<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg017.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>XVI. 298. Ὑπὲρ ὀμφαλὸν πόνος, καὶ ὀσφύος ἄλγημα, φαρμακείη <lb/>μὴ λυόμενα,
                        ἐς ὑδρωπιῶδες ξηρὸν ἀποτελευτᾷ. 299. Τὰ ἐξ ὀσφύος <lb/>ἀλγήματα, χρονιώτερα,
                        πυρετῷ παροξυνόμενα τριταιογενῶς, ποιέει <lb/>τὰ θρομβώδεα αἵματα
                        διαχωρέειν. 300. Τὰ ἐν ὀσφύϊ ἀλγήματα, <lb/>αἱμοῤῥοϊκά. 301. Αἱ ἐξ ὀσφύος
                        ἀλγήματος αἱμόῤῥοιαι, λαῦραι. <lb/>302. Οἷσιν ἐξ ὀσφύος ἀλγήματος ἀναδρομὴ
                        ἐς κεφαλὴν, καὶ χεῖρες <lb/>ναρκώδεες, καὶ καρδιαλγικὰ, καὶ ἠχώδεα,
                        αἱμοῤῥαγικὰ λάβρως, καὶ <lb/>κοιλίαι καταῤῥήγνυνται τούτοισι, καὶ γνῶμαι
                        ταραχώδεες ἐπιπολύ. <lb/>303. Αἱ ἐκ νώτου ἀλγήματος ἀῤῥωστίης ἀρχαὶ,
                        δύσκολοι. 304. Ἐν <lb/>ὀσφύος ἀλγήματι συντόνῳ καὶ ὑποφορῇ πλέονι, ἀπ᾿
                        ἐλλεβόρου ἐμέσαι <lb/>ἀφρώδεα συχνὰ, ὠφελεῖ. 305. Ῥάχιος διαστροφὴν καὶ
                        δύσπνοιαν <lb/>αἵματος ῥύσις λύει. 306. Ἐν ὀσφύϊ ἐπωδύνῳ καρδιαλγικὰ
                        προσελθόντα, <lb/>σημεῖα αἱμοῤῥοώδεα, ἢ καὶ προγεγενημένα. 307. Τὰ <lb/>ἐξ
                        ὀσφύος ἐς τράχηλον καὶ κεφαλὴν ἀναδιδόντα, παραλύοντα παραπληκτικὸν
                        <lb/>τρόπον, σπασμώδεα, παρακρουστικά· ἆρα καὶ λύεται τὰ <pb n="652"/>
                        τοιαῦτα σπασμοῖσιν; ἢ τῶν τοιούτων κοιλίαι νοσέουσι, διὰ τῶν αὐτῶν
                        <lb/>ἰόντων; 308. Ἐξ ὀσφύος ἀναδρομὴ πόνου, ὀφθαλμῶν ἴλλωσις, <lb/>κακόν.
                        309. Πόνος ἐς στῆθος ἱδρυνθεὶς νωθρότητι, κακόν· ἐπὶ <lb/>πυρετῷ οὗτοι ὀξέως
                        ἀπόλλυνται. 310. Ἐξ ὀσφύος ἀλγήματος ἀναδρομαὶ <lb/>ἐς καρδίην, πυρετώδεες,
                        φρικώδεες, ἀνεμέοντες λεπτὰ, ὑδατώδεα, <lb/>παρενεχθέντες ἄφωνοι, ἐμέσαντες
                        μέλανα, τελευτῶσιν. 311. Τὰ <lb/>κατ᾿ ὀσφὺν καὶ τὸ λεπτὸν χρόνια ἀλγήματα,
                        καὶ πρὸς ὑποχόνδρια <lb/>πόνοι, ἀπόσιτοι, ἅμα πυρετῷ, τούτοισιν ἐς κεφαλὴν
                        ἄλγημα σύντονον <lb/>ἐλθὸν κτείνει ὀξέως τρόπον σπασμώδεα. 312. Οἷσιν ὀσφύος
                        <lb/>ἄλγημα, οὗτοι κακοί· ἆρα τούτοισι τρομώδεα γίνεται, καὶ φωνὴ <lb/>δ᾿ ὡς
                        ἐν ῥίγει; 313. Ἆρα τοῖς ὐσφυαλγέσιν, ἀσώδεσιν, ἀνημέτοισιν, <lb/>ὀλίγα
                        θρασέως παρακρούσασιν, ἐλπὶς μέλανα διελθεῖν; <lb/>314. Ὀσφύος πόνος,
                        καρδιαλγικῷ, μετὰ ἀναχρέμψιος βιαίης, ἔχει <lb/>τι σπασμῶδες. 315. Ὑπάφωνον
                        ἅμα κρίσει ῥῖγος. 316. Ὀσφύος <lb/>ἄλγημα, ἄνευ προφάσιος πυκνὰ ἐπιφοιτέον,
                        κακοήθεος ἀῤῥωστίης <lb/>σημεῖον. 317. Ὀσφύος ἄλγημα μετὰ καύματος ἀσώδεος,
                        πονηρόν. <lb/>318. Ὀσφύος σύντασις ἐκ γυναικείων πλήθεος, ἐκπυητικόν·
                        <lb/>καὶ τὰ ποικίλως ἰόντα, γλίσχρα, δυσώδεα, πνιγώδεα, <lb/>ἐπὶ τοῖσι
                        προειρημένοισιν, ἐκπυητικόν· οἶμαι δὲ καὶ παρακρούειν <lb/>τι τὰς τοιαύτας.
                        319. Οἷσιν ὀσφύος ἄλγημα καὶ πλευροῦ ἄνευ <lb/>προφάσιος, ἰκτεριώδεες
                        γίνονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>XVII. 320. Αἱ ἐν κρισίμοισιν ἐκ τῶν αἱμοῤῥαγιῶν περιψύξιες <lb/>νεανικαὶ,
                        κάκισται. 321. Τὸ ἀνάπαλιν αἱμοῤῥαγέειν, πονηρὸν, <pb n="654"/> ἐπὶ σπληνὶ
                        μεγάλῳ ἐκ τῶν δεξιῶν· καὶ κατὰ ὑποχόνδρια <lb/>ὡσαύτως. 322. Τὰ
                        αἱμοῤῥαγεῦντα, ἐπιῤῥιγοῦντα τρώματα, <lb/>κακοήθεα· διαλεγόμενοι λαθραίως
                        τελευτῶσιν. 323. Τὰ πεμπταῖα <lb/>αἱμοῤῥαγοῦντα λάβρως, ἕκτῃ ἐπιῤῥιγώσαντα,
                        ἑβδόμῃ περιψυχθέντα, <lb/>ἀναθερμανθέντα ὀξέως, τούτοισι κοιλίαι
                        πονηρεύονται. <lb/>324. Μεθ᾿ αἱμοῤῥαγίην μελάνων διαχώρησις, κακόν· πονηρὸν
                        δὲ <lb/>καὶ τὰ ἐξερυθρώδεα· τεταρταίοισιν αἱ τοιαῦται αἱμοῤῥαγίαι·
                        κωματωδεες, <lb/>ἐκ τοιούτων σπασθέντες θνήσκουσι, μελάνων προδιελθόντων,
                        <lb/>καὶ κοιλίης ἐπαρθείσης. 325. Μεθ᾿ αἱμοῤῥοίας καὶ μελάνων διαχωρήσιας
                        <lb/>ἐν ὀξεῖ κώφωσις, κακόν· αἵματος διαχώρησις τούτοισιν <lb/>ὀλέθριον,
                        κώφωσιν δὲ λύει. 326. Οἷσιν αἱμοῤῥαγίαι πλείους, <lb/>προϊόντος χρόνου,
                        κοιλίαι πονηρεύονται, ἢν μὴ οὖρον πέπον ἔλθῃ· <lb/>ἆρά γε τὸ ὑδατῶδες οὖρον
                        τοιοῦτόν τι σημαίνει; 327. Οἷσιν ἐπὶ <lb/>αἱμοῤῥαγίῃ λάβρῳ πυκνῇ μετὰ
                        μελάνων συχνὴ διαχώρησις, ἐπιστάσης <lb/>δὲ αἱμοῤῥοεῖ, οὗτοι κοιλίας
                        ὀδυνώδεες, ἅμα δέ τισι φύσῃσιν <lb/>εὔφοροι· ἆρα οἱ τοιοῦτοι ἐφιδροῦσι
                        πολλοῖσι ψυχροῖσιν; τὸ ἀνατεταραγμένον <lb/>οὖρον ἐν τούτοισιν οὐ πονηρὸν,
                        οὐδὲ τὸ ἐφιστάμενον γονοειδές· <lb/>ἐπιπολὺ δὲ οὗτοι ὑδατώδεα οὐρέουσιν.
                        328. Οἷσιν ἐκ <lb/>ῥινῶν ἐπὶ κωφώσει καὶ νωθρότητι μικρὰ ἀποστάζει, ἔχει τι
                        δύσκολον· <lb/>ἔμετος τούτοισι συμφέρει καὶ κοιλίης ταραχή. 329. Αἱ ἐν
                        ἀρχῇσι <lb/>μεγάλαι αἱμοῤῥαγίαι περὶ ἀνακομιδὴν κοιλίας καθυγραίνουσιν.
                        <lb/>330. Τὰ ἐκ ῥινῶν λάβρα βίῃ ἀποληφθέντα, ἔστιν ὅτε σπασμὸν ἐπικαλεῖται,
                            <pb n="656"/> φλεβοτομίη λύει. 331. Αἱ ἑνδεκαταῖαι στάξιες,
                        <lb/>δύσκολοι, ἄλλως τε καὶ ἢν δὶς ἐπιστάξῃ. 322. Ἐπὶ αἵματος <lb/>ῥύσει
                        πολλῇ, ἢ λυγμὸς ἢ σπασμὸς, κακόν. 333. Τοῖσι νέοις <lb/>ἐτῶν ἑπτὰ ἀδυναμίη
                        μετὰ ἀχροίης, καὶ πνεῦμα ἁλιζόμενον ἐν <lb/>τῇσιν ὁδοῖσι, καὶ γῆς ἐπιθυμίη,
                        αἵματος φθορὴν καὶ ἔκλυσιν σημαίνει. <lb/>334. Ἐν τοῖσι μακροῖσι τὰ μικρὰ
                        ἐπιφαινόμενα αἱμοῤῥοώδεα, <lb/>ὀλέθρια. 335. Τὰ σκοτώδεα ἐξ ἀρχῆς αἱμοῤῥοίη
                        ῥινὸς <lb/>λύει. 336. Τὰ ἐκ ῥινῶν σμικροῖς ἱδρῶσι περιψυχόμενα, κακοήθεα.
                        <lb/>337. Αἵματος ἀφαίρεσις ἐν καταψύξει νενωθρευμένῃ, κακόν. <lb/>338.
                        Ὅσοι, κοιλίης ἐπιστάσης, αἱμοῤῥοέουσι, καὶ ἐπιῤῥιγοῦσιν <lb/>ἅμα τῷ
                        αἱμοῤῥοεῖν, τούτοισι κοιλίην λειεντεριώδεα ποιέει καὶ <lb/>ἐπίσκληρον, καὶ
                        ἀσκαρίδας, ἢ ἀμφότερα. 339. Τὰ τεταγμένοισι <lb/>χρόνοισιν αἱμοῤῥοώδεα,
                        διψώδεα, μὴ αἱμοῤῥαγήσαντα, ἐπιληπτικῶς <lb/>θνήσκει. 340. Ἐξ αἱμοῤῥοΐδος
                        ὅσον ἐπιφανείσης σκοτώδεα <lb/>ἐλθόντα, παραπληγικὸν μικρὸν καὶ ἐπ᾿ ὀλίγον
                        σημαίνει· λύει φλεβοτομίη· <lb/>καὶ πᾶν τὸ οὕτως ἐπιφαινόμενον κακόν τι
                        σημαίνει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>XVIII. 341. Οἱ παλμώδεες δι᾿ ὅλου, ἆρα καὶ ἄφωνοι τελευτῶσιν; <lb/>342. Τὰ
                        τρομώδεα, σπασμώδεα γενόμενα, ἐφιδροῦσι, <lb/>φιλυπόστροφα· τούτοισι κρίσις
                        ἐπιῤῥιγώσσιν· ἐπιῤῥιγέουσι δ᾿ οὗτοι <lb/>ἐπὶ κοιλίην καύματι προκληθέντες·
                        ὕπνος πουλὺς ἐν τούτοισι, σπασμῶδες, <pb n="658"/> καὶ τὰ ἐς μέτωπον βάρεα,
                        καὶ οὔρησις δυσκολαίνουσα. <lb/>343. Οἱ ἐν ὑστερικοῖσιν ἄπυροι σπασμοὶ,
                        εὐχερεῖς. 344. Τὰ <lb/>σπασμώδεα, ἀνιδρῶντι, πτύελα παραῤῤέοντα, πυρετώδει
                        ἐόντι, εὐήθεα· <lb/>τούτοισιν, ἐπεὶ κοιλίαι τι καθυγραίνονται, τάχα δέ τι
                        καὶ ἐς <lb/>ἄρθρα ἀποστήσονται. 345. Οἷσιν ἐν σπασμώδεσιν ὀφθαλμοὶ
                        <lb/>ἐκλάμπουσιν ἀτενέως, οὔτε παρ᾿ ἑωυτοῖσίν εἰσι, διανοσέουσί τε
                        <lb/>μακροτέρως. 346. Τὰ σπασμώδεα τρόπον παροξυνόμενα κατόχως, <lb/>τὰ παρ᾿
                        οὖς ἐπαίρει. 347. Τρομώδεσιν, ἀσώδεσι, μικρὰ <lb/>τὰ παρ᾿ οὖς ἐπάρματα
                        σπασμὸν σημαίνει, κοιλίης πονηρευομένης. <lb/>348. Τὰ σπασμώδεα καὶ
                        τετανώδεα πυρετὸς ἐπιγενόμενος λύει. <lb/>349. Σπασμὸς ἐπὶ τρώματι,
                        θανάσιμον. 350. Σπασμὸς ἐπὶ <lb/>πυρετῷ γενόμενος, ὀλέθριον, ἥκιστα δὲ
                        παιδίοισιν. 351. Οἱ <lb/>πρεσβύτεροι ἑπτὰ ἐτέων ἐν πυρετῷ οὐχ ἁλίσκονται ὑπὸ
                        σπασμοῦ· <lb/>εἰ δὲ μὴ, ὀλέθριον. 352. Σπασμοῦ λυτικὸν πυρετὸς ἐπιγενόμενος
                        <lb/>ὀξὺς, μὴ πρότερον γεγονώς· εἰ δὲ εἴη πρότερον γεγονὼς, παροξυνθείς·
                        <lb/>ὠφελέει δὲ καὶ οὔρου διέξοδος ὑαλοειδὴς πολλὴ, καὶ ῥύσις κοιλίης,
                        <lb/>καὶ ὕπνοι· τῶν δὲ ἐξαπίνης σπασμῶν λυτικὸν, πυρετὸς, κοιλίης
                        <lb/>ῥύσις. 353. Ἐν τοῖσι σπασμοῖσιν ἀναυδίη ἐπὶ πολὺ, κακόν· <lb/>τὸ δὲ ἐπὶ
                        μικρὸν, ἤτοι γλώσσης ἀποπληξίην, ἢ βραχίονος, καὶ <lb/>τῶν ἐπὶ δεξιὰ
                        σημαίνει· λύεται δὲ οὔροισιν ἐξαπίνης ἐλθοῦσι, πολλοῖσιν, <lb/>ἀθρόοισιν.
                        354. Ἱδρῶτες δὲ, οἱ μὲν κατὰ μικρὸν, ὠφελέουσιν· <lb/>οἱ δὲ ἀθρόοι, καὶ αἱ
                        τῶν αἱμάτων ἀφαιρέσιες αἱ ἀθρόοι, βλάπτουσιν. <lb/>355. Ἐν τοῖσι τετάνοισι
                        καὶ ὀπισθοτόνοισι γένυες λυόμεναι, <pb n="660"/> θανάσιμον· θανάσιμον δὲ καὶ
                        ἱδροῦν ἐν ὀπισθοτόνῳ καὶ τὸ σῶμα διαλύεσθαι, <lb/>καὶ ἀνεμεῖν ὀπισθοτόνῳ διὰ
                        ῥινῶν, ἢ ἐξ ἀρχῆς ἄφωνον <lb/>ἐόντα βοᾷν ἢ φλυηρεῖν· ἐς γὰρ τὴν ὑστεραίην
                        θάνατον σημαίνει. <lb/>356. Πυρετώδεα ὀπισθοτονώδεα γονοειδέες οὐρήσιες
                        λύουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>XIX. 357. Τὰ κυναγχικὰ τὰ μήτε ἐν τῷ τραχήλῳ μήτε ἐν τῇ <lb/>φάρυγγι μηδὲν
                        εὔδηλον ποιέοντα, πνιγμὸν δὲ νεανικὸν καὶ δύσπνοιαν <lb/>παρέχοντα,
                        αὐθημέρους καὶ τριταίους κτείνει. 358. Τὰ δὲ ἐπάρματα <lb/>καὶ ἔρευθος ἐν τῷ
                        τραχήλῳ λαμβάνοντα, τὰ μὲν λοιπὰ παραπλήσια, <lb/>χρονιώτερα δέ. 359. Ὅσοισι
                        δὲ συνεξερευθείη ἥ τε <lb/>φάρυγξ καὶ ὁ αὐχὴν καὶ τὸ στῆθος, χρονιώτερα· καὶ
                        μάλιστα ἐξ αὐτῶν <lb/>σώζονται, ἢν μὴ παλινδρομέῃ τὰ ἐρυθήματα· ἢν δὲ
                        ἀφανίζηται, <lb/>μήτε φύματος συστραφέντος ἔξω, μήτε πύου ἀναχρεμπτομένου
                        <lb/>πρηέως καὶ ἀπόνως, μήτε ἐν ἡμέρῃσι κρισίμῃσιν, ὀλέθρια γίνεται·
                        <lb/>ἆρά γε ἔμπυοι γίνονται; ἀσφαλέστατον δὲ τὸ ἔρευθος καὶ τὰς ἀποστάσιας
                        <lb/>ὅτι μάλιστα ἔξω τρέπεσθαι. 360. Ἐρυσίπελας δὲ ἔξωθεν <lb/>μὲν
                        ἐπιγίνεσθαι, χρήσιμον· εἴσω δὲ τρέπεσθαι, θανάσιμον· τρέπεται <lb/>δὲ, ὅταν,
                        ἀφανιζομένου τοῦ ἐρυθήματος, βαρύνηται τὸ στῆθος, <lb/>καὶ δυσπνοώτερος
                        γίνηται. 361. Οἷς δὲ κυνάγχη ἐς τὸν πλεύμονα <lb/>τρέπεται, οἱ μὲν ἐν τῇσιν
                        ἑπτὰ ἡμέρῃσιν ἀπόλλυνται· οἱ <lb/>δὲ διαφυγόντες ἔμπυοι γίνονται, μὴ
                        γινομένης αὐτοῖς ἀναγωγῆς <lb/>φλεγματώδεος. 362. Οἷσι διὰ σφοδρότητος
                        σφυγμοῦ κόπριον <lb/>ἐξαπίνης διαχωρέει, θανάσιμον. 363. Ἐν τοῖσι
                        κυναγχικοῖσι τὰ <lb/>ὑπόξηρα πτύσματα ἰσχνῶν, κακόν. 364. Τὰ κυναγχικὰ ἐν
                        γλώσσαις <lb/>οἰδήματα, ἀσήμως ἀφανιζόμενα, ὀλέθρια· καὶ τὰ ἀλγήματα <pb n="662"/> ἀφανιζόμενα χωρὶς προφάσιος, ὀλέθρια. 365. Ἐν τοῖσι
                        κυναγχικοῖσιν <lb/>οἱ μὴ ταχὺ ἀναπτύοντες πέπονα, ὀλέθριοι. <lb/>366. Ἐν
                        κυνάγχῃ ἀσήμως εἰς κεφαλὴν ἀλγήματα μετὰ πυρετοῦ, ὀλέθρια. <lb/>367. Ἐν
                        κυνάγχῃ ἀσήμως ἐς σκέλη ἀλγήματα μετὰ πυρετοῦ, ὀλέθρια. <lb/>368. Ἐκ
                        κυναγχικῶν ἀκρίτως ὑποχονδρίου ἄλγημα, μετὰ <lb/>ἀκρασίης καὶ νωθρότητος
                        γενόμενον, κτείνει λαθραίως, εἰ καὶ πάνυ <lb/>δοκοῖεν ἐπιεικῶς ἔχειν. 369.
                        Ἐκ κυναγχικῶν ἀσήμως ἰσχνανθέντων <lb/>ἐς στῆθος ἄλγημα καὶ ἐς κοιλίην ἐλθὸν
                        σύντονον, ποιέει πυῶδες <lb/>διαχωρέειν, ἄλλως καὶ λυομένου τὸ τοιοῦτον.
                        370. Ἐκ <lb/>κυναγχικῶν πάντα ὀλέθρια, ὅσα μὴ ἔκδηλον ἐποίησεν ἄλγημα· ἀτὰρ
                        <lb/>καὶ ἐς σκέλεα ἀλγήματα χρόνια φοιτᾷ, καὶ ἐκπυοῦται δυσκόλως. <lb/>371.
                        Τὰ ἐκ κυνάγχης πτύαλα γλίσχρα, παχέα, ἔκλευκα, βιαίως ἀναγόμενα, <lb/>κακὸν,
                        καὶ πᾶς ὁ τοιοῦτος πεπασμὸς, κακόν· κάθαρσις πολλὴ <lb/>κάτω τοὺς τοιούτους
                        παραπληκτικῶς ἀπόλλυσιν. 372. Ἐκ κυνάγχης <lb/>ὑπόξηρα πυκνὰ πτύελα,
                        βηχώδεα, πλευροῦ ὀδυνώδεα, ὀλέθρια· <lb/>καὶ τὰ ἐν τοῖσι ποτοῖσιν
                        ὑποβήσσοντα, καὶ κατάποσις βιαία, πονηρόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>ΧΧ. 373. Τῶν πλευριτικῶν οἷσιν ἐν ἀρχῇ πάμπυοι αἱ πτύσιες, <lb/>τριταῖοι
                        θνήσκουσιν, ἢ πεμπταῖοι· φυγόντες δὲ ταύτας, μὴ <lb/>πολὺ ῥᾷον ἔχοντες, τῇ
                        ἑβδόμῃ, ἢ ἐννάτῃ, ἢ ἑνδεκάτῃ, ἄρχονται <lb/>ἐμπυοῦσθαι. 374. Οἷσι δὲ ἐν νώτῳ
                        ἔρευθος, τῶν πλευριτικῶν, <pb n="664"/> καὶ ὦμοι θερμαίνονται, καὶ κοιλίη
                        ταράσσεται χολώδεα καὶ δυσώδεα, <lb/>εἰκοστῇ καὶ μιῇ κινδυνεύουσι, φυγόντες
                        δὲ ταύτας σώζονται. <lb/>375. Αἱ ξηραὶ τῶν πλευριτίδων καὶ ἄπτυστοι,
                        χαλεπώταται· φοβεραὶ <lb/>δὲ, ἐν οἷσιν ἄνω τὰ ἀλγήματα. 376. Αἱ ἄνευ
                        σπασμάτων <lb/>πλευρίτιδες χαλεπώτεραι τῶν μετὰ σπασμάτων. 377. Τῶν
                        πλευριτικῶν <lb/>οἷσιν ἐν ἀρχῇ γλῶσσα χολώδης γίνεται, ἑβδομαῖοι κρίνονται·
                        <lb/>οἷσι δὲ τρίτῃ ἢ τετάρτῃ, περὶ τὴν ἐννάτην. 378. Πομφόλυγος δὲ
                        <lb/>ὑποπελίου γινομένης ἐπὶ τῆς γλώσσης ἐν ἀρχῇ, οἵη σιδηρίου βαφέντος
                        <lb/>ἐς ἔλαιον, χαλεπωτέρη ἡ ἀπόλυσις γίνεται, καὶ ἡ μὲν κρίσις ἐς <lb/>τὴν
                        ιδ ἀφικνεῖται· αἷμα δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πτύουσιν. 379. Πτύαλον <lb/>δ᾿ ἐν τῇσι
                        πλευρίτισι, τρίτῃ μὲν ἀρχόμενον πεπαίνεσθαι καὶ <lb/>πτύεσθαι, θάσσους
                        ποιέει τὰς ἀπολύσιας, ὕστερον δὲ, βραδυτέρας. <lb/>380. Τὰ δὲ ἀλγήματα τοῖσι
                        πλευριτικοῖσι χρήσιμον κοιλίην μαλάσσεσθαι, <lb/>πτύαλα χρωματίζεσθαι,
                        ψόφους ἐν τῷ στήθει μὴ γίνεσθαι, <lb/>τὸ οὖρον εὐοδεῖν· τὰ δὲ τούτων ἐναντία
                        δυσχερέα, καὶ πτύαλον <lb/>γλυκαινόμενον. 381. Αἱ δὲ χολώδεες ἅμα καὶ
                        αἱματώδεες πλευρίτιδες, <pb n="666"/> ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ κρίνονται ἐναταῖαι, ἢ
                        ἑνδεκαταῖαι, καὶ μάλιστα <lb/>ὑγιάζονται· οἷσι δὲ τῶν πλευριτικῶν ἐν ἀρχῇ
                        μὲν οἱ πόνοι <lb/>μαλθακοὶ, πέμπτῃ δὲ ἢ ἕκτῃ παροξύνονται, μᾶλλον πρὸς τὰς
                        <lb/>δυοκαίδεκα ἀφικνέονται, καὶ οὐ πάνυ σώζονται, κινδυνεύουσι δὲ
                        <lb/>μάλιστα ἑβδομαῖοι καὶ δωδεκαταῖοι, τὰς δὲ δὶς ἑπτὰ φυγόντες, σώζονται.
                        <lb/>382. Ὅσοισι τῶν πλευριτικῶν ψόφος τοῦ πτυάλου πολὺς <lb/>ἐν τῷ στήθει,
                        καὶ πρόσωπον κατηφὲς, καὶ ὀφθαλμὸς ἰκτεριώδης καὶ <lb/>ἀχλυώδης, ἀπόλλυνται.
                        383. Οἱ ἐκ πλευριτικοῦ ἔμπυοι γενόμενοι, <lb/>ἐν τῇσι τεσσαράκοντα ἡμέρῃσιν
                        ἀναπτύουσιν ἀπὸ τῆς ῥήξιος. <lb/>384. Πτύαλον δὲ χρὴ πᾶσι τοῖσι
                        πλευριτικοῖσι καὶ περιπλευμονικοῖσιν <lb/>εὐπετέως τε καὶ ταχέως
                        ἀναπτύεσθαι, μεμίχθαι τε τὸ ξανθὸν <lb/>τῷ πτυάλῳ· τὸ δ᾿ ὕστερον πολλῷ τῆς
                        ὀδύνης ἀναγόμενον ξανθὸν, ἢ μὴ <lb/>μεμιγμένον, καὶ πολλὴν βῆχα παρέχον,
                        πονηρόν· πονηρὸν δὲ πάντως <lb/>καὶ τὸ ξανθὸν ἄκρητον, καὶ τὸ γλίσχρον καὶ
                        λευκὸν, καὶ τὸ στρογγύλον, <lb/>καὶ τὸ χλωρὸν σφόδρα, καὶ τὸ ἀφρῶδες, καὶ τὸ
                        πελιῶδες καὶ <lb/>ἰῶδες· χεῖρον δέ τε τὸ οὕτως ἄκρητον, ὥστε μέλαν
                        φαίνεσθαι· <lb/>αἵματι δὲ μὴ πολλῷ συμμεμιγμένον τὸ ξανθὸν, ἐν ἀρχῇ μὲν
                        σωτήριον, <lb/>ἑβδομαίῳ δ᾿ ἢ παλαιοτέρῳ ἧσσον ἀσφαλές· αἱματῶδες δὲ
                        <lb/>λίην, ἢ πέλιον εὐθέως ἐν ἀρχῇ, κινδυνῶδες· πονηρὰ δὲ καὶ τὰ
                        <lb/>ἀφρώδεα, καὶ τὰ ξανθὰ, καὶ μέλανα, καὶ ἰώδεα, καὶ ἰξώδεα, καὶ ὅσα
                        <lb/>ταχέως χρωματίζεται· τὰ δὲ μυξώδεα καὶ λιγνυώδεα καὶ χρωματίζεται
                        <lb/>ταχέως, καί ἐστιν ἀσφαλέστερα· τὰ δ᾿ ἐντὸς πέμπτης ἐς πέψιν
                        <lb/>χρωματιζόμενα, βελτίω. 385. Πᾶν δὲ πτύαλον μὴ λύον τὴν <lb/>ὀδύνην,
                        πονηρόν· λύον δὲ, χρήσιμον. 386. Ὅσοι δὲ μετὰ τοῦ χολώδεος <pb n="668"/>
                        πυῶδες ἀνάγουσιν, ἢ χωρὶς, ἢ μεμιγμένον, ὡς ἐπιτοπολὺ
                        <lb/>τεσσαρεσκαιδεκαταῖοι θνήσκουσιν (ἢν μή τι κακὸν ἢ ἀγαθὸν ἐπιγένηται
                        <lb/>τῶν προγεγραμμένων· εἰ δὲ μὴ, κατὰ λόγον,) μάλιστα δὲ οἷσιν
                        <lb/>ἑβδομαίοισιν ἄρχεται τὸ τοιοῦτον πτύαλον. 387. Ἔστι δὲ ἀγαθὸν <lb/>μὲν
                        καὶ τούτοισι καὶ πᾶσι τοῖσι περὶ πλεύμονα, φέρειν ῥηϊδίως τὸ <lb/>νούσημα,
                        τῆς ὀδύνης ἀπηλλάχθαι, τὸ πτύαλον εὐπετέως ἀνάγειν, <lb/>εὔπνοον εἶναι καὶ
                        ἄδιψον, τὸ σῶμα ἅπαν ὁμαλῶς θερμαίνεσθαι καὶ <lb/>μαλθακὸν εἶναι, καὶ πρὸς
                        τούτοισιν ὕπνους, ἱδρῶτας, οὖρον, διαχώρησιν <lb/>χρηστὴν γίνεσθαι· κακὰ δὲ
                        τἀναντία τούτων. Εἰ μὲν οὖν πάντα <lb/>προσγένοιτο τῷ πτύσματι τούτῳ τὰ
                        χρήσιμα, σώζοιτ᾿ ἄν· εἰ δὲ τὰ μὲν, <lb/>τὰ δὲ μὴ οὐ πλείους τῶν
                        τεσσαρεσκαίδεκα βιώσας· τῶν δ᾿ ἐναντίων σημείων <lb/>ἐπιγενομένων,
                        συντομώτερον. 388. Ὅσα δὲ τῶν ἀλγημάτων <lb/>ἐν τοῖσι τόποισι τούτοισι μὴ
                        παύσηται μήτε πρὸς τὰς ἀναπτύσιας, <lb/>μήτε πρὸς τὰς φλεβοτομίας τε καὶ
                        διαίτας, ἐμπυοῦται. 389. Ὅσοισι <lb/>δὲ ἐκ περιπλευμονίης ἀποστάσιες παρ᾿
                        οὖς ἢ ἐς τὰ κάτω γίνονται, <lb/>καὶ ἐκπυοῦσί τε, καὶ ἐκσυριγγοῦνται,
                        περιγίνονται· γίνονται δὲ, <lb/>οἷσιν ἂν ὅ τε πυρετὸς καὶ ὁ πόνος
                        παρακολουθῇ, καὶ τὸ πτύαλον <lb/>μὴ χωρέῃ κατὰ λόγον, μηδὲ χολώδεες αἱ
                        διαχωρήσιες, εὔλυτοί <pb n="670"/> τε καὶ ἄκρητοι γίνωνται, μηδὲ οὖρον παχύ
                        τε σφόδρα καὶ πολλὴν <lb/>ὑπόστασιν ἔχον, τά τε ἄλλα σωτηρίως ἔχοιεν·
                        γίνονται δὲ, αἱ μὲν <lb/>ἐς τὰ κάτω, οἷσιν ἂν περὶ ὑποχόνδρια φλεγμονὴ
                        γίνηται, αἱ δὲ ἐς <lb/>τὰ ἄνω, οἷσιν ἂν τὸ μὲν ὑποχόνδριον λαπαρόν τε καὶ
                        ἀνώδυνον ᾖ, <lb/>δύσπνοοι δέ τινα χρόνον γενόμενοι παύσωνται χωρὶς
                        προφάσιος. <lb/>390. Αἱ δὲ ἐς τὰ σκέλεα τῶν ἀποστασίων ἐν τῇσιν
                        ἐπικινδύνοισι <lb/>περιπλευμονίῃσι, λυσιτελέες μὲν πᾶσαι, βέλτισται δὲ αἱ
                        τοῦ πτυέλου <lb/>πυώδεος ἀντὶ ξανθοῦ γενομένου· μὴ χωρέοντος δὲ τοῦ πτυέλου
                        <lb/>κατὰ λόγον, μηδὲ τοῦ οὔρου χρηστὴν ὑπόστασιν ἔχοντος, κίνδυνος
                        <lb/>χωλωθῆναι τὸν ἄνθρωπον, ἢ καὶ πολλὰ πρήγματα παρασχεῖν· ἢν δὲ
                        <lb/>παλινδρομέωσιν αἱ ἀποστάσιες, πυρετοῦ παρακολουθοῦντος, καὶ τοῦ
                        <lb/>πτυάλου μὴ χωρέοντος, κίνδυνος θανεῖν καὶ παραφρονῆσαι. Ὅσοι δὲ
                        <lb/>τῶν περιπλευμονικῶν μὴ ἀνεκαθάρθησαν ἐν τῇσι κυρίῃσιν ἡμέρῃσιν,
                        <lb/>ἀλλὰ παρακόψαντες διέφυγον τὰς τεσσαρεσκαίδεκα, κίνδυνος ἐμπύους
                        <lb/>γενέσθαι. 391. Τῶν περιπλευμονιῶν αἱ ἐκ πλευριτικοῦ μεταστᾶσαι,
                        <lb/>τῶν ἐξ ἀρχῆς γενομένων ἀσφαλέστεραι. 392. Τῶν δὲ σωμάτων <lb/>τὰ
                        γεγυμνασμένα καὶ πυκνὰ θᾶσσον ὑπὸ τῶν πλευριτικῶν καὶ <lb/>περιπλευμονικῶν
                        ἀπόλλυνται τῶν ἀγυμνάστων. 393. Κορύζας <lb/>καὶ πταρμοὺς τοῖσι περὶ
                        πλεύμονα καὶ προγενέσθαι καὶ ἐπιγενέσθαι, <lb/>πονηρόν· τοῖσι δὲ λοιποῖσι
                        πταρμὸς οὐκ ἀλυσιτελής. <lb/>394. Τοῖσι περιπλευμονικοῖσιν, οἷσι γλῶσσα πᾶσα
                        λευκὴ καὶ τρηχεῖα <lb/>γίνεται, ἀμφότερα φλεγμαίνει τὰ μέρεα τοῦ πλεύμονος·
                        οἷσι δὲ <lb/>τὸ ἥμισυ, ἓν καθ᾿ ὃ φαίνεται· καὶ οἷσι μὲν πρὸς τὴν μίαν κληῗδα
                        <lb/>ὁ πόνος γίνεται, ἡ ἄνω πτέρυξ τοῦ πλεύμονος ἡ μία νοσέει· οἷσι δὲ <pb n="672"/> πρὸς ἄμφω τὰς κληῗδας ὁ πόνος γίνεται, αἱ ἄνω πτέρυγες τοῦ
                        <lb/>πλεύμονος ἄμφω νοσέουσιν· οἷσι δὲ κατὰ μέσην τὴν πλευρὴν, ἡ <lb/>μέση·
                        οἷσι δὲ πρὸς τὴν διάτασιν, ἡ κάτω· οἷσι δὲ πᾶν τὸ ἓν μέρος <lb/>πονέει,
                        πάντα τὰ κατὰ τοῦτο μέρος νοσέει. Ἢν μὲν οὖν σφόδρα <lb/>φλεγμαίνωσιν αἱ
                        ἀορταὶ, ὥστε προσκαθῆσθαι πρὸς τὸ πλευρὸν, <lb/>παραλύονται τὸ κατὰ τοῦτο τὸ
                        μέρος τοῦ σώματος, καὶ πελιώματα <lb/>περὶ τὴν πλευρὴν ἔξω γίνεται, τούτους
                        δὲ ἐκάλεον οἱ ἀρχαῖοι <lb/>βλητούς· ἢν δὲ μὴ σφόδρα φλεγμαίνωσιν, ὥστε μὴ
                        προσκαθῆσθαι, <lb/>ἀλγηδὼν μὲν γίνεται παρ᾿ ὅλον, οὐ μὴν παραλύονταί γε,
                        οὐδὲ πελιώματα <lb/>ἴσχουσιν. 395. Οἷσι δ᾿ ἅπας ὁ πλεύμων φλεγμήνῃ μετὰ
                        <lb/>τῆς καρδίης, ὥστε καὶ προσπεσεῖν πρὸς τὴν πλευρὴν, παραλύεται <lb/>πᾶς
                        ὁ νοσέων, καὶ κεῖται ψυχρὸς ὁ νοσέων ἀναίσθητος· θνήσκει δὲ <lb/>δευτεραῖος
                        ἢ τριταῖος· ἢν δὲ καὶ χωρὶς τῆς καρδίης συμβῇ καὶ <lb/>ἧσσον, πλείονα χρόνον
                        ζῶσιν, ἔνιοι δὲ καὶ διασώζονται. 396. Τοῖσιν <lb/>ἐμπύοις γινομένοισι,
                        μάλιστα δὲ ἐκ πλευριτικοῦ καὶ περιπλευμονικοῦ, <lb/>θέρμαι παρακολουθοῦσι,
                        τὴν μὲν ἡμέρην λεπταὶ, τὴν δὲ νύκτα <lb/>συντονώτεραι, καὶ πτύουσιν οὐδὲν
                        ἄξιον λόγου, ἱδροῦσί τε περὶ <lb/>τράχηλον καὶ κληῗδα, καὶ τοὺς μὲν
                        ὀφθαλμοὺς κοιλαίνονται, τὰς δὲ <lb/>νάθους ἐρεύθονται, χειρῶν δὲ
                        θερμαίνονται μὲν δακτύλους ἄκρους <lb/>καὶ τραχύνονται, γρυποῦνται δὲ
                        ὄνυχας, καὶ καταψύχονται, περί <lb/>τε τοὺς πόδας ἐπάρματα ἴσχουσι, καὶ κατὰ
                        τὸ σῶμα φλυκταινίδια, <lb/>σίτων τε ἀφίστανται. Τὰ μὲν οὖν χρονίζοντα τῶν
                        ἐμπυημάτων ἴσχει <lb/>τὰ σημεῖα ταῦτα. Τὰ δὲ συντόμως ῥηγνύμενα σημειοῦσθαι
                        τούτων <pb n="674"/> τε τοῖσιν ἐπιγενομένοισι, καὶ τοῖσιν ἐν ἀρχῇ πόνοισι,
                        ἅμα δὲ καὶ <lb/>ἤν τι δυσπνοώτερος γίνηται· ῥήγνυται δὲ τὰ πλεῖστα τῶν
                        ἐμπυημάτων, <lb/>τὰ μὲν εἰκοσταῖα, τὰ δὲ τεσσαρακοσταῖα, τὰ δὲ πρὸς τὰς
                        <lb/>ἑξήκοντα. Οἷσι μὲν οὖν ὁ πόνος ἐν ἀρχῇ ἔγκειται σύντονος καὶ δύσπνοια
                        <lb/>καὶ βὴξ μετὰ πτυαλισμοῦ, πρὸς τὰς εἴκοσιν ἢ συντομώ τερον
                        <lb/>προσδέχου τὴν ῥῆξιν· οἷσι δὲ ἐλαφρότερα ταῦτά ἐστι, κατὰ λόγον.
                        <lb/>Λογίζεσθαι δὲ τὸν χρόνον, ἀφ᾿ οὗ πρῶτον ἤλγησεν, εἰ ἐβαρύνθη, εἰ
                        <lb/>ἐπύρεξεν, ἢ εἴ ποτε ῥῖγος ἔλαβεν· προγίνεσθαι δὲ ἀνάγκη καὶ πόνον
                        <lb/>καὶ δύσπνοιαν καὶ πτυαλισμὸν πρὸ τῆς ῥήξιος. Οἶσι μὲν οὖν ὅ τε
                        <lb/>πυρετὸς εὐθέως ἀπογίνεται μετὰ τὴν ῥῆξιν, καὶ σιτίων ἐπιθυμέουσι,
                        <lb/>καὶ τὸ πῦον ἀνάγεται ῥηϊδίως λευκὸν ἐὸν καὶ ἄνοσμον καὶ λεῖον καὶ
                        <lb/>ὁμόχροον καὶ ἀφλέγμαντον, κοιλίη τε μικρὰ συνεστηκότα ὑποχωρέει,
                        <lb/>ὡς ἐπὶ τὸ πουλὺ σώζονται συντόμως. Οἷσι δὲ πυρετοί τε παρακολουθοῦσι
                        <lb/>καὶ δίψα καὶ ἀποσιτίη, καὶ τὸ πῦον πελιὸν ἢ χλωρὸν ἢ φλεγματῶδες <lb/>ἢ
                        ἀφρῶδες, κοιλίη τε ἐφυγραίνεται, τελευτῶσιν. Οἷσι δὲ τὰ <lb/>μὲν ἐπιγίνεται
                        ἐκ τῶν προειρημένων, τὰ δὲ μὴ, τούτων οἱ μὲν ἀποθνήσκουσιν, <lb/>οἱ δὲ πολλῷ
                        χρόνῳ σώζονται. 397. Οἱ δὲ μέλλοντες <lb/>ἔμπυοι γίνεσθαι, πτύουσι, τὸ μὲν
                        πρῶτον ἁλμυρὸν, εἶτα γλυκύτερον. <lb/>398. Οἷσι δ᾿ ἐν πλεύμονι φύματα
                        γίνεται, τὸ πῦον ἀνάγουσιν ἐς <lb/>τεσσαράκοντα ἡμέρας μετὰ τὴν ῥῆξιν·
                        ταύτας δὲ ὑπερβάλλοντες, ὡς <lb/>τὰ πολλὰ φθισικοὶ γίνονται. 399. Ἐπὶ
                        πλευροῦ ἀλγήματι στάξις <lb/>ἀπὸ ῥινῶν αἵματος, κακόν. 400. Οἷσιν ἐμπύοισιν
                        ἐπιεικέστερον <lb/>ἔχουσι δυ σωδίαι τῶν πτυσμάτων παρακολουθοῦσι, τούτους
                        ὑποτροπὴ <lb/>κτείνει. 401. Οἱ ἐν πλευριτικοῖσιν ἀναπτύοντες πυώδεα,
                        <lb/>ὑπόχολα, στρογγύλα, ἢ πυώδεα ὕφαιμα, προεληλυθότος χρόνου, ὀλέθριοι·
                        <lb/>ὀλέθριοι δὲ καὶ οἱ τὰ μέλανα λιγνυώδεα πτύοντες, ἢ οἷσιν <pb n="676"/>
                        [οἷον] ἀπὸ οἴνου μέλανος γίνεται πτύσματα. 402. Ὅσοι αἷμα <lb/>ἀφρῶδες
                        πτύουσι, πονέοντες ὑποχόνδριον δεξιὸν, ἀπὸ τοῦ ἥπατος <lb/>πτύουσι, καὶ οἱ
                        πολλοὶ ἀπόλλυνται. 403. Οἷσι καιομένοισι <lb/>πῦον βορβορῶδες ἔρχεται καὶ
                        δυσῶδες, ἀπόλλυνται ὡς τὰ πολλά. <lb/>404. Οἷσιν ἀπὸ τοῦ πύου ἡ μήλη
                        χρωματίζεται καθάπερ ἀπὸ πυρὸς, <lb/>ἀπόλλυνται ὡς τὰ πολλά. 405. Μετὰ
                        πλευροῦ ἀλγήματος, <lb/>μὴ πλευριτικοῦ δὲ, καὶ ταραχωδέων λεπτῶν ἐπιεικῶν,
                        οὗτοι φρενιτικοὶ <lb/>ἀποβαίνουσιν. 406. Ἐν τοῖσι κατὰ πλεύμονα αἱ λίην
                        ἐξέρυθροι <lb/>ἀποστάξιες, πονηρόν. 407. Μετὰ βράγχου πτύελα γλίσχρα,
                        <lb/>ἁλμυρώδεα, κακόν· ἢν δέ τι καὶ ἐπαίρηται κατὰ στῆθος, ἐπὶ <lb/>τούτοισι
                        κακόν· τὰ ἐς τράχηλον ἀλγήματα, τούτων ἰσχνανθέντων, ὁλέθριον. <lb/>408.
                        Βράγχος μετὰ βηχὸς καὶ κοιλίης ὑγρῆς, πῦον ἀνάγει. <lb/>409. Οἷσιν ἐν
                        περιπλευμονίῃ οὖρα παχέα ἐν ἀρχῇ, εἶτα πρὸ <lb/>τῆς τετράδος λεπτύνεται,
                        θανάσιμον, 410. Οἱ ἐν ξηροῖσι περιπλευμονικοῖσιν <lb/>ὀλίγα πέπονα
                        ἀνάγοντες, φοβεροί· τὰ ἐν τοῖσι <lb/>στήθεσιν ἐρυθήματα ὑποπλάτεα, γίνεται
                        τοῖς τοιούτοισιν ὀλέθρια. <lb/>411. Πλευροῦ ἄλγημα ἐν πτύσει χολώδει ἀλόγως
                        ἀφανισθὲν, ἐξίσταται. <lb/>412. Οἱ δι᾿ ἐμπύησιν πυρετοὶ διαλείποντες,
                        ἐφιδροῦντες <lb/>οἱ πολλοί εἰσιν. 413. Τοῖσιν ἐμπύοισι κώφωσις γενομένη
                        αἱματώδεα <lb/>διαχώρησιν σημαίνει· τούτοισι πρὸς τὴν τελευτὴν μέλανα
                        <lb/>διαχωρέει. 414. Πλευροῦ ἄλγημα μετὰ πυρετοῦ χρονίου <lb/>σημαίνει πῦον
                        ἀνάξειν. 415. Οἱ φρικώδεες πυκνὰ ἐς ἐμπύησιν <lb/>ἔρχονται· ἀτὰρ καὶ πυρετὸς
                        τὸν τοιοῦτον ἄγει ἐς ἐμπύησιν. <pb n="678"/> 416. Οἷσιν ἐκ πλευροῦ ἀλγήματος
                        ἀσιτίαι παρακολουθοῦσιν, ὁπό τι <lb/>καρδιαλγικοὶ, ἱδρώδεες, ἔχοντος δὲ
                        προσώπου ἄνθη, καὶ κοιλίης ὑγροτέρης, <lb/>ἐκπυήματα κατὰ πλεύμονα ἴσχουσιν.
                        417. Τὰ ὀρθοπνοῖκὰ <lb/>ποιέει ὑδρωπιώδεα σκληρά. 418. Τὰ σπάσματα μὲν πάντα
                        ὀχληρὰ <lb/>γίνεται, καὶ πόνους τε ἐν ἀρχῇ συντόνους παρέχει, καὶ ἐξ ὑστέρου
                        <lb/>ἐνίους ὑπομιμνήσκει· δυσκολώτατα δὲ τὰ περὶ θώρηκα, μάλιστα δὲ
                        <lb/>κινδυνεύουσιν, οἷσιν ἔμετος αἵματος, πυρετὸς πολὺς, καὶ πόνος <lb/>περὶ
                        μαζὸν καὶ θώρηκα καὶ μετάφρενον· οἷσι γὰρ γίνεται πάντα <lb/>ταῦτα, συντόμως
                        θνήσκουσιν· οἷσι δὲ μὴ πάντα, μηδὲ σφόδρα, βραδύτερον· <lb/>φλεγμαίνει δὲ τὸ
                        μακρότατον ἡμέρας τεσσαρεσκαίδσκα. <lb/>419. Τοῖσιν αἷμα πτύουσιν ἀπυρέτοις
                        εἶναι συμφέρει, καὶ βήσσειν <lb/>καὶ πονέειν ἐλαφρῶς, καὶ τὸ πτύαλον
                        λεπτύνεσθαι πρὸς τὰς δὶς <lb/>ἑπτά· πυρέσσειν δὲ καὶ βήσσειν καὶ πονέειν
                        συντόνως, καὶ αἷμα <lb/>πρόσφατον αἰεὶ πτύειν, ἀσύμφορον. 420. Ὅσοισι τὸ
                        πλευρὸν μετέωρον <lb/>καὶ θερμότερον, ὅταν ἐγκεκλιμένοισιν ἐπὶ θάτερον βάρος
                        <lb/>ἐξηρτῆσθαι δοκέῃ, τούτοισι τὸ πῦον ἐκ τοῦ ἑνὸς μέρεός ἐστιν. <lb/>421.
                        Τοῖσιν ἐμπύοισι τὸν πλεύμονα, κατὰ κοιλίην πῦον ὑποχωρέειν, <lb/>θανάσιμον.
                        422. Ὅσοι, τρωθέντες ἐς τὸν θώρηκα, τὸ μὲν <lb/>ἐκτὸς τοῦ τρώματος
                        ὑγιάσθησαν, τὸ δ᾿ ἐντὸς μὴ, κινδυνεύουσιν ἔμπυοι <lb/>γενέσθαι· ὅσοις δ᾿ ἂν
                        ἀσθενὴς ἔνδοθεν ἡ οὐλὴ γένηται, ῥηϊδίως <pb n="680"/> ἀναῤῥήγνυται. 423.
                        Ἀπόλλυνται δὲ ἐκ μὲν τῶν περιπλευμονικῶν <lb/>ἐμπυημάτων οἱ γεραίτεροι
                        μᾶλλον· ἐκ δὲ τῶν λοιπῶν οἱ νεώτεροι. <lb/>424. Τῶν ἐμπύων οἷσι σειομένοισιν
                        ἀπὸ τῶν ὤμων πολὺς <lb/>γίνεται ψόφος, ἔλασσον ἔχουσι πῦον, ἢ οἷσιν ὀλίγος
                        δυσπνοωτέροισιν <lb/>ἐοῦσι καὶ εὐχροωτέροισιν· οἷσι δὲ ψόφος μὲν μηδὲ εἷς
                        ἐγγίνεται, <lb/>δύσπνοια δὲ ἰσχυρὴ, καὶ ὄνυχες πέλιοι, πλήρεες οὗτοί εἰσι
                        <lb/>πύου καὶ ὀλέθριοι. 425. Ὅσοι ἀφρῶδες αἷμα ἐμέουσι, πόνου μὴ <lb/>ἐόντος
                        κάτω τοῦ διαφράγματος, ἀπὸ τοῦ πλεύμονος ἐμέουσιν· καὶ <lb/>οἷσι μὲν ἡ
                        μεγάλη φλὲψ ἐν αὐτῷ ῥήγνυται, πολύ τε ἐμέουσι καί <lb/>εἰσιν ἐπικίνδυνοι·
                        οἷσι δὲ ἡ ἐλάσσων, ἔλασσόν τε ἀνάγουσι, καί εἰσιν <lb/>ἀσφαλέστεροι. </p></div></div></body></text></TEI>