb/>λάβρα διαχρωρήματα, ἐπὶ φλογώδεσιν
                        ἐξερύθροισι χρώμασι λυόμενα, <lb/>ἐλπὶς ἐκμανῆναι. 457. Δυσεντερίη
                        σπληνώδεσι μὴ μακρὴ. <lb/>χρήσιμον, μακρὴ δὲ, πονηρόν· ληγούσης γὰρ, εἰ
                        ὕδρωπες ἢ <lb/>λειεντερίαι γίνονται, θανάσιμον. 458. Ἐν λειεντερικοῖσι μετὰ
                        <lb/>θηρίων, ὀδύναι στρόφῳ λυόμεναι τὰ περὶ ἄρθρα μετεωρίζουσιν· ἐκ
                        <lb/>τοιούτων λέπια ἐξέρυθρα, φλυκταινούμενα· ἐφιδρώσαντες οὗτοι
                        <lb/>διαφοινίσσονται οἷα μάστιξιν. 459. Οἱ ἐν λειεντεριώδεσι μακροῖσιν
                        <lb/>ἅμα θηρίοισι στροφώδεες, ὀδυνώδεες, λυομένων, ἐποιδέουσι· <lb/>τὸ
                        ἐπιῤῥιγοῦν τούτοισι κακόν. 460. Λειεντερικὰ μετὰ δυσπνοίης, <lb/>καὶ πλευροῦ
                        [εἴ] τι κνήσει, ἐς φθίσιν ἀποτελευτᾷ. 461. Εἰλεώδεσιν <lb/>ἔμετος καὶ
                        κώφωσις, κακόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>XXV. 462. Κύστιες δὲ σκληραί τε καὶ ἐπώδυνοι, πάντως <pb n="688"/> μὲν κακὸν,
                        κάκιστον δὲ πυρετῷ συνεχεῖ· καὶ γὰρ οἱ ἀπ᾿ αὐτέων <lb/>πόνοι, ἱκανοὶ
                        ἀνελεῖν· καὶ κοιλίαι τουτέοισιν οὐ πάνυ διαχωρέουσιν· <lb/>λύει δὲ τούτους
                        οὖρον πυῶδες ἐλθὸν, λευκὴν καὶ λείην ἔχον ὑπόστασιν· <lb/>μὴ λυομένων δὲ
                        τούτων, μηδὲ τῆς κύστιος λαπασσομένης, ἐν <lb/>τῇσι πρώτῃσι περιόδοισιν
                        ἐλπὶς ἀπολέσθαι τὸν νοσέοντα· μάλιστα δὲ <lb/>γίνεται τοῦτο τοῖσιν ἀπὸ ἑπτὰ
                        ἐτέων μέχρι πεντεκαίδεκα. 463. Οἱ <lb/>λιθιῶντες, σχηματισθέντες ὥστε τὸν
                        λίθον μὴ προσπίπτειν πρὸς τὸν <lb/>οὐρητῆρα, ῥηϊδίως οὐρέουσιν· οἷσι δὲ φῦμα
                        περὶ τὴν κύστιν <lb/>ἐστὶ τὸ παρέχον τὴν δυσουρίην, παντοίως σχηματισθέντες
                        ὀχλέονται· <lb/>λύσις δὲ τούτου γίνεται, πύου ῥαγέντος. 464. Οἷσι λανθάνει
                        <lb/>τὸ οὖρον προσπῖπτον, καὶ τὸ αἰδοῖον ἕλκονται, ἀνέλπιστοι. <lb/>465. Ἐπὶ
                        στραγγουρίῃ εἰλεὸς ἐπιγενόμενος ἑβδομαίους ἀπόλλυσιν, <lb/>ἢν μὴ, πυρετοῦ
                        ἐπιγενομένου, ἀθρόον οὖρον ἔλθῃ. </p></div></div></body></text></TEI>