<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg017.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>ΧΙ. 237. Πτυάλου ἀναχρέμψιες ἐν πυρετῷ πελιδναὶ, μέλαιναι, <lb/>χολώδεες,
                        ἐπιστᾶσαι μὲν, κακόν· ἀποχωρέουσαι δὲ κατὰ λόγον, <lb/>χρήσιμον. 238. Οἷσιν
                        ἁλμώδεα πτύαλα καὶ βὴξ προσίσταται, <lb/>τουτέοισι χρὼς ἐρυθραίνεται, οἷον
                        ἐξανθίσματα, πρὸ δὲ τῆς τελευτῆς <lb/>τρηχύνεται. 239. Ἀνάχρεμψις πυκνὴ, ἢν
                        δή τι καὶ ἄλλο σημεῖον <lb/>προσῇ, φρενιτικόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>XII. 240. Αἱ μετ᾿ ἐκλύσιος ἀφωνίαι, κάκισται. 241. Αἱ <lb/>ἐπ᾿ ὀλίγον θρασέες
                        παρακρούσιες, πονηρὸν καὶ θηριῶδες. 242. Οἷσι <lb/>φωνὴ ἅμα πυρετῷ ἐκλείπει
                        μετὰ ἀκρισίας, τρομώδεες θνήσκουσιν. <lb/>243. Αἱ ἐν πυρετῷ ἀφωνίαι
                        σπασμώδεα τρόπον, ἐκστᾶσαι σιγῇ, ὀλέθριον. <lb/>244. Αἱ ἐκ πόνου ἀφωνίαι,
                        δυσθάνατοι. 245. Αἱ μετ <lb/>ἐκλύσιος κατόχως ἀφωνίαι, ὀλέθριοι. 246. Αἱ
                        κατακλώμεναι <lb/>φωναὶ μετὰ φαρμακείην, ἦρα πονηρόν; τουτέων οἱ πλεῖστοι
                        ἐφιδροῦσι, <lb/>καὶ κοιλίας καθυγραίνονται. 247. Ἐν ἀφωνίῃ πνεῦμα οἷαν <pb n="638"/> τοῖσι πνιγομένοισι πρόχειρον. πονηρόν· ἦρά γε καὶ
                        παρακρουστικόν; <lb/>248. Αἱ ἐκ κεφαλαλγίης ἀφωνίαι ἅμα ἱδρῶτι πυρετώδεες,
                        χαλῶντα <lb/>ὑπ᾿ αὐτοὺς, ἀνιέντα, χρονιώτερα· ἐπιῤῥιγοῦν τουτέοισιν, οὐ
                        πονηρόν. <lb/>249. Αἱ μετὰ ἀφωνίης ἐκστάσιες, ὀλέθριοι. 250. Αἱ <lb/>τοῖσιν
                        ἐπιῤῥιγέουσιν ἀφωνίαι, θανάσιμον· εἰσὶ δὲ κεφαλαλγέες οἱ <lb/>τοιοῦτοι
                        ἐπιεικέως. 251. Αἱ μετ᾿ ἐκλύσιος ἀφωνίαι ἐν πυρετῷ <lb/>ὀξεῖ ἀνιδρωτί εἰσι
                        μὲν θανάσιμοι, ἧσσον δὲ τῷ ἐφιδροῦντι, χρόνον <lb/>δὲ σημαίνει· ἴσως δὲ καὶ
                        οἱ ἐξ ὑποστροφῆς παθόντες τι τοιοῦτον, <lb/>ἀσφαλέστατοι, ὀλεθριώτατοι δὲ
                        τῶν τοιουτέων, οἷσι τὰ ἐκ ῥινέων, καὶ <lb/>οἷσι κοιλίαι καθυγραίνονται. 252.
                        Ὀξυφωνίη κλαυθμώδης, καὶ <lb/>ὀμμάτων ἀμαύρωσις, σπασμῶδες· οἱ ἐς τὰ κάτω
                        πόνοι τουτέοισιν <lb/>εὔφορον. 253. Ἅμα φωνῇ τρομώδει, λύσις κοιλίης
                        παράλογος, ἐν <lb/>τοῖσι διεστηκόσι χρονίοισιν ὀλέθριον. 254. Αἱ πυκναὶ
                        ὑποκαρώδεες <lb/>ἀφωνίαι ξύστασιν φθινώδεα προσημαίνουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>XIII. 255. Πνεῦμα πυκνὸν μὲν καὶ σμικρὸν ἐὸν, φλεγμονὴν <lb/>καὶ πόνον ἐν
                        τοῖσι καιρίοισι τόποισι σημαίνει· μέγα δὲ καὶ διὰ <lb/>πολλοῦ, παραφροσύνην
                        ἢ σπασμόν· ψυχρὸν δὲ, θανάσιμον· θανάσιμον <lb/>δὲ καὶ πυρετῶδες καὶ
                        λιγνυῶδες πνεῦμα, ἧσσον δὲ τοῦ ψυχροῦ· <lb/>καὶ τὸ μέγα ἔξω πνεόμενον,
                        σμικρὸν δὲ εἴσω, καὶ τὸ σμικρὸν ἔξω. <pb n="640"/> μέγα δὲ εἴσω, κάκιστον δὴ
                        καὶ πλησίον θανάτου· καὶ τὸ ἐκτεῖνον καὶ <lb/>κατεπεῖγον, καὶ ἀμαυρὸν, καὶ
                        διπλῆ εἴσω ἐπανάκλησις, ὁκοῖον ἐπεισπνέουσιν· <lb/>εὔπνοια δὲ ἐν πᾶσιν,
                        ὁκόσα ἐν πυρετῷ ὀξεῖ, κἢν ἐν <lb/>τεσσαράκοντα ἡμέρῃσι κρίνηται, μεγάλην
                        ἔχει ῥοπὴν ἐς σωτηρίην. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>XIV. 256. Τράχηλος σκληρὸς καὶ ἐπώδυνος, καὶ γενύων σύνδεσις, <lb/>καὶ φλεβῶν
                        σφαγιτίδων παλμὸς ἰσχυρὸς, καὶ τενόντων ξύντασις, <lb/>ὀλέθριον. 257. Τὰ ἐν
                        φάρυγγι ἰσχνῇ ἀλγήματα πνιγώδεα, <lb/>ἀπὸ κεφαλῆς ἀλγηδόνος ὁρμώμενα,
                        σπασμώδεα. 258. Αἱ <lb/>τραχήλου καὶ μεταφρένου ψύξιες, δοκέουσαι καὶ ὅλου
                        δὲ τοῦ σώματος, <lb/>σπασμώδεες· ἐν τουτέοισι κριμνώδεες οὐρήσιες. 259. Οἷσι
                        <lb/>κατὰ φάρυγγα ἐρεθισμοὶ, ἐπιεικέως τὰ παρ᾿ οὖς ἐπάρματα. <lb/>260.
                        Φάρυγξ ἐπώδυνος, ἰσχνὴ, μετὰ δυσφορίης, ὀλέθριον ὀξέως. <lb/>261. Οἷσι
                        πνεῦμα ἀνέλκεται, καὶ φωνὴ πνιγμώδης, σπόνδυλός τε <lb/>ἐγκάθηται,
                        τουτέοισιν ἐπὶ τῇσι τελευτῇσιν οἷον συσπῶντός τινος τὸ <lb/>πνεῦμα γίνεται.
                        262. Φάρυγξ τρηχυνθεῖσα ἐπ᾿ ὀλίγον, καὶ κοιλίη <lb/>κενεῇσιν ἀναστάσεσι,
                        μετώπου ἀλγήματα, ψηλαφώδεες, ὀδυνώδεες· <lb/>τὰ ἐκ τουτέων αὐξανόμενα,
                        δύσκολα. 263. Τὰ κατὰ φάρυγγα <lb/>ἰσχυρὰ ἀλγήματα παρ᾿ οὖς ἔπαρμα καὶ
                        σπασμοὺς ἐργάζεται. <lb/>264. Καὶ τραχήλου καὶ νώτου ἀλγήματα, μετὰ πυρετοῦ
                        ὀξέος, <pb n="642"/> σπασμῷ, ὀλέθριον. 265. Τραχήλου καὶ πήχεων ἀλγήματα,
                        <lb/>σπασμώδεα· ἀπὸ προσώπου δὲ ταῦτα, καὶ κατὰ φάρυγγα· ὠχροὶ, <lb/>ἰσχνοὶ,
                        πτυαλίζοντες, ἐν τουτέοισιν, ἐν ὕπνοισιν ἱδρῶτες ἀγαθοί· <lb/>ἦρά γε καὶ τῷ
                        ἱδρῶτι κουφίζεσθαι, τοῖσι πλείστοισιν οὐ πονηρόν; οἱ <lb/>ἐς τὰ κάτω πόνοι
                        τουτέοισιν, εὔφοροι. 266. Ἐν ἀλγήματι νώτου <lb/>καὶ στήθεος αἱματώδης
                        οὔρησις ἐπιστᾶσα, ὀλέθριος ἐπιπόνως. <lb/>267. Τραχήλου πόνος, κακὸν μὲν ἐν
                        πυρετῷ παντὶ, κάκιστον δὲ <lb/>ἐν οἷσι καὶ ἐκμανῆναι ἐλπίς. 268. Ἐπὶ στήθεος
                        ἀλγήματι πυρετώδει <lb/>κοιλίη ταραχώδης, ναρκώδης, σημεῖον μελαινῶν
                        ὑποχωρησίων. <lb/>269. Τὰ ἐν ὀξέσι κατὰ φάρυγγα μικρὰ ὀδυνώδεα, ὅτε χάνοι,
                        <lb/>μὴ ῥηϊδίως συνάγοντι, ἰσχνῷ, παρακρουστικά· ἐκ τουτέων <lb/>φρενιτικοὶ,
                        ὀλέθριον. 270. Φάρυγξ ἑλκουμένη ἐν πυρετῷ μετ᾿ <lb/>ἄλλου σημείου τῶν
                        δυσκόλων, κινδυνῶδες. 271. Ἐν πυρετοῖσιν <lb/>ἐξαπίνης πνίγεσθαι, καὶ
                        καταπίνειν μὴ δύνασθαι, χωρὶς οἰδήματος, <lb/>κακόν. 172. Τράχηλον
                        ἐπιστραφῆναι μὴ δύνασθαι, μηδὲ <lb/>καταπίνειν, θανάσιμον ὡς τὰ πολλά. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>XV. 273. Ὑποχόνδριον δὲ χρὴ μαλθακὸν εἶναι καὶ ἄπονον καὶ <lb/>ὁμαλές·
                        φλεγμαῖνον δὲ, ἢ ἀνωμάλως ἔχον, ἢ ἀλγούμενον, σημεῖον <pb n="644"/>
                        ἀῤῥωστίης ἐστὶν οὐκ εὐήθεος. 274. Οἴδημα δὲ ἐν ὑποχονδρίοισι, <lb/>σκληρόν
                        τε ἐὸν καὶ ἐπώδυνον, κάκιστον μὲν, εἰ παρὰ πάντων <lb/>εἴη τῶν μερέων· τῶν
                        δὲ ἐκ τοῦ ἑνὸς μέρεος, ἀκινδυνότερον τὸ <lb/>ἐκ τῶν ἀριστερῶν· σημαίνει δὲ
                        ἐν ἀρχῇ μὲν τὰ τοιαῦτα θάνατον σύντομον, <lb/>ὑπερβάλλοντα δὲ τὰς εἴκοσι,
                        τοῦ πυρετοῦ μένοντος, ἐμπύησιν· <lb/>γίνεται δὲ τούτοισιν ἐν τῇ πρώτῃ
                        περιόδῳ ῥῆξις αἵματος <lb/>διὰ ῥινῶν, καὶ κάρτα ὠφελέει· τὰ γὰρ πολλὰ
                        κεφαλὴν οὗτοι πονέουσι, <lb/>καὶ ὄψις ἀμαυροῦται, καὶ μᾶλλον εἰς ταῦτα
                        προσγίνεσθαι <lb/>προσδέχου τὴν ῥῆξιν, ἡλικίῃσι δὲ πέντε καὶ τριήκοντα
                        ἐτέων, τοῖσι <lb/>δὲ πρεσβυτέροισιν ἧσσον. 275. Τὰ μαλθακὰ δὲ καὶ ἀνώδυνα
                        τῶν <lb/>οἰδημάτων, χρονιώτερα δὲ τὰς κρίσιας ποιέεται, καὶ ἧσσόν ἐστιν
                        <lb/>ἐπικίνδυνα· τὰς δὲ ἑξήκοντα καὶ ταῦτα ὑπερβάλλοντα, τοῦ πυρετοῦ
                        <lb/>μένοντος, ἐμπυοῦται. Παραπλήσια δὲ σημαίνει τοῖσιν ἐν ὑποχονδρίοισι
                        <lb/>καὶ τὰ περὶ κοιλίην, πλὴν ἧσσον ἐκπυοῦται ταῦτα ἐκείνων, <lb/>ἥκιστα δὲ
                        ὑπ᾿ ὀμφαλόν· καὶ γίνεται δὲ ταῦτα μὲν ἐν χιτῶνι, τὰ <lb/>δ᾿ ἄνω κεχυμένα·
                        θανάσιμα δ᾿ ἐστὶν αὐτῶν, ὅσα ἂν εἴσῳ ῥαγῇ· τῶν <lb/>δὲ λοιπῶν ἐμπυημάτων τὰ
                        μὲν ἔξω ῥηγνύμενα, βέλτιστον μὲν ὡς <lb/>εἰς ἐλάχιστον καὶ ὀξύτατον
                        συλλέγεσθαι· τὰ δὲ εἴσω, μήτε ὄγκῳ, <lb/>μήτε πόνῳ, μήτε χρώματι διάδηλον
                        ἔξω ποιέειν· τὸ δὲ ἐναντίον κάκιστον· <lb/>τινὰ δὲ τούτων διὰ πάχος πύου οὐ
                        διασημαίνει. Τὰ δὲ πρόσφατα <lb/>τῶν ἐν τοῖσιν ὑποχονδρίοισιν ἐπαρμάτων, ἢν
                        μὴ σὺν φλεγμονῇ <lb/>ᾖ, καὶ τοὺς ἀπ᾿ αὐτῶν πόνους λύει βορβορυγμὸς γενόμενος
                        ἐν <pb n="646"/> ὑποχονδρίῳ, καὶ μάλιστα μὲν διεκπεσὼν δι᾿ οὔρων καὶ
                        διαχωρημάτων· <lb/>εἰ δὲ μὴ, καὶ αὐτὸς διαπεραιωθείς· ὠφελεῖ δὲ καὶ
                        ὑποκαταβὰς <lb/>ἐς τὰ κάτω χωρία. 276. Σφυγμὸς ἐν ὑποχονδρίῳ μετὰ θορύβου,
                        <lb/>παρακρουστικὸν, καὶ μᾶλλον ἢν αἱ ὄψιες πυκνὰ κινέωνται. <lb/>277.
                        Καρδίης πόνος καὶ σφυγμὸς ὑποχονδρίων, πυρετοῦ περιψυχθέντος, <lb/>κακὸν,
                        ἄλλως τε κἢν ἐφιδρῶσιν. 278. Ἐς ὑποχόνδριον <lb/>ἐμπίπτοντα ἀλγήματα, ἄλλως
                        τε πονηρὸν, καὶ ἢν κοιλίας <lb/>καθυγραίνῃ· κακίω δὲ, ἐν ὀλίγῳ γινόμενα· καὶ
                        τὰ παρ᾿ οὖς τε <lb/>ἀνιστάμενα ἐκ τουτέων, κακοήθεα, καὶ τὰ ἄλλα ἐκπυήματα.
                        <lb/>279. Καρδιαλγικὰ καὶ μετὰ στρόφου, κοιλίης θηρία καταῤῥήγνυται.
                        <lb/>280. Καρδίης ἄλγημα, πρεσβυτέρῳ πυκνὰ ἐπιφοιτέον, θάνατον ἐξαπίναιον
                        <lb/>σημαίνει. 281. Οἷσιν ὑποχόνδρια μετεωρίζεται, κοιλίης <lb/>ἐπιστάσης,
                        κακόν· μάλιστα δὲ ἐν φθινώδεσι τῶν μακρῶν, καὶ οἷσι <lb/>κοιλίαι
                        ὑγραίνονται. 282. Ἐν ὑποχονδρίῳ φλεγμονὴ ἀποπυητικὴ, <lb/>ἔστιν οἷς πρὸ τῶν
                        θανάτων μέλανα διαχωρέει. 283. Ὑποχονδρίων <lb/>σύντασις, μετὰ κώματος
                        ἀσώδεος, κεφαλαλγικῷ, τὰ παρ᾿ <lb/>οὖς ἐπαίρει. 284. Μετὰ ὑποχονδρίων
                        ἔπαρσιν, τοῖσι χολώδεσι, <lb/>πνεῦμα μέγα καὶ πυρετὸς ὀξὺς τὰ παρ᾿ οὖς
                        ἐπαίρει. 285. Ἐν <lb/>ὑποχονδρίων ἀλγήματι, ὑποβορβύζοντι, ὀσφύος ἄλγημα
                        ἐπιγενόμενον <lb/>ἐν πυρετοῖς κοιλίας ἐπιπολὺ καθυγραίνει, ἢν μὴ φῦσα
                        καταῤῥαγῇ, <lb/>ἢ οὔρου πλῆθος ἔλθῃ. 286. Ἐπὶ ὑποχονδρίῳ χρονίῳ καὶ <pb n="648"/> κοιλίῃ δυσώδει, παρ᾿ οὖς ἀπόστημα κτείνει. 287. Τοῖσιν ἀπὸ
                        <lb/>ὑποχονδρίων ἀλγήμασι κοιλίη κατὰ μικρὸν ὑπόγλισχρα διαδιδοῦσα
                        <lb/>βραχέα κοπρώδεα, ἐκχλοιοῖ· ἆρα καὶ αἱμοῤῥαγεῖ; 288. Οἷσιν <lb/>ἐξαίφνης
                        ἀπυρέτοισιν ἐοῦσιν ὑποχονδρίου καὶ καρδίης πόνος, καὶ <lb/>περὶ σκέλεα καὶ
                        τὰ κάτω μέρεα, καὶ κοιλίη ἐπῆρται, λύει φλεβοτομίη <lb/>καὶ κοιλίης ῥύσις·
                        πυρέξαι βλαβερὸν τούτοισιν· μακροὶ γὰρ οἱ <lb/>πυρετοὶ καὶ ἰσχυροὶ γίνονται,
                        καὶ βῆχες καὶ πνεῦμα καὶ λυγμοὶ <lb/>γίνονται· λύεσθαι δὲ μελλόντων τούτων,
                        πόνος ἰσχυρὸς ἰσχίων <lb/>ἢ σκελέων, ἢ πύου πτύσις, ἢ ὀφθαλμῶν στέρησις
                        ἐπιγίνεται. <lb/>289. Οἷσι πόνοι ὑποχονδρίων, καρδίης, ἥπατος, τῶν περὶ
                        ὀμφαλὸν <lb/>μερῶν, αἵματος διαχωρήσαντος, σώζονται, μὴ διαχωρήσαντος δὲ,
                        <lb/>θνήσκουσιν. 290. Οἷσιν ὑποχόνδρια [μὴ] λαπαρὰ, πρόσωπον <lb/>ἐῤῥωμένον,
                        οὐ λύεται χωρὶς αἵματος ῥύσιος ἐκ ῥινῶν πολλοῦ, ἢ <lb/>σπασμοῦ, ἢ ὀδύνης
                        ἰσχίων. 291. Αἱ πρὸς ὑποχόνδρια ἐν πυρετῷ <lb/>ὀδύναι ἀναύδῳ, ἀνιδρωτὶ
                        λυόμεναι, κακόν· τούτοισιν ἐς ἰσχία ἀλγήματα. <lb/>292. Οἱ κατὰ κοιλίην ἐν
                        πυρετῷ παλμοὶ ἐκστάσιας <lb/>ποιέουσιν· αἱμοῤῥοίη δὲ φρικώδης. 293. Αἱ ἐς
                        ὑποχόνδρια ἐν πυρετῷ <lb/>ὀδύναι ἀναΐσσουσαι, ἀνιδρωτὶ λυόμεναι, κακοήθεες,
                        τούτοισιν <lb/>ἐς ἰσχία ἀλγήματα, ἅμα πυρετῷ καυσώδει, κοιλίη καταῤῥαγεῖσα,
                        <lb/>ὀλέθριον. 294. Οἱ περὶ ὀμφαλὸν πόνοι παλμώδεες ἔχουσι μέν <lb/>τι καὶ
                        γνώμης παράφορον· περὶ κρίσιν δ᾿ οὖν τούτοισι φλέγμα ἅλες <pb n="650"/>
                        συχνὸν σὺν πόνῳ διέρχεται. 295. Μετὰ κοιλίης ἐπίστασιν ὑποχόνδρια
                        <lb/>μετέωρα, κακόν· μάλιστα δὲ τοῖσι φθινώδεσι τῶν μακρῶν, <lb/>καὶ οἷσι
                        κοιλίαι ὑγραίνονται. 296. Τοῖσιν ἀλυσμώδεσιν ἐν ὑποχονδρίῳ <lb/>τὰ παρ᾿ οὖς
                        ἐπαρθέντα κτείνει. 297. Τὰ κατὰ κοιλίην <lb/>σκληρύσματα μετὰ πόνου,
                        πυρετοῖσι φρικώδεσιν, ἀποσίτοισι, <lb/>σμικρὰ ἐφυγραινομένης, κάθαρσιν οὐ
                        διδόντα, ἐς ἐμπύησιν ἥξει. </p></div></div></body></text></TEI>